THE DIFFERENTIA

Αποτέλεσμα εικόνας για MUTABARUKA

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΕΡΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΣΕ ΑΝΑΠΝΕΕΙ ΚΑΝΕΙΣ

16–9–2017

 

Advertisements

Η ΕΚΡΗΞΗ…

Αποτέλεσμα εικόνας για ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΣΤΕΡΙ ΤΗΣ HEINEKEN

Κοσμική έκρηξη θα προσθέσει ένα νέο «άστρο» στον ουρανό το 2022, το Παγκόσμιο Αστρο της Κοινωνικής Εγρήγορσης

12–9–2017

ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ/ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

kafkasapartment:
“Venice clothesline, 2017. Ron Gessel. Chromogenic print
”

Venice clothesline, 2017, Ron Gessel

Από τον Νώντα Κούκα

Η «βασίλισσα» τεχνολογία

Δεν αρνούμαστε πως κάπου «εκεί έξω» υπάρχει μια κάποια εμπειρική αλήθεια, η οποία όμως είναι καλά κρυμμένη στην ομίχλη του πολιτισμού, ώστε ποτέ να μην μπορέσουμε να τη δούμε – ούτε ίσως ακόμη και να μιλήσουμε γι’ αυτήν. Δεν αρνούμαστε επίσης πως η ιστορία ενός (επιστημονικού) πεδίου στην πραγματικότητα αποτελεί την ιστορία της μεταβαλλόμενης κοινωνικής έκφρασης και ψυχολογικής προδιάθεσης.

Παράλληλα, υποστηρίζουμε ακράδαντα πως η δυτική σκέψη επηρεάζει καταλυτικά τη φύση της δυτικής επιστήμης, όχι μόνο λόγω της παραπάνω ιδεολογικής της έκφρασης αλλά και επειδή – ως συνέπεια αυτής της ιδεολογικοποίησης – ο ίδιος ο «δυτικός» κυρίαρχος πολιτισμός έχει καταστήσει τους ανθρώπους μηχανές αυταπάτης και αλληλοεξαπάτησης σε ασυνείδητο και όχι συνειδητό επίπεδο. Κοντολογίς, οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν τι κάνουν τόσο στον εαυτό τους όσο και στους άλλους γύρω τους.

Παρομοίως, η θεωρία της εξέλιξης που συγκρότησε ο Δαρβίνος (θεωρία της φυσικής επιλογής των ειδών), τελεί σε συνειδητή αναλογία με την οικονομική θεωρία του Άνταμ Σμιθ: αν θέλεις τάξη στην οικονομία, αφήνεις ελεύθερο το άτομο να παλεύει για το κέρδος• προκρίνεις δηλαδή την ελεύθερη επιχειρηματική δραστηριότητα (laisser – faire). Το ίδιο ισχύει και για τη φύση: αφήνεις τα άτομα να αγωνίζονται για αναπαραγωγική επιτυχία. Να λοιπόν με ποιον τρόπο οι πολιτισμικοί παράγοντες ωσμώνονται με την επιστημονική σκέψη.

Γιατί λοιπόν, εύλογα, να μη σκεφτούμε ότι αν καταρρεύσει ο οικονομικός φιλελευθερισμός (ο καπιταλισμός, δηλαδή, στην πραγματικότητα), δεν θα καταρρεύσει ή, εν πάση περιπτώσει, δεν θα κλυδωνιστεί και η δαρβινική θεωρία, όχι ως επιμέρους θεώρηση αλλά ως επιστημονικό δόγμα της εξέλιξης.

Στην ίδια πάντα συλλογιστική, μπορούμε να υποθέσουμε την κατάρρευση της δογματικής ιδεολογίας που έχει ενδυθεί η τεχνολογία, στη θέση της οποίας μπορεί να ανθήσει πράγματι η φιλοσοφία της: η τεχνολογία ως προέκταση της (γνήσιας) συνείδησης του ανθρώπου (όπως κανονικά θα έπρεπε να είναι)• και όχι η (εν υπνώσει) συνείδηση του ανθρώπου ως προέκταση της τεχνολογίας (όπως τώρα πια έχει καταντήσει να είναι). Με άλλα λόγια, η τεχνολογική εξέλιξη δεν θα έπρεπε να έχει τη μορφή μιας καινούριας θρησκείας με άθυρμα την ανθρωπότητα• αλλά τουναντίον, η ανθρωπότητα θα έπρεπε να χρησιμοποιεί την τεχνική της υπόστασής της προς όφελος της κοινωνικής της ιστορίας.

Για να το πούμε πιο μεστά και πιο σωστά. Ο σημερινός, ο σύγχρονος καπιταλισμός διακρίνεται από τρία πρωταρχικά χαρακτηριστικά – την τεχνολογικότητά του, την εικονικότητά του και, εν τέλει, την αϋλότητά του. Αμέσως όμως μπορεί να γίνει ορατός ο συσχετισμός αυτών των χαρακτηρολογικών γνωρισμάτων. Η αλληλουχία που έφερε στο προσκήνιο καταρχάς τον μηχανικό καπιταλισμό και εν συνεχεία τον τεχνοκρατικό/εικονικό και τέλος τον άυλο καπιταλισμό, είναι η εξής: κλασική τεχνολογική εξέλιξη —> μηχανική τεχνολογική εξέλιξη —> τεχνικο-επιστημονική εξέλιξη —> άυλη καπιταλιστική οικονομία. Ισοδύναμα: τεχνολογία προκαπιταλισμού —> πρώτο υλικό πεδίο καπιταλισμού —> αναπτυγμένος ημι-άυλος καπιταλισμός —> ολοκληρωμένο άυλο καπιταλιστικό μοντέλο.

Ενώ λοιπόν ο προβιομηχανικός τεχνολογικός πολιτισμός μπορεί να δικαιολογήσει σε έναν βαθμό την ταυτότητά του – επειδή μέχρι ενός σημείου δεν έχει αυτονομηθεί από την κοινωνική του ιστορία –, ο βιομηχανικός και πολύ περισσότερο ο μεταβιομηχανικός πολιτισμός δεν μπορεί με κανένα τρόπο να διατηρήσει έστω και ένα μέρος της ταυτότητάς του. Διότι ακριβώς η τεχνολογική εξέλιξη τον έχει ξεπεράσει. Πράγμα που σημαίνει πως το τεχνολογικό επίπεδο της κοινωνικής ιστορίας έχει ταυτιστεί με το συνειδησιακό πολιτισμικό επίπεδο. Και τέλος, στο ολοκληρωμένο άυλο μοντέλο του σύγχρονου καπιταλισμού, η τεχνολογία όχι μόνο έχει ξεπεράσει την ταυτολογική της σύμπτωση με το πολιτισμικό πεδίο, αλλά επιπλέον έχει αλλάξει φάση και έχει μετασχηματιστεί αυτούσια σε καθαυτό οικονομία (παραγωγή, κατανάλωση, χρήμα).

Και μιλώντας για καθαυτό οικονομία, εννοούμε πως τώρα πια το χρήμα είναι όντως άυλο. Πάντοτε μέσα στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, το χρήμα ήταν απομακρυσμένο από την πραγματική οικονομία, αλλά κουτσά στραβά διέθετε μια ονομαστική αξία ως ταυτότητα. Τώρα πλέον ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει εισαγάγει – μέσω της ραγδαίας τεχνολογικής του εξέλιξης – μια ακατανίκητη δομή, μια ακαταμάχητη μορφή: ένα καπιταλιστικό μοντέλο από φίνο αλλά άθραυστο κρυστάλλινο γυαλί, στο οποίο κυριαρχεί απολύτως η εικονική πραγματικότητα.

Ο Αριστοκράτης και ο Πτωχοπρόδρομος

Ο καπιταλισμός έχει εξαλλαχθεί σε άυλη τεχνοκρατική διαχείριση της οικονομίας. Τούτο βέβαια συνεπάγεται τον παραγκωνισμό της ανθρώπινης συνείδησης. Ας φανταστούμε μονάχα ότι τα σημερινά χαρτονομίσματα, οποιοδήποτε ύψος και αν έχει η ονομαστική τους αξία, δεν είναι παρά οι ασήμαντοι συγγενείς των αστρονομικών άυλων τίτλων του χρήματος. Τίτλοι που διακινούνται καθημερινά με ταχύτητες σχεδόν ίσες με την ταχύτητα του φωτός, από το ένα άκρο ως το άλλο άκρο του πλανήτη• απλά με ένα πάτημα στα κουμπιά των ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Όπως στον παλιό «καλό» καπιταλισμό τον ρόλο του Πτωχοπρόδρομου τον έπαιζαν τα μη ευγενή κέρματα, τώρα ανάλογο ρόλο έχουν οι εκατοντάδες δεσμίδες των χιλιάδων ευρώ που υπάρχουν στις θυρίδες των σημερινών τραπεζών. Έτσι λοιπόν, ακόμα και αύριο αν υπήρχε δυνατότητα να αφαιρεθεί όλο το υλικό χρήμα του πλανήτη, ουδόλως θα ανησυχούσε η αυτοκρατορία του άυλου καπιταλισμού. Ίσως μάλιστα και να τη συνέφερε – αφού έτσι θα μπορούσε να ελέγξει το πληθωριστικό της χαρτονόμισμα…

Όμως, τούτη η αϋλότητα της συμπαγούς οικονομικής βάσης του σύγχρονου καπιταλισμού δεν μπορεί παρά να εκφράζεται ως πλέρια εικονικότητα στο βιτρό του «εποικοδομήματος». Το άυλο «χρήμα» της «βάσης» παράγει τους εικονικούς τίτλους της «μόρφωσης» στο εποικοδόμημα. Διότι τι άλλο εκτός από εικονική ψευδαίσθηση είναι το Πανεπιστήμιο, που τόσο ως θεσμός όσο και ως μορφή έχει παραμείνει στην μεσαιωνική εποχή όπου δημιουργήθηκε, το οποίο παρέχει αφειδώς πτυχία-συγχωροχάρτια. Δηλαδή, άυλους τίτλους που δεν αντιστοιχούν σε πραγματική γνώση και επιστήμη αλλά σε «γνωστικά αντικείμενα» τα οποία έχει λανσάρει επιτήδεια ο τεχνοκρατικός καπιταλισμός, για να αυτο-αναπαράγεται και να αυτο-διαιωνίζεται. Για να είμαστε πιο ακριβείς, έχουμε άπειρα πτυχία, για απειροελάχιστη γνώση. Ιδού ο γυάλινος πύργος του γρανιτένιου, αλλά άυλου, καπιταλισμού.

Η τεχνολογία χρησιμοποίησε οπωσδήποτε τα μαθηματικά (όπως και τη λογική), διότι χρειάστηκε επειγόντως να αυτο-θεσπιστεί. Η φιλοσοφία ερμηνεύει, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Από την άλλη μεριά, η τεχνολογία αλλάζει πράγματι τον κόσμο, αλλά δεν μπορεί (ακόμη) να τον ερμηνεύσει. Να λοιπόν που, κατά παράδοξο τρόπο, δύο δραστηριότητες που φαίνονται εκ διαμέτρου ασύμφωνες, κατά βάση είναι διαλεκτικά αντίθετες. Μπορούν δηλαδή να αλληλοσυμπληρωθούν με απώτερο σκοπό τόσο την ερμηνεία όσο και την αλλαγή του κόσμου που μας περιβάλλει. Η φιλοσοφία της τεχνολογίας είναι πράγματι η μοναδική ίσως απάντηση στην αυτοκρατορία του τρόμου που έχει επιβάλει η παντοδυναμία του άυλου-τεχνοκρατικού καπιταλισμού.

Η «βασίλισσα» παραδίδει το στέμμα της

Στον (πολύχρωμο) γυάλινο πύργο του καπιταλισμού, όπου η αϋλότητα και η εικονικότητα δίνουν απ’ έξω την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας από μέσα, η απόλυτη βασίλισσα είναι η τεχνολογία. Και η απόλυτη Αυλή της είναι η μαθηματική (και η λογική) πρακτική. Είναι οι πιστοί της υπηρέτες που την κανακεύουν και την νανουρίζουν. Αυτή, η τεχνολογία, με τη σειρά της εκμαυλίζει αρειμανίως τους υπηκόους της. Κάποια στιγμή όμως, και αφού κάπου ίσως έγινε ένα «λάθος», η βασίλισσα συνήλθε από τη νάρκη της, θέλησε να αφήσει τον θρόνο της και να υπηρετήσει τους υπηκόους της – σαν αντίδωρο στην πρότερη κατάσταση, όπου εκείνοι υπηρετούσαν αυτήν. Συγχρόνως, δεν μπορούσε παρά να αλλάξει και ο ίδιος ο μαθηματικο-λογικός προσανατολισμός της τεχνοκρατούμενης κοινωνίας. Αποτέλεσμα; τώρα πλέον τόσο τα Μαθηματικά όσο και η Λογική απο-ιδεολογικοποιούνται και κάνουν αυτό που θα έπρεπε να έχουν κάνει: χαρτογραφούν τη νέα κοινωνική ιστορία, υποδεικνύοντας τον ορθό προσανατολισμό στη συλλογική της συνείδηση.

27/3/2017

https://iamarevi.wordpress.com/2017/03/27/%CE%BF-%CE%B3%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%83-%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%83-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%85-2/

artist-munch:
“ Four girls in Arsgardstrand via Edvard Munch
Size: 87x111 cm
Medium: oil on canvas”

Four girls in Arsgardstrand via Edvard Munch

MOURTEDREADLOCK COAST

Αποτέλεσμα εικόνας για ΜΟΥΡΤΕΡΗ ΕΥΒΟΙΑ  GREETINGS FROM RASTA BEACHHEAD

5 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 2017

TΑ «ΑΥΤΙΣΤΙΚΑ» ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΟΝ ΑΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

Από τον Νώντα Κούκα

«Η επινόηση φυλετικών διαχωρισμών και αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους λαούς έρχεται σε πλήρη δυσαρμονία με την επιστήμη μας. Οι λόγοι για τους οποίους γίνεται κάτι τέτοιο είναι άθλιοι. Τα Μαθηματικά δεν ξεχωρίζουν ράτσες… για τα Μαθηματικά, ολόκληρος ο κόσμος είναι μια ενιαία χώρα»

Ντάβιντ Χίλμπερτ, από την ομιλία του στο Διεθνές Συνέδριο Μαθηματικών στη Μπολόνια, το 1928.

O καθολικός λόγος των μαθηματικών

O Ρίμαν είχε ξεκινήσει μια διαδικασία αναγέννησης στη μαθηματική σκέψη και η γενιά του Χίλμπερτ έδρεψε τους καρπούς της. Ο τελευταίος, το 1897, έγραψε πως επιθυμούσε να υλοποιήσει «την αρχή του Ρίμαν, σύμφωνα με την οποία οι αποδείξεις οφείλουν να βασίζονται στη σκέψη μόνο και όχι στους υπολογισμούς».

Το επαναστατικό όραμα του Ρίμαν, αναφορικά με τα μαθηματικά, συμπυκνωνόταν στην πίστη του πως τα θεμελιώδη ερωτήματα της φυσικής θα μπορούσαν κάποτε να απαντηθούν με την αποκλειστική χρήση των Μαθηματικών.

Οι τύποι και οι εξισώσεις δεν είναι παρά το αναγκαίο κακό ενός απλού παιχνιδιού τεχνικής για να μπορεί να υπερβαίνει ο μαθηματικός τη σπατάλη ενέργειας, έτσι ώστε να φθάνει πιο ακμαίος στη σύλληψη της βαθιάς δομής των Μαθηματικών. Βέβαια, κάτι τέτοιο θυμίζει λίγο ήξεις αφήξεις, διότι η τρέχουσα αντίληψη για τη μαθηματική απόδειξη τις περισσότερες φορές καθιστά τόσο πολύ τεχνική την απόδειξη ώστε το ίδιο το νόημά της να χάνεται κάπου στον ατέρμονα δρόμο της.

Ο Ινδός «μυστικιστής» μαθηματικός Ραμουνατζάν απέδειξε ότι αρκετές φορές οι γνώσεις και οι προσδοκίες κάλλιστα μπορούν όχι μόνο να αναστείλουν την ουσιαστική πρόοδο, αλλά και να την αντιστρέψουν κατά εκατόν ογδόντα μοίρες τόσο ώστε να φαίνεται μεν προς τα «μπρος», αλλά στην πραγματικότητα να είναι τελείως προς τα «πίσω». Οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί, γαλουχημένοι με τις παραδοσιακές μεθόδους γνώσης – τις εξουσιαστικές μεθόδους γνώσης που συνάδουν βέβαια με την ιδεολογία της ιστορικά εκάστοτε άρχουσας τάξης – δεν είναι και οι πιο κατάλληλοι αναγκαστικά να κάνουν το αποφασιστικό βήμα. Αντίθετα, θα λέγαμε, η αμφισβήτηση του ακαδημαϊκού κατεστημένου, και της κάθετα ιεραρχικής διαστρωμάτωσής του, είναι αυτή που κινεί την ιστορική πρόοδο της επιστήμης στην απόλυτη τιμή της.

Ο Ρίμαν πρότεινε τη θεώρηση των δομών και των οικουμενικών ιδεών. Άλλωστε και η μεγάλη μαθηματικός Τζούλια Ρόμπινσον, όπως και ο Χίλμπερτ, τόνιζε πως τα Μαθηματικά στέκονται πάνω από κάθε είδος περιορισμών και στενόμυαλων πεποιθήσεων. Περιέγραψε τους ισχυρούς δεσμούς ανάμεσα στους μαθηματικούς λέγοντας ότι «…αποτελούμε ένα έθνος μόνοι μας, χωρίς διακρίσεις γεωγραφικής προέλευσης, ράτσας, πίστης, φύλου, ηλικίας ή ακόμη και χρόνου (οι μαθηματικοί του παρελθόντος, καθώς και εκείνοι του μέλλοντος είναι κι αυτοί συνάδελφοί μας)».

 Η έκπτωση του Φιλοσοφικού και Επιστημονικού Λόγου

Tα σημερινά υπολογιστικά μαθηματικά – όπως και ο σημερινός επιστημονισμός, γενικότερα – δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να συγκαλύπτουν την έλλειψη πραγματικής προόδου στην υπόθεση της Γνώσης – με το γάμμα κεφαλαίο. Πράγματι μπορούμε να διατυπώσουμε άνετα πια, το εξής θεώρημα: όσο μεγαλύτερη η υπολογιστική ισχύς του υπολογιστή, τόσο πιο λίγη η παραγωγή ελλαμπτικών ιδεών του ανθρώπινου μυαλού. Αποδεικνύοντας (χρειάζεται, άραγε;) τούτο το θεώρημα, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στην Κρίσιμη Πρόταση: η Αλήθεια δεν αποδεικνύεται εκ των υστέρων. Εκ των υστέρων αποδεικνύεται μονάχα η κάλλιστη ψευδαίσθηση. Κι αυτό επειδή η Αλήθεια και η απόδειξη προϋποθέτουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες μεθοδολογίες: στην απόδειξη, πρώτα ρωτάμε και μετά απαντάμε· στην Αλήθεια, πρώτα απαντάμε και μετά ρωτάμε. Ακριβώς αυτή τη θεμελιώδη διαφορά έρχεται να συστρέψει και να συσκοτίσει η μεγάλη ψευδαίσθηση του τεχνολογικού πολιτισμού. Έχει δηλαδή καταφέρει, κυριολεκτικά, να υποκαταστήσει τη σκέψη με την υπολογιστική απόδειξη· την Αλήθεια με τον φορμαλισμό του πειράματος, της μέτρησης και της παρατήρησης.

Όσο νόμιμη και κραταιά να είναι μια απόδειξη, το μόνο που πετυχαίνει είναι να βελτιώσει τη ρουτίνα της τυπικής, βήμα προς βήμα, συλλογιστικής απόδειξης. Ο Γκέντελ έδειξε οριστικά πια, πως η Αλήθεια είναι μη αποδείξιμη αλλά και μη αποφασίσιμη. Οι επιμέρους αληθινές ψευδαισθήσεις αποδεικνύονται κι αυτές προσωρινές. Τίποτε δεν αποκλείει, ας πούμε, την κατάργηση των «πραγματικών» αριθμών – ή και της ίδιας της έννοιας του «αριθμού», έτσι όπως μέχρι τώρα την έχουμε ορίσει (όχι μόνο δεν αποκλείεται κάτι τέτοιο, αλλά είναι και αρκετά πιθανό). Όταν ό,τι κι αν κάνεις, όποιο τέχνασμα και να έχεις χρησιμοποιήσει – θεμιτό ή αθέμιτο – δε σε οδηγεί πουθενά, και συνεχίζεις να στέκεσαι μπροστά σε έναν τσιμεντένιο τοίχο, τότε αν είσαι τίμιος επιστήμονας δύο πράγματα μπορείς να κάνεις. Παραδέχεσαι την ήττα σου και κάνεις πίσω· ή επιτίθεσαι ολομέτωπα και ορμάς να τον σπάσεις, ακόμη κι αν ξέρεις ότι μπορεί να σπάσεις τα μούτρα σου και όχι αυτόν. Η μόνη ανεπίτρεπτη επιστημονικά στάση είναι να προσποιείσαι ότι δεν τρέχει τίποτε και να συνεχίζεις την «προσφορά» σου στη μεγάλη αυταπάτη…

Κάθε τίμιος φιλόσοφος-επιστήμονας και μαθηματικός οφείλει να αναγνωρίσει, πως τόσο η δυτική φιλοσοφία όσο και η δυτική επιστήμη πολύ λίγο έχουν προοδεύσει, αναφορικά με τα αιώνια ζητήματα της Γνώσης: από πού ήρθαμε, ποιοι είμαστε, πού πάμε. Τα μυστήρια της «ζωής» και του «θανάτου» παραμένουν επτασφράγιστα μυστικά, προκαλώντας πολύ δυσάρεστη και αλγεινή εντύπωση για τις δυνατότητες του σημερινού επιστημονισμού, δεδομένης της ραγδαίας (υπερτιμημένης) τεχνογνωσίας του. Παρά, λοιπόν, την υποτιθέμενη υπεροχή του δυτικού πολιτισμού στην οργανωμένη και μεθοδευμένη επιστημονική έρευνα, σε ό,τι αφορά στα θεμελιώδη τουλάχιστον γνωσιολογικά ερωτήματα, «υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα – μπορούμε να τη γνωρίσουμε – και πώς τη γνωρίζουμε», η πρόοδος είναι σχεδόν μηδενική.

Απλά. Ο επιστημονισμός έχει μετατοπίσει το ζήτημα, και συνεχίζει να το μετατοπίζει στον οριζόντιο άξονά του· έχει κοντολογίς αντικαταστήσει τη βαθιά, κάθετη δομή της γνώσης με την επιφανειακή, πλατιά φόρμα της, όπου η κατάτμησή της σε πολλά επιμέρους γνωστικά αντικείμενα προκρίνει την απόδειξη σε βάρος της Αλήθειας· τον θετικισμό/φορμαλισμό, σε βάρος της ακαριαίας σύλληψης της Διαίσθησης. Βέβαια είναι η υλική συνθήκη του ταξικού-εξουσιαστικού πολιτισμού που υπαγορεύει την ιδεολογική εξέλιξη του επιστημονισμού, που τοποθετεί το κέρδος πάνω από την ύπαρξη κάθε έμβιου όντος (ανθρώπινου και μη), καθώς και ολόκληρου του οικοσυστήματος.

Η πανουργία του επιστημονισμού

Δύο πράγματα κάνει ο επιστημονισμός σαν η εντεταλμένη υπηρεσία του σύγχρονου, δυτικού, τεχνολογικού πολιτισμού. Αφενός, παρακολουθεί άγρυπνα (μέσω της τυπικής, κρατικής-ιδιωτικής εκπαίδευσης) τις επαναστατικές καινοτόμες θεωρήσεις των μεγάλων στοχαστών, οι οποίες είναι  εν δυνάμει επικίνδυνες για τη θετικιστική κοινωνική και οικονομική οργάνωση των σύγχρονων δυτικών και δυτικότροπων κοινωνιών. Και αφετέρου, κάθε φιλοσοφική-επιστημονική θεώρηση αποστεώνεται από το βάθος της οικουμενικής ιδέας της και, ή την κρύβει κάτω από το χαλί, αφήνοντας μόνο το μικρό δαχτυλάκι της έξω από αυτό να φαίνεται· ή αν μπορεί, την εντάσσει σε μια τεχνογνωσία προς όφελός της.

Για παράδειγμα, το Θεώρημα της μη Πληρότητας. Ένα θεώρημα που ανέτρεψε την αριστοτελική λογική και προειδοποίησε για τον στραβό δρόμο που έχει πάρει ένα μεγάλο κομμάτι, τουλάχιστον, των μαθηματικών. Έτσι τα μαθηματικά, αλλά δυστυχώς και οι ίδιοι οι μαθηματικοί υπάλληλοι, προσποιούνται πως μπορεί ο κλασικός μαθηματικός υπολογισμός να συνεχίζει το έργο του ανεξάρτητα από το πλήγμα που δέχτηκε. Βέβαια κάτι τέτοιο μπορεί πράγματι να γίνεται – τα μαθηματικά εξακολουθούν να λειτουργούν. Προσοχή όμως! … Λειτουργούν σε ένα τελείως ιδεολογικοποιημένο πια περιβάλλον, σαν μια τέλεια σχεδόν ψευδαίσθηση που συσκοτίζει τη Γνώση και προάγει απεριόριστα την ιδεολογία του κυβερνητικού καπιταλισμού. Εννοείται πως το δέλεαρ που χρησιμοποιεί προς εκμαυλισμό και εκφαυλισμό ο τεχνοκρατικός επιστημονισμός, είναι η δόξα και το χρήμα που επιφέρουν τα Νόμπελ και τα διάφορα άλλα βραβεία που προσφέρονται από την εξουσία.

Εσύ, Γκάους, τι λες;

Και ξαφνικά, κάπου εκεί γύρω στα 1970, οι πρώτοι αριθμοί αναγορεύτηκαν σε θεματοφύλακες των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ποιοι, οι πρώτοι αριθμοί! … Αυτοί, στους οποίους ο Χάρντι, ο μεγάλος αυτός μαθηματικός του Κέιμπριτζ, στο φημισμένο βιβλίου του, Απολογία ενός Μαθηματικού, ομνύει πίστη, καθώς γράφει «… το 317 είναι πρώτος, όχι επειδή το πιστεύουμε ή επειδή τα μυαλά μας είναι διαμορφωμένα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αλλά γιατί έτσι είναι, γιατί η μαθηματική πραγματικότητα είναι δομημένη με αυτόν τον τρόπο». Τούτοι λοιπόν οι δομικοί λίθοι της φύσης έγιναν κυριολεκτικά, από τη μια στιγμή στην άλλη, το κλειδί που εξασφαλίζει την ασφάλεια των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ο Χάρντι, όπως και κάθε τίμιος επιστήμονας, ήταν ανέκαθεν υπερήφανος για το πόσο «άχρηστα» είναι τα Μαθηματικά, και ειδικότερα η θεωρία αριθμών, στα προβλήματα της καθημερινής ζωής:

Τα «πραγματικά» Μαθηματικά των «πραγματικών» μαθηματικών, τα Μαθηματικά του Φερμά, του Όιλερ, του Γκάους, του Άμπελ και του Ρίμαν, είναι σχεδόν τελείως «άχρηστα» (και αυτό ισχύει τόσο για τα «θεωρητικά»  όσο και για τα «εφαρμοσμένα» Μαθηματικά). Δεν είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί η ύπαρξη κανενός αληθινού επαγγελματία μαθηματικού με βάση τη «χρησιμότητα» της προσφοράς του.

Κακόμοιρε, Χάρντι, δε θα μπορούσες ποτέ να κάνεις μεγαλύτερο λάθος. Τα Μαθηματικά του Φερμά, του Γκάους και του Ρίμαν έμελλαν να μπουν στην καρδιά του εμπορικού κόσμου – να γίνουν οι ιεροί θεματοφύλακες του αγοραίου καπιταλισμού. Λοιπόν, η ασφάλεια του «ηλεκτρονικού χωριού» εξαρτάται από την κατανόηση των πρώτων αριθμών. Γι’ αυτό, ένας «προβοκάτορας» καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, ο Πίτερ Σάρνακ, είχε πει ότι: Αν ζούσε σήμερα ο Γκάους, θα ήταν χάκερ.

Θα συμφωνήσουμε και θα επαυξήσουμε: θα ήταν χάκερ και συγχρόνως θα ξαναέκρυβε πιο καλά τα καινούρια Μαθηματικά που θα ξαναέγραφε…

31 / 8 / 2017

ΤΟ DNA TOY ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ

Από τον Νώντα Κούκα

Οι  Επτά  (7)   Λόγοι 

I.   Μπορούμε να νοήσουμε τον αποχρώντα (επαρκή) λόγο quasi (οιονεί) παραλλαγή της αιτιοκρατικής ερμηνείας, στην οποία προβαίνει η προχρονολόγηση του εγκεφάλου (που έχουμε περιγράψει αλλού). Ισοδύναμα, ο αποχρών λόγος της συνείδησης αγκυρώνεται στο περιβάλλον της σαν αιτιοκρατική συμπεριφορά της «φύσης». Τότε — συνεπάγεται — η αιτιοκρατία δεν υπάρχει αφ΄εαυτής στο σύμπαν μας, αλλά διαμορφώνεται από (έναν) συνειδητό νου.

II.   Η αρχή του επαρκούς ή αποχρώντος λόγου συνοψίζει τη σχέση της συνείδησης ως εξωτερικής εκδήλωσης, αφενός, και ως εσωτερικής αναδίπλωσης, αφετέρου. Η σχέση αυτή δημιουργεί την ψευδαίσθηση ενός υποκειμένου και μιας αντικειμενικής πραγματικότητας που στέκεται απέναντί του «εκεί έξω».

III.   Κατά βάση, είναι η εξωτερική εκδήλωση της συνείδησης, που μετασχηματίζει την ταυτότητα της συμμετρίας «δεν πειράζω» σε στροφικές και ανακλαστικές συμμετρίες «πειράζω». Κατ΄αυτόν τον τρόπο, οι συγκεκριμένοι μετασχηματισμοί — ενέχοντας ως παραλλαγή της αρχής του επαρκούς λόγου την αρχή της αιτιότητας — εκφαίνονται ως «αντικειμενική πραγματικότητα».

IV.   Προσοχή! Δεν υπονοούμε βέβαια τον σολιψισμό (: η πραγματικότητα είναι αποκύημα της συνείδησης ή της φαντασίας). Τουναντίον, δηλώνουμε την εξαρχής ταυτότητα (συνείδησης και όντος), η οποία κάποια «στιγμή» μετασχηματίστηκε σε ομάδες στροφικής και ανακλαστικής συμμετρίας που μιμούνται την αρχική ακίνητη συμμετρία / ταυτότητα.

V.   Από την άλλη μεριά, η συμμετρική αναδίπλωση προς τα «μέσα» της συνείδησης δημιουργεί την ψευδαίσθηση του («εαυτού»-) Εγώ ως το αντίθετο βέλος της κατεύθυνσης που ακολουθεί η εκδίπλωση της συνείδησης. Τούτη η εκδίπλωση προς τα «έξω» και η αναδίπλωση προς τα «μέσα» δημιουργεί τη διπλή εντύπωση του χρόνου — το διπλό βέλος του χρόνου: παρελθόν – μέλλον.

VI.   Η ατομική / υλική συνείδηση αναφέρεται στο ξεδίπλωμα και στο ανάπτυγμα του μετασχηματισμένου «κόσμου», όπου βέβαια (φαίνεται να ) κυριαρχεί αναγκαίως η αιτιότητα. Ο Meyerson εύστοχα είχε πει: «αιτιότητα είναι η αρχή της ταυτότητας προσαρμοσμένη στην ύπαρξη αντικειμένων μέσα στον χρόνο».

VII.   Ο,τι λοιπόν εννοούμε  ως «φύση –πραγματικότητα — κόσμο ή σύμπαν» δεν είναι τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από τις τρεις βασικές έννοιες — αρχές που διέπουν τις τρεις θεμελιώδεις αρχές της συμμετρίας: μετασχηματισμός — δομή — διατήρηση, που «ενσαρκώνονται» στη δρώσα συνείδηση.

28 / 07 / 2017

ΠΕΡΙΔΙΝΗΣΗ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ

Από τον Νώντα Κούκα

Η Δέσμευση

Η διπλή, αμφίδρομη, συνεπαγωγή ημιορατό <——> ορατό αντιβαίνει φαινομενικά στην κοινή διαίσθηση. Δεν πρόκειται, φυσικά, για ισότητα. Εδώ έχουμε μια ισοδυναμία που, τόσο στα μαθηματικά όσο και στη λογική, δηλώνει ότι: «το ημιορατό ισχύει όταν και μόνο όταν ισχύει το ορατό, και το αντίστροφο».

Ο τρόπος που δομείται η συγκεκριμένη διπλή συνεπαγωγή είναι τέτοιος, ώστε το ένα μέλος να δεσμεύει το άλλο ως εξής: η Πρόταση είναι αληθής, στην περίπτωση — και μόνο σε αυτή — που και οι δύο προτάσεις έχουν την ίδια αληθοτιμή. Ισχύει, δηλαδή, ο ακόλουθος πίνακας αληθοτιμών:

1.   Υφίσταται το ημιορατό , υφίσταται και το ορατό, Επομένως, η ισοδυναμία είναι αληθής

2.    Δεν υφίσταται το ημιορατό, ενώ υφίσταται το ορατό. Τότε, η ισοδυναμία είναι ψευδής.

3.   Δεν υφίσταται το ημιορατό, αλλά υφίσταται το ορατό. Σε αυτή την περίπτωση, η αμφίδρομη συνεπαγωγή είναι ψευδής.

4.   Δεν υφίσταται το ημιορατό, και δεν υφίσταται– επίσης — το ορατό. Συνεπώς, η αμφίδρομη συνεπαγωγή είναι αληθής.

Το πρόβλημα στην ημιεμπειρική περιοχή της γνώσης

Η αμφίδρομη δέσμευση του ενός μέλους μιας ισοδυναμίας από το άλλο είναι εξ αντικειμένου περιοριστική. Στην προκειμένη περίπτωση, η διπλή δέσμευση ημιορατό <———> ορατό επιφέρει συγχρόνως και την ανάσχεση στην ανάδρομη κίνηση  του μαθηματικού βέλους από το ορατό στο αόρατο, που περιγράψαμε στο προηγούμενο σημείωμα.

Εάν, αντί για ισοδυναμία, είχαμε μια μονόδρομη συνεπαγωγή, με ελεύθερο το ένα της άκρο, (ορατό ——>ημιορατό), τότε δεν θα υπήρχε επίσχεση και, κατόπιν, αντιστροφή της φοράς (ως ισοδυναμίας). Το μαθηματικό διάνυσμα θα συνέχιζε απρόσκοπτα από το ορατό στο ημιορατό και, από εκεί, κατευθείαν στο αόρατο — που είναι και το μέγα ζητούμενο.

Να, λοιπόν, ποια είναι η προβληματική εικόνα στον οικείο μαθηματικό κώδικα. Ναι μεν, μπορεί να επινοούνται νέα και ευφυή μαθηματικά εργαλεία από έξυπνους ανθρώπους. Ομως αυτά δεν εφορμούν πρόσω ολοταχώς, αλλά περιδινούνται και διαστέλλονται στον χωρόχρονο επαυξάνοντας, απλώς και μόνο, το περιφερειακό βεληνεκές στις τροχιές τους

Ας το πούμε λακωνικά. Είμαστε καθηλωμένοι στην ημιεμπειρική περιοχή της γνώσης, η οποία διαστέλλεται συνεχώς. Διαστέλλεται, όμως, όπως ένα μπαλόνι. Και γνωρίζουμε καλά πως, τοπολογικά τουλάχιστον, παίρνουμε την ίδια πληροφορία τόσο από ένα φουσκωμένο όσο και από ένα ξεφούσκωτο μπαλόνι. Διότι ο πολλαπλασιασμός των αποστάσεων επί κάποια σταθερά δεν αλλάζει τις σχέσεις μεταξύ των σημείων.

Κοντολογίς, τα σημεία της επιφάνειας του μπαλονιού έχουν την ίδια ακριβώς θέση και στο φουσκωμένο και στο ξεφούσκωτο μπαλόνι. Γι’ αυτό, μια ημιεμπειρική περιοχή της γνώσης, όσο και αν διευρύνεται κυκλικά, θα παραμένει πάντα άρρηκτα συνδεδεμένη με το ημιορατό και, επομένως, δεσμευμένη αναγκαίως με το ορατό. Και το αόρατο θα παραμένει υποχρεωτικά απρόσιτο. Εκτός αν τρυπήσουμε το παραφουσκωμένο μπαλόνι της ημιεμπειρικής ημιμάθειάς μας…

25 / 07 / 2017

Η ΗΜΙΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

Από τον Νώντα Κούκα

Το Μαθηματικό Ημιορατό

Στο προηγούμενο σημείωμα, δηλώσαμε ότι η (πραγματο-) λογική σχέση που διέπει τη θεμελιώδη ασυμμετρία του σύμπαντος, αόρατο —> ορατό, είναι μονόδρομη συνεπαγωγή και όχι αμφίδρομη ισοδυναμία. Τώρα ήρθε η στιγμή να δούμε και το ημιορατό. Κάπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ημιορατό και το ημιεμπειρικό συσχετίζονται. Τα μαθηματικά κανονικά (πρέπει να) ξεκινούν από το αόρατο, να διανύουν το ημιορατό και να καταλήγουν στο ορατό ακρότατο τμήμα του μαθηματικού συνεχούς (σύμβολα).

Ετσι, η μαθηματική γλώσσα που παράγεται σκοπό έχει να εκτελέσει την ανάδρομη πορεία — από το ορατό, στο ημιορατό, και από εκεί στο αόρατο — προκειμένου να επιστρέψει στις απαρχές της. Ο συσχετισμός του ημιορατού με την ημιεμπειρική περιοχή της γνώσης εισάγει αυτομάτως και το ημιεμπειρικό, ως μαθηματική έννοια λογικής αφαίρεσης. Τώρα πια, μπορούμε να ισχυριστούμε πως με τη μαθηματική λογική κατορθώνουμε να μετασχηματίσουμε τη μονόδρομη λογική συνεπαγωγή, αόρατο —-> ορατό, σε λογική ισοδυναμία: ημιορατό <—-> ορατό.

Το Μαύρο Κουτί της Πληροφορίας

Και πάλι, όμως, απομένει ένα ακάλυπτο διάστημα μεταξύ ημιορατού και αόρατου, κατά την παλίνδρομη κίνηση. Αυτή η ανεπαρκής ανάστροφη πορεία της τροποποιημένης συνείδησης να επιστρέψει στην πηγή της, συνιστά την καθαυτό  αδυναμία της μαθηματικής λογικής και κάθε αξιωματικής της τυποποίησης.

Το αχαρτογράφητο κενό ανάμεσα στο αόρατο και το ημιορατό αποτελεί το κρυφό νόημα της πληροφορίας, που δεν δύναται να ερμηνεύσει η κλασική ερμηνευτική των παραδοσιακών μαθηματικών. Μόνο τα διαισθητικά μαθηματικά του λόγου, συμπυκνωμένα σε μια μεστή Γενική Θεωρία της Πληροφορίας, μπορούν να ξεκλειδώσουν και να φωτίσουν το μαύρο κουτί της Πληροφορίας: το δάστημα ανάμεσα στο αόρατο και το ημιορατό.

18 / 07 / 2017

ΟΡΑΤΗ ΥΛΗ ΚΑΙ ΑΟΡΑΤΗ ΑΝΤΙΥΛΗ

 

Από τον Νώντα Κούκα

Στον Πίνακα Αληθοτιμών

Καταστρώνουμε την ακόλουθη τυπική μονόδρομη συνεπαγωγή:

Εάν Υλη —-> Αντιύλη (Εάν Υλη, τότε Αντιύλη).

Ας δούμε σε ποιες περιπτώσεις αληθεύει και σε ποιες όχι ολόκληρη η συνεπαγωγή, ελέγχοντας — ξεχωριστά– την αληθοτιμή των δύο προτάσεων που τη  δομούν.

Εάν η πρώτη πρόταση (εάν ύλη) είναι αληθής και η δεύτερη (τότε αντιύλη) είναι επίσης αληθής, τότε ολόκληρη η συνεπαγωγή (Υλη —-> Αντιύλη) αληθεύει. Τώρα, από εδώ και πέρα:

Εάν η πρώτη πρόταση αληθεύει, ενώ η δεύτερη όχι, τότε η συνεπαγωγή είναι ψευδής.

Εάν η πρώτη ψεύδεται και η δεύτερη αληθεύει, ολόκληρη η συνεπαγωγή είναι αληθής.

Τέλος, εάν και οι δύο προτάσεις είναι ψευδείς, τότε η συνεπαγωγή είναι αληθής.

Μπορούμε να κάνουμε αντικατάσταση στην εν λόγω λογική συνεπαγωγή, τοποθετώντας στη θέση του όρου <ύλη> τον όρο <ορατό>, και στη θέση του όρου <αντιύλη> τον όρο <αόρατο>. Τα αποτελέσματα στον πίνακα αληθοτιμών θα παραμείνουν, βεβαίως, τα ίδια.

Και στον Πίνακα του Ορατού Σύμπαντος 

Ολα αυτά δείχνουν ότι:

(i)   Η λογική ακολουθία είναι από την αντιύλη και το αόρατο προς την ύλη και το ορατό, μονόδρομα και όχι αμφίδρομα, Αλλωστε, έτσι προκύπτει και το βέλος του χρόνου στο ορατό σύμπαν.

(ii)   Μπορεί μεν να ισχύει το αόρατο δίχως το ορατό, όμως δεν μπορεί να ισχύει το ορατό δίχως το αόρατο. — δεν υπάρχει δηλαδή συμμετρική ανταλλαγή, κατ’ ανάγκην, ανάμεσα στα δύο αυτά μεγέθη.

(iii)   Η ύλη δεν δηλώνει παρά το αποτέλεσμα από αυτό ακριβώς το σπάσιμο της συμμετρίας. Αρα, η απόλυτη συμμετρία είναι καταρχήν αόρατη. Αρχίζει να ορατοποιείται (μερικώς) στην πρώτη θραύση της, με την πρώτη ασυμμετρία που προκύπτει από αυτήν.

(iv)   Ασυμμετρία και βέλος του χρόνου είναο όροι συσχετιστικοί. Η εμφάνιση του ενός συνεπάγεται εμφάνιση του άλλου και αντιστρόφως: κατάργηση του ενός συνεπάγεται κατάργηση του άλλου.

16 / 07 / 2017

 

ΜΗΔΕΝ ΚΑΙ «ΚΑΤΙ»

Από τον Νώντα Κούκα

Το «Κενό» και τα κενά σύμπαντα 

Η θεωρία  του <σύμπαντος από το μηδέν>, αν και δεν μπορεί να αποδειχθεί με συμβατικά τεχνικά πειράματα, βοηθάει ωστόσο στην απάντηση ορισμένων πρακτικών προβλημάτων. Για παράδειγμα, γιατί το σύμπαν δεν (φαίνεται να) περιστρέφεται — μολονότι τα πάντα γύρω μας περιστρέφοντα: από τις κούνιες στην παιδική χαρά και τα μπουρίνια στη θάλασσα, μέχρι τους πλανήτες, τους γαλαξίες και τους κβάζαρ (αλλά, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, το ίδιο συμβαίνει και με το σπιν, την ιδιοστροφορμή, των υποατομικών σωματιδίων).

Ισως λοιπόν το σύμπαν μας να μην περιστρέφεται, επειδή ακριβώς προέκυψε από το (εντελώς) τίποτα. Με άλλα λόγια, αφού το κενό δεν περιστρέφεται, δεν μπορεί να υπάρχει καθαρή περιστροφή στο σύμπαν.

Από την άλλη, ανακύπτει και το εξής εύλογο ερώτημα: γιατί τα θετικά και αρνητικά φορτία αλληλοεξουδετερώνονται πλήρως; Τις περισσότερες φορές, όταν κάνουμε λόγο για τις κοσμικές δυνάμεις που διέπουν το σύμπαν, ο νους μας πάει αμέσως στη βαρύτητα και όχι στην ηλεκτρομαγνητική δύναμη, παρ’ όλο που η πρώτη είναι απείρως ασθενέστερη  σε σχέση με τη  δεύτερη. Τούτο συμβαίνει λόγω της τέλειας ισορρόπησης θετικών και αρνητικών φορτίων. Κοντολογίς, μια και το σύμπαν φαίνεται να έχει μηδενικό καθαρό φορτίο, θεωρούμε πως δεσπόζει ην βαρύτητα και όχι ο ηλεκτρομαγνητισμός.

Η αλληλοεξουδετέρωση θετικών και αρνητικών φορτίων — παρότι η εμπειρία μας τη θεωρεί δεδομένη —  είναι άκρως εντυπωσιακή: έχει εξακριβωθεί πειραματικά με ακρίβεια μονάδας με είκοσι ένα (21) μηδενικά μπροστά της (φανταστείτε τον δεκαδικό: 0 έπειτα υποδιαστολή, ακολουθούν άλλα 20 μηδενικά και στο τέλος 1). Υπάρχουν βέβαια και τοπικές ανισορροπίες μεταξύ φορτίων — όπως αυτές π.χ. που προκαλούν τους κεραυνούς — , όμως το συνολικό άθροισμα των φορτίων, ακόμα και στις καταιγίδες, είναι μηδέν. Μόνο να σκεφτούμε αυτό: αν στο σώμα μας υπήρχε έστω και 0,00001 τοις εκατό διαφορά ανάμεσα στα καθαρά θετικά και αρνητικά ηλεκτρικά φορτία, η ηλεκτρική δύναμη θα μας διαμέλιζε, εξακοντίζοντας τα κομμάτια μας στο δάστημα.

Επειτα απ΄ό,τι γράψαμε, μπαίνουμε στον πειρασμό να θεωρήσουμε πως η απάντηση σε όλα τα εν λόγω ερωτήματα ανάγεται στην προέλευση του σύμπαντος από το μηδέν (από το απόλυτο τίποτα). Αφού η καθαρή περιστροφή και το φορτίο του κενού ισούνται με μηδέν, τα σύμπαντα που γεννιούνται απ’ αυτό έχουν επίσης μηδενική περιστροφή και μηδενικό φορτίο. Ολα τα σύμπαντα;

Η «Συνωμοσία» του «Κενού»

Ολα ίσως, εκτός από ένα, το οικείο μας <ορατό σύμπαν>. Γιατί τούτο αποτελείται από ύλη και όχι από αντιύλη; Αφού ύλη και αντιύλη είναι αντίθετες (έχουν αντίθετο φορτίο), κατά τη <Μεγάλη Εκρηξη> θα έπρεπε να έχει δημιουργηθεί ίση ποσότητα ύλης και αντιύλης. Γνωρίζουμε όμως ότι όταν η ύλη και η αντιύλη έρχονται σε επαφή αλληλοεξουδετερώνονται σε αναλαμπή ακτίνων γ, συνεπώς εμείς δεν θα έπρεπε να υπάρχουμε. Το σύμπαν θα έπρεπε να ήταν μια άτακτη συλλογή ακτίνων γ, χωρίς ύλη.

Συμπεραματικά, αν ποτέ η μεγάλη έκρηξη ήταν εντελώς συμμετρική ή, ισοδύναμα, αν προερχόταν από το τίποτε, τότε θα περίμενε κανείς να δημιουργηθούν ίσες ποσότητες ύλης και αντιύλης — πράγμα που δεν εξηγεί την ύπαρξή μας. Ολως αντιθέτως, όπως είδαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας, έλαβε χώρα, στο υποπυρηνικό επίπεδο, θραύση της συμμετρίας CP που αντιστρέφει τα φορτία και την ομοτιμία σωματιδίων ύλης και αντιύλης.

Και είδαμε επίσης τον ρώσο φυσικό Ζαχάροφ να δράττεται αυτής της ασυμμετρίας, προκειμένου να διατυπώσει την υπόθεσή του: Η πρωταρχική <Μεγάλη Εκρηξη> κάθε άλλο παρά συμμετρική υπήρξε. Κατά τη στιγμή της <δημιουργίας>, επήλθε μια μικρή ρήξη της συμμετρίας μεταξύ ύλης και αντιύλης, με αποτέλεσμα η ύλη να υπερισχύσει και να δημιουργηθεί το σύμπαν όπως το γνωρίζουμε.

Εν κατακλείδι, αν το σύμπαν προήλθε από το <τίποτα>, τότε ίσως αυτό τίποτε να μην ήταν εντελώς άδειο, αλλά να περιείχε <κατιτί>: έναν ελάχιστο βαθμό ρήξης συμμετρίας, που επέτρεψε τη σημερινή επικράτηση της ύλης επί της αντιύλης. Τώρα, όσον αφορά στο ερώτημα, πόθεν ή πώς προέκυψε η συγκεκριμένη ρήξη συμμετρίας, η απάντηση παραμένει άγνωστη.

Γνωρίζουμε όμως ότι υπάρχει ένας, τουλάχιστον, αποχρών (επαρκής) λόγος για τη δημιουργία του σύμπαντος — όχι όμως ακριβώς ποιος. Εδώ είναι σαν να μπαίνουμε σε απάτητα χωράφια υπερ-υπερβολικών διαφορικών εξισώσεων, όπου μας χρειάζεται η άριστη (διαισθητικά) αρχική εκτίμηση, προκειμένου να κινηθούμε σε λύσεις που αφορούν πρωταρχικά στην κοντινή γειτονιά τους και όχι σε αυτές καθεαυτές…

11 / 07 / 2017