Category Archives: REFLECTIONS

Ο σχολικός ιδρυματισμός και η γνώση της ελευθερίας

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Η κατεστημένη παιδεία-εκπαίδευση δε σέβεται ειλικρινά την προσωπικότητα του παιδιού – μόνο στα λόγια. Στην πράξη λειτουργεί σαν φάμπρικα ομογενοποιημένων συνειδήσεων, σκέψεων και συμπεριφορών. Η πρωτοτυπία δεν λαμβάνεται υπόψη – αντιθέτως, αποθαρρύνεται και ελέγχεται. Το ίδιο ισχύει και για την άποψη-γνώμη ή την επιθυμία και τη φαντασία του υποκειμένου του παιδιού. Η γνωστική διαδικασία έτσι γίνεται βαρετή, μια αγγαρεία, καταπιεστική και μονότονη.

Γιατί η γνώση όμως πρέπει να είναι τυποποιημένη και επιφανειακή; Γιατί να μην είναι ενδιαφέρουσα, διασκεδαστική, ευχάριστη και βιωματική; Δηλαδή να προκαλεί τα παιδιά να την ανακαλύψουν και να εξοικειωθούν μ’ αυτή, ενσωματώνοντάς την στην εμπειρία τους και στην ιδιαίτερη προσωπικότητα-ιδιοσυγκρασία τους; κάνοντάς τη κομμάτι οργανικό του εαυτού τους, δίνοντας στοιχεία του εαυτού τους στη γνώση αυτή, ώστε έτσι να εξελίσσεται και να επεκτείνεται σε νέες διαδικασίες και τομείς της ζωής (υλικής και πνευματικής, ατομικής και κοινωνικής); Η γνώση και η παιδεία, όταν αξίζουν να λέγονται και να θεωρούνται τέτοιες (όχι κατ’ ευφημισμόν), τότε στηρίζονται και προάγουν την κριτική σκέψη, την απροκατάληπτη έρευνα, τη φαντασία, τη φιλοσοφική στάση κα σκέψη, τη μαθηματική λογική, τη δημιουργικότητα, τη συναισθηματική νοημοσύνη. Και σε κοινωνικό επίπεδο, τη συμβουλιακή-ελευθεριακή δημοκρατία, τη διαβούλευση-διάλογο, την αντιπαράθεση και την κριτική στάση, τη διαφορετικότητα και τη συμπερίληψη.

Το σχολείο σήμερα καταστρατηγεί την έννοια της δημοκρατίας και του πολίτη, εμποδίζοντας την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, το ξεδίπλωμα και άνοιγμά της στην κοινωνία, περιορίζοντας σε ελεγχόμενα κανάλια και χειραγωγώντας την γνώμη και την κριτική σκέψη. Ο πολίτης αναπτύσσεται από την παιδική ηλικία, μάλιστα όσο νωρίτερα τόσο το καλύτερο, και δεν ωριμάζει ξαφνικά όταν ενηλικιωθεί. Αυτό σημαίνει ότι του δίνονται από την κοινωνία και φυσικά από το σχολείο τα απαραίτητα εφόδια, ερεθίσματα και ευκαιρίες για να μάθει να λειτουργεί ως υπεύθυνος και αυτόνομος πολίτης, όχι ως παθητικός και εξαρτημένος ψηφοφόρος και καταναλωτής. Στο σχολείο προωθείται η τυποποίηση της γνωστικής διαδικασίας, ακόμη και στα περιβόητα προγράμματα και πρότζεκτς, όπως στην Ευέλικτη Ζώνη. Οι εκπαιδευτικοί, κατά κανόνα, ετοιμάζουν τις εργασίες και προσφέρουν έτοιμες πληροφορίες και γνωστικά σχήματα στα παιδιά. Συνεπώς προσφέρεται μια τυπική και επιφανειακή συμμετοχή των παιδιών, έτοιμη γνώση και όχι ανακάλυψη αυτής, επίφαση ομαδικότητας και συνεργατικότητας. Αλλά ούτε διδάσκονται και καλλιεργούνται δεξιότητες κοινωνικές, συναισθηματικές, νοητικές, παρά μόνο παθητική συσσώρευση πληροφοριών, συχνά παρωχημένων και άχρηστων.

Στην παιδεία, τη γνήσια παιδεία, αναπτύσσεται και ενδυναμώνεται η ελευθερία και η αυτονομία, η δημιουργικότητα και η φαντασία, το παιδί αφήνεται να ξεδιπλωθεί-ανοιχτεί στο περιβάλλον του, να αμφισβητήσει ρόλους και στερεότυπα, να απεξαρτηθεί από τη θωρακισμένη οικογένεια, να παράγει πρωτότυπες ιδέες. Εδώ ο άνθρωπος εξοπλίζεται με τόλμη, ρήξη με το παλιό, ζει και σκέφτεται πέρα από τον καθωσπρεπισμό και τον κομφορμισμό, απελευθερώνεται από τη θωράκιση του εγώ και από την εξάρτηση από το Υπερεγώ και τη Συμβολική Τάξη, την εξουσία.

Καθώς η επιστημονική γνώση έχει προοδεύσει τόσο εκπληκτικά στη σύγχρονη εποχή, με αποτέλεσμα να έχουν ανατραπεί οι παραδοσιακές αντιλήψεις για την αιτιότητα και την εγκυρότητα-σταθερότητα των φυσικών νόμων και μοντέλων για τον κόσμο, όπου η αλήθεια τους σχετικοποιείται και απομυθοποιείται, τι νόημα έχει να υπάρχει ακόμη στις μέρες μας η τυπική εκπαίδευση; Τι νόημα έχει η μάθηση της τυποποιημένης γνώσης, η παπαγαλία, η παραδοσιακή πειθαρχία και η υπακοή στην αυθεντία του δασκάλου και του σχολικού εγχειριδίου;

Η γνώση και η κατανόηση της σύγχρονης απροσδιοριστίας, της πιθανοκρατίας, της μη-αιτιότητας, της κατάρρευσης του ντετερμινισμού και της ευθύγραμμης εξέλιξης των γεγονότων, της υποχώρησης του νευτώνειου και σταθερού-μηχανικού σύμπαντος, πώς συνάδουν με τις παραπάνω παραδοσιακές, πεπαλαιωμένες και αυταρχικές αξίες, ιδέες και στάσεις ζωής;  Αντίθετα, αυτό που συντονίζεται και ευνοεί τις νέες επιστημονικές αλήθειες-γνώσεις είναι η αμφισβήτηση, ο διάλογος-αντιπαράθεση, η κριτική σκέψη και η ρηξικέλευθη ματιά στα πράγματα, η μη-προκατάληψη και η αδογμάτιστη αντίληψη-σκέψη. Δηλαδή το παιχνίδι, ως φιλοσοφική στάση, ως αντίληψη και τρόπος ζωής θα πρέπει να είναι το κριτήριο και η πυξίδα των σύγχρονων ανθρώπων για τη ζωή τους, όπως επίσης το άνοιγμα του μυαλού στο καινούριο, στο παράδοξο, στη φαντασία. Με άλλα λόγια το πρόταγμα-όραμα της ριζοσπαστικής και ελευθεριακής παιδαγωγικής και σκέψης «να ξαναγίνουμε παιδιά» μπορεί να επαναδιατυπωθεί με νέους όρους και με βάση νέες εμπειρίες και θεωρίες, ανανεώνοντας έτσι τη δυναμική και τη σημασία του στο σήμερα.

Ναι, είναι στη φύση των παιδιών να απορούν, να ρωτούν, να αμφισβητούν, να φιλοσοφούν, να χλευάζουν την υποκρισία της εξουσίας, του καθωσπρεπισμού και του ηθικισμού των μεγάλων, να προσβάλλουν και να αντιστέκονται στην ευταξία (σε συνάρτηση με την αταξία και τη χαοτική αλήθεια της σύγχρονης επιστήμης) και των νόμων. Τα παιδιά δέχονται (είναι ανοικτά) το πρωτότυπο, το παράδοξο, το αδιανόητο, το απίθανο, το «ποιητικό», το φανταστικό.

Όμως «το παιδί είναι ο πατέρας του ανθρώπου».

25/4/2017

Η «πραγματικότητα» της ιδιωτικής (ψευδούς) συνείδησης

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Στο βαθμό που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και τη φύση μέσω εικόνων (με τη διαμεσολάβηση του ματιού-οπτικού νεύρου και την αποκωδικοποίηση του εγκεφάλου), τότε υπάρχει απώλεια στην πρόσληψη της πραγματικότητας. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε απέχει, λίγο ή πολύ, από τη γνήσια πραγματικότητα. Αυτό μας λέει πολλά για την εγκυρότητα της κυρίαρχης (τυπικής) επιστήμης και γνώσης. Και είναι εσφαλμένη η αντίληψή μας και η γνωστική ικανότητά μας, γιατί «κατοικεί» σε μια παραμορφωτική προβολή της πραγματικότητας  (ζει σε μια «εικονική» πραγματικότητα). Συνεπώς, αυτό που προσλαμβάνει από το περιβάλλον και επεξεργάζεται η αντίληψή και στη συνέχεια οι γνωστικές λειτουργίες του νου, είναι κάτι μερικό, περιορισμένο, κατακερματισμένο – και άρα ψευδαισθησιακό. Ακόμα και τα πιο εξελιγμένα επιστημονικά όργανα παρατήρησης και οι αντίστοιχες πειραματικές διατάξεις, μας δίνουν μια διαμεσολαβημένη εικονική – και κατά κανόνα φευγαλέα (πχ. στον μικρόκοσμο) – πραγματικότητα. Μόνο οι ρηξικέλευθες και αναβαθμισμένες νοητικές και λογικές-αφαιρετικές συλλήψεις μπορούν και μας δίνουν μια αναπαράσταση της πραγματικότητας πιο πιστή, η οποία εντούτοις υπερβαίνει την αντίληψή μας, τις αισθήσεις μας, και ταυτόχρονα αντιβαίνει στην κοινή λογική. Ούτε αυτό όμως αρκεί: είναι αναγκαία η θεωρητική κα φιλοσοφική ερμηνεία αυτών των αναπαραστάσεων και των πειραματικών πορισμάτων.

Από την άλλη, η ατομική συνείδηση του παρατηρητή, αγκυρώνεται σε αυτήν την ψευδή πραγματικότητα, αφού πρόκειται για μια προβολική εικόνα στον οικείο (τρισδιάστατο) μας χώρο μιας άλλης, υπέρτερης (πραγματικής) πραγματικότητας. Και την οποία δεν μπορούμε να προσλάβουμε με τις αισθήσεις μας.   Αυτό συνεπάγεται ότι και η συνείδησή μας είναι εξίσου ψευδής, εικονική. Προκύπτει όμως έτσι το ερώτημα: αν το «αντικείμενο» δεν είναι γνήσιο (είναι στρεβλωμένη προβολική εικόνα) τότε πώς μπορεί η συνείδηση και το υποκείμενο (ή ο εαυτός) να είναι γνήσια; Όμως τόσο ο φυσικός κόσμος (πραγματικότητα) όσο και η ατομική συνείδηση ενέχει την κβαντική διάσταση, ενώ πραγματικότητα και συνείδηση αλληλεπιδρούν ακαριαία. Ποια λοιπόν μυστηριώδης κοσμική συνθήκη-διαδικασία οδήγησε σε αυτήν την κβαντική εμπλοκή δύο «κβαντωμένων» καταστάσεων (συνείδηση – σύμπαν), που όμως είναι στρεβλωμένες και μη-γνήσιες;

Ο άνθρωπος φαίνεται να είναι «καταδικασμένος» σε μια κοσμική «κόλαση», «προγραμματισμένος» να συντονίζεται (συμβιβάζεται-συμμορφώνεται)  με μια χαλκευμένη «πραγματικότητα» την οποία παρατηρεί η ιδιωτική συνείδησή του και αποκωδικοποιεί η ατελής αντίληψή του. Σε αυτήν την έκπτωση της πραγματικότητας συμβάλει καθοριστικά και αθροιστικά ο εξουσιαστικός-ταξικός – άρα στρεβλός – πολιτισμός που καλλιεργεί ένα θωρακισμένο και ανταγωνιστικό εγώ, στο βαθμό που με τις συλλογικές προλήψεις και προκαταλήψεις το νοηματοδοτεί και το καθοδηγεί. Έτσι το υποκείμενο δεν μπορεί να «ανοιχτεί» μέσα στη γνήσια μέθεξη με τον άλλο, με το όλον, με την (οικουμενική) κοινότητα των ανθρώπων. Αντίθετα, την ακυρώνει και τη στρεβλώνει, προσπαθώντας να προσαρμοστεί και να την ελέγξει, προς ίδιον όφελος. Αυτή η συνθήκη επεκτείνεται στο επίπεδο της σκέψης και της ψυχολογίας του ατόμου. Ο ανθρώπινος νους δεν κατανοεί το όλον (και τον άλλο), αλλά εκλαμβάνει την πραγματικότητα μέσω θρυμματισμένων εικόνων, μέσω διαχωρισμένων, ξεχωριστών, ατομικών «οντοτήτων». Αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ξέχωρα από τη φύση, τα διάφορα είδη να ανταγωνίζονται για την επιβίωση και για την κυριαρχία στον χώρο, την αντίθεση ζωής και φθοράς-θανάτου. Με συνέπεια τον ανταγωνισμό για κυριαρχία, την προκατάληψη και την πλάνη της «αληθινής» πραγματικότητας, τις νευρώσεις και ψυχώσεις, ως στοιχεία της καθημερινής ζωής.

Τα λάθη είναι στην ημερήσια διάταξη στη ζωή του ανθρώπου. Η ιδεολογία-ιδεοληψία συνιστά την εξαπάτηση της συνείδησης, άρα όλα εκλαμβάνονται στρεβλά και οι κρίσεις και οι αποφάσεις μας είναι πλάνες. Με άλλα λόγια, πρόκειται για βολικές αυταπάτες που μας ναρκώνουν, ώστε να αποφεύγουμε τη σκληρή πραγματικότητα και τις οδύνες που αυτή προκαλεί και να έχουμε ψευδαισθήσεις ηδονής-ευτυχίας. Το ασυνείδητο, που έχει να κάνει με την πραγματική πραγματικότητα, με μια κατάσταση που μας συνδέει με την κοσμική υπόστασή μας, καθορίζει τις πράξεις και τις σκέψεις μας. Κι αυτό όμως είναι στρεβλό και μπερδεμένο από τα συμπλέγματά μας, από το τις ιδεολογικές παραμορφώσεις της εικονικής-συμβολικής πραγματικότητας, μέσα στην οποία επιβιώνουμε και τη μόνη που βιώνουμε.

Η πεπερασμένη-ατελής ιδιωτική συνείδηση χρειάζεται κανόνες και νόμους. Αλλιώς δεν μπορεί να λειτουργήσει. Δεν μπορεί να αυτοοργανωθεί και να δει τον εαυτό της, δεν μπορεί να δημιουργήσει όσμωση και μέθεξη με άλλες συνειδήσεις. Λειτουργεί σαν προγραμματισμένο αυτόματο, σαν ζόμπι. Οι άνθρωποι κάνουν τις καθημερινές τους ρουτίνες χωρίς να αναρωτιούνται γι’ αυτές. Οι ματαιώσεις του πολιτισμού, απωθούνται και θάβονται περίτεχνα, είναι η αλήθεια. Η τόση εξέλιξη του, τεχνικού κυρίως, πολιτισμού προκαλεί μεν τον θαυμασμό, αλλά δεν ευοδώθηκαν οι ελπίδες-προσδοκίες των ανθρώπων για ευτυχία. Μάλλον χειρότερα έγιναν τα πράγματα από την τεχνολογία και τον σύγχρονο τρόπο ζωής, τουλάχιστον κατά τον Φρόυντ: πιο πολύπλοκη και αγχογόνα καθημερινότητα, αποξένωση στις ανθρώπινες σχέσεις, επιβολή ταχύτερων και πιεστικών ρυθμών, φετιχοποίηση του κυνηγιού για χρήμα, επιτυχία, δόξα, παράταση της ζωής αλλά και της δυσφορίας-δυστυχίας. Η άμυνα του ανθρώπου απέναντι σε αυτήν την κατάσταση κατευθύνθηκε στην εξάρτηση από την τεχνολογία: ξεχνιέται και αποβλακώνεται από τη μαγεία της εικόνας και των γκάτζετς, εγκαταλείποντας σημαντικές εγκεφαλικές λειτουργίες στα χέρια των αυτοματισμών και των υπολογιστών.

Πρόκειται δηλαδή για έναν φαύλο κύκλο: η οικονομία απογειώνει την τεχνολογική εξέλιξη για να ικανοποιηθούν οι ανθρώπινες ανάγκες και ορμές για ηδονή κι ευτυχία – αλλά η διάψευση των διακηρύξεων του πολιτισμού οδηγεί στην απογοήτευση-ματαίωση. Τότε ενεργοποιείται ένας μηχανισμός άμυνας που δεν είναι παρά η ολοένα και βαθύτερη εξάρτηση από την τεχνολογία – ως τάση φυγής και απομόνωσης (αποξένωση). Αυτό όμως επιτείνει την έλλειψη ευτυχίας και το αίσθημα ματαίωσης, την ανασφάλεια και το άγχος, την καταφυγή στον ανορθολογισμό και στις αυταπάτες του νιου έιτζ – αλλά και στην ανάκαμψη-επάνοδο του φασισμού.

Πώς όμως, από την άλλη, υπάρχουν και νοήμονες συνειδήσεις που υπερβαίνουν αυτούς τους περιορισμούς; Η πραγματικότητα είναι τελικά τόσο περίπλοκη και σύνθετη, που εμπεριέχει πάμπολλες, ίσως άπειρες, πιθανές και εν δυνάμει καταστάσεις και εκδοχές, ως άπειρη πράξη και πληροφορία που ενίοτε εκδηλώνεται-πραγματώνεται με πεπερασμένες μορφές-δομές. Έτσι υπάρχουν συνειδήσεις με ανώτερη πληροφορία, ποιοτικά και ποσοτικά, με οξύτερη διαίσθηση, φαντασία και έμπνευση – τελικά με ακραίως διεισδυτική ματιά που φανερώνει πολλές αθέατες πλευρές της πραγματικότητας που μας περιβάλλει. Εδώ βέβαια δεν υπαινισσόμαστε κάποια ιδεολογική-αξιολογική κρίση, στο βαθμό που αυτές οι συνειδήσεις προέκυψαν μέσα από την τυχαιότητα και την πιθανοκρατία του σύμπαντος και της ζωής. Πρόκειται απλά για πιο ευαίσθητους δέκτες στην πληροφορία και στην κατανόηση της πραγματικότητας.

Έτσι η αναβαθμισμένη συνείδηση συνδέει το υποκείμενο με μια πιο σφαιρική-ολιστική οπτική και θέαση της πραγματικότητας. Ενώ, η ατελής, και πεπερασμένη ιδιωτική συνείδηση, με την περιορισμένη και απατηλή υποκειμενική αντίληψη, εγκλωβίζεται σε μια ιδεολογική-ψυχολογική παραμόρφωση: στην επίμονη ψευδαίσθηση αλήθειας για μια αντεστραμμένη και συστραμμένη πραγματικότητα.

2/4/2017

Τραμπ-(ουκ)ισμός, το «ανώτερο» στάδιο του καπιταλισμού;

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Διαβάζοντας το κρίσιμο (ως προς τη στάση-οπτική για τη συγκυρία) κείμενο του Θανάση Χαλκιά στο παρόν μπλογκ, θεωρώ καίρια τη θέση του για τα πολλά πρόσωπα της παγκοσμιοποίσης, η οποία φαίνεται να προτιμά τελευταία το «μοντελάκι» Τραμπ: εθνικιστικό-πατριωτικό προφίλ με μπόλικο ρατσισμό και φαλλοκρατικά στερεότυπα, άκρατος φιλελευθερισμός και επιθετική-ασύδοτη επέκταση του κεφαλαίου, χωρίς περιβαλλοντικούς, πολιτισμικούς ή ηθικούς φραγμούς (όπως στην περίπτωση των πετρελαιαγωγών σε περιοχές ινδιάνων), απειλητική-επιθετική (προς το παρόν, μόνο ρητορική) εξωτερική πολιτική, προστατευτισμός και κλείσιμο συνόρων (πρώτα και κύρια για τους ανθρώπους).

Το μοντέλο Τραμπ υποστηρίζεται και από άλλους πολιτικούς και κόμματα στη Δύση, με ορισμένες παραλλαγές που δεν αλλάζουν την ουσία. Μια τέτοια εξέλιξη μας δείχνει ότι η «παγκοσμιοποίηση» μπορεί να συντελεστεί με ποικίλους τρόπους. Ο Τραμπ υποστηρίχθηκε ή έστω σχολιάστηκε θετικά (έμμεσα και άμεσα) από διάφορους αριστερούς ή αντιεξουσιαστές, ως μια αλλαγή πολιτικής που εκφράζει τα «κυνηγημένα από το κεφάλαιο» λαϊκά στρώματα και που θα λειτουργήσει ως «ανάχωμα στην παγκοσμιοποίηση» και στην «ομογενοποίηση» λαών και πολιτισμών (κάτι πολύ κακό, σύμφωνα με τον δεξιό και αριστερό εθνοπατριωτισμό). Η αιτιολόγηση έγκειται στο ότι τώρα οι ΗΠΑ θα περιοριστούν στα του οίκου τους, και δεν θα ανακατεύονται στις υποθέσεις άλλων χωρών – κάνοντας π.χ. επεμβάσεις. Η στάση όμως αυτή είναι άκρως προβληματική και αποδεικνύει βασικά ότι υπάρχει σύγχυση σχετικά με τον όρο παγκοσμιοποίηση.

Η παγκοσμιοποίηση όμως έχει πλέον εδραιωθεί και η όποια φαινομενική αλλαγή στην πολιτική ή/και στην οικονομία δεν αλλάζει το δομικό υπόβαθρο που στηρίζει την παγκόσμια αλληλεξάρτηση και κίνηση κεφαλαίου (κυρίως με τη μορφή του άυλου χρήματος και της τεχνολογικής καινοτομίας). Ο καπιταλισμός ως συμβολική λειτουργία και ως οικονομικό σύστημα κυριαρχεί παγκόσμια. Αυτό δεν μπορεί να αναιρεθεί και να ακυρωθεί από τη η δεδομένη πολιτική εξέλιξη στις ΗΠΑ. Κατά συνέπεια, δεν έχουμε φρενάρισμα της παγκοσμιοποίησης αλλά αλλαγή στη μορφή, στη φαινομενικότητά της. Δηλαδή ανασυγκρότηση της αστικής τάξης και της οικονομίας στη βάση του έθνους-κράτους, επανασχεδιασμό στην επέκταση του κεφαλαίου, νέες συμμαχίες και οικονομικές σχέσεις-αλληλεξαρτήσεις, νέες ζώνες εκμετάλλευσης και επιρροής, νέες διενέξεις και συρράξεις. Το νέο ιδεολογικό πρόσωπο της παγκοσμιοποίσης και του καπιταλισμού φαίνεται να είναι ο εθνικισμός και η ακροδεξιά, ο ρατσισμός και, στο αποκορύφωμα αυτής της εξέλιξης, ο φασισμός-ναζισμός. Η επαναδιαπραγμάτευση της κυριαρχίας μεταξύ των εθνικών τάξεων, πιθανότατα με πολεμικούς όρους και νέες συγκρούσεις-συρράξεις, είναι επί θύραις. Οι εξελίξεις σε Ηνωμένο Βασίλειο και κυρίως στις ΗΠΑ, οι οποίες πάντα ήταν ο πρόδρομος και σηματοδότης για τις κατευθύνσεις και τις στρατηγικές του καπιταλισμού, αποδεικνύουν ότι πρόκειται για κομβικές αλλαγές που προωθεί το κεφάλαιο στη σημερινή συγκυρία.

Το δεύτερο σημαντικό σημείο στο κείμενο του Χ.Θ. είναι το ζήτημα της Ευρώπης, συγκεκριμένα ότι η Ε και η ΕΕ παραμένουν ο μόνος χώρος αντίστασης στην άνοδο του εθνικισμού-απομονωτισμού, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την υπέρβαση του έθνους-κράτους και την προοπτική μιας ευρύτερης και βαθύτερης ενότητας, οικονομικής και πολιτικής. Αντίστοιχη συλλογιστική βρίσκουμε στην ομιλία του Κορνήλιου Καστοριάδη στο Forum 2000, με τίτλο «Παγκόσμια δημοκρατική αναγέννηση ή κάποια εφιαλτική ουτοπία», όπου, αν και κάνει κριτική στην αποικιακό παρελθόν και στην τωρινή οικονομίστικη συγκρότηση της Ευρώπης, εντούτοις υποστηρίζει ότι είναι ο χώρος στον οποίο παρατηρείται σταθερά από τον 12ο αιώνα μια ιστορική προσπάθεια για διεύρυνση και εμβάθυνση της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Αυτή είναι εξάλλου, όπως λέει, η βασική αντινομία της δύσης.

Υποστηρίζει ακόμη ότι ο καπιταλισμός δε συνάδει με τη δημοκρατία και ότι μπορεί να ευδοκιμήσει κάτω από οποιοδήποτε πολιτειακό καθεστώς. Αντίθετα η δημοκρατία, η ελευθερία, οι κοινωνικές αξίες και τα δικαιώματα είναι προϊόντα κοινωνικών αγώνων. Η αμφισβήτηση λοιπόν του καπιταλισμού γεννήθηκε στην ίδια τη μήτρα του, λόγω των αντιφάσεων-αντινομιών, μέσα από την ανάδυση ριζοσπαστικών ιδεών που προέκυψαν κατά την άνοδο της αστικής τάξης, στην επαναστατική της φάση, και του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος, ως απάντηση στην αντιδραστική της φάση. Η δε ενοποίηση (στον ευρωπαϊκό χώρο) και εξάπλωση της δύσης, αφορά βασικά στην οικονομία (οικονομισμός) και στην τεχνολογία, και όχι σε εξάπλωση των πρωτοποριακών-επαναστατικών ιδεών και προοδευτικών-δημοκρατικών πολιτιστικών αξιών της. Μάλιστα η αποικιοκρατία στηρίχτηκε στην πλήρη υποταγή ή και εξολόθρευση ολόκληρων λαών. Με άλλα λόγια, οι λαοί των χωρών της Ανατολής, της Ασίας ή της Αφρικής δεν άλλαξαν ουσιαστικά τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής τους, με εξαίρεση καταναλωτικές συμπεριφορές (καταναλωτισμός).

Ερχόμενοι τώρα στον ρόλο της σύγχρονης Ευρώπης, βλέπουμε ότι συνιστά παράλληλα έναν χώρο όπου αναπτύχθηκε η (ενίοτε επαναστατική) αντίσταση στην ασυδοσία του κεφαλαίου. Εξάλλου, αν είμαστε σε θέση να αποστασιοποιηθούμε από τον δογματισμό και τις στερεοτυπικές ιδέες, θα διαπιστώσουμε ότι και η σημερινή πολιτική της ΕΕ αποτελεί προσπάθεια εξορθολογισμού και πολιτικού ελέγχου της «ενστικτώδους» και «ανορθολογικής» καπιταλιστικής «ανάπτυξης». Η οικονομική ενοποίηση είναι μια τέτοια πολιτική διαδικασία, με στόχο την εξίσωση, την ισόρροπη ανάπτυξη και την σε υγιείς βάσεις αλληλεξάρτηση των οικονομιών. Ιδιαίτερα δε η πολιτική ενοποίηση, την οποία αντιπαλεύουν οι καπιταλιστές και οι εθνικιστικές-ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις, αν επιτευχθεί, θα οδηγήσει σε μια νέα κατάσταση πραγμάτων, ανοίγοντας νέες προοπτικές για την υπέρβαση του υπάρχοντος (του ασύδοτου, επιθετικού καπιταλισμού, με τη μορφή του νεοφιλελευθερισμού).

Το «παράδοξο» είναι το κλείσιμο του ματιού στον Τραμπ, από τη λαϊκίστικη-πατριωτική αριστερά – και όχι μόνο. Όπως επίσης η εναντίωσή της συλλήβδην στις πολιτικές της ΕΕ και στη λιτότητα , σε κοινή γραμμή με κάθε λαϊκίστικη, συντηρητική ιδεοληψία. Αυτό το τελευταίο, ενώ θα έπρεπε να προβληματίζει την αριστερά για τη στάση της, φαίνεται αντίθετα να την ωθεί όλο και περισσότερο σε νεοσυντηρητικές, εθνικιστικές και ακροδεξιές θέσεις. Ενώ μια αριστερή πολιτική θα έπρεπε πρώτιστα να αντιπαλεύει τις κοινωνικές αδικίες και τις αιτίες τους: τόσο την τεχνοκρατική-οικονομίστικη αντίληψη όσο (και κύρια) τις ιδιαίτερες εγχώριες ταξικές διαρθρώσεις, σχέσεις και στρεβλώσεις, με κύριο στόχο τη διαφθορά και τον παρασιτισμό-αντιπαραγωγισμό της (παρα)οικονομίας.

Έτσι λοιπόν, χάνεται η ουσία: το αίτημα για επίλυση των κοινωνικών ανισοτήτων, ώστε να προωθηθεί ένα ορθολογικότερο και δικαιότερο κοινωνικοοικονομικό μοντέλο, με στόχους ποιοτικούς και όχι ποσοτικούς. Έτσι το ταξικό ζήτημα υποχωρεί, με ευθύνη της αριστεράς, στο βαθμό που η «αντίσταση» καταλήγει στο αίτημα για (καπιταλιστική) «ανάπτυξη» και αποκατάσταση της αγοραστικής ικανότητας του εργάτη (καταναλωτισμός).

Ο καπιταλισμός λοιπόν και οι σχέσεις που τον στηρίζουν μένουν για ακόμη μια φορά στο απυρόβλητο, παρά το ότι οι συνθήκες ευνοούν τη ριζική κριτική και, κατά συνέπεια, την επαναστατική υπέρβασή του.

2/2/2017

 

 

Κάτω το εξουσιαστικό εγώ

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Η εξουσία πηγάζει από το εγώ και τη συλλογική έκφρασή του: την κοινότητα

Η εξουσία, σύμφωνα με την παλιά λαϊκή θυμοσοφία, είναι κακή – αν και αναγκαίο κακό. Είναι σαν να λέμε ότι η πολλών αιώνων κατασταλαγμένη εμπειρία του ανθρώπου του έχει δείξει ότι κάτι πάει στραβά με τον άνθρωπο και τις κοινωνίες του. Παρά την επίγνωσή του αυτή, ο άνθρωπος και ο πολιτισμός του δεν έχουν κάνει κάτι απτό για να απεμπλακούν από αυτό το κακό, να βρουν λύση στο πρόβλημα. Οι γνωστές ιστορικές προσπάθειες για κοινωνική αλλαγή στόχευαν στην μετάλλαξη της εξουσίας προς μια κομμουνιστική-ισότιμη κατανομή της ή στην κατάργησή της. Ωστόσο θεωρούσαν ότι το πρόβλημα είναι εξωτερικό, δηλαδή η εξουσία έχει επιβληθεί στις κοινωνίες και δεν πηγάζει εσωτερικά, από τον ίδιο τον άνθρωπο, από τη «φύση» του. Αυτό είναι και το σοβαρότερο λάθος των θεωριών και κινημάτων χειραφέτησης ή επανάστασης.

Η εξουσία ως «φυσική» τάση του ανθρώπου που εκχωρείται από τα κάτω

Δεν κατανόησαν ότι η εξουσία προέκυψε σαν μια «φυσική» κατάσταση από τα πρώτα βήματα ομαδικής συνεύρεσης του homo, ως ανάγκη ασφάλειας και επιβίωσης. Σύμφωνα με τα πορίσματα της κοινωνικής  ανθρωπολογίας η εξουσία παραχωρήθηκε από τα «κάτω» σε κάποιους φορείς και εκπροσώπους της κοινότητας, όπου τα πρωταρχικά κριτήρια ήταν κυρίως φυσικά-βιολογικά (σωματική δύναμη, εξυπνάδα, ηγετικές και άλλες ικανότητες). Γι’ αυτό, ακόμη και στις πιο απλές και «ακέφαλες» κοινωνίες, όταν ο «βασιλιάς» ή ο «αρχηγός», όπου είναι οργανικά συνδεδεμένος με την κοινότητα, αποδειχτεί ανάξιος του εξουσιαστικού προνομίου αλλά και καθήκοντος, καταδικάζεται και τιμωρείται αυστηρά. Από την άλλη μεριά, ο Φρόυντ έχει δείξει ότι πολλές απαγορεύσεις, τελετουργίες, θεσμοί και κανόνες (που συνδέονται με τον τοτεμισμό και το ταμπού) αφορούν στην επίγνωση των ισχυρών ενστίκτων και ορμών του ανθρώπου (κυρίως σεξουαλικών, όπως της αιμομιξίας) που είναι επικίνδυνες για την ομαδική ζωή, στο βαθμό που οδηγούν σε εχθρική συμπεριφορά και σε συγκρούσεις εντός της ομάδας.

Η εξουσία ως πρακτική ελέγχου των ορμών και αντικοινωνικών τάσεων του εγώ

Συνεπώς μια ψυχαναλυτική  προσέγγιση ανθρωπολογικών φαινομένων αποκαλύπτει ότι η εξουσία θεωρήθηκε θεμιτή για τη διαφύλαξη των συλλογικών συμφερόντων επιβίωσης και συνύπαρξης. Έτσι η βαθύτερη και ασυνείδητη «φύση» του ανθρώπου οδήγησε ως αντίδραση στη συνειδητή επιβολή ηθικών και κοινωνικών κανόνων και μορφών εξουσίας, για τον έλεγχο των σκοτεινών αυτών δυνάμεων που ταλάνιζαν την ανθρώπινη ψυχή. Μάλιστα αυτές οι ενστικτώδεις δυνάμεις μετατρέπονται κατά κανόνα – μέσα από μηχανισμούς απώθησης, αντιστροφής του μίσους σε τρυφερότητα και εκλογίκευσης – σε δημιουργικές δυνάμεις που παράγουν ηθικές και πνευματικές αξίες, πνευματικά αγαθά και τεχνουργήματα, δηλαδή τον πολιτισμό.

Η εξουσία ως αντανάκλαση του αλλοτριωμένου εγώ

Αυτό το κοινωνικό-πολιτικό συμβόλαιο μεταξύ των «από κάτω» και των «από πάνω» ισχύει μέχρι σήμερα. Οι άνθρωποι εκχωρούν εξουσία στους κυβερνήτες τους, με τον όρο να υποστηρίζουν τα συμφέροντά τους. Από τη στιγμή όμως που προέκυψε η εξουσία, ήδη από τις πρώιμες μορφές ανθρώπινης ομαδικότητας, οι άνθρωποι μπόρεσαν να την δουν μπροστά τους, στους αρχηγούς που είχαν απέναντί τους, σαν σε καθρέφτη. Κι έτσι η παράσταση αυτή ξύπνησε κάτι μέσα τους. Είδαν το ίδιο το εξουσιαστικό εγώ τους. Τώρα ήξεραν τι είναι εξουσία, τι μπορεί να κάνει και τι μπορούν να κάνουν αυτοί, σε περίπτωση που πάρουν τη θέση του αρχηγού. Έτσι ξεκινάει ο ανταγωνισμός για εξουσία και για επιβίωση σε συνθήκες υποταγής. Ο πρώτος διχασμός του ανθρώπου σε αρχηγούς και αρχόμενους – δηλαδή, ενεργεία και δυνάμει εξουσιαστές – συνιστά την πρώτη αλλοτρίωση. Και τροφοδοτεί το ξετύλιγμά της μέσα στην ιστορία, αναδεικνύοντας την εξουσία του εγώ και ένα σωρό κατακερματισμούς: στις κοινωνικές σχέσεις, στον τρόπο σκέψης, στη γνώση, στην αντίληψη – εν τέλει στον κατακερματισμό της οικουμενικής (και συμπαντικής) ενότητας που λέγεται ύπαρξη και ζωή. Στην αρχική ψευδαίσθηση της πραγματικότητας συσσωρεύτηκαν αλλεπάλληλες πλάνες, με αποτέλεσμα την υπερ-μεγέθυνσή της.

Η κυριαρχία του εξουσιαστικού εγώ, η ψευδαίσθηση της πραγματικότητας και η συναλλαγή εξουσιαστών-εξουσιαζόμενων

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην υπερδιόγκωση του εγώ και στην επιβολή της εγωιστικής εξουσίας σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και δραστηριότητες. Η ψευδαίσθηση, η αντεστραμμένη πραγματικότητα, δεν γίνεται αντιληπτή, τόσο γιατί είναι βολική για τον εγωιστή-εξουσιαστή άνθρωπο όσο και γιατί αυτή η τεράστια σχάση του εγώ από το όλον συνιστά ένα εμπόδιο, μια συνειδησιακή τύφλωση, ένα «επιστημολογικό εμπόδιο».  Χαρακτηριστικό είναι το πάρε-δώσε εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων στις εκλογές: Αν δεν με ικανοποιήσεις δε σε ψηφίζω,  ξέρω τι ψεύτης και κλέφτης είσαι, αλλά όσο μου κάνεις τη δουλειά μου σε υποστηρίζω, αλλιώς θα σε γκρεμίσω, θα σε εκδικηθώ. Η ίδια η θεσμισμένη εξουσία, το κράτος με τα όργανά του, φυσικά δεν αρκείται σε μια εφαρμογή του κοινωνικού συμβολαίου. Κάτι εξάλλου που είναι αδύνατο, γιατί μιλάμε για ανταγωνιστικά, εξουσιαστικά εγώ. Αντίθετα, αυτονομείται ακόμη περισσότερο από την υπόλοιπη ομάδα και δρα ως μια εξωτερική δύναμη, με στόχο τη μέγιστή ισχυροποίησή της, την εδραίωσή της και τη διαφύλαξη των προνομίων της με τη βία και τον διανοητικό και ηθικό έλεγχο. Έχοντας επίγνωση των αδυναμιών του ανθρώπου δεν εμπιστεύεται τους υπηκόους της. Ούτε βέβαια οι υπήκοοι εμπιστεύονται την εξουσία – ούτε όμως και τον ίδιο τους τον εαυτό.

Άλλο παράδειγμα: η αντιμετώπιση των προσφύγων στον πρόσφατο χιονιά. Από τη μια, η παράλυση της κυβέρνησης απέναντι στο καθήκον της (απέναντι στη διεθνή κοινότητα, από την οποία εισέπραξε πολλά χρήματα για τον σκοπό αυτό) να φτιάξει ανθρώπινες δομές για αξιοπρεπή χειμερινή διαβίωση των συνανθρώπων μας. Και από την άλλη, η αδιαφορία του κόσμου (των πολλών)  και η ανοιχτή άρνηση των βολεμένων πολιτών και των επιχειρηματιών, η έχθρα των ακροδεξιών, πλάι-πλάι με τους τοπικούς άρχοντες και αρχές που έκλεισαν τις πόρτες στους ξεπαγιασμένους ανθρώπους.

Η συναλλαγή «λαού» και ΣΥΡΙΖΑ

Ανάλογη υπόρρητη συμφωνία και συναλλαγή μεταξύ ψηφοφόρων και κομμάτων έγινε και στις εκλογές που ανάδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Η γκρίνια και το μίσος για τους προηγούμενους πολιτικούς εκτονώθηκε στην «ψήφο στην αριστερά». Η προσδοκία του κόσμου ήταν τόσο εξόφθαλμα αφελής που δύσκολο είναι να πιστέψουμε ότι, κατά βάθος, δεν το γνώριζε: οι «ψηφοφόροι» ήθελαν να διαγραφεί μεμιάς η μνημονιακή κατάσταση και να περάσουμε πάλι στην προ μνημονίου εποχή των παχιών αγελάδων. Έτσι ο κάθε πικραμένος φαντασιωνόταν το δικό του θέλω, την ικανοποίηση του εγώ του. Άλλος να βρει δουλειά, άλλος να διοριστεί στο δημόσιο ή να καταλάβει κάποια καρέκλα, άλλος να πάρει τα λεφτά του πίσω, κι άλλος να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι κλέφτες πολιτικοί. Το ίδιο ισχύει για το περιβόητο δημοψήφισμα: πάλι περίμεναν όλοι να απαλλαγούμε ως δια μαγείας από τα μνημόνια και τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, να φύγουμε από την ΕΕ και να γίνουμε «ανεξάρτητη» χώρα (ο εθνικοπατριωτικός μύθος καλά κρατεί), και να «δείξουμε εμείς στους ξένους», ως αποτέλεσμα βέβαια του «τσαμπουκά των Ελλήνων»!

Ο ανερχόμενος ΣΥΡΙΖΑ συλλάμβανε αυτό το μαζικό θυμικό, ως αντανάκλαση του δικού του προσωπείου  (με την έννοια του θυμικού των στελεχών του) και προσπαθούσε να το εκφράσει στον δημόσιο λόγο και στην πολιτικάντικη πρακτική του. Και αντίστροφα, ο «λαός» έβλεπε στο εν λόγω «αριστερό» κόμμα τον εαυτό του και έτσι εκδήλωσε την υποστήριξή του στις εκλογές. Οι ανησυχίες των αριστερών για τη λιτότητα και την τύχη του «λαϊκού εισοδήματος» πάνε χέρι-χέρι με τις εθνικές ανησυχίες, και την αγωνία να μην δυσαρεστηθεί το συντηρητικό εκλογικό σώμα. Γι’ αυτό και επέλεξε να συγκυβερνήσει με τους ΑΝΕΛ, με τη δικαιολογία ότι θεωρούσε ως τη μόνη φερέγγυα πολιτική δύναμη, που εκφράζει παράλληλα τις εθνικοπατριωτικές και ακροδεξιές τάσεις του «λαού».  Μετεξελίχθηκε λοιπόν σε ένα κυβερνητικό κόμμα εξουσίας, με όλες τις προδιαγραφές για την προοπτική ενός καθεστωτικού κόμματος.

Τα όρια της «αριστερής» κυβέρνησης και οι εναλλακτικές

Φυσικά, δεν αρνούμαστε ότι σαμποτάρεται και παρεμποδίζεται η «αριστερή» κυβέρνηση από το παλαιοκομματικό καθεστώς, το οποίο καλά κρατεί και κατέχει ακόμη τα ηνία του κρατικού μηχανισμού-δημοσίου. Αυτό όμως το «επιχείρημα» καταρρέει κάτω από την κριτική ότι αυτό είναι – ή θα έπρεπε να είναι – γνωστό για όποιον ασχολείται χρόνια τώρα με τα δημόσια θέματα και την πολιτική στον ελλαδικό χώρο. Γνωρίζει την έκταση της διαφθοράς, της λαμογιάς, της παντοκρατορίας των συντεχνιών και της μαφιόζικης παραοικονομίας. Δηλαδή νοσηρών-παρακμιακών φαινομένων που έχουν απλώσει τα πλοκάμια τους παντού, σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, οπωσδήποτε στην πολιτική, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, στη διοίκηση, στη δικαιοσύνη, στον πνευματικό κόσμο, στην πολιτιστική ζωή. Άρα μια ριζοσπαστική και αριστερή πολιτική δεν μπορεί να είναι αυτή του συμβιβασμού, των άτολμων, χρονοβόρων και σταδιακών βημάτων, παρά μόνο με τολμηρές, επιθετικές και άμεσες ρήξεις. Πράγμα που σημαίνει ότι πηγαίνει κόντρα στον λαϊκισμό και στις συντεχνίες, στις συντηρητικές, εγωιστικές και εξουσιαστικές νοοτροπίες του «λαού» και της κοινωνίας, στις ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις και στα λόμπι και άλλα συμφέροντα.

Από την αρχή, και κόντρα στη λογοκρισία των καναλαρχών, μια γνήσια αριστερή κυβέρνηση θα έπρεπε να ενημερώνει τακτικά τον κόσμο με διαγγέλματα και λαϊκές συνελεύσεις για τα προβλήματα, τις δυσκολίες και τα εμπόδια που συναντά από το αστικό-καπιταλιστικό καθεστώς και ποιο είναι το όραμα και οι στόχοι της.  Και να αναζητούσε έτσι ερείσματα και στήριξη από όσα κομμάτια της κοινωνίας αυθόρμητα και συνειδητά θα ήθελαν να κινητοποιηθούν – και μιλάμε ακόμη και για μειοψηφικά κομμάτια, που είναι και το πιθανότερο να ήθελαν να αγωνιστούν για την κοινωνική αλλαγή. Αυτή η συμπεριφορά προϋποθέτει και την στελέχωση της κυβέρνησης και της διοίκησης όχι με επαγγελματίες (ή επίδοξους-ανερχόμενους) πολιτικούς, αλλά με νέο κόσμο που έχει να επιδείξει ηθική ακεραιότητα, ειλικρίνεια, διάθεση για προσφορά έργου, φαντασία, πρωτοτυπία και ενθουσιασμό. Και οπωσδήποτε όχι να συνεργάζεται με συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, μαθουσάλες πολιτικούς και γενικά εκπροσώπους-εκφραστές του παλιού, σάπιου, εξουσιαστικού κατεστημένου.  Ή τουλάχιστον να έχει την τιμιότητα και την ηθική ακεραιότητα να παραδεχτεί την αδυναμία και τα λάθη της, να αποκαλύψει και να καταγγείλει τα σκοτεινά κέντρα εξουσίας. Ούτε αυτό δεν έχει κάνει, επιβεβαιώνοντας το παλιό ρητό ότι «η εξουσία είναι γλυκιά». Συνεπώς, έχουμε να κάνουμε με ακόμη μια «αλληλοεξαπάτηση» μεταξύ «λαού» και πολιτικών, με «παράπλευρη» και πολύ σοβαρή απώλεια τη συκοφάντηση της αριστερής-κομμουνιστικής ιδεολογίας (που ίσως συμπαρασέρνει και τις άλλες επαναστατικές – ελευθεριακές ή αναρχικές –  ιδεολογίες), για ακόμη μια φορά στην πρόσφατη ιστορία, τοπική και διεθνή.

Η γνήσια γνώση και η ανατροπή του εξουσιαστικού εγώ

Η ανατροπή του πολιτισμού, του τρόπου ζωής και της ποιότητας των ανθρώπινων σχέσεων είναι ζήτημα γνήσιας παιδείας και γνώσης. Μια πλατιά, κοινωνική, μη ιεραρχική μορφωτική διαδικασία που θα γίνεται αληθινό βίωμα. Γιατί μόνο η γνώση που είναι βίωμα είναι γνήσια, γίνεται πράξη και αλλάζει τον άνθρωπο από τα βάθη της ψυχής και του εαυτού του. Μόνο έτσι, με μια νέα συνείδηση που θα αναδυθεί, θα καταργηθεί το εξουσιαστικό εγώ που ελέγχει τη σκέψη και τη βούλησή μας, δηλαδή η εξουσία-κυριαρχία.

15/1/2017

 

Η πολιτικοποίηση του πολιτισμού

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Οι πολιτισμοί, όπως το αναλύει πολύ παραστατικά και εμπεριστατωμένα ο Κλοντ Λέβι-Στρως, ανέκαθεν αλληλοεπηρέζονταν. Κανένας πολιτισμός δεν προκύπτει από παρθενογέννηση. Αντίθετα, ενσωματώνει στοιχεία από άλλους πολιτισμούς, τα επεξεργάζεται μέσα στον χρόνο και τα μετουσιώνει ή τα εντάσσει στην παράδοσή του με δημιουργικό-λειτουργικό τρόπο. Αυτές όμως οι ιστορικές πολιτισμικές διεργασίες-διαδικασίες γίνονταν σταδιακά και αργά, με έναν φυσικό και μη βίαιο τρόπο. Στην εποχή της αποικιοκρατίας ωστόσο, αλλά και σήμερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, αυτή η επαφή των πολιτισμών γίνεται συχνά και κατά κανόνα με βίαιο τρόπο. Και μάλιστα με όρους επιβολής, καταπίεσης, εξάρτησης και ιεραρχικής υπαγωγής του «κατώτερου» ή «υπανάπτυκτου» στον «ανώτερο» ή «αναπτυγμένο» και «εξελιγμένο» πολιτισμό.

Για τον λόγο αυτό προκαλούνται αντιδράσεις και αντιστάσεις, όπου το διακύβευμα είναι το πολιτισμικό περιεχόμενο και ταυτότητα (στην καθαρά πολιτική εκδοχή του, η εθνική ταυτότητα) μιας κοινωνίας, χώρας, λαού. Έτσι δημιουργείται ιστορικά το φαινόμενο της «πολιτικοποίησης του πολιτισμού» που συχνά παίρνει τη μορφή του εθνικισμού, του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος ή του θρησκευτικού ανταγωνισμού. Ενίοτε δε, εκφράζεται με συγκρούσεις και πολεμικές διαμάχες ή αποκτά και ριζοσπαστικές διαστάσεις, με την  έννοια ότι μπορεί να προκαλέσει ριζικές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές στο εσωτερικό κοινωνικών και εθνοτικών ομάδων ή μιας ολόκληρης κοινωνίας-χώρας.

H πολιτισμική επέκταση συνοδεύεται συχνά από οικονομική επέκταση και επιβολή οικονομικών εξαρτήσεων και ιεραρχικών σχέσεων, δηλαδή έχουμε αναγκαστική και βίαιη (άμεσα ή έμμεσα- διαμεσολαβημένα) εισαγωγή και εγκαθίδρυση οικονομικών και παραγωγικών συστημάτων και νοοτροπιών. Μάλιστα κατά κανόνα η οικονομική επέκταση προηγείται της πολιτισμικής. Τότε μιλάμε για πολιτική ισχύος, κυριαρχίας και ταξικής επιβολής (εκμετάλλευσης), δηλαδή για την ιστορική αποικιοκρατία ή/και ιμπεριαλισμό. ωστόσο, στη σημερινή εποχή οι όροι αυτοί είναι αδόκιμοι, καθώς δεν εκφράζουν τις πολύ πιο σύνθετες σχέσεις εξουσίας στη νέα παγκοσμιοποίηση, σε έναν πολυπολικό κόσμο. Στο βαθμό που αυτές οι διαδικασίες συνοδεύονται από καλλιέργεια νεότευκτων πολιτισμικών προτύπων, τρόπου ζωής, καταναλωτικών μοντέλων, δημιουργούνται άνισες, ιεραρχικές και εξουσιαστικές διεθνείς σχέσεις ανάμεσα, από τη μια, σε αδύναμους και αδικημένους λαούς και έθνη ή πολιτισμούς και, από την άλλη, σε πανίσχυρα κράτη και προνομιούχους λαούς. Οι χώρες που έχουν υποστεί την κυριαρχία και εξάρτηση βιώνουν μια κατώτερη, υποδεέστερη από άποψη ισχύος και κύρους θέση, μια πίεση από έναν πιο ισχυρό-προνομιούχο λαό και την κυβέρνησή του. Κατά συνέπεια, εγείρονται ποικίλες αντιδράσεις, αρνήσεις και μορφές πάλης-αντίστασης στην «εξωτερική επιβολή».

Οι εν λόγω όμως αντιστάσεις, συχνά μετατρέπονται σε στείρο αρνητισμό κάθε τι προοδευτικού και καινούριου, παρά το θετικό χαρακτήρα του για την κοινωνία, την προσωπικότητα, την ποιότητα ζωής, την ελευθερία, τη σκέψη και την αντίληψη-νοοτροπία των ανθρώπων. Γι’ αυτό εξάλλου γίνονται συχνά αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης και εργαλείο χειραγώγησης από τμήματα της ντόπιας ελίτ, αλλά και από διεθνείς δυνάμεις και κέντρα συμφερόντων ή γεωπολιτικών στρατηγικών-σχεδιασμών. Έτσι οι αντιστάσεις των ανθρώπων στις συνθήκες καταπίεσής τους, γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης και εργαλείο προώθησης οικονομικών και γεωστρατηγικών συμφερόντων και στόχων, στο πεδίο των γεωπολιτικών συγκρούσεων μεταξύ των μεγάλων (αλλά και μικρότερων) ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Οδηγούν δε συνήθως σε ολοκληρωτικές εκτροπές και αντεπαναστατικά-συντηρητικά καθεστώτα. Επομένως, ό,τι επιβάλλεται ως εξωτερική πίεση, επιταγή ή εκβιασμός απορρίπτεται και αποβάλλεται από σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, ακόμη κι αν είναι κάτι θετικό.

Αυτή είναι και η παγίδα για την επανάσταση, για κάθε επαναστατική πράξη και κάθε επαναστάτη: να συντάσσεσαι μετωπικά με εθνοπατριωτικές ακόμη και αν αυτοαποκαλούνται «επαναστατικές» δυνάμεις (δηλαδή με την εξουσία), για να αντιμετωπίσεις και να ακυρώσεις την εκάστοτε εξουσιαστική εισβολή-επιβολή. Αντίθετα, ανατρεπτικό είναι να αγωνίζεσαι ενάντια και στους έξωθεν και στους έσωθεν εξουσιαστές. (Ας μην ξεχνάμε πώς, υπό διαφορετικές συνθήκες και περιστάσεις, οι ρόλοι αντιστρέφονται: η «καταπιεσμένη/εξαρτημένη» ελίτ γίνεται ιμπεριαλιστική, ενώ οι πρώην «κατακτητές» μετατρέπονται σε «θύματα της επεκτατικής πολιτικής» – π.χ. όπως έχει δείξει η ιστορία και στα καθ’ «ημάς», η αστική τάξη όταν μπορούσε ασκούσε ιμπεριαλιστική πολιτική, ενώ τώρα που είναι αδύναμη πλασάρει την αφήγηση-παραμύθι περί μη επεκτατικότητας και σεβασμού του διεθνούς δικαίου, καταγγέλλοντας τους γείτονες για επεκτατική πολιτική και παραβίαση των διεθνών κανόνων.)

Μια ακόμη σοβαρή παγίδα για την επανάσταση (την οποία επιφέρουν ως αντίκτυπο οι εθνοκεντρικές και συντηρητικού-εξουσιαστικού χαρακτήρα αντιστάσεις απέναντι στις ιμπεριαλιστικές πιέσεις ή σχέσεις ιεραρχίας στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα) είναι η διάσπαση στο εσωτερικό της κοινωνίας σε αντίπαλα πολιτικά, ιδεολογικά και πολιτισμικά στρατόπεδα. Δηλαδή συγκρούονται δύο κοινωνικές και πολιτισμικές τάσεις: η υπεράσπιση  του παλιού, της παράδοσης, του εθιμοτυπικού, του συντηρητικού και ανελεύθερου, απέναντι στην τάση πολλών ανθρώπων για κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική αλλαγή προς ένα προοδευτικό, οικουμενικό, δημοκρατικό, ελεύθερο, μη αυταρχικό-ολοκληρωτικό και καταπιεστικό, πλουραλιστικό, ανεκτικό και ανοικτό μοντέλο για την κοινωνία, τον πολιτισμό και τη συλλογική ταυτότητα.

Βέβαια το πέρασμα του χρόνου δείχνει ότι η δυτική κουλτούρα και η παγκοσμιοποίηση βγαίνουν νικητές σε αυτό το βίαιο-εξουσιαστικό παιχνίδι επικράτησης, τουλάχιστον έως τώρα. Εντούτοις, αντίρροπες δυνάμεις και εξελίξεις καταγράφονται σε διάφορα γεωγραφικά σημεία και χώρους. Ίσως το παιχνίδι δεν έχει κριθεί ακόμη. Αν φύγουμε από τη γραμμική οπτική της ιστορίας, μπορεί να προβλέψουμε ή να περιμένουμε «αντεξελίξεις» και «πισωγυρίσματα». Ή ίσως βιώσουμε και νέες πολιτισμικές μορφές, καθώς επίσης νέα πολιτικά και ιδεολογικά μορφώματα που να ενσωματώνουν λόγους για τον πολιτισμό: πολιτικούς, ιδεολογικούς, θεωρητικούς, φιλοσοφικούς, θρησκευτικούς, ανθρωπολογικούς, ιστορικούς. Που να φέρουν και να αναδεικνύουν δηλαδή μια νέα αντίληψη για την πραγματικότητα και έναν νέο οικουμενικό πολιτισμό, κριτικά διακείμενο απέναντι σε στείρες και στερεοτυπικές διχοτομίες ή αντιθέσεις: τόσο στη «διαφορετικότητα» όσο και στη «διεθνικότητα και παγκοσμιοποίηση», με τη στενόμυαλη ερμηνεία τους που κατά κανόνα κυριαρχεί. Αντλώντας και αξιοποιώντας τα θετικά κάθε οπτικής, ανάλογα με τον περιβάλλον, τη γεωγραφία, την πολιτιστική παράδοση και ταυτότητα λαών, κοινωνιών, πολιτισμών, και ανθρώπων (άρα επιμέρους ομάδων αλλά και ατόμων-προσώπων-προσωπικοτήτων).

Γιατί, η αντίσταση σε οποιαδήποτε μορφή επιβολής και κυριαρχίας μπορεί να είναι θεμιτή, όμως από μόνη της δεν φτάνει. Χρειάζεται για να είναι ανατροπή, να κρατά σαφή απόσταση, να είναι ρητά διαχωρισμένη από κάθε εξουσιαστική, εθνοκεντρική, σκοταδιστική, κρατική και εκμεταλλευτική (οικονομική) εκδοχή και προοπτική. Αντίσταση στον οικονομικό και πολιτισμικό ιμπεριαλισμό, σημαίνει άρνηση του κράτους και του καπιταλισμού, κάθε εξουσίας. Σημαίνει οικουμενική, παγκόσμια επανάσταση, δικαιοσύνη, ισότητα και ελευθερία, αταξική και πνευματική κατάσταση (οικουμενική κοινότητα). Όχι δημιουργία νέων κρατών, κρατιδίων, εθνικισμών, διαχωρισμών, μορφών καταπίεσης και εκμετάλλευσης, μισαλλοδοξίας, ρατσισμού, φασισμού.

Σήμερα, βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή, μια φάση βαθιάς-ολοκληρωτικής κρίσης και παρακμής όχι μόνο του καπιταλισμού αλλά και του εξουσιαστικού πολιτισμού, όπως αυτός εγγράφεται ιστορικά στις διάφορες παραλλαγές του. Ένας πολιτισμός που συγκροτείται ως νόημα και ως σύμβολο από την ιστορική ταξικότητά του, την εκμετάλλευση και την καταπίεση ανθρώπου από άνθρωπο, και που στον καπιταλισμό εκτραχύνεται και εκτροχιάζεται μέσα από τη θεοποιημένη μεγιστοποίηση του ιδιωτικού κέρδους και τη μεταφυσική-φετιχιστική σχέση του με το χρήμα-εμπόρευμα. Σήμερα λοιπόν οι αντιστάσεις που περιγράψαμε οδηγούνται σε μια αναμενόμενη και αναπόφευκτη σύγκρουση αποφασιστικής σημασίας για την ιστορική αλλαγή. Ορθώνεται μπροστά μας μια διαμάχη ανάμεσα σε δύο συστήματα αντιθετικών κοσμοθεωριών, ιδεών, αξιών, νοοτροπιών, τρόπου και στάση ζωής. Έτσι, έχουμε να κάνουμε με μια πάλη ιδεολογική, και γι’ αυτό «ιδεαλιστική», πνευματική. Από τη μια, ο κόσμος της εκμετάλλευσης-ασυδοσίας, της ανισότητας-ιεραρχίας, της εξουσίας-κυριαρχίας. Από την άλλη, ένας καινούριος, πρωτόγνωρος κόσμος αναδύεται και μορφώνεται: ο κόσμος της αδελφότητας, της οικουμενικότητας-καθολικής κοινότητας – τόσο μεταξύ όλων των ανθρώπων, χωρίς οποιαδήποτε διάκριση και διαχωρισμό, όσο και ανάμεσα στον άνθρωπο και στην οργανική και ανόργανη ύλη. Μια κοσμική κοινότητα με τη φύση και το σύμπαν.

5/1/2017

 

Η κοινωνικοποίηση ως σύγκρουση ατομικών ορμών-ιδιοσυστασιών και πολιτισμού

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Συνεχίζοντας τη συμβολική ανάγνωσή μας του Φρόυντ, σημειώνουμε ότι η σύγκρουση που περιγράφει ο Φρόυντ των ορμών και των επιθυμιών του Εγώ με την κοινωνία, ως συνέπεια της κοινωνικοποίησης του ατόμου, και συνακόλουθη δημιουργία νευρώσεων και νευρωτικών συμπτωμάτων, νοηματοδείται και συγκροτείται από πολιτισμικά και συμβολικά περιεχόμενα. Συνεπώς, η σύγκρουση αντιφατικών νοημάτων και σημασιών (αφού και η ίδια η επιθυμία ή ορμή είναι σε τελευταία ανάλυση ένα σύμβολο) δημιουργεί μια ενέργεια συστροφής, μετάλλαξης, επανανοηματοδότησης, πολύπλοκων συμπλεγμάτων σημασιών-νοημάτων και συμβολικών περιεχομένων. Αυτό είναι το ψυχολογικό σύμπλεγμα, ακριβώς όπως το φανερώνει η λέξη «σύμπλεγμα»: ένα μπέρδεμα, ένα άλυτο «κουβάρι», «κόμποι» που αποτελούνται από «νήματα» ψυχολογικών ορμών, απαγορεύσεων, απωθήσεων, συνειδητών και ασυνείδητων ιδεών. Αν φανταστούμε τις ορμές ως διανύσματα με ορισμένη κατεύθυνση (σαν βέλη), τα οποία ταυτόχρονα «κουβαλούν» νοήματα και ιδέες, τότε έχουμε διασταύρωση βελών με αντίθετη φορά ή και διεύθυνση, τα οποία (οι ορμές, οι σημασίες, τα συναισθήματα, οι επιθυμίες, οι ιδέες) συμπλέκονται και μπερδεύονται με ποικίλους και σύνθετους τρόπους. Κι εδώ παίζει πάλι καθοριστικό ρόλο ο πολιτισμός σε συνάρτηση με την ιδιοσυγκρασία του υποκειμένου, δηλαδή το πώς το ίδιο νοηματοδοτεί τα «βέλη» αλλά και αυτή τη σύγκρουση και τα συμπλέγματα που προκύπτουν.

Αξίζει εξάλλου να επισημάνουμε ότι οι κοινωνικές σχέσεις εξουσίας και καταπίεσης επιδρούν καταλυτικά στην ανάπτυξη της ψυχικής «ασθένειας». Οι συγκρούσεις και οι αντιφάσεις δε που οδηγούν εκεί, είναι πολύ οξύτερες όταν αλληλεπιδρούν με άτομα με μια ιδιοσυγκρασία απείθαρχη και με αναπτυγμένη ευφυΐα, άτομα δηλαδή ιδιαίτερα. Στην περίπτωση της υψηλής ευφυΐας, τα άτομα αμφισβητούν από πολύ μικρή ηλικία τις πολιτισμικές νόρμες και τις ηγεμονικές αφηγήσεις (συμβολική τάξη-ιδεολογία) – π.χ.  για τη σεξουαλικότητα ή τη θρησκεία και την ηθική. Επομένως τα αντιφατικά και συγκρουόμενα συναισθήματα, οι αμφιθυμίες που εσωτερικεύονται είναι εντονότερες, με πιθανό αποτέλεσμα να εκδηλώνονται ισχυρά συμπλέγματα και επίμονες-δυσεπίλυτες ψυχαναγκαστικές και γενικότερα νευρωσικές καταστάσεις που καθορίζουν τη ζωή και την προσωπικότητα του ατόμου.

Η εξουσία των συμβόλων

Βλέπουμε συνεπώς ότι οι άνθρωποι δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από το σύμβολο, την ιδέα, το νόημα, την εικόνα, την αναπαράσταση. Όταν και αυτά τα ίδια τα ένστικτα και οι ορμές μας συμβολοποιούνται, τότε ο συμβολικός κόσμος και οι κανόνες του είναι που μας κυβερνούν. Αν λάβουμε μάλιστα υπόψη ότι αυτά τα σύμβολα, που μας διαμορφώνουν συνεχώς, διαφοροποιούνται και εκτρέπονται ή αντικαθίστανται συνεχώς από αντίθετες σημασίες (π.χ. το σεξουαλικά «ενεργητικό» εξελίσσεται σε «παθητικό», αυτό που συμβολίζει το πέος μετατρέπεται σε πρωκτικό σύμβολο, η τρυφερότητα γίνεται μίσος, ο σαδισμός διαδέχεται τον μαζοχισμό και το αντίστροφο, σε μια αδιάκοπη διαδοχή), τότε είναι σαν να είμαστε παγιδευμένοι σε μια εικονική πραγματικότητα (ένα μάτριξ;). Οι επιθυμίες μας φιλτράρονται και ελέγχονται από τη συμβολική τάξη και λειτουργία. Η πραγματική φύση μας, αν υπάρχει, θάβεται κάτω από τις λέξεις και τα πολλαπλά νοήματα. Ίσως και η ίδια η βιολογία και η ζωή δεν είναι παρά ένα σύμβολο ή, καλύτερα, συμβολικό σύστημα. Το πραγματικό έχει χαθεί κάτω από πολλά στρώματα εικόνων και εννοιών, πλασματικών αναπαραστάσεων, σχετικών, ρευστών, ασταθών, που συνεχώς αλλάζουν, παίρνουν νέες μορφές, απομακρύνονται και αλλοιώνονται ή ξαναγυρνούν στις παλιές. Όποιοι μπορούν να ελέγχουν αυτό το συμβολικό σύστημα, αυτή την προσομοίωση της πραγματικότητας, έχουν την απόλυτη εξουσία.

Τελειώνοντας, ας προχωρήσουμε λίγο τη συλλογιστική μας:

Καθώς το βρέφος, και αργότερα το παιδί, συλλαμβάνει συνεχώς νέες εικόνες (εμβαπτισμένο καθώς είναι στο  πολυπρισματικό-πολυκατοπρικό συμβολικό οικοδόμημα του πολιτισμού), τους αποδίδει νόημα, αντλώντας από άλλες εικόνες-σύμβολα. Κατανοούμε λοιπόν, ότι έτσι έχουμε διαμεσολάβηση της διαμεσολάβησης, διαστρέβλωση της διαστρέβλωσης. Αυτή η κατοπτρική-ανακλαστική σύνδεση και η μετατόπιση νοημάτων-σημασιών, επιτρέπει λόγου χάρη μια πρώιμη (σε ηλικία 1,5-2 ετών) μνημονική σκηνή, όπου οι γονείς κάνουν σεξ, να ερμηνευτεί από το παιδί-μάρτυρα της σκηνής ως εξής: ο πατέρας (άνδρας) κατουράει τη μητέρα (γυναίκα). Σε μια μεταγενέστερη (2,5-3 ετών) περαιτέρω μεταστροφή-μετατόπιση το παιδί, σε μια απόπειρα αποπλάνησης, θα κατουρήσει μπροστά στο κορίτσι που επιθυμεί. Ή, σε ακόμη μια καταγραφή ιστορικού ασθενείας, μια ψάθινη σκούπα που ανακαλείται στη μνήμη συνδέεται συνειρμικά, αναφέρεται σε μια σκηνή εκτέλεσης στην πυρά, την οποία είδε ο «ασθενής» σε κάποιο όνειρο, και όλα αυτά σχετίζονται στενά με τραυματικές ή σημαντικές εμπειρίες της παιδικής του ηλικίας. Να τονίσουμε εδώ ότι όλες αυτές οι ερμηνείες και συνδέσεις προκύπτουν από την ανάλυση, με βάση αφηγήσεις «ασθενών», και με τις οποίες συναινούν ή φτάνουν σε αυτές οι ίδιοι οι αναλυόμενοι.

Το «παρανοϊκό» υπόβαθρο του πολιτισμού

Διαπιστώνουμε συνεπώς ότι οι ζωτικές (πρωταρχικές) ορμές-δυνάμεις ωθούν τον οργανισμό (σώμα) να εκφραστούν, να εξωτερικευτούν στο περιβάλλον. Προϋπόθεση για να καταστεί αυτό δυνατό είναι να αποκτήσουν ταυτόχρονα νόημα. Και στη συνέχεια να μετατοπιστεί-διαφοροποιηθεί το αρχικό νόημα, αλληλεπιδρώντας με το ευρύτερο πολιτισμικό σύμπαν συμβόλων-σημασιών. Πρόκειται για διαδικασία που εκτυλίσσεται ασταμάτητα. Μια ατελείωτη και ολοένα πιο περιπλεγμένη «συστροφή» και μετάλλαξη κωδίκων, σύγχυση, σύμπλεγμα νοημάτων, επιθυμιών, ορμών. Δηλαδή μια κατάσταση που αντιστοιχεί στην παράνοια.

Έτσι η παράνοια γίνεται τελικά στοιχείο της καθημερινότητας και του πολιτισμού. Η διαρκής σύγχυση, παρεξήγηση και παρερμηνεία συσσωρεύεται κατά αλλεπάλληλα στρώματα. Όλος ο πολιτισμός φαίνεται να είναι χτισμένος σε παράλογες κατασκευές. Και η φαινομενική κανονικότητα ή «φυσικότητα» των ανθρώπινων συμπεριφορών, σχέσεων και κοινωνιών κρύβει στο βάθος της μια νευρωσική ή/και ψυχωσική, ψυχική και πνευματική, δομή. Σχέσεις άρρωστες, καταπιεστικές, οι οποίες καλύπτονται έντεχνα από τα πολιτισμικά επιτεύγματα: θεσμούς, τέχνη, κανόνες, υποκριτικές συμπεριφορές της «ώριμης» και «ενήλικης» ζωής. Η τελευταία δεν είναι παρά το καμουφλάζ ενός παιδικού ψυχικού τραύματος (ενός «ατυχήματος») τόσο ατομικού όσο και συλλογικού (του ίδιου του πολιτισμού). Του πολιτισμού που από τότε που πρωτοεμφανίστηκε, στη βρεφική και κατόπιν στην παιδική του ηλικία, αναπτύσσεται πάνω σε αυτήν την συλλογική τραυματική εμπειρία της ανθρωπότητας, ώσπου η παράνοια (ως υποκρισία) διογκώθηκε σε ασύλληπτο βαθμό στη σύγχρονη εκδοχή του. Συνεπώς, αφού δεν έχει γίνει τίποτε μέχρι τώρα για τη συνειδητοποίηση και λύση αυτού του τραύματος, η ανθρωπότητα βαδίζει απροστάτευτη σε άγνωστα και επικίνδυνα ιστορικά και νοητικά μονοπάτια, που εν πολλοίς καθοδηγούνται από απωθημένα σκοτεινά ένστικτα και ορμές.

31/12/2016

Μια (συμβολική) ανάγνωση του Φρόυντ

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Οι σεξουαλικές ορμές και οι νευρώσεις

Όπως είναι γνωστό, στο έργο του ο Φρόυντ υποστηρίζει ότι γενεσιουργός αιτία των νευρώσεων και των ψυχώσεων, όπως και των παιδικών τραυμάτων, είναι οι σεξουαλικές ορμές και διεργασίες κατά την ανάπτυξη του ατόμου.

Οι διεργασίες αυτές ξεκινούν από πολύ νωρίς, αμέσως μετά τη γέννηση του ατόμου, και ιδιαίτερα αυτές οι πρώιμες σεξουαλικές ορμές και συμπεριφορές, σε αλληλεπίδραση με το περιβάλλον, παίζουν τον σοβαρότερο και άκρως αποφασιστικό-καταλυτικό ρόλο στην εκδήλωση των «ψυχικών ασθενειών». Βέβαια ο Φρόυντ δέχεται και την επίδραση κληρονομικών και βιολογικών παραγόντων, όπως επίσης και τυχαίων γεγονότων από την αλληλεπίδραση του παιδιού με το περιβάλλον του, της ιδιαίτερης δηλαδή ιστορίας ζωής του. Δεν παραγνωρίζει τέλος και τον διαμορφωτική δύναμη της κοινωνίας, όχι μόνο στη γέννηση των ψυχώσεων και νευρώσεων (ως αλληλεπίδραση ατόμου-κοινωνίας, όπου οι ορμές του ατόμου συγκρούονται με τις κοινωνικές-ηθικές επιταγές) αλλά και στο με ποια μορφή θα εκδηλωθούν. Δηλαδή αναγνωρίζει τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις ή σε διαφορετικές κοινωνίες και πολιτισμούς. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Φρόυντ, πρώτος και τελευταίος λόγος για την εκδήλωση μιας ψυχικής ασθένειας είναι ο σεξουαλικός παράγοντας.

Όμως ακόμη και τις ίδιες τις σεξουαλικές ορμές, συμπεριφορές, τις εμπειρίες-βιώματα και τις «λιμπιντικές επενδύσεις» του ατόμου, από τη βρεφική και παιδική ηλικία έως και την ενήλικη, μπορούμε να τις προσεγγίσουμε ως σύμβολα και άρα να τις ερμηνεύσουμε συμβολικά. Και με αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτουμε και τον στόχο αυτού του άρθρου. Την απόπειρα για μια συμβολική προσέγγιση της φροϋδικής θεωρίας, έστω αποσπασματικά και μερικά.

Ο συμβολικός χαρακτήρας των νευρώσεων και των συμπτωμάτων

Οι σεξουαλικές ορμές και συμπεριφορές του μωρού ή του παιδιού (ή και του ενηλίκου) θεωρώ ότι εκλαμβάνονται από το ίδιο ως σύμβολα ή έχουν συμβολική λειτουργία, σε τελευταία ανάλυση. Και αυτό γιατί ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται και σκέφτεται μέσω εικόνων, δηλαδή αναπαραστάσεων – με νόημα-σημασία. Όχι μόνο η συνείδηση, αλλά και το ασυνείδητο, λειτουργούν και αποκτούν βιώματα και πληροφορίες με συμβολική μορφή και σημασία (νόημα). Για παράδειγμα η λίμπιντο παίρνει τη μορφή διαφόρων σεξουαλικών ορμών και επιθυμιών. Τόσο οι τελευταίες όσο και η πρώτη είναι απροσδιόριστες, εν δυνάμει ή πρωτόλειες δυνάμεις ή ενέργειες. Για παράδειγμα, το βρέφος μπορεί να στρέφεται και να αναζητά το στήθος της μητέρας, αλλά ταυτόχρονα η ενστικτώδης αυτή δύναμη αποκτά έναν στόχο που έχει μια συγκεκριμένη μορφή, μια εικόνα για το βρέφος. Έτσι το στήθος γίνεται ένα πρώιμο σύμβολο για τον ψυχισμό του. Τα ορμέμφυτα και τα ένστικτα είναι ζωτικές θα λέγαμε λειτουργίες, βιολογικές, νευρολογικές, έχουν μια αυτοματοποιημένη λειτουργία. Ενώ η λίμπιντο φαίνεται να σχετίζεται με εκείνα που αφορούν στην ικανοποίηση, την ηδονή, την ευχαρίστηση του ατόμου.

Όλα αυτά όμως, δεν μπορούν να εκδηλωθούν παρά ως σύμβολα. Άλλο ένα παράδειγμα: τα παιδιά τυγχάνει να δουν τους γονείς να συνευρίσκονται ερωτικά. Αν και κατά τον Φρόυντ σε τόσο μικρή ηλικία δεν συνειδητοποιούν τη σημασία αυτής της πράξης, ωστόσο μένει στη μνήμη τους ως εικόνα, η οποία αργότερα ανακαλείται με διάφορες αφορμές (από φωτογραφίες σε έντυπα, από βιβλία, από παρατήρηση ζώων κλπ) και τότε κατανοείται το νόημά της. Εξάλλου τα παιδιά από νωρίς ξεκινούν την έρευνά τους πάνω σε σεξουαλικά ζητήματα και αναπτύσσουν τις δικές τους «παιδικές σεξουαλικές θεωρίες», παρατηρώντας και απομνημονεύοντας ερεθίσματα του περιβάλλοντος, από τη ζωή ανθρώπων αλλά και ζώων.  Τέτοια πρώιμα βιώματα αποκτούν μια συμβολική αξία στην ψυχολογία και στη συνείδηση του παιδιού και ίσως επιδράσουν στο μέλλον στη γενικότερη σεξουαλική συμπεριφορά του ή στην εκδήλωση ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων. Βέβαια εδώ παίζει ρόλο, όπως είπαμε, και το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον: η ανατροφή του παιδιού, αν έχει αυταρχικό ή φιλελεύθερο-δημοκρατκό στιλ, το επάγγελμα των γονιών, η σχέση τους με το παιδί, το αν ο πατέρας λείπει για μεγάλα διαστήματα από το σπίτι, η  σχέση του ζευγαριού και πολλά άλλα.

Ο ρόλος της γλώσσας στη δόμηση του χαρακτήρα και των νευρώσεων

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εύρημα στην έρευνα του Φρόυντ έχει ο ρόλος που αποδίδει στη γλώσσα, ως στοιχείο της κουλτούρας και στη δημιουργία συνειρμών που αφορούν τόσο στο συνειδητό όσο και στο ασυνείδητου του παιδιού. Όπως επίσης στα παραμύθια και στους θρύλους ή στις ιστορίες που λένε οι γονείς και οι παππούδες στα παιδιά και στα εγγόνια τους. Να λοιπόν ο ρόλος του πολιτισμού και άρα του συμβόλου. Ο Φρόυντ αναφέρεται συχνά στον ρόλο της παράδοσης και των πολιτισμικών εθίμων, για τη διαμόρφωση του ψυχισμού και της συμπεριφοράς του ατόμου. Ας πάρουμε για παράδειγμα τις ομόηχες λέξεις: στη γερμανική γλώσσα η λέξεις «τρυπημένος» και «γεννημένος», όπως επίσης οι «ποντικός» και «δόσεις», ακούγονται σχεδόν το ίδιο, ενώ και σε λαϊκές ιστορίες και αποφθέγματα συνδέονται σαφώς μεταξύ τους. Σε μια περίπτωση «ασθενούς» μια ιστορία με βασανιστήρια με ποντικούς που χώνονται στον πρωκτό του θύματος, συνδέεται συνειρμικά και ανασύρει μια απωθημένη τάση πρωκτικού ερωτισμού και παράλληλα καθορίζουν τη σχέση του ψυχαναγκαστικού με το χρήμα, λόγω της παραπάνω σχέσης ηχητικής ομοιότητας  αρουραίων και χρήματος («δόσεων»).  Έτσι, ο «αρουραίος» αποκτά συμβολικά σεξουαλική σημασία και αλληλεπιδρά με το σύμβολο «πέος» παράγοντας κι άλλα νοήματα (ψυχαναγκαστικές ιδέες). Επιπροσθέτως, η σημασιολογική επέκταση του «ποντικού» σε μανιώδη «χαρτοπαίκτη» δημιουργεί μια επιπλέον ταύτιση αρουραίου και πατέρα.

Οι εν λόγω συνδέσεις γίνονται με τον αυθόρμητο μηχανισμό του συνειρμού, που όμως λειτουργεί, διότι ακριβώς ακολουθεί τα νήματα και του κόμβους του εννοιολογικού-συμβολικού πλέγματος. Νοήματα κρυφά, βαθιά και ασυνείδητα, και παράλληλα νοήματα συνειδητά, φανερά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι λέξεις-σύμβολα παίζουν ρόλο στην εκδήλωση και διαμόρφωση  συμπλεγμάτων, τραυμάτων, νευρώσεων, συμπτωμάτων (π.χ. έμμονων ιδεών) απωθήσεων, εκλογικεύσεων και αναπληρώσεων. Και κατά τη γνώμη μου δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς τα πράγματα.  Το τραύμα είναι κι αυτό ένα σύμβολο, όπως και η νεύρωση είναι ένα νόημα και παράγει πολλαπλά νοήματα (συμπτώματα).

Συνεχίζοντας την παράθεση συμβολικών συνδέσεων, ας αναφέρουμε ότι η επιλογή π.χ. «σεξουαλικού αντικειμένου» (ετεροφυλική ή ομοφυλική) εξαρτάται εν πολλοίς από συμβολικούς μηχανισμούς. Ακόμα όμως και οι αρρώστιες σχετίζονται με τη σεξουαλικότητα: είτε αφορούν ερωτογενείς ζώνες σε διαφορά εξελικτικά στάδια (π.χ. τα σκουλήκια του εντέρου με το πρωκτικό στάδιο και τον πρωκτικό ερωτισμό), συμβάλλοντας έτσι στην εκδήλωση ψυχικών παθήσεων (ή, σε άλλες περιπτώσεις, αφορούν βιολογικούς παράγοντες προδιάθεσης για μια ψυχική ασθένεια (π.χ. η χολέρα ή σύφιλη στην παράνοια). Οι αρρώστιες όμως είναι στοιχείο του πολιτισμού, ενώ όταν λειτουργούν στο συνειρμικό πεδίο επιτελούν συμβολικό ρόλο και επιδρούν καταλυτικά π.χ. σε μια νεύρωση. Επισημαίνουμε εδώ πως η αξία και η αποτελεσματικότητα των συμβόλων έγκειται ακριβώς στην αλληλοσχέτιση και αλληλεξάρτηση με άλλα σύμβολα, στη διασύνδεσή τους, κι έτσι ένα σύμβολο αποκτά νόημα και περιεχόμενο σε σχέση με άλλα, δηλαδή σε σχέση απουσίας/παρουσίας, θέσης/αντίθεσης, συμπλήρωσης και κατακερματισμού. Για αυτό ο «ποντικός» είναι και «πέος» ή άλλοτε «πρωκτός», συμβολίζει τη σεξουαλική πράξη, ακόμη και με τη σαδομαζοχιστική της διάσταση (βιασμός, βασανιστήριο) ή τα παιδιά βγαίνουν από το ανθρώπινο σώμα όπως τα «κακά», άρα κι αυτά είναι κάτι σαν «κακά», δηλαδή ίσως ανεπιθύμητα ή, αντίθετα, και παράγοντας ηδονής-ευχαρίστησης. Αλλά και το αιδοίο είναι άλλοτε «μικρό πουλάκι» και άλλοτε «δεύτερο, μικρό κωλαράκι».

Πολιτισμός, παράδοση και «ψυχική ασθένεια»

Το συμβολικό ρεπερτόριο είναι ευρύτατο, και περιλαμβάνει ζώα πραγματικά ή σε παραμύθια, όπως ο λύκος που όταν βαδίζει όρθιος συμβολίζει τον ανδρισμό και την ενεργητική σεξουαλικότητα, ενώ όταν είναι στα τέσσερα και με κομμένη ουρά ταυτίζεται συμβολικά με τη γυναικεία παθητική σεξουαλικότητα και τον ευνουχισμό. Ανάλογη σημασία έχει και η σεξουαλική συμπεριφορά των ζώων, στο βαθμό που παραπέμπει ή μεταβιβάζεται στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Συγκαταλέγονται ακόμη περισσότερα πολιτισμικά στοιχεία και παραδόσεις, όπως τα αθώα παιχνίδια και πειράγματα με τον μπαμπά ή τη μαμά, όπου οι παιγνιώδεις φράσεις του τύπου «θα σου φάω το πουλάκι», «θα κάνεις πληγή και θα σου πέσει» ή «θα σε φάω», οι οποίες συνιστούν συμβολικά υπόρρητες απειλές, με αποτέλεσμα να προκαλούν φοβίες και άγχος ευνουχισμού. Βλέπουμε λοιπόν εδώ μπροστά μας τους αλληλένδετους «σημασιολογικούς κόμβους», το «εννοιολογικό πλέγμα» του ανθρώπινου πολιτισμού και το πώς επιδρά στον ανθρώπινο ψυχισμό, στη χαρακτηροδομή, στη συνείδηση και στο ασυνείδητο, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Τέλος, να μην ξεχνάμε ότι η συμβολοποίηση για την οποία συζητάμε «απογειώνεται» (κορυφώνεται) στο όνειρο, όπου μάλιστα συντελείται μια αντιστροφή των σημασιών-νοημάτων και μια ανταλλαγή τους μεταξύ συνειδητού/ασυνείδητου.

Συνεπώς, ο πολιτισμός ως συμβολικό σύστημα και λειτουργία, ως «πολιτισμικό κεφάλαιο», καθορίζει καταλυτικά τον τρόπο εκδήλωσης – τη μορφή – τόσο των λιμπιντικών ορμών όσο και των νευρώσεων/ψυχώσεων και των συμπτωμάτων με τα οποία αυτές εκδηλώνονται(*). Οι ψυχικές ασθένειες και τα συμπτώματά τους, λοιπόν, συγκροτούνται ως συμβολικό περιεχόμενο και έχουν αντίστοιχη λειτουργία: παράγουν νόημα για την ανθρώπινη ψυχολογία, χαρακτηροδομή και συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, οι ορμές από μόνες τους δεν μπορούν να έχουν άλλη επίδραση και ενέργεια πέρα από τη συμβολική. Και όπως λέει και η ψυχανάλυση, όχι μόνο το συνειδητό αλλά και το ασυνείδητο είναι συγκροτημένο ως γλώσσα – δηλαδή πάνω σε συμβολικά περιεχόμενα. Το άγχος του ευνουχισμού για παράδειγμα συγκροτείται συμβολικά, μέσα από την εικόνα των διαφορών στην ανατομία του ανδρικού και του γυναικείου σώματος (ανθρώπων ή/και ζώων). Η υπεροχή του ανδρικού γεννητικού οργάνου σε σύγκριση με το γυναικείο, είναι ένα καθαρά πολιτισμικό κεφάλαιο με αντίστοιχη συμβολική και ιδεολογική σημασία. Επιπροσθέτως, η καταπίεση των σεξουαλικών ορμών, οι απαγορεύσεις και οι τιμωρίες, ακόμη και οι λεκτικές απειλές, μεταδίδουν μηνύματα με συγκεκριμένο νόημα, σύμφωνα με τις πολιτισμικές, ταξικές και μορφωτικές καταβολές της οικογένειας (των γονιών).

* Ο Φρόυντ συμφωνεί με τον Γιουνγκ και τον Άντλερ στη σημασία των αρχέγονων πολιτισμικών προτύπων (αρχετύπων του συλλογικού ασυνειδήτου) στη διαμόρφωση του ψυχισμού του ατόμου και των «ασθενειών», μιλώντας για «φυλογένεση». Έτσι, η παρατήρηση των γονιών κατά τη διάρκεια της συνουσίας, η αποπλάνηση, η απειλή ευνουχισμού, μπορεί να μην είναι παιδικά βιώματα αλλά φυλογενετικές πολιτισμικές παραστάσεις που κληρονομούνται στα άτομα. Ωστόσο ο Φρόυντ δίνει σαφέστατο θεωρητικό πλεονέκτημα στην «οντογένεση» και όχι στη «φυλογένεση».

29/12/2016

Η λογική ανάλυση και η αφαίρεση στον Μαρξ

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Η επιστήμη από τα πρώτα της βήματα ήδη ήταν μια συστηματική μελέτη του κόσμου με στόχο την εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων για τον άνθρωπο και τη φύση, συμπερασμάτων που γι’ αυτό έχουν μια γενική ή και καθολική ισχύ. Ο Αριστοτέλης το δηλώνει με σαφήνεια: η επιστήμη είναι η γνώση του γενικού. Επομένως η επιστημονική έρευνα δεν ενδιαφέρεται για το μερικό και το αποσπασματικό, για το τυχαίο ή για τις εξαιρέσεις γεγονότων και καταστάσεων. Πάντως, δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για αυτά, και μόνο στο βαθμό που βλέπει τα ατομικά και μερικά γεγονότα ενταγμένα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ή όλον.

Καθώς η επιστήμη εξελίσσεται, είτε ως φιλοσοφία είτε ως εκάστοτε επιστημονικός κλάδος, βελτιώνει και αναβαθμίζει τη μέθοδο με την οποία παρατηρεί, περιγράφει και εξηγεί ή ερμηνεύει τα φαινόμενα. Έτσι σταδιακά επικρατεί η μεθοδολογική και επιστημολογική (αλλά και φιλοσοφική) άποψη ότι η ανθρώπινη εμπειρία από μόνη της δεν επαρκεί για να κατανοήσουμε την πραγματικότητα. Κυρίως γιατί οι αισθήσεις μας είναι ατελείς, κι έτσι το μεγαλύτερο μέρος (φαινόμενα, γεγονότα, ιδιότητες και στοιχεία της ύλης) δεν μπορούμε να τα αντιληφθούμε, πόσο μάλλον να τα κατανοήσουμε. Προκρίνεται δηλαδή και επικρατεί η κριτική ματιά όσον αφορά στην παρατήρηση και εξήγηση της πραγματικότητας. Η ερμηνεία αντί της εξήγησης και απόδειξης, η περιγραφή αντί του ορισμού, η φαινομενολογική ανάλυση αντί της απλής περιγραφής και εξήγησης, που λέει ότι «αυτό που φαίνεται, αυτό και είναι», ότι δεν υπάρχει τίποτα πέρα από τις αισθήσεις μας.

Οι νέες αυτές μεθοδολογίες έχουν επαληθευτεί μέσα από τα επιτεύγματα της σύγχρονης επιστήμης. Στην ίδια τη μέθοδο ανάλυσης συντελέστηκε μια επαναστατική καινοτομία: απομακρυνόμαστε από την εμπειρική (γνωστή ως «πραγματική») ανάλυση όπου παίρνουμε ένα όλον και το κατατέμνουμε στα μέρη του, ώστε να το εξηγήσουμε και να κατανοήσουμε τις λειτουργίες του – καθώς επίσης και από την αντίστροφή της κίνηση, την πραγματική σύνθεση, την ανασύνθεση του αρχικού όλου ως απλό άθροισμα των μερών του.

Περνάμε έτσι στη μέθοδο της λογικής ανάλυσης και της αφαίρεσης. Η λογική ανάλυση είναι μια νοητική διαδικασία αντίθετη από την πραγματική ανάλυση. Έχοντας επίγνωση ότι την πραγματικότητα, το περιβάλλον, τη φύση και τον άνθρωπο τα προσεγγίζουμε μέσα από το εννοιολογικό και συμβολικό πλέγμα της γλώσσας, προσεγγίζουμε το φαινόμενο εννοιολογικά. Παρατηρούμε την εκδήλωσή του, αλλά δεν μένουμε σε αυτή. Παρατηρούμε και περιγράφουμε τις εκφάνσεις του, τις λειτουργίες του, αφαιρώντας ότι είναι ειδικό-μερικό, επουσιώδες για την ταυτότητα του αντικειμένου ή φαινομένου, δίνουμε έμφαση σε ό,τι επαναλαμβάνεται ή προκαλεί τη συνείδηση, στο ανοίκειο στοιχείο ή εκδήλωση που άλλοτε βγάζει μάτι και άλλοτε περνάει απαρατήρητο, αλλά χωρίς αυτό δεν υφίσταται το φαινόμενο (εξού και η νοητική-εννοιολογική-λογική διαδικασία της αφαίρεσης). Αυτό που κάνουμε ουσιαστικά, είναι να προχωρούμε από το ειδικό, το συγκεκριμένο, στο γενικό και αφηρημένο, που είναι και η πραγματική πραγματικότητα. Και η οποία δεν φαίνεται άμεσα και εξ αρχής.

Η λογικο-αναλυτική και αφαιρετική μέθοδος μας αποκαλύπτει τις υπόγειες και αόρατες σχέσεις που συγκροτούν την πραγματικότητα, τις δομές που κρύβονται πίσω από ένα φαινόμενο ή γεγονός ή μια σειρά αυτών. Κάτω δηλαδή από την απατηλή επιφάνεια της φαινομενικής πραγματικότητας.

Αν δεν κατανοήσουμε τον χαρακτήρα, τη λειτουργία και τη σημασία αυτής της μεθόδου, δε θα κατανοήσουμε και τις νέες επιστημονικές θεωρίες και ερμηνείες. Ανάμεσά τους φυσικά και η ανάλυση του Μαρξ για το κεφάλαιο, το εμπόρευμα, την εργασία, την υπεραξία και γενικότερα για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Έτσι λοιπόν, όταν διαβάζουμε για τη διφυή φύση του εμπορεύματος, για τις δύο αντιφατικές πτυχές του, που δεν είναι άλλες από την αξία χρήσης και την ανταλλακτική αξία, συνήθως το εκλαμβάνουμε σαν μια εμπειρική-αισθητική διαδικασία. Φανταζόμαστε δηλαδή ότι «κόβουμε» το όποιο εμπόρευμα σε δύο κομμάτια, όπου το ένα είναι η αξία χρήσης και το άλλο η ανταλλακτική αξία. Λέμε βέβαια και το ότι οι δύο αντίθετες πτυχές συνυπάρχουν σε μια ενότητα, κάτι σαν δύο μισά άλλοτε κολλημένα και άλλοτε χωριστά ή το πολύ-πολύ σαν δύο ταμπέλες που έχει πάνω του το εμπόρευμα, όπου η μία γράφει αξία χρήσης και η άλλη ανταλλακτική αξία. Ο Μαρξ όμως δεν εξετάζει το εμπόρευμα σαν ένα απλώς χειροπιαστό πράγμα που μετά του κόβουμε και το ξανακολλάμε σε δύο ίσα μέρη. Το εξετάζει σαν μια έννοια, σαν κάτι που έχει μια απόσταση από το αισθητό πράγμα. Και μόνο αν το δούμε εννοιακά, μπορούμε να βρούμε τις κρυμμένες ιδιότητες και σχέσεις ή τις διαδικασίες που κρύβονται κάτω από τη φαινόμενη μορφή του.

Η ίδια η μορφή του εμπορεύματος είναι η υλική μορφή με την οποία γίνεται αισθητό, αλλά ταυτόχρονα είναι ο φορέας των αόρατων ιδιοτήτων και σχέσεων που το συγκροτούν ως κοινωνικό πράγμα, μια κοινωνική δηλαδή σχέση. Επομένως πρέπει να περιγράψουμε την εξωτερική μορφή ως μια γενική και αφαιρετική μορφή, ως έννοια «εμπόρευμα», να αφαιρέσουμε δηλαδή τις επιμέρους εμπειρικές μορφές που παίρνει (ύφασμα, σίδερο, σιτάρι κλπ.) και να το δούμε σαν μια αφηρημένη μορφή που είναι φορέας και εκδήλωση των κρυμμένων σχέσεων και ιδιοτήτων του. Αν ο Μαρξ δεν προσέγγιζε το εμπόρευμα σε αυτήν την αφαιρετική του διάσταση, να αγνοήσει επιμέρους πρακτικές ή συναισθήματα των ξεχωριστών ατόμων, παραγωγών, αγοραστών, εργατών κλπ., δεν θα έβλεπε την κοινωνική διάστασή του, την κοινωνική σχέση που το διέπει. Δεν θα κατανοούσε  ότι η αξία είναι μια κοινωνική σχέση, μια δομή, έκφραση της οποίας είναι η συλλογική εργασία. Επίσης αν δεν έβλεπε την ίδια την εργασία σαν γενική και αφηρημένη, δε θα συλλάμβανε την ιδέα της μέσης κοινωνικής εργασίας, του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, και άρα τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας και της παραγωγής, ως παράγοντα δημιουργίας αλλά και μέτρο της αξίας και της υπεραξίας.

Η πιο σημαντική ίσως ιδιότητα του εμπορεύματος που αποκρύβει την κοινωνική φύση του είναι ο φετιχιστικός χαρακτήρας του. Πρόκειται για την αντεστραμμένη κοινωνική σχέση της παραγωγής, της οικονομίας και της εργασίας, η οποία εμφανίζεται ή εκδηλώνεται στον εμπειρικό άνθρωπο ως σχέση και ως αίγλη των υλικών πραγμάτων – των προϊόντων (ή εμπορευμάτων). Το εμπόρευμα πλέον είναι η κυρίαρχη κοινωνική σχέση και αποθεώνεται μέσα από την ανώτερη αφαίρεσή του το χρήμα. Το χρήμα (ως εμπόρευμα) έχει τεράστιες, σχεδόν μαγικές και υπερφυσικές, δυνάμεις. Δηλαδή τις ίδιες δυνάμεις που έχει και οποιοδήποτε εμπόρευμα, αλλά εξυψωμένες σε υπερβολικό βαθμό, ως δύναμη. Ο ίδιος ο άνθρωπος γίνεται γρανάζι της εμπορευματικής κυκλοφορίας, το ίδιο και η εργασία του, άρα και ο ίδιος γίνεται εμπόρευμα.

Αν μείνουμε εδώ σε επουσιώδεις λεπτομέρειες ή μεμονωμένες περιπτώσεις, όπου υπάρχουν ανταλλαγές ή εργασία χωρίς χρήμα, όπου κάποια προϊόντα και υπηρεσίες είναι δωρεάν, τότε θα χάσουμε την πραγματική φύση και λειτουργία του εμπορεύματος και του καπιταλισμού. Χωρίς εμπόρευμα δεν υπάρχει καπιταλισμός, όπως επίσης δεν υπάρχει χωρίς υπεραξία. Εφόσον υπάρχουν αυτοί οι θεμελιώδεις παράγοντες, όλα τ’ άλλα, οι μη κερδοσκοπικές ανταλλαγές, οι έρανοι, οι πρακτικές αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης, οι προκαπιταλιστικές σχέσεις κοινοτισμού (π.χ. οικογένεια), εθελοντισμός, εναλλακτικά εγχειρήματα αυτοοργάνωσης, ο καπιταλισμός τα ενσωματώνει και τα αφομοιώνει.

Ο ίδιος ο Μαρξ παρουσιάζει επανειλημμένως τη μέθοδό του στο Κεφάλαιο. Εξηγεί ότι δεν λαμβάνει υπόψη του, δηλαδή ότι «αφαιρεί» ορισμένες λεπτομέρειες και επουσιώδη γεγονότα που σχετίζονται με το φαινόμενο που εξετάζει, για να επικεντρωθεί στα πιο σημαντικά και ουσιαστικά. Απομονώνει τα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία δεν καθορίζουν το αντικείμενό του. Επισημαίνει επίσης πως όταν αναλύσει το βασικό φαινόμενο, όταν καταλήξει σε ένα γενικό συμπέρασμα, τότε θα ξαναγυρίσει σε άλλες πτυχές του ή σε λεπτομέρειες που είχε «αγνοήσει», για να δει το φαινόμενο αυτό σφαιρικότερα. Έτσι ώστε από το γενικό και αφηρημένο να ξαναγυρίσει στο ειδικό και συγκεκριμένο, από πλεονεκτική θέση τώρα: έχει έναν μπούσουλα, ένα πλαίσιο, ένα οριοθετημένο πεδίο που το καθοδηγεί και καταλήγει σε ασφαλέστερα συμπεράσματα και ερμηνείες για την κοινωνία. Αν δεν το έκανε αυτό, αν μελετούσε τυχαία ή διάσπαρτα γεγονότα χωρίς σειρά, χωρίς προτεραιότητα και μέθοδο, θα εμπλεκόταν σε ένα κυκεώνα φαινομένων και στοιχείων, ειδικών περιπτώσεων και υποπεριπτώσεων και θα χανόταν έτσι σε ένα χάος πληροφοριών.

Αυτό δηλαδή που κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι με αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. Καταλήγοντας έτσι σε αντιφατικές στάσεις και εκτιμήσεις, ενώ συχνά αναγκάζονται, καθώς είναι μπλεγμένοι, να γίνουν παθητικοί και να παροπλιστούν από την κριτική σκέψη και την κατανόηση της πραγματικότητας. Η σύγχυση και η απογοήτευση εγκλωβίζουν τα άτομα στην αδράνεια. Αυτή είναι η συνήθεια, η στάση του καθημερινού «μέσου» ανθρώπου.

24/12/2016

Η διαλεκτική αντίθεση στη σκέψη του Φρόυντ

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Η σκέψη του Φρόιντ, παρόλο που για τους επικριτές του είναι κλασική ορθολογική έως θετικιστική, δηλαδή ερμηνεύει τον ανθρώπινο ψυχισμό με όρους μηχανιστικούς και ντετερμινιστικούς, κατά τη γνώμη μου έχει ριζοσπαστικές μεθόδους ανάλυσης-ερμηνείας και ιδέες. Μια από αυτές είναι η διαλεκτική σχέση αντίθεσης στην ψυχική λειτουργία. Καταρχάς, η αντίθεση συνειδητού/ασυνείδητου συνιστά ένα τέτοιο αντιθετικό σχήμα, μια σχέση που συγκροτεί τη δομή της ανθρώπινης συμπεριφοράς, των ορμών, των κινήτρων και των ψυχικών συγκρούσεων ή συμπλεγμάτων.

Έτσι, σύμφωνα με τον Φρόιντ, κάθε επιθυμία ή ορμή που απωθείται στο ασυνείδητο, εκφράζεται στο συνειδητό επίπεδο με την αντίθετη μορφή. Για παράδειγμα, η ευχαρίστηση που προκαλείται από τον αυνανισμό στην παιδική ηλικία, όταν κατασταλεί εξαιτίας πολιτισμικών στερεοτύπων και απαγορεύσεων (που αναπαράγονται πρωταρχικά μέσα στις οικογενειακές σχέσεις), τότε μετατρέπεται σε καταπιεσμένη επιθυμία, απωθείται στο ασυνείδητο και έρχεται στην επιφάνεια ως συνειδητή τάση με την αντίθετή της μορφή: με την ενοχή και το άγχος σε σχέση με πράγματα που συμβολίζουν και συνδέονται συνειρμικά με την πράξη του παιδικού αυνανισμού. Επίσης μπορεί το παιδικό άσθμα να είναι μια μορφή ενοχής για την πρώιμη σεξουαλική επιθυμία και ορμή. Έτσι, το συνειδητό, μπορεί να είναι και μια σωματική έκφραση-σύμπτωμα του ψυχικού (ασυνείδητου) υλικού, όπου οι εσωτερικές συγκρούσεις μετατρέπονται σε βιολογική (παθολογική) λειτουργία.

Συνεπώς εδώ έχουμε ακόμη μια αντιθετική και ταυτόχρονα ενοποιητική σχέση: σώμα-βιολογία / ψυχή-πνεύμα-σκέψη. Το ένα επηρεάζει το άλλο, διαλεκτικά, το ένα μπορεί να μεταλλαχθεί στο άλλο, στο αντίθετό του. Ενώ και τα δυο μαζί συνιστούν μια ψυχοσωματική ενότητα-ολότητα που η λειτουργία της καθορίζεται από την εν λόγω αντίθεση. Εδώ φαίνεται και η ολιστική προσέγγιση στη φροϋδική σκέψη, αφού ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως μια ολότητα και όχι αποσπασματικά μέσα από διχοτομίες.

Χαρακτηριστική αντίθεση είναι η αντίδραση απέναντι στη σεξουαλική επιθυμία, συγκεκριμένα στο αντικείμενο του πόθου: συχνά η συνειδητή απόρριψη και η άρνηση σημαίνουν ασυνείδητη επιθυμία, δηλαδή επιθυμία που έχει απωθηθεί στο ασυνείδητο και δημιουργεί τόσο άγχος και φόβο που είναι πιο λειτουργικό για το άτομο να την «θάβει» στο ασυνείδητό του, να μην ξέρει ότι υπάρχει. Ανάλογες αντιθετικά δίπολα κρύβονται πίσω (ή κάτω) από τα όνειρα. Από τα ιστορικά ασθενών του, ο Φρόυντ έχει καταγράψει περιπτώσεις όπου εμφανίζεται ένα πρόσωπο στη θέση ενός άλλου προσώπου, που η επιθυμία για αυτό έχει απωθηθεί. Επίσης στο συνειδητό επίπεδο, η επιθυμία για ένα πρόσωπο συχνά υποκαθιστά την απωθημένη ερωτική επιθυμία για τον γονέα. Τυπική αντίδραση είναι εξάλλου η αντίθεση ανάμεσα στο μίσος προς τον πατέρα (π.χ. ευχή να πάθει κάτι κακό ή να πεθάνει-να εξαφανιστεί ο πατέρας), στο ασυνείδητο επίπεδο και στο αίσθημα στοργής προς τον πατέρα, ως αναπλήρωση που καλύπτει την απώθηση και ταυτόχρονα την αμβλύνει, στο συνειδητό του ατόμου.

Το αντίστοιχο μπορεί να εκφραστεί και στο όνειρο. Ή το «έξω» να σημαίνει «μέσα», το «όχι» να είναι «ναι», η «φωτιά» να αντικαθιστά «το υγρό», κάποιος που ενδόμυχα φοβάσαι στο όνειρο εμφανίζεται ως σωτήρας σου κοκ.  Αλλά και το ίδιο το όνειρο είναι η επιφανειακή έκφραση ασυνείδητων απωθημένων επιθυμιών: εδώ η μη εκπληρωμένη λόγω της απώθησης επιθυμία, εμφανίζεται στο όνειρο ως εκπληρωμένη επιθυμία, αλλά ωστόσο καλυμμένη, ανεστραμμένη.

Είμαστε λοιπόν οι αντιθέσεις ή οι αντιφάσεις μας; Για την φροϋδική ανάλυση-ερμηνεία και αντίληψη φαίνεται πως είναι κάπως έτσι: η διαλεκτική ενότητα των αντιθέτων συγκροτεί την ψυχολογική λειτουργία. Ο άνθρωπος είναι μια διαλεκτική ενότητα αντιθέσεων, ψυχικών και σωματικών, συνειδητών και ασυνείδητων, παραλογισμών και λογικών εξιδανικεύσεων, ορμών-ενστίκτων και εκλογικευμένων κοινωνικών ελέγχων. Με άλλα λόγια, αντιθετικών δυνάμεων που συγκρούονται, παράγοντας όμως μια συνθετική ενότητα η οποία βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, ρευστή μια και συμπαγής ταυτόχρονα – όπως και η ίδια η ζωή.

Όμως αν η συμπεριφορά μας καθορίζεται από μια διαρκή πάλη αντίθετων δυνάμεων, τότε η ανθρώπινη ψυχολογία είναι «υποκινούμενη» και άρα ο άνθρωπος δεν είναι αυτόνομος και ελεύθερος, κυρίαρχος του εαυτού του. Μόνο αν το ασυνείδητο υλικό έρθει στην επιφάνεια και γίνει αντιληπτό-συνειδητό μπορεί να απελευθερωθεί από τις υπόγειες ορμές, ένστικτα και κίνητρα που τον διαμορφώνουν και καθορίζουν τη ζωή του. Η αυτοανάλυση όμως πρέπει να γίνει και σε συλλογικό επίπεδο, ώστε να αναβαθμιστεί η κοινωνική συνείδηση. Από την άλλη, αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς μια πολιτισμική επανάσταση και ανατροπή. Γιατί η εξουσιαστική-ιεραρχική(ταξική) κοινωνία και ο πολιτισμός της εμποδίζουν αυτήν την απελευθερωτική διαδικασία προς την ατομική και συλλογική αυτογνωσία και τη χειραφέτηση της ατομικής και συλλογικής ψυχολογίας – άρα και συνείδησης. Ο υπαρκτός πολιτισμός της κυριαρχίας είναι στην ουσία μια καλυμμένη βαρβαρότητα: ελέγχει και καταπιέζει τα άτομα, τα εξαναγκάζει να προσαρμόζονται στην εξουσιαστική πραγματικότητα (να γίνονται «κανονικά», «φυσιολογικά»), δημιουργεί σχέσεις υποκριτικές που καταπιέζουν τις επιθυμίες και τις ορμές του ατόμου, ανατρέφοντας έτσι παιδιά στερημένα που γίνονται νευρωτικοί και ψυχωτικοί ενήλικες, άνθρωποι ανώριμοι, ανεύθυνοι, ανεπαρκείς και χωρίς αυτοεκτίμηση, ανεύθυνοι, ανίκανοι να ζήσουν αυτόνομα και να ελέγξουν-κατεθύνουν τη ζωή τους.

Η ανατροπή του υπαρκτού ψευδοπολιτισμού, αποκτά εκ νέου νόημα για την επαναστατική σκέψη και πράξη. Εδώ αξίζει να θυμηθούμε τη βαθιά επαναστατική κριτική του Φρόυντ απέναντι στον «πολιτισμό ως πηγή δυστυχίας». Υποστηρίζει, ότι ακόμα και τα πιο υψηλά, πνευματικά και τεχνικά (και φαινομενικά αθώα) επιτεύγματα του πολιτισμού κρύβουν στο βάθος σκοτεινά ένστικτα και κίνητρα (που μεταλλάσσονται σε στερεότυπα, νόμους, απαγορεύσεις κλπ). Η διεισδυτική-ενορατική ανάλυσή του φτάνει τελικά στο ίδιο το έθνος και την πατρίδα (στο κεφάλαιο περί αυταπάτης, όπου ασκεί κριτική στη θρησκεία), λέγοντας ότι όταν μια κοινωνία επαίρεται ή αυτοθαυμάζεται για τα θετικά και ιδανικά πνευματικά της αγαθά, ακόμη και αυτή η θεωρούμενη αθώα και ανθρωπιστική στάση υπερηφάνειας, οδηγεί εύκολα στον εθνικισμό και τον σοβινισμό. Γιατί; Μα ακριβώς διότι το ψυχολογικό – και κατ’ επέκταση ιδεολογικό – υπόβαθρό της είναι το συναίσθημα ότι «εμείς» είμαστε ανώτεροι από τους «άλλους», οι οποίοι φυσικά είναι κατώτεροι. Και μιλάμε για μια ενδόμυχη ψυχική στάση και δυναμική, άρα επικίνδυνη, στο βαθμό που υπό κατάλληλες συνθήκες μπορεί να εκδηλωθεί με εξουσιαστικό-αυταρχικό και ρατσιστικό περιεχόμενο.

14/12/2016

Από τον Γκρίλο ως τον Ιγκλέσιας και από εκεί στον Κάστρο: τόσο μακριά μα και τόσο («παράδοξα») κοντά

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Ο θάνατος του Φιντέλ Κάστρο έφερε, για ακόμη μια φορά, στο προσκήνιο και τον δημόσιο αντί-λογο το ζήτημα του κουβανικού καθεστώτος, καθώς και του σοσιαλιστικού πειράματος γενικότερα στην υφήλιο. Ήταν κομμουνιστικό και επαναστατικό το καθεστώς του Κάστρο; Τι είναι επανάσταση; Ποιος ο ρόλος της κουβανικής επανάστασης στον ιστορικό ρου και στην (όποια) κοινωνική αλλαγή; Ας κάνω ξεκάθαρο εδώ ότι δεν έχω τη φιλοδοξία να απαντήσω σε όλα αυτά τα ζητήματα στα περιορισμένα όρια ενός άρθρου-σχόλιο στην επικαιρότητα. Θα επικεντρωθώ σε κάποια χαρακτηριστικά, κατά την δική μου οπτική, της κουβανικής κοινωνίας και σε ορισμένες ομοιότητες που διακρίνω ανάμεσα σε – κατά τ’ άλλα – διαφορετικά κοινωνικά μοντέλα και ιδεολογικά μορφώματα.

Καταρχήν, η σημασία και ο καταλυτικός ρόλος της κουβανικής επανάστασης στη διεθνή ιστορική σκηνή και στα σύγχρονα επαναστατικά κινήματα είναι αναμφισβήτητη – αν και για μια μεγάλη περίοδο η προσωπικότητα του Τσε Γκεβάρα (και το πρόταγμά του για «διαρκή επανάσταση») ήταν που έδινε τον τόνο και την ξεχωριστή αίγλη του επαναστατικού οράματος στους εξεγερμένους και αγωνιστές, όπου γης. Όμως, με τα χρόνια, το καθεστώς Κάστρο εξελίχθηκε σε κάτι πολύ διαφορετικό: ένα αυταρχικό, κρατικίστικο καθεστώς. Με όλα τα σημαντικά επιτεύγματά του στο κοινωνικό επίπεδο (παιδεία, υγεία) δεν μπορεί να θεωρηθεί ένα κομμουνιστικό ή επαναστατικό κοινωνικό μοντέλο. Εξάλλου, καθεστώς και επαναστατικό είναι σχήμα οξύμωρο. Η κουβανική κοινωνία «κόλλησε» με όλες τις ασθένειες του κρατικού σοσιαλ-καπιταλισμού: το άτομο ασφυκτιά από την έλλειψη αυτό-καθορισμού, αυτόνομης προσωπικότητας, ελευθερίας έκφρασης, ελευθερίας επιλογής – έστω και με την ψευδεπίγραφη εκδοχή τους στον φιλελεύθερο καπιταλισμό. Πολλοί βασανίζονταν σε αυτά τα «σοσιαλιστικά» καθεστώτα από τον θανατερό κρατικό έλεγχο πάνω στη ζωή και στη σκέψη τους, από την καταστολή και το φακέλωμα, και πολλοί από αυτούς βίωναν το βαρύ και σκληρό χέρι του κράτους που τιμωρούσε αυστηρά τους αντιφρονούντες, που ήθελαν να σκέπτονται και να ζουν διαφορετικά, με έναν αέρα ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Αυτό σίγουρα είναι δυσφήμιση του κομμουνισμού και της επανάστασης – δεν μπορεί βέβαια να αποτελεί επαναστατική πρόταση για το σήμερα.

Η μονοτονία-μιζέρια της καθημερινής ζωής, όπου ο άνθρωπος είναι απλά ένας αριθμός για το κρατικά ελεγχόμενο και απρόσωπο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα (την απάνθρωπη και απρόσωπη γραφειοκρατία), ήταν αυτή που έκανε την αίγλη του «αντίπαλου συστήματος» να αυξάνει συνεχώς την επιρροή της στο φαντασιακό των υπηκόων των κρατικοδίαιτων σοσιαλιστικών χωρών. Χωρίς να υποτιμώνται βέβαια οι επιμέρους κοινωνικές και πολιτικο-ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους. Όσο για την παιδεία και την υγεία, τομείς για τους οποίους μπορεί να καυχιέται και να υπερηφανεύεται το κουβανικό καθεστώς, ας μην ξεχνάμε ότι είναι κι αυτοί τρόποι προπαγάνδας μιας πατριωτικής και εθνικής ιδεολογίας, τουλάχιστον έτσι εργαλειοποιούνται στα χέρια της εξουσίας. Κάθε έθνος-κράτος εξάγει και διαφημίζει τα αγαθά στα οποία υπερτερεί, λόγω της ποιότητάς τους. Με αυτόν τον τρόπο αποκτά οπαδούς στη διεθνή σφαίρα και ενισχύεται ιδεολογικά και πολιτικά. Γιατί ούτε από την ιδεολογία του έθνους ή της πατρίδας γλύτωσε ο κουβανέζικος «σοσιαλισμός». Ξέρουμε όμως ότι σοσιαλισμός σε μια χώρα δεν επιβιώνει: κλείνεται στον εαυτό του και μαραζώνει, παρακμάζει σε μια ολοκληρωτική καρικατούρα λαϊκίστικου, σοσιαλ-κρατικού εθνισμού.

Έτσι, καταρρέει και ο μύθος της ανεξάρτητης και ελεύθερης χώρας. Διότι η Κούβα ήταν πλήρως εξαρτημένη από τη Σοβιετική Ένωση, δεν θα επιβίωνε χωρίς τη βοήθεια και τη στήριξή της, σε όλα τα επίπεδα. Ενώ όταν έπαψε το κρατικό οξυγόνο της υπερδύναμης, η Κούβα πήρε την κάτω βόλτα. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι ο ίδιος ο Κάστρο ξεκίνησε ιδεολογικά ως εθνικιστής που «στρατολογήθηκε» ιδεολογικά από τον Γκεβάρα. Και για τους δύσπιστους, την καλύτερη σύνδεση κουβανικής επανάστασης και εθνικής-πατριωτικής επανάστασης την έκανε ο πρωθυπουργός μας, στον επικήδειο λόγο του, όπου έβαλε δίπλα-δίπλα τις φουστανέλες, το «ελευθερία ή θάνατος», το «για την πατρίδα», του 1821 με τα επαναστατικά λάβαρα και το κοινωνικό πείραμα που επιχειρήθηκε στην μακρινή Κούβα. Και τι μένει τελικά; Μα η «πατρίδα» και το «έθνος», το κοινό στοιχείο που συνδέει μ’ ένα αόρατο νήμα τον κρατικό-αυταρχικό καπιταλισμό με τον φιλελεύθερο καπιταλισμό έμμεσης  χειραγώγησης και ελέγχου – αλλά εξίσου αποτελεσματικών. Αλλά επίσης ενώνει όλο το ιδεολογικοπολιτικό φάσμα: από την ακροδεξιά έως την αριστερά, ακόμη κι ένα κομμάτι της αντιεξουσίας. Όμως η πατρίδα και το έθνος, οδηγούν σε κλείσιμο των κοινωνιών, σε αμυντική στάση και τελικά στον εθνικισμό, στον σωβινισμό, στον πόλεμο. Είναι το άλλοθι της εξουσίας, αριστερής και δεξιάς, τόσο για την καταπίεση-εκμετάλλευση στο εσωτερικό, όσο και για την επιθετική επέκταση (στρατιωτική ή οικονομική) στο εξωτερικό. Είναι το κλείσιμο της σκέψης και του πολιτισμού σε στενούς ορίζοντες (σύνορα που διαχωρίζουν το «εμείς» από το «οι άλλοι») ή στην στυγνή κυριαρχία των ισχυρών έναντι άλλων λαών και χωρών.

Πώς εξηγείται το πισωγύρισμα αυτό σε μύθους και ψευδαισθήσεις του παρελθόντος; Οι άνθρωποι όταν βρίσκονται σε αδιέξοδο, συνειδησιακό και ψυχολογικό, συνηθίζουν να γυρνούν σε παλιά δοκιμασμένα και οικεία πράγματα που ελπίζουν ότι θα τους δώσουν λύσεις και θα τους οδηγήσουν στη σωτηρία. Τέτοια πράγματα είναι η πατρίδα, το έθνος, η φυλή, η οικογένεια, η εκκλησία κλπ. Σήμερα είναι ολοφάνερο και πολύ πιεστικό-αγχωτικό το αδιέξοδο στην επαναστατική θεωρία και πράξη και γενικότερα στον τρόπο αντίληψης και σκέψης του ανθρώπου. Το άγχος και η ανασφάλεια που προκαλεί αυτό το θεωρητικό, συνειδησιακό και πολιτισμικό έλλειμμα (κενό), πιστεύεται λανθασμένα ότι ξεπερνιούνται με τη νοσταλγία και τη στροφή σ’ ένα πλανερό «ιδανικό» παρελθόν, όμως γρήγορα επανακάμπτουν δριμύτερα και πιο απειλητικά.

Όταν ένα ψευδο-σοσιαλιστικό καθεστώς χάνει το κύρος του στο εσωτερικό του, λόγω της ανελευθερίας ή της σκληρότητας στη διακυβέρνησή του, λόγω του ότι αντίκειται στις βαθύτερες ψυχολογικές και υπαρξιακές ανάγκες του ανθρώπου, τότε παρακμάζει και καταρρέει, όπως συμβαίνει στην Κούβα, στην Κολομβία και στα εναπομείναντα εθνο-πατριωτικά κρατικιστικά «σοσιαλιστικά» καθεστώτα. Η καπιταλιστική αγορά θριαμβεύει, εφόσον τα κράτη αυτά επιβίωναν εν μέσω της διεθνούς καπιταλιστικής αγοράς-οικονομίας, και με υπόβαθρο τον πατριωτισμό-εθνισμό και τον κρατικό αυταρχισμό, δηλαδή δομικά χαρακτηριστικά του εξουσιαστικού-εκμεταλλευτικού συστήματος. Για να μην αναφέρουμε τα φαινόμενα διαφθοράς, ρουσφετιού, προνομίων των «δικών μας παιδιών», των λίγων εκλεκτών μελών της κομματικής και γραφειοκρατικής ελίτ, που ζουν σε πολύ καλύτερες συνθήκες από τους υπηκόους τους, τους φτωχούς και εξαθλιωμένους εργάτες και υπαλλήλους  (κατά τη γνωστή ρήση «μερικά ζώα είναι πιο ίσα από τα άλλα»…). Ενώ για την πλέμπα, επιφυλάσσεται η εξαχρείωση της πορνείας, του μαύρου εμπορίου και της μαύρης εργασίας σε τουριστικά θέρετρα, με αντάλλαγμα μια μικρή γεύση ή την ελπίδα ότι θα χαρούν τις καπιταλιστικές απολαύσεις. Ίσως η Κούβα διαφέρει ως ένα βαθμό, με την έννοια ότι το καθεστώς Κάστρο χαίρει μιας κοινωνικής αποδοχής και υποστήριξης (και λόγω μάλλον της κουλτούρας των ανθρώπων). Όμως οι αδυναμίες του, τα σημεία όπου χωλαίνει, όπως και τα φαινόμενα παρακμής είναι ορατά τόσο σε εσωτερικούς όσο και σε εξωτερικούς παρατηρητές.

Ωραία όλα αυτά, θα μου πείτε, και τι δουλειά έχει ο Γκρίλο με τον Ιγκλέσιας; Μα, ό,τι σχέση έχει … η εθνικόφρων έπαρση για τις γερμανικές αποζημιώσεις με τις εθνικιστικές κορώνες των τούρκων πολιτικών ηγετών. Δηλαδή εθνικισμό, πατριωτισμό, λαϊκισμό, κρατισμό και υποβόσκοντα φασισμό. Ας σχολιάσουμε καταρχάς τους δυο ευρωπαίους πολιτικούς. Ο πρώτος μιλάει για έθνος, πατρίδα (οπωσδήποτε ανεξάρτητα), για πουλημένους πολιτικούς κλπ, για την εξουσία στον λαό, δηλαδή μια από τα ίδια, ό,τι δηλαδή λένε όλοι οι καθεστωτικοί πολιτικοί εναντίον των οποίων ξιφουλκεί και δεν συγκρατεί τη γλώσσα του (αφού τους στολίζει με διάφορα κοσμητικά επίθετα που διεγείρουν την αυτό-απαξίωση των μαζών που εκφράζεται με την ορμή της εκδίκησης). Τώρα γιατί θα πρέπει εμείς οι απλοί πολίτες να πιστέψουμε ότι μόνο αυτός λέει την αλήθεια και ότι θα είναι φερέγγυος, μόνο αυτός το ξέρει. Ο δεύτερος; μια από τα ίδια κι αυτός, μόνο που βάζει και λίγο αλατοπίπερο (σοσιαλισμός, τύπου Κούβας και Κολομβίας). Δηλαδή πολύ κρατισμός-πατριωτισμός-σοσιαλίζων ολοκληρωτισμός.

Και ας κλείσουμε σιγά-σιγά με τα δυο τελευταία .. άσχετα ζητήματα. Πέρα από την ιστορική αμάθεια και την ιδεολογική εμπάθεια-δογματισμό, η αμφισβήτηση διεθνών νόμων, συνθηκών και συμφωνιών από την ελληνική μεριά, σχετικά με το θέμα των αποζημιώσεων, έδωσε το παράδειγμα (όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο) και στους γείτονές μας – εξίσου εθνικιστές-πατριώτες-κρατιστές-εξουσιομανείς με τους «δικούς μας» – οι οποίοι το ακολούθησαν πιστά (όχι ότι δε θα το έθεταν, αφού τους προσδίδει πολιτική υπεραξία στο ταραγμένο και προβληματικό εσωτερικό τους μέτωπο, όσο και λόγω και της γεωπολιτικής υπεροχής τους). Δηλαδή, στα παλιά μας τα παπούτσια οι διπλωματικές συμφωνίες και συνθήκες, εμείς έτσι γουστάρουμε, γιατί είμαστε μάγκες και απαιτούμε να τα διαλύσουμε όλα. Ενώ και η αριστερή μας κυβέρνηση συναγωνίζεται επάξια τους αστούς ή νεόκοπους σουλτάνους πολιτικούς: ο ξαναμμένος υπουργός πολέμου χεράκι-χεράκι με τα παλικάρια της ναζιστικής ορδής προκαλεί τους γείτονες υιοθετώντας την ατζέντα των ακροδεξιών φίλων του. Ακόμη λοιπόν δεν καταλαβαίνουμε πού οδηγούν αυτές οι εθνικιστικές υστερίες; Τόση ανεξάντλητη βλακεία, ανωριμότητα, κατώτερα ένστικτα (όλα για το κέρδος και την εξουσία) κατατρύχουν τους ανθρώπους, που μπροστά τους τα ζώα συχνά δείχνουν πιο σοφά και λιγότερο επικίνδυνα.

Αν δεν απαντηθεί αυτό το μεγάλο μυστήριο, τι τελικά είναι ο άνθρωπος και τι η συνείδηση:  είναι ζώο, ρομπότ, «ζόμπι» χωρίς καθόλου συνείδηση, πώς σκέφτεται, ποια είναι τα βασικά κίνητρά του; Αλλά επίσης, ποιο είναι το νόημα της ζωής τελικά και του σύμπαντος; Αν δεν λυθούν αυτά τα αρχέγονα φιλοσοφικά (και κατ’ επέκταση πολιτισμικά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά) ζητήματα, το μέλλον της ανθρωπότητας δεν τολμώ να το προβλέψω (όπως λέει και ο Χόκινγκ, μπορούμε να καταστρέψουμε τον πλανήτη, αλλά δεν μπορούμε να δραπετέψουμε από αυτόν, ενώ φαίνεται πιο εύκολο αυτό  – λόγω των ανθρώπινων ορμών αυτοκαταστροφής – από το να καταργήσουμε την ανισότητα και την υποκρισία-εξουσιομανία)…

10/12/2016