Category Archives: Uncategorized

ΤΟ DNA TOY ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ

Από τον Νώντα Κούκα

Οι  Επτά  (7)   Λόγοι 

I.   Μπορούμε να νοήσουμε τον αποχρώντα (επαρκή) λόγο quasi (οιονεί) παραλλαγή της αιτιοκρατικής ερμηνείας, στην οποία προβαίνει η προχρονολόγηση του εγκεφάλου (που έχουμε περιγράψει αλλού). Ισοδύναμα, ο αποχρών λόγος της συνείδησης αγκυρώνεται στο περιβάλλον της σαν αιτιοκρατική συμπεριφορά της «φύσης». Τότε — συνεπάγεται — η αιτιοκρατία δεν υπάρχει αφ΄εαυτής στο σύμπαν μας, αλλά διαμορφώνεται από (έναν) συνειδητό νου.

II.   Η αρχή του επαρκούς ή αποχρώντος λόγου συνοψίζει τη σχέση της συνείδησης ως εξωτερικής εκδήλωσης, αφενός, και ως εσωτερικής αναδίπλωσης, αφετέρου. Η σχέση αυτή δημιουργεί την ψευδαίσθηση ενός υποκειμένου και μιας αντικειμενικής πραγματικότητας που στέκεται απέναντί του «εκεί έξω».

III.   Κατά βάση, είναι η εξωτερική εκδήλωση της συνείδησης, που μετασχηματίζει την ταυτότητα της συμμετρίας «δεν πειράζω» σε στροφικές και ανακλαστικές συμμετρίες «πειράζω». Κατ΄αυτόν τον τρόπο, οι συγκεκριμένοι μετασχηματισμοί — ενέχοντας ως παραλλαγή της αρχής του επαρκούς λόγου την αρχή της αιτιότητας — εκφαίνονται ως «αντικειμενική πραγματικότητα».

IV.   Προσοχή! Δεν υπονοούμε βέβαια τον σολιψισμό (: η πραγματικότητα είναι αποκύημα της συνείδησης ή της φαντασίας). Τουναντίον, δηλώνουμε την εξαρχής ταυτότητα (συνείδησης και όντος), η οποία κάποια «στιγμή» μετασχηματίστηκε σε ομάδες στροφικής και ανακλαστικής συμμετρίας που μιμούνται την αρχική ακίνητη συμμετρία / ταυτότητα.

V.   Από την άλλη μεριά, η συμμετρική αναδίπλωση προς τα «μέσα» της συνείδησης δημιουργεί την ψευδαίσθηση του («εαυτού»-) Εγώ ως το αντίθετο βέλος της κατεύθυνσης που ακολουθεί η εκδίπλωση της συνείδησης. Τούτη η εκδίπλωση προς τα «έξω» και η αναδίπλωση προς τα «μέσα» δημιουργεί τη διπλή εντύπωση του χρόνου — το διπλό βέλος του χρόνου: παρελθόν – μέλλον.

VI.   Η ατομική / υλική συνείδηση αναφέρεται στο ξεδίπλωμα και στο ανάπτυγμα του μετασχηματισμένου «κόσμου», όπου βέβαια (φαίνεται να ) κυριαρχεί αναγκαίως η αιτιότητα. Ο Meyerson εύστοχα είχε πει: «αιτιότητα είναι η αρχή της ταυτότητας προσαρμοσμένη στην ύπαρξη αντικειμένων μέσα στον χρόνο».

VII.   Ο,τι λοιπόν εννοούμε  ως «φύση –πραγματικότητα — κόσμο ή σύμπαν» δεν είναι τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από τις τρεις βασικές έννοιες — αρχές που διέπουν τις τρεις θεμελιώδεις αρχές της συμμετρίας: μετασχηματισμός — δομή — διατήρηση, που «ενσαρκώνονται» στη δρώσα συνείδηση.

28 / 07 / 2017

ΠΕΡΙΔΙΝΗΣΗ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ

Από τον Νώντα Κούκα

Η Δέσμευση

Η διπλή, αμφίδρομη, συνεπαγωγή ημιορατό <——> ορατό αντιβαίνει φαινομενικά στην κοινή διαίσθηση. Δεν πρόκειται, φυσικά, για ισότητα. Εδώ έχουμε μια ισοδυναμία που, τόσο στα μαθηματικά όσο και στη λογική, δηλώνει ότι: «το ημιορατό ισχύει όταν και μόνο όταν ισχύει το ορατό, και το αντίστροφο».

Ο τρόπος που δομείται η συγκεκριμένη διπλή συνεπαγωγή είναι τέτοιος, ώστε το ένα μέλος να δεσμεύει το άλλο ως εξής: η Πρόταση είναι αληθής, στην περίπτωση — και μόνο σε αυτή — που και οι δύο προτάσεις έχουν την ίδια αληθοτιμή. Ισχύει, δηλαδή, ο ακόλουθος πίνακας αληθοτιμών:

1.   Υφίσταται το ημιορατό , υφίσταται και το ορατό, Επομένως, η ισοδυναμία είναι αληθής

2.    Δεν υφίσταται το ημιορατό, ενώ υφίσταται το ορατό. Τότε, η ισοδυναμία είναι ψευδής.

3.   Δεν υφίσταται το ημιορατό, αλλά υφίσταται το ορατό. Σε αυτή την περίπτωση, η αμφίδρομη συνεπαγωγή είναι ψευδής.

4.   Δεν υφίσταται το ημιορατό, και δεν υφίσταται– επίσης — το ορατό. Συνεπώς, η αμφίδρομη συνεπαγωγή είναι αληθής.

Το πρόβλημα στην ημιεμπειρική περιοχή της γνώσης

Η αμφίδρομη δέσμευση του ενός μέλους μιας ισοδυναμίας από το άλλο είναι εξ αντικειμένου περιοριστική. Στην προκειμένη περίπτωση, η διπλή δέσμευση ημιορατό <———> ορατό επιφέρει συγχρόνως και την ανάσχεση στην ανάδρομη κίνηση  του μαθηματικού βέλους από το ορατό στο αόρατο, που περιγράψαμε στο προηγούμενο σημείωμα.

Εάν, αντί για ισοδυναμία, είχαμε μια μονόδρομη συνεπαγωγή, με ελεύθερο το ένα της άκρο, (ορατό ——>ημιορατό), τότε δεν θα υπήρχε επίσχεση και, κατόπιν, αντιστροφή της φοράς (ως ισοδυναμίας). Το μαθηματικό διάνυσμα θα συνέχιζε απρόσκοπτα από το ορατό στο ημιορατό και, από εκεί, κατευθείαν στο αόρατο — που είναι και το μέγα ζητούμενο.

Να, λοιπόν, ποια είναι η προβληματική εικόνα στον οικείο μαθηματικό κώδικα. Ναι μεν, μπορεί να επινοούνται νέα και ευφυή μαθηματικά εργαλεία από έξυπνους ανθρώπους. Ομως αυτά δεν εφορμούν πρόσω ολοταχώς, αλλά περιδινούνται και διαστέλλονται στον χωρόχρονο επαυξάνοντας, απλώς και μόνο, το περιφερειακό βεληνεκές στις τροχιές τους

Ας το πούμε λακωνικά. Είμαστε καθηλωμένοι στην ημιεμπειρική περιοχή της γνώσης, η οποία διαστέλλεται συνεχώς. Διαστέλλεται, όμως, όπως ένα μπαλόνι. Και γνωρίζουμε καλά πως, τοπολογικά τουλάχιστον, παίρνουμε την ίδια πληροφορία τόσο από ένα φουσκωμένο όσο και από ένα ξεφούσκωτο μπαλόνι. Διότι ο πολλαπλασιασμός των αποστάσεων επί κάποια σταθερά δεν αλλάζει τις σχέσεις μεταξύ των σημείων.

Κοντολογίς, τα σημεία της επιφάνειας του μπαλονιού έχουν την ίδια ακριβώς θέση και στο φουσκωμένο και στο ξεφούσκωτο μπαλόνι. Γι’ αυτό, μια ημιεμπειρική περιοχή της γνώσης, όσο και αν διευρύνεται κυκλικά, θα παραμένει πάντα άρρηκτα συνδεδεμένη με το ημιορατό και, επομένως, δεσμευμένη αναγκαίως με το ορατό. Και το αόρατο θα παραμένει υποχρεωτικά απρόσιτο. Εκτός αν τρυπήσουμε το παραφουσκωμένο μπαλόνι της ημιεμπειρικής ημιμάθειάς μας…

25 / 07 / 2017

Η ΗΜΙΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

Από τον Νώντα Κούκα

Το Μαθηματικό Ημιορατό

Στο προηγούμενο σημείωμα, δηλώσαμε ότι η (πραγματο-) λογική σχέση που διέπει τη θεμελιώδη ασυμμετρία του σύμπαντος, αόρατο —> ορατό, είναι μονόδρομη συνεπαγωγή και όχι αμφίδρομη ισοδυναμία. Τώρα ήρθε η στιγμή να δούμε και το ημιορατό. Κάπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ημιορατό και το ημιεμπειρικό συσχετίζονται. Τα μαθηματικά κανονικά (πρέπει να) ξεκινούν από το αόρατο, να διανύουν το ημιορατό και να καταλήγουν στο ορατό ακρότατο τμήμα του μαθηματικού συνεχούς (σύμβολα).

Ετσι, η μαθηματική γλώσσα που παράγεται σκοπό έχει να εκτελέσει την ανάδρομη πορεία — από το ορατό, στο ημιορατό, και από εκεί στο αόρατο — προκειμένου να επιστρέψει στις απαρχές της. Ο συσχετισμός του ημιορατού με την ημιεμπειρική περιοχή της γνώσης εισάγει αυτομάτως και το ημιεμπειρικό, ως μαθηματική έννοια λογικής αφαίρεσης. Τώρα πια, μπορούμε να ισχυριστούμε πως με τη μαθηματική λογική κατορθώνουμε να μετασχηματίσουμε τη μονόδρομη λογική συνεπαγωγή, αόρατο —-> ορατό, σε λογική ισοδυναμία: ημιορατό <—-> ορατό.

Το Μαύρο Κουτί της Πληροφορίας

Και πάλι, όμως, απομένει ένα ακάλυπτο διάστημα μεταξύ ημιορατού και αόρατου, κατά την παλίνδρομη κίνηση. Αυτή η ανεπαρκής ανάστροφη πορεία της τροποποιημένης συνείδησης να επιστρέψει στην πηγή της, συνιστά την καθαυτό  αδυναμία της μαθηματικής λογικής και κάθε αξιωματικής της τυποποίησης.

Το αχαρτογράφητο κενό ανάμεσα στο αόρατο και το ημιορατό αποτελεί το κρυφό νόημα της πληροφορίας, που δεν δύναται να ερμηνεύσει η κλασική ερμηνευτική των παραδοσιακών μαθηματικών. Μόνο τα διαισθητικά μαθηματικά του λόγου, συμπυκνωμένα σε μια μεστή Γενική Θεωρία της Πληροφορίας, μπορούν να ξεκλειδώσουν και να φωτίσουν το μαύρο κουτί της Πληροφορίας: το δάστημα ανάμεσα στο αόρατο και το ημιορατό.

18 / 07 / 2017

ΟΡΑΤΗ ΥΛΗ ΚΑΙ ΑΟΡΑΤΗ ΑΝΤΙΥΛΗ

 

Από τον Νώντα Κούκα

Στον Πίνακα Αληθοτιμών

Καταστρώνουμε την ακόλουθη τυπική μονόδρομη συνεπαγωγή:

Εάν Υλη —-> Αντιύλη (Εάν Υλη, τότε Αντιύλη).

Ας δούμε σε ποιες περιπτώσεις αληθεύει και σε ποιες όχι ολόκληρη η συνεπαγωγή, ελέγχοντας — ξεχωριστά– την αληθοτιμή των δύο προτάσεων που τη  δομούν.

Εάν η πρώτη πρόταση (εάν ύλη) είναι αληθής και η δεύτερη (τότε αντιύλη) είναι επίσης αληθής, τότε ολόκληρη η συνεπαγωγή (Υλη —-> Αντιύλη) αληθεύει. Τώρα, από εδώ και πέρα:

Εάν η πρώτη πρόταση αληθεύει, ενώ η δεύτερη όχι, τότε η συνεπαγωγή είναι ψευδής.

Εάν η πρώτη ψεύδεται και η δεύτερη αληθεύει, ολόκληρη η συνεπαγωγή είναι αληθής.

Τέλος, εάν και οι δύο προτάσεις είναι ψευδείς, τότε η συνεπαγωγή είναι αληθής.

Μπορούμε να κάνουμε αντικατάσταση στην εν λόγω λογική συνεπαγωγή, τοποθετώντας στη θέση του όρου <ύλη> τον όρο <ορατό>, και στη θέση του όρου <αντιύλη> τον όρο <αόρατο>. Τα αποτελέσματα στον πίνακα αληθοτιμών θα παραμείνουν, βεβαίως, τα ίδια.

Και στον Πίνακα του Ορατού Σύμπαντος 

Ολα αυτά δείχνουν ότι:

(i)   Η λογική ακολουθία είναι από την αντιύλη και το αόρατο προς την ύλη και το ορατό, μονόδρομα και όχι αμφίδρομα, Αλλωστε, έτσι προκύπτει και το βέλος του χρόνου στο ορατό σύμπαν.

(ii)   Μπορεί μεν να ισχύει το αόρατο δίχως το ορατό, όμως δεν μπορεί να ισχύει το ορατό δίχως το αόρατο. — δεν υπάρχει δηλαδή συμμετρική ανταλλαγή, κατ’ ανάγκην, ανάμεσα στα δύο αυτά μεγέθη.

(iii)   Η ύλη δεν δηλώνει παρά το αποτέλεσμα από αυτό ακριβώς το σπάσιμο της συμμετρίας. Αρα, η απόλυτη συμμετρία είναι καταρχήν αόρατη. Αρχίζει να ορατοποιείται (μερικώς) στην πρώτη θραύση της, με την πρώτη ασυμμετρία που προκύπτει από αυτήν.

(iv)   Ασυμμετρία και βέλος του χρόνου είναο όροι συσχετιστικοί. Η εμφάνιση του ενός συνεπάγεται εμφάνιση του άλλου και αντιστρόφως: κατάργηση του ενός συνεπάγεται κατάργηση του άλλου.

16 / 07 / 2017

 

ΜΗΔΕΝ ΚΑΙ «ΚΑΤΙ»

Από τον Νώντα Κούκα

Το «Κενό» και τα κενά σύμπαντα 

Η θεωρία  του <σύμπαντος από το μηδέν>, αν και δεν μπορεί να αποδειχθεί με συμβατικά τεχνικά πειράματα, βοηθάει ωστόσο στην απάντηση ορισμένων πρακτικών προβλημάτων. Για παράδειγμα, γιατί το σύμπαν δεν (φαίνεται να) περιστρέφεται — μολονότι τα πάντα γύρω μας περιστρέφοντα: από τις κούνιες στην παιδική χαρά και τα μπουρίνια στη θάλασσα, μέχρι τους πλανήτες, τους γαλαξίες και τους κβάζαρ (αλλά, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, το ίδιο συμβαίνει και με το σπιν, την ιδιοστροφορμή, των υποατομικών σωματιδίων).

Ισως λοιπόν το σύμπαν μας να μην περιστρέφεται, επειδή ακριβώς προέκυψε από το (εντελώς) τίποτα. Με άλλα λόγια, αφού το κενό δεν περιστρέφεται, δεν μπορεί να υπάρχει καθαρή περιστροφή στο σύμπαν.

Από την άλλη, ανακύπτει και το εξής εύλογο ερώτημα: γιατί τα θετικά και αρνητικά φορτία αλληλοεξουδετερώνονται πλήρως; Τις περισσότερες φορές, όταν κάνουμε λόγο για τις κοσμικές δυνάμεις που διέπουν το σύμπαν, ο νους μας πάει αμέσως στη βαρύτητα και όχι στην ηλεκτρομαγνητική δύναμη, παρ’ όλο που η πρώτη είναι απείρως ασθενέστερη  σε σχέση με τη  δεύτερη. Τούτο συμβαίνει λόγω της τέλειας ισορρόπησης θετικών και αρνητικών φορτίων. Κοντολογίς, μια και το σύμπαν φαίνεται να έχει μηδενικό καθαρό φορτίο, θεωρούμε πως δεσπόζει ην βαρύτητα και όχι ο ηλεκτρομαγνητισμός.

Η αλληλοεξουδετέρωση θετικών και αρνητικών φορτίων — παρότι η εμπειρία μας τη θεωρεί δεδομένη —  είναι άκρως εντυπωσιακή: έχει εξακριβωθεί πειραματικά με ακρίβεια μονάδας με είκοσι ένα (21) μηδενικά μπροστά της (φανταστείτε τον δεκαδικό: 0 έπειτα υποδιαστολή, ακολουθούν άλλα 20 μηδενικά και στο τέλος 1). Υπάρχουν βέβαια και τοπικές ανισορροπίες μεταξύ φορτίων — όπως αυτές π.χ. που προκαλούν τους κεραυνούς — , όμως το συνολικό άθροισμα των φορτίων, ακόμα και στις καταιγίδες, είναι μηδέν. Μόνο να σκεφτούμε αυτό: αν στο σώμα μας υπήρχε έστω και 0,00001 τοις εκατό διαφορά ανάμεσα στα καθαρά θετικά και αρνητικά ηλεκτρικά φορτία, η ηλεκτρική δύναμη θα μας διαμέλιζε, εξακοντίζοντας τα κομμάτια μας στο δάστημα.

Επειτα απ΄ό,τι γράψαμε, μπαίνουμε στον πειρασμό να θεωρήσουμε πως η απάντηση σε όλα τα εν λόγω ερωτήματα ανάγεται στην προέλευση του σύμπαντος από το μηδέν (από το απόλυτο τίποτα). Αφού η καθαρή περιστροφή και το φορτίο του κενού ισούνται με μηδέν, τα σύμπαντα που γεννιούνται απ’ αυτό έχουν επίσης μηδενική περιστροφή και μηδενικό φορτίο. Ολα τα σύμπαντα;

Η «Συνωμοσία» του «Κενού»

Ολα ίσως, εκτός από ένα, το οικείο μας <ορατό σύμπαν>. Γιατί τούτο αποτελείται από ύλη και όχι από αντιύλη; Αφού ύλη και αντιύλη είναι αντίθετες (έχουν αντίθετο φορτίο), κατά τη <Μεγάλη Εκρηξη> θα έπρεπε να έχει δημιουργηθεί ίση ποσότητα ύλης και αντιύλης. Γνωρίζουμε όμως ότι όταν η ύλη και η αντιύλη έρχονται σε επαφή αλληλοεξουδετερώνονται σε αναλαμπή ακτίνων γ, συνεπώς εμείς δεν θα έπρεπε να υπάρχουμε. Το σύμπαν θα έπρεπε να ήταν μια άτακτη συλλογή ακτίνων γ, χωρίς ύλη.

Συμπεραματικά, αν ποτέ η μεγάλη έκρηξη ήταν εντελώς συμμετρική ή, ισοδύναμα, αν προερχόταν από το τίποτε, τότε θα περίμενε κανείς να δημιουργηθούν ίσες ποσότητες ύλης και αντιύλης — πράγμα που δεν εξηγεί την ύπαρξή μας. Ολως αντιθέτως, όπως είδαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας, έλαβε χώρα, στο υποπυρηνικό επίπεδο, θραύση της συμμετρίας CP που αντιστρέφει τα φορτία και την ομοτιμία σωματιδίων ύλης και αντιύλης.

Και είδαμε επίσης τον ρώσο φυσικό Ζαχάροφ να δράττεται αυτής της ασυμμετρίας, προκειμένου να διατυπώσει την υπόθεσή του: Η πρωταρχική <Μεγάλη Εκρηξη> κάθε άλλο παρά συμμετρική υπήρξε. Κατά τη στιγμή της <δημιουργίας>, επήλθε μια μικρή ρήξη της συμμετρίας μεταξύ ύλης και αντιύλης, με αποτέλεσμα η ύλη να υπερισχύσει και να δημιουργηθεί το σύμπαν όπως το γνωρίζουμε.

Εν κατακλείδι, αν το σύμπαν προήλθε από το <τίποτα>, τότε ίσως αυτό τίποτε να μην ήταν εντελώς άδειο, αλλά να περιείχε <κατιτί>: έναν ελάχιστο βαθμό ρήξης συμμετρίας, που επέτρεψε τη σημερινή επικράτηση της ύλης επί της αντιύλης. Τώρα, όσον αφορά στο ερώτημα, πόθεν ή πώς προέκυψε η συγκεκριμένη ρήξη συμμετρίας, η απάντηση παραμένει άγνωστη.

Γνωρίζουμε όμως ότι υπάρχει ένας, τουλάχιστον, αποχρών (επαρκής) λόγος για τη δημιουργία του σύμπαντος — όχι όμως ακριβώς ποιος. Εδώ είναι σαν να μπαίνουμε σε απάτητα χωράφια υπερ-υπερβολικών διαφορικών εξισώσεων, όπου μας χρειάζεται η άριστη (διαισθητικά) αρχική εκτίμηση, προκειμένου να κινηθούμε σε λύσεις που αφορούν πρωταρχικά στην κοντινή γειτονιά τους και όχι σε αυτές καθεαυτές…

11 / 07 / 2017

 

 

ΑΠΟΧΡΩΝ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΥΜΜΕΤΡΙΑ ΥΛΗΣ ΑΝΤΙΥΛΗΣ

Από τον Νώντα Κούκα

Το Πέμπτο Στοιχείο

Ο Αρτουρ Σοπενχάουερ διέκρινε τέσσερις κατηγορίες αποχρώντος λόγου στον κόσμο:

1. Αποχρών λόγος για την ύπαρξη.

2. Αποχρών λόγος για τη γέννηση.

3 Αποχρών λόγος για τη γνώση.

4. Αποχρών λόγος για την πράξη.

Αραγε,  επιτρέπεται να καταθέσουμε ακόμη έναν αποχρώντα λόγο;

5. Αποχρών λόγος για τη θραύση της συμμετρίας ύλης αντιύλης.

Συνοπτικά, το κεντρικό νόημα είναι το εξής: στον υποπυρηνικό κόσμο έχουμε τρεις ανακλάσεις, δηλαδή τρεις συμμετρίες, (τρεις καθρέφτες), ταυτόχρονες προκειμένου να αποκατασταθεί η ασυμμετρία που εκδηλώνεται, ξεχωριστά, στις δύο από αυτές — στη μετατροπή σωματιδίου σε αντισωματίδιο και αντίστροφα (την οποία στη φυσική την ονομάζουμε C — για το φορτίο, charge) και στη μεταβολή του αριστερού σε δεξί και αντίστροφα (την οποία ονομάζουμε P — για την ομοτιμία, parity). Εχουμε δηλαδή μια ασυμμετρία CP, που ουσιαστικά προκαθορίζει τι συνιστά ύλη και τι αντιύλη

Η τρίτη ανάκλαση/συμμετρία, που δηλώνει την αντιστροφή του βέλους του χρόνου και την οποία ονομάζουμε T (για τον χρόνο, time), κανονικά θα έπρεπε να παραβιαστεί προς συμπαράσταση του καθρέφτη CP — αν ο καθρέφτης αντιύλης παραμένει ακριβής. Και ακριβώς εδώ παρεμβαίνει ένα απόκοσμο σωματίδιο, το μεσόνιο Κ ή καόνιο που,  σαν από μηχανής θεός, σώζειτην κατάσταση.

Μεριμνούμε πάντα για την όσο πιο οικονομική και εκλαϊκευτικήδιαχείριση της τεχνικής γλώσσας, για ευνόητους λόγους. Ετσι, θα περιοριστούμε να πούμε ότι τα ουδέτερα καόνια ανταποκρίνονται κατά έναν τρόπο στο βέλος του χρόνου — σαν να δείχνουν ένα μονόδρομο στον μικρόκοσμο. Λόγω της απόκοσμης παραδοξότητά τους, σε πειράματα που πραγματοποιήθηκαν παρατηρήθηκε ότι η σύγκριση του ρυθμού με τον οποίο τα καόνια μετατρέπονται σε αντικαόνια και τον ρυθμό μετατροπής των τελευταίων σε καόνια παραπέμπει σε έναν επικλινή καθρέφτη του χρόνου, έτσι ώστε να αντισταθμίζεται η παραβίαση της συμμετρίας CP. Τα δύο φαινόμενα αλληλοαναιρούνται, εξασφαλίζοντας την επικράτηση της συμμετρίας CPT — έτσι όπως το επιθυμούσε ο ίδιος ο Βόλφγκανγκ Πάουλι να λειτουργεί ο καθρέφτης  αντιύλης CPT.

Το κλειδί του Σύμπαντος

Αυτήν ακριβώς την πιο λεπταίσθητη διαφορά, που μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους ανάμεσα στη συμπεριφορά της ύλης και της αντιύλης στη μικρότερη κλίμακα που θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος, την κατοπτρική ασυμμετρία CP, άδραξε ο ιδιοφυής Ρώσος επιστήμονας Αντρέι Ζαχάροφ. Την προεξέτεινε και διατύπωσε μια εξήγηση του γιατί το Σύμπαν, κατά τα φαινόμενα, περιέχει μόνο ύλη και όχι αντιύλη. Ισως, είπε ο Ζαχάροφ, το κλειδί του Σύμπαντος να το κρατά το εξωτικό καόνιο με τις αλλόκοτες ιδιότητές του.

Μπορεί λοιπόν αυτές οι ελάχιστες ασυμμετρίες, στον τρόπο με τον οποίο ορισμένα υποπυρηνικά σωματίδια ανακλώνται στον καθρέφτη του χρόνου, να δημιούργησαν μια μικροσκοπική δίοδο. Μέσω αυτής της διόδου, ένα ολόκληρο Σύμπαν — αρχικά συγκροτημένο από ίσες ποσότητες ύλης και αντιύλης, κατάφερε να μετασχηματιστεί σε ένα Σύμπαν εξολοκλήρου αποτελούμενο από ύλη.

Το Σύμπαν, σε ισοδύναμη διατύπωση, χρειάστηκε έναν επαρκή λόγο για να εξελιχθεί έτσι όπως εξελίχθηκε. Πάντως, η παραγωγή σωματιδίων Β (με κουάρκ βαρύτερα από εκείνα του καονίου), θα επέτρεπαν μετρήσεις που θα μπορούσαν ίσως να αποκαλύψουν μεγαλύτερες παραβιάσεις της συμμετρίας CP — και άρα μεγαλύτερη γνωστική προσέγγιση του αποχρώντος λόγου στον καθρέφτη του χρόνου.

06 / 07 / 2017

ΑΠΟΧΡΩΝ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΑΙΤΙΑ

Από τον Νώντα Κούκα

Προσδιορισμός του προβλήματος

Η αρχή του αποχρώντος, ή επαρκούς, λόγου του Λάιμπνιτς απαιτεί την ύπαρξη μιας λογικής αιτίας πίσω από κάθε φαινόμενο του Σύμπαντος, είτε αυτό εκδηλώνεται με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο είτε με κάποιον διαφορετικό.

Ειδικότερα, ο ίδιος ο Λάιμπνιτς γράφει (Μοναδολογία 32): <Δεν είναι δυνατόν να βρεθεί γεγονός που να είναι αληθές ή υπαρκτό, ή οποιαδήποτε αληθής πρόταση, χωρίς να υπάρχει επαρκής λόγος για να υπάρχει και όχι αλλιώς, μολονότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αυτούς τους λόγους σε όλες τις περιπτώσεις>.

Αλλά το ίδιο πρεσβεύει και ο Αρτουρ Σοπενχάουερ (A. Schopenhauer), ίσως λίγο πιο επιτηδευμένα: <Nihil est sine ratione cur potius sit quam non sit> (:<Τίποτε δεν είναι χωρίς λόγο, διότι είναι προτιμότερο να υπάρχει παρά να μην υπάρχει>).

Μπορεί λοιπόν η γενική αρχή του αποχρώντος λόγου να δηλώνει πως πρέπει να υπάρχει ένας (επαρκής) λόγος για όλα, ωστόσο τούτο δεν ισοδυναμεί, κατ’ ανάγκη, με το να λέμε ότι πρέπει  πάντοτε να υπάρχει μια (εξηγητική) αιτία — πράγμα  για το οποίο ο Σοπενχάουερ ψέγει τον Σπινόζα που (όπως και ο Καρτέσιος) θεωρούσε όλους τους επαρκείς λόγους ως αιτίες. Πράγματι, δεν μπορούμε να θεωρούμε πως η έννοια του <αποχρώντος λόγου> είναι ταυτοπλατής με την έννοια της <εξηγητικής αιτίας>, διότι η πρώτη είναι ευρύτερη από τη δεύτερη. Αυτό μπορούμε να το δείξουμε, με προτασιακή λογική, καταφεύγοντας απλά στις υλικές και μη υλικές συνεπαγωγές.

Υλική και μη υλική συνεπαγωγή

Μια υλική συνεπαγωγή — αν είναι λεία δίχως δηλαδή παραμόρφωση — συνιστά μια αληθή υποθετικά μονόδρομη πρόταση του τύπου  Εάν χ,  ψ   /  χ,   / Αρα, ψ.  Εστω λοιπόν πως καταστρώνουμε την εξής επιχειρηματολογία σχετικά με τη θεματική που μας ενδιαφέρει:

Εάν υπάρχει αποχρών λόγος (για κάτι), τότε υπάρχει μια αιτία (γι’ αυτό)

Υπάρχει αποχρών λόγος

Αρα, υπάρχει αιτία

Παρατηρήστε ότι η πώτη προκείμενη φαίνεται σαν ένα επιχείρημα από μόνη της. Ομως, προαπαιτούνται η προκείμενη 2 και το συμπέρασμα προκειμένου να διατυπωθεί πλήρως η συγκεκριμένη υλική συνεπαγωγή. Ετσι, η πρώτη προκείμενη μπορούμε να πούμε ότι είναι μια μη υλική συνεπαγωγή, που την αναγνωρίζουμε επειδή απλώς και μόνο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην υλική συνεπαγωγή.

Παράλληλα παρατηρήστε, επίσης, και το εξής: επειδή λέω στην πρώτη προκείμενη <εάν υπάρχει επαρκής λόγος, τότε υπάρχει και αιτία> — δηλαδή, η ύπαρξη επαρκούς λόγου συνεπάγεται αιτία –, δεν σημαίνει ότι τούτο συμβαίνει επειδή η <αιτία> αποτελεί το συμπέρασμα μιας έγκυρης επιχειρηματολογίας, της οποίας το <εάν υπάρχει ένας αποχρών λόγος> είναι η μόνη προκείμενη.

Είναι απλώς επειδή εμείς διαισθανόμαστε από τη δήλωση ότι η αιτία είναι εγγενώς συνδεδεμένημε την ύπαρξη αποχρώντος λόγου. Εδώ φαίνεται η επόμενη να συνάγεται από την προηγούμενη εξαιτίας ενός είδους εσωτερικής αιτιακής σύνδεσης, όμως μπορεί να είναι μια απλή διαίσθηση και μόνο. Διότι πάντα μπορεί να υπάρχουν άλλοι λόγοι για τους οποίους μια ιδέα συνδέεται ή έπεται μιας άλλης.

Συμπερασματικά, η μη υλική συνεπαγωγή είναι μάλλον ευρύτερη από την υλική, επειδή την εξυπηρετεί και επειδή συμπεριλαμβάνει όχι μόνο λογικές (αιτιώδεις) σχέσεις (όπως η υλική) αλλά και άλλου είδους εξηγήσεις, προσεγγίζοντας περισσότερο την έγκυρη παραγωγή (παραγωγική επιχειρηματολογία). Και ίσως από αυτή τη σκοπιά είναι καλό να θεωρούμε τη σχέση αποχρώντος λόγου και αιτίας: ο επαρκής λόγος είναι οιονεί μη υλική συνεπαγωγή, και η αιτία αποτελεί οιονεί υλική συνεπαγωγή.

05 / 07 / 2017

 

 

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟ (Σ) ΚΛΗΣΗ

Από τον Νώντα Κούκα

Η Τοπολογία της Δυτικής Γνωσιολογίας

Μια εν τάχει ανασκόπηση του γενικού χώρου μέσα από τον οποίο αναδύθηκε η δυτική φιλοσοφική σκέψη, αναδεικνύει τους εξής τρεις υποχώρους της:

I.  Η Φιλοσοφία του Είναι.  Ξεκινά πρωτίστως ως μεταφυσική — δηλαδή, ως έρευνα των πρώτων αρχών και μελέτη της Αιτίας των όντων και του Ολου. Το πλατωνικό-αριστοτελικό πρότυπο αποτελεί το πρότυπο της  κλασικής μεταφυσικής. Εμβολίμως, επισημαίνουμε τις τρεις διαστάσεις της αρχαίας (ελληνικής) σκέψης: α) κοσμολογική (προ-σωκρατική) περίοδος (Ηράκλειτος Παρμενίδης κ.ά),  β) εννοιολογική περίοδος (κυρίως, Πλάτωνας — Αριστοτέλης), και  γ) πραξιολογική περίοδος (επικούρειοι, στωικοί).

Σημείωση: Αναφερόμαστε στην τοπολογία της δυτικής θεωρίας της γνώσης, γι’ αυτό παρακάμπτουμε την πολύ σημαντική σκέψη τόσο των σκεπτικών όσο και των σοφιστών, οι οποίοι ανήκουν στη <γεωμετρία>, θα λέγαμε, και όχι στην τοπολογία της δυτικής γνωσιολογίας.

Με την εννοιολογική σκέψη, δηλαδή με το πλατωνικό-αριστοτελικό μοντέλο, εγκαθιδρύεται η Θεωρία της Γνώσης, αφού από τον θαυμασμό και την απορία, περνάμε σε ερωτήματα του τύπου <τι είναι το ον — τι είναι το όντως ον>.

ΙΙΗ Φιλοσοφία του Νοείν.   Εως την αρχή λοιπόν των νέων χρόνων το οντολογικό παράδειγμα προσδιορίζει την οπτική στην ιστορική καταγραφή της φιλοσοφίας. Αλλά με τον Ντεκάρτ (τον Καρτέσιο, δηλαδή) κάνει την εμφάνισή του ένα άλλο πρότυπο φιλοσοφικής ενασχόλησης, που αντικαθιστά το οντολογικό παράδειγμα από ένα άλλο, με αρχή την αμφιβολία (στη θέση του θαυμασμού). Και με ερωτήματα του τύπου <τι μπορώ να ξέρω σίγουρα>, οικοδομείται μια νέα φιλοσοφία, που προϋποθέτει το νοείν ως πρωταρχικό.

  • ΙΙΙ.  Η Φιλοσοφία της Γλώσσας και το Λινκουιστικό/Γλωσσοαναλυτικό Πρότυπο.   Το προηγούμενο νοησιακό μοντέλο θα παραχωρήσει, μέσω της σύγχρονης αναλυτικής φιλοσοφίας, τη θέση του σε ένα άλλο λινκουιστικό ή γλωσσοαναλυτικό μοντέλο. Εδώ, στη θέση της νόησης μπαίνει η γλώσσα και στη θέση των σκέψεων, των ιδεών και των παραστάσεων μπαίνουν οι λέξεις, οι εκφράσεις και οι προτάσεις.
  • Τώρα πια εγκαινιάζεται η φιλοσοφία της γλώσσας, όπου ως αρχή του φιλοσοφείν λειτουργεί η ασάφεια και η σύγχυση της γλώσσας — όχι η αμφιβολία — και τα πρωταρχικά ερωτήματα που μπαίνουν έχουν τη μορφή <τι καταλαβαίνουμε με αυτό;> ή <ποιο είναι το νόημα αυτής της λέξης;>.

IV.  Η Σύγχρονη Κοσμολογία ως Μοντέρνα Θεωρία της Γνώσης.

Η Φιλοσοφία των Κόσμων 

Κι έτσι περνάμε αισίως στη σύγχρονη κοσμολογία, όπου τα πολύ αφηρημένα μαθηματικά, η εξόχως θεωρητική φυσική, μαζί με τις πολύ προηγμένες παρατηρησιακές μεθόδους, έχουν αναγκάσει την Επιστήμη των επιστημών — την ίδια τη Φιλοσοφία και την ίδια τη τη Θεωρία της Γνώσης (τη θεωρία όλων των θεωριών) να καταδεχτούν να μπουν στο εργαστήριο της πειραματικής διαψευσιμότητας. Βέβαια, η πρόκληση είναι ακαταμάχητη:

Απόδοση του Σύμπαντος Σαν-Ενα-Ολον…

02 / 07 / 2017

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

 

 

Από τον Νώντα Κούκα

I   Το πρόβλημα του εγκεφάλου μέσα στη λεκάνη

Μπορεί, άραγε, κανείς να είναι σίγουρος πως δεν είναι ένας εγκέφαλος μέσα σε μια λεκάνη, διασωληνωμένος έτσι ώστε να νομίζει ότι ζει στον πραγματικό κόσμο;

II   Το πρόβλημα του ακραίου ψυχολογικού αναγωγισμού

Πρόκειται για το παλαιό και κραταιό φιλοσοφικό δόγμα σχετικά με τον ακραίο υποκειμενικό (ψυχολογικό) ιδεαλισμό-σολιψισμό. Το γεγονός ότι αντιλαμβανόμαστε ανεξάρτητα, υλικά αντικείμενα σημαίνει υποχρεωτικά πως αυτά τα αντικείμενα υπάρχουν;

Πέρα από το ότι ο εξωτερικός κόσμος μπορεί να συνίσταται από δέσμες αισθητηριακών αντιλήψεων — όπως δίδασκε τότε ο επίσκοπος Μπέρκλεϊ — ή από την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης στην κβαντική θεωρία που πρεσβεύει τώρα η κλασική σχολή της Κοπεγχάγης (δηλαδή, χονδρικά, πως η εξωτερική πραγματικότητα είναι αποκύημα της συνείδησης), εμείς ας συμπληρώσουμε, επίσης: και αν απλά ονειρευόμαστε;

III   Το πρόβλημα της συνείδησης

Επειδή γύρω μου φαίνεται να υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι σαν εμένα, δικαιούμαι να είμαι σίγουρος πως διαθέτουν και αυτοί μυαλό σαν το δικό μου; Δεν μπορεί να είναι απλά γονιδιακά/μιμιδιακά αυτόματα που απλώς με αντιγράφουν; Και, επίσης, ακόμη κι εγώ ο ίδιος πώς μπορώ να γνωρίζω ότι πράγματι έχω συνείδηση; Δεν αποκλείεται απλώς και μόνο να το νομίζω,  επειδή όποτε αναρωτιέμαι,<έχω συνείδηση;>, απαντώ συγχρόνως:<έχω συνείδηση>. Είναι, δηλαδή, σαν να λέμε ότι έχουμε συνείδηση μόνο όταν αναρωτιόμαστε γι’ αυτήν — ποτέ άλλοτε.

IV    Και το πρόβλημα της ύπαρξης

Αφήσαμε τελευταίο το ύψιστα κρίσιμο ερώτημα: Πώς εγώ ο ίδιος γνωρίζω ότι πράγματι υπάρχω; Μήπως επειδή η ύπαρξή μου φαίνεται τόσο σίγουρη και αυταπόδεικτη, ώστε δεν μπορώ με κανένα τρόπο να την αμφισβητήσω σοβαρά;

Μα ακριβώς εκεί είναι το πρόβλημα. Το ότι είμαστε σίγουροι για κάτι, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι πράγματι αλήθεια. Κοντολογίς, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως ό,τι είναι σίγουρο με το δικό μας μυαλό  πράγματι αληθεύει.

Το καρτεσιανό κυκλικό επιχείρημα στα σημερινά αδιέξοδα της <κανονικής> επιστήμης

Ο Καρτέσιος, μέσα από τους Στοχασμούς, αποσκοπεί σε μια ασφαλή και στέρεη θεμελίωση της γνώσης. Με την περίφημη <μέθοδο της αμφιβολίας> του, συνοψίζει  την αδυσώπητη διατύπωση σκεπτικιστικών ερωτημάτων για όλες τις πεποιθήσεις του, μέχρις ότου εντοπίζει μία αλήθεια την οποία δεν μπορεί να αμφισβητήσει και, επομένως, θα ήταν δυνατόν πάνω σε αυτήν να θεμελιώσει όλη του τη γνώση: το γεγονός ότι υπήρχε (<Σκέπτομαι, άρα υπάρχω>).

Είδαμε όμως πόσα σκεπτικά ερωτήματα εγείρονται γύρω από τις έννοιες της ύπαρξης και της αλήθειας. Και στο κάτω-κάτω, στη φράση <σκέπτομαι, άρα υπάρχω> ποιός μιλάει; εγώ ή κάποιος άλλος; Διότι μπορεί να μη σκέφτομαι καθόλου και, ωστόσο, να μιλάω ακατάπαυστα μιμούμενος ή καθοδηγούμενος από κάποιον (εσω-)εξωτερικό υποβολέα.

Δυστυχώς, η σκέψη είναι ταυτισμένη με τη γλώσσα και ό,τι νομίζουμε πως γνωρίζουμε για τον εξωτερικό ή τον εσωτερικό μας κόσμο είναι φιλτραρισμένο από την απατηλή — πλην μαγευτική– γλωσσική(προτασιακή) σκέψη. Παράλληλα, ξέρουμε πια καλά ότι και η ίδια η διαδικασία της γνώσης διαμεσολαβείται καταλυτικά από τη γλωσσική σκέψη. Τηρουμένων των αναλογιών, πρόκειται για την ανάλογη παραπλανητική παρέμβαση της γλωσσικής σκέψης στο ερώτημα που απευθύνουμε στο εαυτό μας, αν έχουμε συνείδηση.

Φαίνεται τώρα ξεκάθαρα το πρόβλημα. Γι’ αυτό και η Φαινομενολογία διαχωρίζει τη γνώση, ως γλωσσική (εμπειρική) σκέψη, από τη σοφία, ως προ-γλωσσική (προ-εμπειρική) σκέψη, και προκρίνει ανυπερθέτως τη δεύτερη.

Σήμερα, όπως και τότε στην εποχή του Καρτέσιου, τόσο το ζήτημα της ύπαρξης όσο και το ζήτημα για το τι πραγματικά αληθεύει εξακολουθούν να παραμένουν ανοιχτά. Ο Καρτέσιος πίστεψε πως η θεμελίωση της αλήθειας μπορεί να εντοπιστεί σε αυτό που <σαφώς και διακριτώς συλλαμβάνουμε ως αλήθεια>. Διότι τέτοιες αντιλήψεις είναι εκείνες που η αλήθεια τους είναι τόσο αυταπόδεικτη και σίγουρη, ώστε ουδείς μπορεί να την προσβάλει σοβαρά.

Και πώς μπορούμε  να εμπιστευτούμε μια τόσο σίγουρη και προφανή αλήθεια; Μα με τη βοήθεια του Θεού, λέει ο Καρτέσιος, ο οποίος υπερθεματίζει στο ότι ένας καλός Θεός δεν θα μας επέτρεπε να εξαπατώμαστε συστηματικά γύρω από τις πιο βασικές και αυταπόδεικτες αλήθειες.

Ετσι λοιπόν δεν απομένει παρά η απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού. Αυτό ακριβώς κάνει και ο Καρτέσιος — κάθεται και καταστρώνει έναν φαύλο κυκλικό συλλογισμό:

1. Οι σαφείς και διακριτές ιδέες είναι αξιόπιστες επειδή τις εγγυάται ο Θεός. 

2. Γνωρίζουμε ότι ο Θεός υπάρχει επειδή έχουμε σαφή και διακριτή ιδέα ότι υπάρχει.

Προσέξτε τη λήψη ζητουμένου στην επιχειρηματολογία — υποθέτουμε στις προκείμενες  εκείνο ακριβώς που πρόκειται να αποδειχθεί στο συμπέρασμα  (εξ ου και η ονομασία της: φαύλη κυκλική επιχειρηματολογία).

Τώρα, κάντε την εξής αντικατάσταση: όπου υπάρχει η έννοια-λέξη Θεός, βάλτε τον όρο-έννοια <παραδοσιακή/κανονική επιστήμη>. Θα καταλάβετε αμέσως το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει ο <κανονικός-θετικιστικός επιστημονισμός>: δουλεύει ακόμη σχεδόν καρτεσιανά — με φαύλη κυκλική συμπεριφορά , και σαν ένας <σύγχρονος> ουροβόρος όφις τρώει τις ίδιες τις σάρκες  του. Φανταστείτε τι είχει (και ακόμη έχει)  να αντιμετωπίσει η πραγματικά σύγχρονη  και επαναστατική επιστήμη…

Βέβαια το ενθαρρυντικό είναι πως η σύχρονη θεωρητική φυσική, όπως και η κοσμολογία, δεν ορρωδούν προ ουδενός!..

28 / 06 / 2017

 

 

Η ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ

Από τον Νώντα Κούκα

Οι φάσεις του κενού χώρου

Αν ρωτήσουμε οποιονδήποτε άνθρωπο τι είναι ο κενός χώρος, θα απαντήσει αβίαστα: ένα άδειο μέρος, μέσα στο οποίο κινούμαι ελεύθερα. Ουσιαστικά εκφράζει, εμμέσως  πλην σαφώς,  την κοινή διαίσθηση για τον κενό χώρο –ότι δηλαδή πρόκειται απλώς για κάποιου είδους μέσο. Κι όμως δεν είναι ακριβώς έτσι.

Οι φυσικοί έχουν πια αρχίσει να καταλαβαίνουν πως ο κενός χώρος δεν φαίνεται να είναι ένα απλό είδος μέσου. Απεναντίας, συγκεντρώνουν ολοένα και περισσότερες ενδείξεις ότι διαθέτει πολύ περισσότερες από τις τρεις γνωστές διαδικασίες φάσης — την καμπύλωση, τη διαστολή και την ταλάντωση. Και ενδεχομένως, να υφίσταται διαδικασίες πύκνωσης -αραίωσης ή πήξης -εξαέρωσης.

Οι φυσικοί αναζητούν εξισώσεις που περιγράφουν τον χώρο και το περιεχόμενό του. Οι πιο πολλές προσεγγιστικές απαντήσεις χαρακτηρίζονται από ένα κοινό γνώρισμα: διαθέτουν περισσότερες από μία λύσεις (φάσεις) που περιγράφουν έναν ομοιογενή χώρο.

Οπως λοιπόν το νερό μπορεί να υπάρξει σε τρεις φάσεις (στερεός πάγος, υγρό νερό και αέριος ατμός), έτσι και ο κενός χώρος δύναται να διαθέτει πολύ περισσότερες , ίσως αμέτρητες,  φάσεις — πέρα από τη διαστολή, την καμπύλωση και την ταλάντωση τις οποίες ήδη γνωρίζουμε.

Και να πώς έχει το ζήτημα. Εμείς, οι άνθρωποι, απλά κινούμαστε ομαλά και ηρεμούμε σε μία μόνο φάση, την οποία παρερμηνεύουμε ως θεμελιώδη νόμο της φυσικής, που λαμβάνει χώρα εντός του κενού χώρου Το ίδιο όμως θα έκανε και ένας υδρόβιος μέσος εξωγήινος κάποιου υδροπλανήτη, ο οποίος ceteris paribus ( που σημαίνει ότι — στο εν λόγω νοητικό πείραμα — όλα τα υπόλοιπα παραμένουν ίσα και το μόνο που αλλάζει είναι το εξωγήινος που κινείται πάντα μέσα στο νερό) το μοναδικό περιβάλλον που γνωρίζει ειναι το υγρό στοιχείο.

Ο μέσος υδατοεξωγήινός μας λοιπόν, όπως και ο μέσος γήινος,  συλλαμβάνει το νερό, όχι ως ουσία, αλλά ως κενό χώρο. Κοντολογίς, αυτό που ένας γήινος θα αντιλαμβανόταν ως ιδιότητα του νερού (δηλαδή την τριβή του νερού που αισθάνεται όταν κολυμπά στο νερό), ο εξωγήινος ίσως το παρερμήνευε ως θεμελιώδη νόμο της φυσικής (: ένας υδατοεξωγήινος που κινείται ομαλά τελικά ηρεμεί — εκτός αν κουνήσει τα κωπήλατα άκρα του).

Ο γήινος τελικά δεν γνωρίζει παρά έναν <φυσικό νόμο> — τον κενό χώρο, μέσα στον οποίο κινείται ομαλά και ηρεμεί. Από την άλλη, αντίστοιχα, ο εξωγήινος θεωρεί <φυσικό νόμο> το νερό. Και το ένα και το άλλο είναι απλώς δύο μέσα και για τους δύο τους. Τόσο όμως ο κενός χώρος (για τον γήινο) όσο και το (υγρό) νερό (για τον εξωγήινο) είναι δύο συγκεκριμένες λύσεις δύο εξισώσεων: η μία είναι η λύση της εξίσωσης για τη φάση του χώρου ως κενού και η άλλη είναι η απάντηση της εξίσωσης για τη φάση του νερού ως υγρού.

Η φρεναπάτη και η φορμαλιστική αυταπάτη

Μόνο που τώρα είμαστε αναγκασμένοι να πούμε το εξής απλό: Επειδή τόσο ο μέσος γήινος όσο και μέσος εξωγήινος μάλλον παρερμηνεύουν τις δύο φαινομενικότητες (κενός χώρος, νερό) ως δύο πραγματικότητες (ως δύο <φυσικούς νόμους>), καλό θα ήταν να μελετούσαν μαθηματικά και φυσική, Αλλά, την προσοχή σας παρακαλώ, ακόμη καλύτερο θα ήταν να σπουδάσουν μαζί και φιλοσοφία. Διότι, όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος ο Αϊνστάιν, φυσική χωρίς φιλοσοφία είναι μια φρεναπάτη. Το ίδιο και τα μαθηματικά: χωρίς τη φιλοσοφία τους (φιλοσοφία των μαθηματικών), είναι σχεδόν φορμαλιστική αυταπάτη…

25 / 06 / 2017