Category Archives: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΤΑ «ΑΥΤΙΣΤΙΚΑ» ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΟΝ ΑΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

Από τον Νώντα Κούκα

«Η επινόηση φυλετικών διαχωρισμών και αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους λαούς έρχεται σε πλήρη δυσαρμονία με την επιστήμη μας. Οι λόγοι για τους οποίους γίνεται κάτι τέτοιο είναι άθλιοι. Τα Μαθηματικά δεν ξεχωρίζουν ράτσες… για τα Μαθηματικά, ολόκληρος ο κόσμος είναι μια ενιαία χώρα»

Ντάβιντ Χίλμπερτ, από την ομιλία του στο Διεθνές Συνέδριο Μαθηματικών στη Μπολόνια, το 1928.

Ο καθολικός λόγος των μαθηματικών

Ο Ρίμαν είχε ξεκινήσει μια διαδικασία αναγέννησης στη μαθηματική σκέψη και η γενιά του Χίλμπερτ έδρεψε τους καρπούς της. Ο τελευταίος, το 1897, έγραψε πως επιθυμούσε να υλοποιήσει «την αρχή του Ρίμαν, σύμφωνα με την οποία οι αποδείξεις οφείλουν να βασίζονται στη σκέψη μόνο και όχι στους υπολογισμούς».

Το επαναστατικό όραμα του Ρίμαν, αναφορικά με τα μαθηματικά, συμπυκνωνόταν στην πίστη του πως τα θεμελιώδη ερωτήματα της φυσικής θα μπορούσαν κάποτε να απαντηθούν με την αποκλειστική χρήση των Μαθηματικών.

Οι τύποι και οι εξισώσεις δεν είναι παρά το αναγκαίο κακό ενός απλού παιχνιδιού τεχνικής για να μπορεί να υπερβαίνει ο μαθηματικός τη σπατάλη ενέργειας, έτσι ώστε να φθάνει πιο ακμαίος στη σύλληψη της βαθιάς δομής των Μαθηματικών. Βέβαια, κάτι τέτοιο θυμίζει λίγο ήξεις αφήξεις, διότι η τρέχουσα αντίληψη για τη μαθηματική απόδειξη τις περισσότερες φορές καθιστά τόσο πολύ τεχνική την απόδειξη ώστε το ίδιο το νόημά της να χάνεται κάπου στον ατέρμονα δρόμο της.

Ο Ινδός «μυστικιστής» μαθηματικός Ραμουνατζάν απέδειξε ότι αρκετές φορές οι γνώσεις και οι προσδοκίες κάλλιστα μπορούν όχι μόνο να αναστείλουν την ουσιαστική πρόοδο, αλλά και να την αντιστρέψουν κατά εκατόν ογδόντα μοίρες τόσο ώστε να φαίνεται μεν προς τα «μπρος», αλλά στην πραγματικότητα να είναι τελείως προς τα «πίσω». Οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί, γαλουχημένοι με τις παραδοσιακές μεθόδους γνώσης – τις εξουσιαστικές μεθόδους γνώσης που συνάδουν βέβαια με την ιδεολογία της ιστορικά εκάστοτε άρχουσας τάξης – δεν είναι και οι πιο κατάλληλοι αναγκαστικά να κάνουν το αποφασιστικό βήμα. Αντίθετα, θα λέγαμε, η αμφισβήτηση του ακαδημαϊκού κατεστημένου, και της κάθετα ιεραρχικής διαστρωμάτωσής του, είναι αυτή που κινεί την ιστορική πρόοδο της επιστήμης στην απόλυτη τιμή της.

Ο Ρίμαν πρότεινε τη θεώρηση των δομών και των οικουμενικών ιδεών. Άλλωστε και η μεγάλη μαθηματικός Τζούλια Ρόμπινσον, όπως και ο Χίλμπερτ, τόνιζε πως τα Μαθηματικά στέκονται πάνω από κάθε είδος περιορισμών και στενόμυαλων πεποιθήσεων. Περιέγραψε τους ισχυρούς δεσμούς ανάμεσα στους μαθηματικούς λέγοντας ότι «…αποτελούμε ένα έθνος μόνοι μας, χωρίς διακρίσεις γεωγραφικής προέλευσης, ράτσας, πίστης, φύλου, ηλικίας ή ακόμη και χρόνου (οι μαθηματικοί του παρελθόντος, καθώς και εκείνοι του μέλλοντος είναι κι αυτοί συνάδελφοί μας)».

 

Η έκπτωση του Φιλοσοφικού και Επιστημονικού Λόγου

Τα σημερινά υπολογιστικά μαθηματικά – όπως και ο σημερινός επιστημονισμός, γενικότερα – δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να συγκαλύπτουν την έλλειψη πραγματικής προόδου στην υπόθεση της Γνώσης – με το γάμμα κεφαλαίο. Πράγματι μπορούμε να διατυπώσουμε άνετα πια, το εξής θεώρημα: όσο μεγαλύτερη η υπολογιστική ισχύς του υπολογιστή, τόσο πιο λίγη η παραγωγή ελλαμπτικών ιδεών του ανθρώπινου μυαλού. Αποδεικνύοντας (χρειάζεται, άραγε;) τούτο το θεώρημα, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στην Κρίσιμη Πρόταση: η Αλήθεια δεν αποδεικνύεται εκ των υστέρων. Εκ των υστέρων αποδεικνύεται μονάχα η κάλλιστη ψευδαίσθηση. Κι αυτό επειδή η Αλήθεια και η απόδειξη προϋποθέτουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες μεθοδολογίες: στην απόδειξη, πρώτα ρωτάμε και μετά απαντάμε· στην Αλήθεια, πρώτα απαντάμε και μετά ρωτάμε. Ακριβώς αυτή τη θεμελιώδη διαφορά έρχεται να συστρέψει και να συσκοτίσει η μεγάλη ψευδαίσθηση του τεχνολογικού πολιτισμού. Έχει δηλαδή καταφέρει, κυριολεκτικά, να υποκαταστήσει τη σκέψη με την υπολογιστική απόδειξη· την Αλήθεια με τον φορμαλισμό του πειράματος, της μέτρησης και της παρατήρησης.

Όσο νόμιμη και κραταιά να είναι μια απόδειξη, το μόνο που πετυχαίνει είναι να βελτιώσει τη ρουτίνα της τυπικής, βήμα προς βήμα, συλλογιστικής απόδειξης. Ο Γκέντελ έδειξε οριστικά πια, πως η Αλήθεια είναι μη αποδείξιμη αλλά και μη αποφασίσιμη. Οι επιμέρους αληθινές ψευδαισθήσεις αποδεικνύονται κι αυτές προσωρινές. Τίποτε δεν αποκλείει, ας πούμε, την κατάργηση των «πραγματικών» αριθμών – ή και της ίδιας της έννοιας του «αριθμού», έτσι όπως μέχρι τώρα την έχουμε ορίσει (όχι μόνο δεν αποκλείεται κάτι τέτοιο, αλλά είναι και αρκετά πιθανό). Όταν ό,τι κι αν κάνεις, όποιο τέχνασμα και να έχεις χρησιμοποιήσει – θεμιτό ή αθέμιτο – δε σε οδηγεί πουθενά, και συνεχίζεις να στέκεσαι μπροστά σε έναν τσιμεντένιο τοίχο, τότε αν είσαι τίμιος επιστήμονας δύο πράγματα μπορείς να κάνεις. Παραδέχεσαι την ήττα σου και κάνεις πίσω· ή επιτίθεσαι ολομέτωπα και ορμάς να τον σπάσεις, ακόμη κι αν ξέρεις ότι μπορεί να σπάσεις τα μούτρα σου και όχι αυτόν. Η μόνη ανεπίτρεπτη επιστημονικά στάση είναι να προσποιείσαι ότι δεν τρέχει τίποτε και να συνεχίζεις την «προσφορά» σου στη μεγάλη αυταπάτη…

Κάθε τίμιος φιλόσοφος-επιστήμονας και μαθηματικός οφείλει να αναγνωρίσει, πως τόσο η δυτική φιλοσοφία όσο και η δυτική επιστήμη πολύ λίγο έχουν προοδεύσει, αναφορικά με τα αιώνια ζητήματα της Γνώσης: από πού ήρθαμε, ποιοι είμαστε, πού πάμε. Τα μυστήρια της «ζωής» και του «θανάτου» παραμένουν επτασφράγιστα μυστικά, προκαλώντας πολύ δυσάρεστη και αλγεινή εντύπωση για τις δυνατότητες του σημερινού επιστημονισμού, δεδομένης της ραγδαίας (υπερτιμημένης) τεχνογνωσίας του. Παρά, λοιπόν, την υποτιθέμενη υπεροχή του δυτικού πολιτισμού στην οργανωμένη και μεθοδευμένη επιστημονική έρευνα, σε ό,τι αφορά στα θεμελιώδη τουλάχιστον γνωσιολογικά ερωτήματα, «υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα – μπορούμε να τη γνωρίσουμε – και πώς τη γνωρίζουμε», η πρόοδος είναι σχεδόν μηδενική.

Απλά. Ο επιστημονισμός έχει μετατοπίσει το ζήτημα, και συνεχίζει να το μετατοπίζει στον οριζόντιο άξονά του· έχει κοντολογίς αντικαταστήσει τη βαθιά, κάθετη δομή της γνώσης με την επιφανειακή, πλατιά φόρμα της, όπου η κατάτμησή της σε πολλά επιμέρους γνωστικά αντικείμενα προκρίνει την απόδειξη σε βάρος της Αλήθειας· τον θετικισμό/φορμαλισμό, σε βάρος της ακαριαίας σύλληψης της Διαίσθησης. Βέβαια είναι η υλική συνθήκη του ταξικού-εξουσιαστικού πολιτισμού που υπαγορεύει την ιδεολογική εξέλιξη του επιστημονισμού, που τοποθετεί το κέρδος πάνω από την ύπαρξη κάθε έμβιου όντος (ανθρώπινου και μη), καθώς και ολόκληρου του οικοσυστήματος.

Η πανουργία του επιστημονισμού

Δύο πράγματα κάνει ο επιστημονισμός σαν η εντεταλμένη υπηρεσία του σύγχρονου, δυτικού, τεχνολογικού πολιτισμού. Αφενός, παρακολουθεί άγρυπνα (μέσω της τυπικής, κρατικής-ιδιωτικής εκπαίδευσης) τις επαναστατικές καινοτόμες θεωρήσεις των μεγάλων στοχαστών, οι οποίες είναι  εν δυνάμει επικίνδυνες για τη θετικιστική κοινωνική και οικονομική οργάνωση των σύγχρονων δυτικών και δυτικότροπων κοινωνιών. Και αφετέρου, κάθε φιλοσοφική-επιστημονική θεώρηση αποστεώνεται από το βάθος της οικουμενικής ιδέας της και, ή την κρύβει κάτω από το χαλί, αφήνοντας μόνο το μικρό δαχτυλάκι της έξω από αυτό να φαίνεται· ή αν μπορεί, την εντάσσει σε μια τεχνογνωσία προς όφελός της.

Για παράδειγμα, το Θεώρημα της μη Πληρότητας. Ένα θεώρημα που ανέτρεψε την αριστοτελική λογική και προειδοποίησε για τον στραβό δρόμο που έχει πάρει ένα μεγάλο κομμάτι, τουλάχιστον, των μαθηματικών. Έτσι τα μαθηματικά, αλλά δυστυχώς και οι ίδιοι οι μαθηματικοί υπάλληλοι, προσποιούνται πως μπορεί ο κλασικός μαθηματικός υπολογισμός να συνεχίζει το έργο του ανεξάρτητα από το πλήγμα που δέχτηκε. Βέβαια κάτι τέτοιο μπορεί πράγματι να γίνεται – τα μαθηματικά εξακολουθούν να λειτουργούν. Προσοχή όμως! … Λειτουργούν σε ένα τελείως ιδεολογικοποιημένο πια περιβάλλον, σαν μια τέλεια σχεδόν ψευδαίσθηση που συσκοτίζει τη Γνώση και προάγει απεριόριστα την ιδεολογία του κυβερνητικού καπιταλισμού. Εννοείται πως το δέλεαρ που χρησιμοποιεί προς εκμαυλισμό και εκφαυλισμό ο τεχνοκρατικός επιστημονισμός, είναι η δόξα και το χρήμα που επιφέρουν τα Νόμπελ και τα διάφορα άλλα βραβεία που προσφέρονται από την εξουσία.

Εσύ, Γκάους, τι λες;

Και ξαφνικά, κάπου εκεί γύρω στα 1970, οι πρώτοι αριθμοί αναγορεύτηκαν σε θεματοφύλακες των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ποιοι, οι πρώτοι αριθμοί! … Αυτοί, στους οποίους ο Χάρντι, ο μεγάλος αυτός μαθηματικός του Κέιμπριτζ, στο φημισμένο βιβλίου του, Απολογία ενός Μαθηματικού, ομνύει πίστη, καθώς γράφει «… το 317 είναι πρώτος, όχι επειδή το πιστεύουμε ή επειδή τα μυαλά μας είναι διαμορφωμένα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αλλά γιατί έτσι είναι, γιατί η μαθηματική πραγματικότητα είναι δομημένη με αυτόν τον τρόπο». Τούτοι λοιπόν οι δομικοί λίθοι της φύσης έγιναν κυριολεκτικά, από τη μια στιγμή στην άλλη, το κλειδί που εξασφαλίζει την ασφάλεια των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ο Χάρντι, όπως και κάθε τίμιος επιστήμονας, ήταν ανέκαθεν υπερήφανος για το πόσο «άχρηστα» είναι τα Μαθηματικά, και ειδικότερα η θεωρία αριθμών, στα προβλήματα της καθημερινής ζωής:

Τα «πραγματικά» Μαθηματικά των «πραγματικών» μαθηματικών, τα Μαθηματικά του Φερμά, του Όιλερ, του Γκάους, του Άμπελ και του Ρίμαν, είναι σχεδόν τελείως «άχρηστα» (και αυτό ισχύει τόσο για τα «θεωρητικά»  όσο και για τα «εφαρμοσμένα» Μαθηματικά). Δεν είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί η ύπαρξη κανενός αληθινού επαγγελματία μαθηματικού με βάση τη «χρησιμότητα» της προσφοράς του.

Κακόμοιρε, Χάρντι, δε θα μπορούσες ποτέ να κάνεις μεγαλύτερο λάθος. Τα Μαθηματικά του Φερμά, του Γκάους και του Ρίμαν έμελλαν να μπουν στην καρδιά του εμπορικού κόσμου – να γίνουν οι ιεροί θεματοφύλακες του αγοραίου καπιταλισμού. Λοιπόν, η ασφάλεια του «ηλεκτρονικού χωριού» εξαρτάται από την κατανόηση των πρώτων αριθμών. Γι’ αυτό, ένας «προβοκάτορας» καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, ο Πίτερ Σάρνακ, είχε πει ότι: Αν ζούσε σήμερα ο Γκάους, θα ήταν χάκερ.

Θα συμφωνήσουμε και θα επαυξήσουμε: θα ήταν χάκερ και συγχρόνως θα ξαναέκρυβε πιο καλά τα καινούρια Μαθηματικά που θα ξαναέγραφε…

25/3/2016

«victimus GEGAN» (11 Οκτωβρίου 1796 – 18 Μαρτίου 2016)

Από τον Νώντα Κούκα

Αντί προοιμίου

Η πορεία της μαθηματικής σκέψης αποτελεί, αναμφισβήτητα, τον ακριβέστερο ιδεολογικό καθρέφτη όλων των φάσεων του πολιτισμού, ο οποίος λαμβάνει χώρα κατά τους ιστορικούς μετασχηματισμούς των οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεών του. Για του λόγου το αληθές, ενδεικτικά μόνο, αναφέρουμε τρεις τίμιους γίγαντες της μαθηματικής επιστήμης, τον Γκάους, τον Ρίμαν και τον Χίλμπερτ, οι οποίοι (διαισθητικά;) σηματοδότησαν την πιο λαμπρή αντίσταση ενάντια στη λαίλαπα του θετικισμού (και του νέο-θετικισμού, βέβαια) που απελευθέρωσε ο εργαλειακός «ορθολογισμός» του Διαφωτισμού.

Ο Γκάους, όπως έχουμε ήδη ξαναγράψει, απέφευγε να δημοσιοποιήσει τις μεγαλοφυείς ανακαλύψεις του και κατηγορήθηκε γι’ αυτό· ότι έτσι καθυστέρησε τις εξελίξεις των μαθηματικών κατά μισό αιώνα. Ο μεγάλος αυτός «μυστικιστής» της μαθηματικής επιστήμης, μάλλον είχε διαισθανθεί την αγαστή συνεργασία της εξουσίας με την επιστήμη γενικώς, καθώς και τη συμπαρομαρτούσα αλλοτρίωση της δεύτερης από την πρώτη. Ο μεγάλος διάδοχός του, ο Ρίμαν, ξεκίνησε κι αυτός την επαναστατική μεταστροφή των Μαθηματικών: από τα μαθηματικά των τύπων και των εξισώσεων, στα μαθηματικά των ιδεών και της αφαίρεσης. Κατόπιν ο άλλος μεγάλος μαθηματικός, ο Χίλμπερτ, ήταν αυτός που έθεσε, το 1900, τα 23 περίφημα προβλήματα που επρόκειτο να αντιμετωπίσουν οι μαθηματικοί του 20ού αιώνα. Τα εν λόγω προβλήματα προέτρεπαν τη μαθηματική κοινότητα να διερευνήσει τις θεμελιώδεις έννοιες, αντί να εστιάζει στα συγκεκριμένα ερωτήματα, όπως το Τελευταίο Θεώρημα του Φερμά.

Δυστυχώς, η τωρινή επιλογή των 7 προβλημάτων για τη νέα χιλιετία, που θα απασχολήσουν τους μαθηματικούς του επόμενου αιώνα, είναι πολύ πιο συντηρητικής νοοτροπίας από αυτά που ο Χίλμπερτ έθεσε, τον προηγούμενο αιώνα. Και το γεγονός αυτό καταδεικνύει την επιρροή της καπιταλιστικής ιδεολογίας σε ολόκληρο το σύστημα της επιστήμης (λέγε με επιστημονισμό). Ας ξετυλίξουμε όμως τα πράγματα με τη σωστή χρονολογική σειρά.

Δύο διαφωτισμοί σε μία Διαφώτιση: παιδεία vs εκπαίδευσης   

Γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα, οι μαθηματικοί του Παρισιού άρχισαν να στοιχίζονται όλο και πιο πολύ πίσω από μια χρησιμοθηρική νοοτροπία αναφορικά με την επιστήμη τους. Υπέταξαν τα μαθηματικά στην εξυπηρέτηση των αναγκών ενός βιομηχανοποιημένου κράτους που γιγαντωνόταν αλματωδώς. Ο Ναπολέων, πιστός στα κελεύσματα της επανάστασης του 1789, επέβαλε την αντίληψη που ήθελε μια μηχανική κοινωνία άψογα οργανωμένη στα πρότυπα της στρατιωτικής εκπαίδευσης. Εξού και η ίδρυση της Πολυτεχνικής Σχολής [Ecole Polytechnique] προς εξυπηρέτηση των πολεμικών του σκοπών. Αναγνώρισε ότι η εκπαίδευση θα μπορούσε να αποτελέσει κυριολεκτικά τη ραχοκοκκαλιά στην ανοικοδόμηση της εθνικής ταυτότητας της Γαλλίας. Έτσι τα σχολεία του έγιναν μεν αξιοκρατικά (έδιναν σε όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους προέλευση, τη δυνατότητα να φοιτήσουν), από την άλλη όμως ασπάστηκαν μια τελείως ιδεολογικοποιημένη αντίληψη της εκπαίδευσης που ήθελε την υποταγή της επιστήμης στην υπηρεσία του κράτους και της ραγδαία ανερχόμενης κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Ιδού λοιπόν πώς ο γαλλικός κυρίως, αλλά και ο αγγλικός, διαφωτισμός όχι μόνο βαδίζει πιστά στ’ αχνάρια της βασικής αντίθεσης/εξιλέωσης ανάμεσα στον εσωτερικό και τον εξωτερικό πολιτισμό αλλά, συγχρόνως με ένα ποιοτικό άλμα, την απογειώνει τόσο, ώστε της παραδίδει σχεδόν το κλειδί για να κλειδαμπαρώσει άπαξ διά παντός την ίδια την ιστορία· δηλαδή, να κατοχυρώσει εσαεί την ιστορική της προοπτική.

Στην άλλη πλευρά των συνόρων, η κατάσταση ήταν τελείως διαφορετική. Ο φιλόσοφος και επιστήμων Βίλχελμ φον Χούμπολντ – που έγινε, το 1809, υπουργός παιδείας της Πρωσίας (κράτος της Βόρειας Γερμανίας) – ήταν στην κυριολεξία ο αντίποδας του Ναπολέοντα. Θεωρούσε την επιστημονική γνώση αυτοσκοπό και επιθυμούσε διακαώς τον εξοβελισμό των χρησιμοθηρικών εφαρμογών στη διδασκαλία των επιστημών. Ένθερμος υποστηρικτής των νέο-ανθρωπιστικών σπουδών ο Χούμπολντ, τόσο ως δημόσιος λειτουργός όσο και ως βαθυστόχαστος άνθρωπος, υλοποίησε επανάσταση μακροπρόθεσμης προοπτικής: τα προηγούμενα εκπαιδευτικά μοντέλα απέβλεπαν στη δημιουργία ικανών δημοσίων υπαλλήλων, προς δόξαν της Πρωσίας. Στο εξής τα πράγματα της εκπαίδευσης θα επαναπροσδιορίζονταν άρδην, με έμφαση προς την παιδεία· θα ικανοποιούσαν κυρίως τις ανάγκες του ατόμου και όχι του κράτους.

Σε όλη την Πρωσία και το γειτονικό κρατίδιο του Ανόβερου ιδρύθηκαν νέα σχολεία, που ονομάστηκαν Γυμνάσια, οι καθηγητές των οποίων δεν ήταν πια κληρικοί – όπως παλιά – αλλά απόφοιτοι των νέων πανεπιστημίων και των πολυτεχνικών σχολών που είχαν αρχίσει να ιδρύονται παντού την ίδια περίοδο. Το περίφημο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου – που ιδρύθηκε το 1810, κατά τη διάρκεια της γαλλικής κατοχής – για πρώτη φορά υιοθέτησε, παράλληλα με τη δραστηριότητα της διδασκαλίας, και αυτήν της έρευνας. Ο Χούμπολντ δήλωνε: «Η πανεπιστημιακή διδασκαλία δεν μας προσφέρει μόνο τη δυνατότητα να κατανοήσουμε την ενότητα της επιστήμης αλλά και την προοπτική της».

Για πρώτη φορά η μελέτη των μαθηματικών θα καταλάμβανε σημαντική θέση στα προγράμματα των νέων γυμνασίων και πανεπιστημίων. Οι φοιτητές ενθαρρύνονταν να σπουδάζουν Μαθηματικά για τα μαθηματικά· και όχι στα πλαίσια της εξυπηρέτησης των άλλων επιστημών ή πρακτικών αναγκών – πράγμα που ερχόταν σε μετωπική σύγκρουση με τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του Ναπολέοντα, ο οποίος θεωρούσε τα Μαθηματικά σε διατεταγμένη υπηρεσία των στρατιωτικών επεκτατικών στόχων της Γαλλίας.

Χούμπολντ λοιπόν εναντίον Ναπολέοντα. Οι θέσεις του πρώτου για τη μεταβίβαση από τη διδασκαλία της επιστήμης ως πρακτικού εργαλείου (θέση του δεύτερου), προς την αισθητικώς, τουλάχιστον, αρτιότερη αντιμετώπιση της γνώσης ως αυτοσκοπού σηματοδοτεί ακριβώς και αντανακλά τη βασική αντίθεση που διέπει τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό: ο γαλλικός, όπως και ο αγγλικός διαφωτισμός προέκρινε τον θετικιστικό ωφελιμισμό-πραγματισμό της νεότερης επιστήμης μέσω της εκπαίδευσης· ενώ η γερμανική πλευρά επέλεξε την νέο-ανθρωπιστική «ρομαντική» παιδεία, κόντρα στη ραγδαία αναπτυσσόμενη βιομηχανοποίηση, που ήταν το κεντρικό ιδεολόγημα της ισοπεδωτικής ιδεολογίας του έθνους-κράτους και της εθνικής ταυτότητας. Με άλλα λόγια, η γερμανική ιδεολογία ουδέποτε προσχώρησε στη γαλλο-αγγλική έννοια του έθνους-κράτους· αντίθετα, ενδυνάμωσε τον ήδη υπάρχοντα ιδεαλισμό και ενθάρρυνε ακόμη περισσότερο, μέσω του «δικού» της διαφωτισμού, την προϋπάρχουσα έννοια «Volk» («λαός»).

Η μεγάλη συστροφή των κωδίκων

Περνώντας στο κεντρικό σημείο της συζήτησης που μας ενδιαφέρει, διαπιστώνουμε ύστερα απ’ όσα γράψαμε τις δύο ακρογωνιαίες συστροφές των κωδίκων του νεότερου δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού – έτσι όπως αυτές προέκυψαν από τον Διαφωτισμό: από τη μια μεριά, εκδηλώνεται η τάση της θετικιστικής, ωφελιμιστικής, τεχνοκρατικής εκπαίδευσης που ασπάστηκε ο γαλλο-αγγλικός διαφωτισμός, και που θεωρείται η σημερινή κυρίαρχη τάση προς τα «εμπρός» του αχαλίνωτου καπιταλισμού-κυβερνητισμού. Και από την άλλη, αναδύεται η «ρομαντική», «νοσταλγική» τάση της κλασικής παιδείας, η οποία βέβαια σήμερα, στην καλύτερη περίπτωση, θεωρείται ως το γραφικό ορφανό παιδί της σύγχρονης εκπαίδευσης του τεχνολογικού επιστημονισμού. Παρεμπιπτόντως, να αναφέρουμε πως δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι, αναφορικά με την πολιτιστική παράδοση της αρχαιότητας, ο γερμανικός διαφωτισμός αγκάλιασε την αρχαία Ελλάδα, ενώ ο γαλλικός προέκρινε ασμένως την αρχαία ρωμαϊκή κληρονομιά.

Να λοιπόν ποιοι είναι οι δύο κώδικες που σφραγίζουν τον σύγχρονο πολιτισμό. Και τώρα ερχόμαστε στο κρίσιμο σημείο της συστροφής τους: είπαμε πως η θετικιστική (και η νέο-θετικιστική, βέβαια) εκπαίδευση που επικράτησε θεωρείται η θετικά λειτουργική, η προς τα «εμπρός» τάση των σημερινών «πολιτισμένων» κοινωνιών. Αντίθετα η «ρομαντική», η «αναχρονιστική» παιδεία αποτελεί ουσιαστικά το άλλοθι της εκπαίδευσης, για να μπορεί η τελευταία να αποσιωπά τις εφιαλτικές εξουσιαστικές επιπτώσεις της. Κι έτσι έχουμε πια το παράδοξο σχήμα, όπου η εξουσιαστική εκπαίδευση, ο στυγνός επιστημονισμός και η απρόσωπη, στεγνή «λογική» του κέρδους και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, να θεωρείται «ορθολογισμός». Απεναντίας, η «παρωχημένη» παιδεία του νέο-ανθρωπιστικού ιδεώδους να εκλαμβάνεται – τουλάχιστον εν δυνάμει, αν όχι εν ενεργεία – ως μια «σκοταδιστική», «προ-νεωτερική» επικίνδυνη επιστροφή ή παλινδρόμηση προς τον «ανορθολογισμό» του Μεσαίωνα (!!). Να λοιπόν με ποιον τρόπο το γνήσια «μπροστά» φαίνεται να είναι το «πίσω», ο αναχρονισμός, ο ιρασιοναλισμός – ενώ το γνήσιο «πίσω», το οπισθοδρομικό, το πραγματικά σκοταδιστικό μοιάζει να περνάει για ορθός λόγος, για ρασιοναλισμός. Αν αυτή δεν είναι η απόλυτη συστροφή/διαστροφή των κωδίκων του «πολιτισμού», τότε τι άλλο θα μπορούσε να είναι;

Ιδού οι αντίθετες προσλαμβάνουσες, που λέγαμε στο προηγούμενο σημείωμα, οι οποίες σχηματίζονται στις συνειδήσεις ενός εσωτερικού και ενός εξωτερικού παρατηρητή του πολιτισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, τι μπορεί να προσλάβει ένας «εσωτερικός παρατηρητής», ένας παρατηρητής που συμμετέχει με τα μπούνια μέσα σε όλον αυτόν τον κυκεώνα της εσωτερικής δια-στροφής του σύγχρονου «πολιτισμού»; μάλλον τον εκμαυλιστικό αντικατοπτρισμό της ψευδούς συνείδησής του. Αντίθετα ο «εξωτερικός παρατηρητής» (ο αποστασιοποιημένος «παντογνώστης αφηγητής», που λέμε στη Θεωρία της Λογοτεχνίας) έχει πολλά να παρατηρήσει και να πει, διότι είναι ο πρεσβευτής του Μη-Πολιτισμού, ο αγγελιοφόρος του πολιτισμού του Σύμπαντος.

Η εικασία του Ρίμαν ως επιμύθιο

Εντέλει! Όταν ο Ρίμαν πέθανε, σε ηλικία μόνο 39 ετών, η οικονόμος του έκαψε πολλές από τις αδημοσίευτες σημειώσεις του, προκειμένου να βάλει τάξη στο χάος που επικρατούσε στο γραφείο του, πριν οι πανεπιστημιακές αρχές του Γκέντινγκεν προλάβουν να τη σταματήσουν. Και υπάρχουν ενδείξεις πως ο Ρίμαν είχε αποδείξει πολύ περισσότερα απ’ όσα είχε δημοσιεύσει. Άρα, κατά κάποιον τρόπο, η οικιακή βοηθός του Ρίμαν συμμερίστηκε τη «μυστικοπάθεια» του εργοδότη της, κι έτσι απέτρεψε τη μεγαλειώδη ανακάλυψή του – την Κρίσιμη Ευθεία της διάταξης των πρώτων αριθμών – να γίνει βορά στις μιλιταριστικές ορέξεις της αδηφάγου καπιταλιστικής οικονομίας (πόσες και πόσες αγνές πρωτότυπες ανακαλύψεις δεν έχει μεταλλάξει άραγε σε εγκληματικές πράξεις, τόσο κατά της ανθρωπότητας όσο και κατά του υπόλοιπου οικοσυστήματος του πλανήτη;). Μια τέτοια οικιακή βοηθό χρειάζεται σχεδόν κάθε ευφυές μυαλό, μέχρις ότου αλλάξει η κοινωνική οργάνωση των πραγμάτων του δυτικού πολιτισμού, έτσι ώστε οι μεγαλοφυείς ανακαλύψεις/επινοήσεις των γνήσιων στοχαστών να συνεισφέρουν στην αταξική, αδιαμεσολάβητη (και όχι ταξική-εξουσιαστική) κοινωνία του συμπαντικού πολιτισμού «Κάπου Αλλού».

Λοιπόν, πρώτοι (αριθμοί) = ρίζες (συνάρτησης ζ) = κύματα (ηχητικά) <=> Ε = mc2

Όμως, Pauca sed matura (= λίγα αλλά ώριμα)

18/3/2016

 

ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

Από τον Νώντα Κούκα

 

Η αποκωδικοποίηση των κωδικών του σύμπαντος

 

Στο προηγούμενο σημείωμα μιλήσαμε για τον λογικό-διανυσματικό χάρτη της υφής του πολιτισμού. Παρουσιάσαμε ένα κυκλικό σχήμα, έναν κώδικα πέντε (5) διανυσματικών σημείων, όπου εμπλέκονται το Α(νάγκη) και το Δ(υνατότητα) σε μια σχέση πέντε πιθανοτήτων. Ειδικότερα αναλύσαμε την εν λόγω σχέση σε τέσσερις δυναμικές διαδικασίες που προκύπτουν ως «σπασμένες συμμετρίες» από την Α(ει)κίνητη κατάσταση πέντε, η οποία συνιστά τη γενεσιουργό ταυτότητα, την «τετριμμένη» συμμετρία που «δεν πειράζουμε», Α = Δ.

 

Θεωρούμε πως οι δύο αυτές έννοιες, «Ανάγκη-Δυνατότητα», εκλαμβανόμενες στο άκρον άωτον της γενίκευσης και της αφαίρεσής τους – στην περίπτωση δηλαδή στην οποία κάθε μία από αυτές διαθέτει ένα και μόνο ένα χαρακτηριστικό – αποτελούν τις δύο ευρύτατες έννοιες του αλγορίθμου της Οικονομίας ως Πρωταρχικής Πληροφορίας που «άναψε» τις μηχανές της Ιστορίας, της Κοινωνίας και του Πολιτισμού. Μέσα σε αυτές τις δύο, σε απώτατο σημείο γενικευμένες στην έννοιά τους, «εντολές» του αλγορίθμου μπορεί να κωδικευτεί καταλλήλως ολόκληρο το υπόλοιπο τμήμα των ειδικότερων πληροφοριών της κοσμικής φύσης. Γι’ αυτό άλλωστε ταυτίσαμε το πιο πάνω διανυσματικό σχήμα με τον γνωστό μας πια πρωταρχικό τύπο του Τύπου της Οικονομίας, (ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ) ΠΡΟΣΦΟΡΑ => (ΠΟΛΙΤΙΚΗ) ΖΗΤΗΣΗ + (ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΟ) ΚΕΡΔΟΣ.

 

Η Άναρχη Πρωταρχική Μονάδα, ο γεννήτορας της ταυτότητας πέντε (Α = Δ), ορίζοντας την πρώτη περίπτωση του διανύσματος Α => Δ, προϋπέθεσε ως αναγκαία συνθήκη την απο-ταύτιση, την αποκόλληση, τον διαχωρισμό του Α από το Δ. Άρα, η ταυτότητα καταλύθηκε και μαζί μ’ αυτήν καταλύθηκε και η α(ει)κινησία. Με άλλα λόγια, η πρώτη κίνηση, η πρώτη μετατόπιση προς τα «δεξιά», μεταφράζεται στην εξής εικόνα: το Α να σπρώχνει, να ωθεί το Δ συμμετρικώ τω τρόπω. Η εν λόγω εικόνα όμως, δεν είναι παρά η τελική ειδητική παραλλαγή εκ των ένδον. Έξωθεν η φαινομενική εικόνα είναι φυσικά μια μεταμφιεσμένη, απατηλή σύνθεση – ένα Φαινόμενο που παρασύρει τη συνείδηση του παρατηρητή. Μοιάζει δηλαδή σαν το Α να είναι η αιτία και το Δ το αιτιατό, το αποτέλεσμα.

 

Τώρα, από εδώ και πέρα, οι υπόλοιπες περιπτώσεις μπορούν να (υπο-)δηλωθούν ως μια σειρά αντιθετικών σχέσεων του εσώτερου με το εξώτερο – αυτού που υπάρχει πριν από την εκδήλωση και δεν φαίνεται (ο λογικός ειρμός της αναγκαίας συνθήκης)· και αυτού που εκδηλώνεται και φυσικά φαίνεται (η υλική – ικανή – συνθήκη). Έτσι, στη δεύτερη περίπτωση η Συστολή, ως εσωτερική διαδρομή του Α προς το Δ και του Δ προς το Α, εκδηλώνεται με το αντίθετό της, τη Διαστολή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο εξωτερικός παρατηρητής προσλαμβάνει ένα αέναο διαστελλόμενο σύμπαν.

 

Στην τρίτη περίπτωση ο εσωτερικός παρατηρητής παρατηρεί κίνηση του Δ προς το ακίνητο Α ή κίνηση του Α προς το ακίνητο Δ. Ο εξωτερικός παρατηρητής προσλαμβάνει την αντίθετη φορά, αντιστοίχως: κίνηση του Α προς το ακίνητο Δ ή κίνηση του Δ προς το ακίνητο Α. Εξού και η συναγωγή του σχετικιστικού χρόνου, του μη-Ταυτοχρονισμού και των τεσσάρων (4) δυνάμεων της φύσης. Όλα αυτά προκύπτουν μάλλον από την αδυναμία μας να βιώσουμε «αντικειμενικά» το σύμπαν, κι έτσι μπορεί να βλέπουμε μοτίβα που δεν υπάρχουν.

 

Τέλος, η πέμπτη περίπτωση, η α(ει)κινησία, χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Μπορεί κάτι που είναι σταθερό και ακίνητο να εξελίσσεται ταυτοχρόνως στο διηνεκές; Και βέβαια, απαντάμε, αλλά τώρα περνάμε σε ανώτερες μαθηματικές σφαίρες: το Τοπολογικό Αναλλοίωτο 1, η Άναρχη Πρωταρχική Μονάδα, ή αλλιώς η Φανταστική Πληροφορία, που για να υπάρχει σταθερή και αναλλοίωτη στο «Κάπου Αλλού», πρέπει να λαμβάνει χώρα και να εξελίσσεται το πραγματικό της περιεχόμενο σε ένα εικονικό, γήινο «εδώ και τώρα» (λέγε με αλλιώς εντροπία). Ιδού λοιπόν γιατί ο εξωτερικός παρατηρητής εκλαμβάνει την ακινησία της ταυτότητας Α = Δ ως αεικίνητον «ορατό σύμπαν» (perpetuum mobile). [σ.σ.: Μηχανή, που αφού τεθεί σε λειτουργία μπορεί από κει και πέρα να κινείται διαρκώς, δίχως την επίδραση δυνάμεων.] Το αεικίνητον τελικά δεν είναι παρά η σκιά του α(ει)κινήτου – Τοπολογικό Αναλλοίωτο 1: ο μη-πολιτισμός στο «Κάπου Αλλού».

 

Η τοπολογική ταυτότητα του Φανταστικού (μη-)Πολιτισμού

 

Και να που αισίως πια μπαίνουμε σε βαθύτερα νερά. Καταρχάς, να υπενθυμίσουμε πως είπαμε ότι το ακίνητο Τοπολογικό Αναλλοίωτο 1 εξισούται μορφικά με το μοναδιαίο διάνυσμα Α => Δ, με τιμές Α =1 και Δ =1 (θυμόμαστε βέβαια πάντα πως Α είναι ανάγκη στο ακρότατο τανυστικό της όριο, το ίδιο και το Δ ως δυνατότητα στο μέγιστο σύνορο της έννοιας της αυτήν καθεαυτήν). Ισχυριστήκαμε επίσης πως το «βέλος του χρόνου» προκύπτει από την ψευδαίσθηση της συμμετρικής κίνησης της περίπτωσης (α) καθώς το Α μετατοπίζει προς τα «δεξιά» το Δ συνεχώς και αδιαλείπτως, με αποτέλεσμα η κίνηση αυτή να εκλαμβάνεται από τον εξωτερικό παρατηρητή σαν την ντετερμινιστική αρχή αιτίου-αποτελέσματος.

 

Τώρα η εν λόγω κίνηση έναρξης του ιστορικού χρόνου προς τη μια πλευρά του διανύσματος εύκολα δικαιολογεί τη μονοσήμαντη προς τα δεξιά κίνηση εξέλιξης του δεξιού σκέλους της ταυτότητας Α = Δ στην περίπτωση (5), όπου ο εξωτερικός παρατηρητής εκλαμβάνει την εσωτερική ακινησία μέσω μιας αντίθετης εξωτερικής κίνησης. Το θέμα όμως που προκύπτει είναι το εξής: πώς εξηγείται η έναρξη της αντίθετης κίνησης του Α προς την «αριστερή» κατεύθυνση – αφού έχουμε ορίσει εξαρχής τη συνθήκη σαν ένα διάνυσμα προς τα «δεξιά»; Η εξήγηση αυτή άρχεται με την περίπτωση (β) όπου το Α κινείται προς το Δ και το Δ προς το Α. Όμως αυτή η συγκρουσιακή σχέση είναι η αναγκαία συνθήκη της εξήγησης – όχι η ικανή. Η τελευταία δικαιολογείται αν βάλουμε στο «παιχνίδι» τις δύο περιπτώσεις (γ) και (δ), οι οποίες κατά βάση συμπεριφέρονται σαν ένας απλός ταλαντωτής· δηλαδή σαν ένα σύστημα που χαρακτηρίζει οτιδήποτε εμφανίζει μια περιοδική συμπεριφορά. Το πιο απλό παράδειγμα που μπορούμε να δώσουμε είναι το εκκρεμές· τούτο ταλαντώνεται περιοδικά από τα αριστερά προς τα δεξιά και από τα δεξιά προς τα αριστερά.

 

Έτσι ακριβώς πρέπει να δούμε κατά βάση την κίνηση του Α προς το Δ και του Δ προς το Α: σαν μια περιοδική ταλάντωση από αριστερά προς τα δεξιά και από τα δεξιά προς τα αριστερά. Αν τώρα τοποθετήσουμε ένα εκκρεμές μπροστά σε έναν καθρέφτη, το είδωλο εμφανίζεται να κάνει ό,τι ακριβώς και το πρωτότυπο, με την εξής όμως διαφορά: όταν το είδωλο βρίσκεται στην ακραία δεξιά θέση, το πρωτότυπο βρίσκεται στην ακραία αριστερή. Και οι δύο αυτές καταστάσεις λαμβάνουν χώρα στο αρχικό σύστημα, εκεί όμως διαχωρίζονται από μια χρονική υστέρηση, ακριβώς μισής περιόδου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ταλαντούμενο εκκρεμές έχει ένα είδος συμμετρίας, όπου μια χωρική αλλαγή (είδωλο αριστερά-δεξιά) είναι ισοδύναμη με μια χρονική αλλαγή (αναμονή μισής περιόδου). Τούτες οι χωροχρονικές συμμετρίες είναι θεμελιώδεις για δομές σε περιοδικά συστήματα.

 

Τώρα πια γίνεται πιο ξεκάθαρη η κατάσταση στον λογικό διανυσματικό μας χάρτη, καθώς φαίνεται καλύτερα ότι η κατοπτρική συμμετρία των περιπτώσεων (γ) και (δ) μετατρέπεται σε ταλαντωτή, εισάγοντας έτσι την έννοια των χωροχρονικών συμμετριών. Καθώς όμως εισάγονται οι χωροχρονικές συμμετρίες, εισάγονται ταυτοχρόνως οι έννοιες τόσο του διαισθητικού/ψυχολογικού χρόνου όσο και η έννοια της Συνείδησης ως ταλαντωτή πληροφορίας. Εν πάση περιπτώσει, συνάγουμε πλέον τα εξής: η περίπτωση (α) εισάγει την « αρχή της αιτιότητας» και του «αποχρώντος λόγου» και άρα τον ιστορικό χρόνο· η περίπτωση (β) ως «σπασμένη συμμετρία» της περίπτωσης (α) εισάγει την έννοια του σχετικιστικού χρόνου, του μη-ταυτοχρονισμού και τις συμπαρομαρτούσες φυσικές δυνάμεις· οι περιπτώσεις (γ) και (δ) συναποτελούν, ως άλλη μια «σπασμένη συμμετρία» της περίπτωσης (β), τον φυσικό ταλαντωτή της συνείδησης η οποία εισάγει αβίαστα την έννοια του ψυχολογικού βέλους του χρόνου που τόσο επίμονα μας διέπει όλους – και όλα μαζί αυτά εισάγουν την έννοια του (δυτικού) πολιτισμού ως σκιάς του μη-Πολιτισμού. Διότι παράλληλα, και τώρα έρχεται η στιγμή να το πούμε, προκαλεί και την περιβόητη διάκριση αντικειμένου/υποκειμένου, μια διάκριση που ταλανίζει τη γνωσιολογία του (δυτικού) πολιτισμού από καταβολής του.

 

Και κάπως έτσι πια φτάνουμε στο διά ταύτα (για σήμερα, βέβαια): όλα τα πιο πάνω κομμάτια συμπληρώνουν το παζλ στην εξήγηση που δικαιολογεί την αμφιδέξια κίνηση (διπλή κατεύθυνση) του α(ει)κίνητου της «πέμπτης ταυτότητας». Ο ιστορικός χρόνος +  (συν) η αρχή της αιτιότητας της πρώτης περίπτωσης Χ (επί) τον σχετικιστικό χρόνο, τον μη-Ταυτοχρονισμό (στο εκδηλωμένο «σύμπαν» δεν υπάρχει πουθενά το ίδιο Τώρα) + (συν) η λογική κατασκευή «φυσικές δυνάμεις» Χ (επί) την έλευση του φυσικού ταλαντωτή των περιπτώσεων (γ) και (δ), που όμως ερμηνεύει εξωτερικά τη Συνείδηση ως «συνείδηση» του διαισθητικού χρόνου και τη διπολική διάκριση υποκείμενο/αντικείμενο ως ψευδαισθητική έννοια «εαυτός» = (ίσον) το γινόμενο-προϊόν του αριστερού σκέλους της εξίσωσης Α = Δ.

 

[(Ιστορικός χρόνος + αρχή της αιτιότητας) Χ (σχετικιστικός μη-Ταυτοχρονισμός + φυσικές δυνάμεις) Χ (φυσικός ταλαντωτής Συνείδηση)] = Α <=> Δ.

 

Άρα έχουμε μια γνήσια ταυτότητα Α = Δ και όχι μια «τετριμμένη» ταυτολογία «Α = Δ».

 

Έτσι το Πραγματικό του αεικινήτου ολοκληρώνεται ως μια Φανταστική Συνεχής Εξέλιξη του Ακινήτου προς την αυτογνωσία του.

 

11/3/2016

ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Από τον Νώντα Κούκα

Ο κώδικας του γνήσιου πολιτισμού «Κάπου Αλλού»

Ανοίγοντας τη συζήτηση περί μη-δυτικής διαφώτισης, καλό είναι να γίνει η εξής διευκρίνιση: δεν είναι καθόλου τυχαία η επιλογή του όρου «μη-δυτικός»• θα μπορούσε στη θέση του να ήταν ο όρος «αντι-δυτικός». Ο πρώτος όμως όρος είναι συντριπτικά ευρύτερος από τον δεύτερο – χώρια ότι είναι τελείως αχαρτογράφητος σε σχέση με τον δεύτερο, αφού ποτέ και πουθενά δεν μπορεί εμπειρικά να εξακριβωθεί, έστω και ένα φασματικό πλαίσιο μη-δυτικού πολιτισμού. Απεναντίας, αντι-δυτικοί πολιτισμοί έχουν παρατηρηθεί, ερμηνευτεί και παρερμηνευτεί από ανθρωπολόγους – είναι οι πολιτισμοί αυτοί που συλλήβδην μπορούμε να ονομάσουμε «εξωτικούς πολιτισμούς».

Ουσιαστικά η έννοια του μη-δυτικού πολιτισμού συνεπάγεται την έννοια του μη-πολιτισμού, αφού όπως έχουμε ξαναπεί δεν έχουμε γνωρίσει άλλο πολιτισμό από τον δυτικό πολιτισμό. Υπάρχει άραγε λογικό επιχείρημα που να υποστηρίζει ότι ο (δυτικός) πολιτισμός είναι μια αναγκαία παρενέργεια, το αναγκαίο κακό, ενός εξελιγμένου κοσμικού πειράματος που εξελίσσεται σε έν-χρονο μοτίβο αλλά ανήκει σε ένα ά-χρονο «Κάπου Αλλού»; Με άλλα λόγια, μπορεί να σταθεί ένας συλλογισμός που να υποδεικνύει σοβαρά ότι ο πολιτισμός που γνωρίσαμε μέχρι σήμερα είναι η «σκιά» ενός ασύλληπτα υπέρτερου κοσμικού πολιτισμού; Εκ πρώτης όψεως, τα ερωτήματα αυτά μοιάζουν με ευφάνταστα σενάρια επιστημονικής φαντασίας• μια πιο προσεκτική όμως ματιά μπορεί να φέρει στο φως άλλα πράγματα που ανατρέπουν την παραπάνω εκδοχή.

Καταρχάς, υπάρχει η ισχυρή ένδειξη που συνομολογείται τόσο από τη φιλοσοφικο-επιστημονική όσο και από την κοινή αντίληψη, ότι ο δυτικός πολιτισμός είναι μαθηματικά βέβαιο πως δεν θα μπορέσει να επιβιώσει πάνω στον πλανήτη Γη – χρειάζεται οπωσδήποτε ένας επόμενος πλανήτης. Είναι βέβαια ο αδηφάγος καπιταλισμός που συμπαρασύρει, σαν τσουνάμι, τα πάντα στο διάβα του. Ναι, αλλά από την άλλη μεριά, επιβάτες πρόθυμοι στο φρενήρες αυτό όχημα-ολετήρα της ανθρωπότητας φαίνεται να είναι το μεγαλύτερο τμήμα της γνωστής ανθρωπότητας. Άρα, οι μεσσιανικές προσδοκίες για την έλευση ενός καλύτερου κόσμου σε τούτον εδώ τον πλανήτη, μάλλον λογικά αποκλείονται από τις ίδιες τις μάζες – εκτός κι αν συμβεί κάποιο θαύμα…

Έπειτα, περνάμε σε επιστημονικές παρατηρήσεις: έχουμε γράψει αλλού πως ό,τι περνάει σαν «συνείδηση», μάλλον δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα φάντασμα, ένα όνειρο, μια στιγμιαία λάμψη του νου. Παράλληλα η κβαντική θεωρία δείχνει ότι η σύλληψη της πραγματικότητας αυτής καθεαυτήν είναι ασύλληπτη. Τα μαθηματικά, από την άλλη, έχουν διασκορπιστεί και διασπαρεί σε μύρια όσα απίθανα αυτοαναφορικά πεδία. Έτσι το μόνο που πετυχαίνουν είναι να εξυπηρετούν πειθήνια τη ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη – τον τεχνολογικό εξωτερικό πολιτισμό (που είναι όμως καταφανώς εναντίον του πνευματικού, εσωτερικού πολιτισμού).

Ο κώδικας των αναγκών και των δυνατοτήτων στον Ιστορικό (γήινο) πολιτισμό

Ο άνθρωπος του 21ου αιώνα ζει σε έναν κόσμο εκπληκτικής ανάπτυξης των τεχνολογικών δυνατοτήτων και αναγκών. Ναι, αλλά δεν πρέπει να δούμε ενδελεχέστερα τι εστί τεχνολογική δυνατότητα και ανάγκη; Ουσιαστικά τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη, είναι μετασχηματισμοί που λαμβάνουν χώρα στην ανθρώπινη «συνείδηση», με σταθερό σημείο αναφοράς (λέγε με αναλλοίωτο) τη χρονομηχανή του ανθρώπινου εγκεφάλου. Παρότι στη φαινομενολογική τους εποπτεία το νόημα των εννοιών «δυνατότητα-ανάγκη» μοιάζει να είναι κυκλικό (η δυνατότητα δημιουργεί ανάγκη και η ανάγκη δυνατότητα), προχωρώντας στις κατάλληλες ειδητικές αναγωγές ένας καθαρός φιλόσοφος /λογικολόγος/μαθηματικός μπορεί να αναχθεί σε εκπληκτικές φαινομενολογικές διαπιστώσεις: ορίζουμε ας πούμε ένα μοναδιαίο διάνυσμα Α –> Δ , όπου στο Α έστω τοποθετούμε την ανάγκη και στο Δ τη δυνατότητα, οι τιμές των οποίων είναι ίσες (1 και 1). Τώρα πόσες πιθανές διαδρομές μπορούν να οριστούν, προκειμένου το Α να συναντήσει το Δ;

α) Δύο μονόδρομες• καθώς το Α μετακινείται προς το Δ, ενώ συγχρόνως και το Δ μετακινείται, όμως προς τα δεξιά. Αποτέλεσμα, συνεχής και συμμετρική αύξηση του Α και του Δ, δίχως καμία προοπτική ταύτισής τους – δηλαδή η έναρξη του ιστορικού ρου, ο πολιτισμός ως σκιά-επεικόνιση του «Κάπου Αλλού» πολιτισμού πάνω στη Γη.

β) Μια διαδρομή σύγκρουσης, όπου το Α κινείται προς το Δ και το Δ προς το Α. Εδώ τι έχουμε; Θετική αύξηση του Α και αρνητική αύξηση του Δ, μέχρι να συναντηθούν στο σημείο μηδέν – δηλαδή «σπασμένη συμμετρία» της πρώτης περίπτωσης. γ) Διατηρείται σταθερό το Α ενώ το Δ κινείται προς τα «πίσω», μέχρι να συμπέσει με το Α – δηλαδή μια υποπερίπτωση της σπασμένης συμμετρίας της περίπτωσης (β). δ) Το αντίθετο: σταθερό το Δ και κινείται προς τα «εμπρός» το Α, μέχρι να πέσει πάνω στο Δ – δηλαδή η άλλη όψη της περίπτωσης (γ).

Και τέλος, ε) μια ιδεατή εικόνα: Α και Δ σταθερά και ακίνητα – ο γνήσιος πολιτισμός ως μη-πολιτισμός, η πρωταρχική συμμετρία, ο πολιτισμός στο «Κάπου Αλλού».
Τελικά με το παραπάνω σχήμα επανερχόμαστε στη Φιλοσοφία της Οικονομίας και στον πρωταρχικό τύπο μέσω του (οικονομικού) αλγορίθμου που έβαλε μπρος τον δυτικό πολιτισμό:

«Η οικονομία-ως σύστημα- είναι μια διαδικασία που μετασχηματίζεται διαρκώς στο χώρο και στο χρόνο. Ενυπάρχει όμως και σε αυτή μια βασική «πληροφορία»-στο DNA της θαρρείς-που παραμένει σταθερή και αναλλοίωτη. Τούτη η πληροφορία, όσους διαφορετικούς «θορύβους» και αν προσκτάται στους συνεχείς μετασχηματισμούς, αποκωδικοποιείται ως μία λογική συνεπαγωγή συν μία μαθηματική επαγωγή: (ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ) ΠΡΟΣΦΟΡΑ => (ΠΟΛΙΤΙΚΗ) ΖΗΤΗΣΗ + (ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΟ) ΚΕΡΔΟΣ» (Φιλοσοφία της Οικονομίας Ι) .

4/3/2016

Ι. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟΝ ΓΥΑΛΙΝΟ ΠΥΡΓΟ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Από τον Νώντα Κούκα

Η μακραίωνη ιστορία του χρήματος

Ο χρηματοπιστωτικός κόσμος του σύγχρονου καπιταλισμού είναι αποτέλεσμα της οικονομικής εξέλιξης τεσσάρων χιλιάδων ετών. Το χρήμα, που δεν είναι παρά η αποκρυσταλλωμένη σχέση ανάμεσα στον οφειλέτη και τον πιστωτή, υπήρξε ο γεννήτορας των τραπεζών, των οίκων εκκαθάρισης συναλλαγών για ακόμη μεγαλύτερες συναθροίσεις δανεισμού και δανειοδότησης. Εν τάχει, η μετέπειτα ιστορική του εξέλιξη έχει ως εξής:

α) Από τον δέκατο τρίτο αιώνα και ύστερα, τα κυβερνητικά ομόλογα εισήγαγαν για πρώτη φορά την τιτλοποίηση των ροών καταβολής τόκων• εν τω μεταξύ, οι αγορές ομολόγων έφεραν στο προσκήνιο τα οφέλη που παρείχαν οι οργανωμένες αγορές μέσα από τη δημόσια διαπραγμάτευση και τη διαμόρφωση τιμών και τίτλων.

β) Από τον δέκατο έβδομο αιώνα και έπειτα, το μετοχικό κεφάλαιο των εταιρειών θα μπορούσε να αγοράζεται και να πωλείται με παρόμοιους τρόπους.

γ) Από τον δέκατο όγδοο αιώνα και μετά, τα ασφαλιστικά ταμεία και στη συνέχεια τα συνταξιοδοτικά ταμεία εκμεταλλεύτηκαν τις οικονομίες κλίμακας και τους νόμους των μέσων όρων, προκειμένου να παρέχουν οικονομική προστασία απέναντι στον μετρήσιμο κίνδυνο.

Οι οικονομίες που συνδύασαν όλες αυτές τις θεσμικές καινοτομίες – τράπεζες, αγορές μετοχών, αγορές ομολόγων, ασφάλιση και δημοκρατία της ιδιοκτησίας – θεωρήθηκε πως απέδωσαν καλύτερα σε μακροπρόθεσμο επίπεδο από τις υπόλοιπες, διότι η χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση (υποτίθεται ότι) επιτρέπει μια πιο αποτελεσματική κατανομή των πόρων από, για παράδειγμα, τον φεουδαλισμό ή τον κεντρικό σχεδιασμό. Για αυτόν τον λόγο, δεν θεωρείται εντελώς παράδοξο το γεγονός πως το δυτικό οικονομικό πρότυπο κατάφερε να εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο, αρχικά με τη μορφή του ιμπεριαλισμού και στη συνέχεια με τη μορφή της παγκοσμιοποίησης.

Συνοψίζοντας, από την αρχαία Μεσοποταμία έως τη σημερινή Κίνα, η εξέλιξη του χρήματος αποτέλεσε μια από τις κατευθυντήριες δυνάμεις πίσω από τη μονοσήμαντη και γραμμική «πρόοδο» του (ταξικού) πολιτισμού. Τόσο η εξέλιξη της επιστήμης όσο και η διεύρυνση του νομικού δικαίου συστοιχήθηκαν με την περίπλοκη οικονομική πράξη (: πολύπλοκη διαδικασία καινοτομίας, διαμεσολάβησης και ενσωμάτωσης), η οποία υποσχόταν την απαλλαγή του ανθρώπου από την επίμοχθη καλλιέργεια αυτοκατανάλωσης και από τη μέγγενη της μαλθουσιανής παγίδας. (Κατά τον Μάλθους, η ανθρωπότητα είναι καταδικασμένη σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο διαβίωσης και πάντοτε σε συνάρτηση με τον αυξανόμενο πληθυσμό.)

Η «δαρβινική» εξέλιξη της οικονομικής ιστορίας του χρήματος

Κάθε κλονισμός και κάθε κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, επειδή λειτουργεί με κανόνες φυσικής επιλογής συνήθως, είναι βέβαιο πως θα καταλήξει σε απώλειες. Ενεργώντας δίχως παρεμβάσεις, η φυσική επιλογή θα δρούσε γρήγορα, ώστε να εξαλείψει τους πιο αδύναμους κρίκους της αγοράς, καταβροχθίζοντάς τους. Επιπλέον δε, οι περισσότερες κρίσεις εισάγουν νέους κανόνες και ρυθμίσεις, καθώς οι νομοθετικές και κανονιστικές αρχές σπεύδουν να σταθεροποιήσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και να προστατέψουν τον καταναλωτή/ψηφοφόρο.

Όμως προσοχή! Το καίριο ζήτημα εδώ είναι να κατανοηθεί πλέρια ότι η πιθανότητα εξάλειψης δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοηθεί ή να υποτιμηθεί, επειδή τάχα υπάρχουν κανόνες που προσφέρουν υπερβολική προστασία. Τούτο εδώ το οικονομικό σύστημα είναι ανίκανο να λειτουργήσει δίχως την ύστατη λύση (ultima ratio) της απόλυτης καταστροφής, του ολέθρου, εκείνων των υπάρξεων που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με ό,τι στερείται την ικανότητα προσαρμογής.

Η οικονομία και η φύση είναι διαδικασίες αναπόδραστα συνδεδεμένες. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Το θέμα όμως που τίθεται είναι πώς διαμεσολαβείται η μια με την άλλη. Στον σημερινό γυάλινο πύργο του καπιταλισμού η απάντηση που μάλλον αβίαστα προκύπτει στο ερώτημα, είναι: η τεχνολογική εξέλιξη του σύγχρονου πολιτισμού. Σήμερα είναι τοις πάσι γνωστό πως η ίδια η τεχνολογία είναι κυβερνητική επιστήμη – θα λέγαμε. Οι υπολογιστικοί αλγόριθμοι έχουν εν πολλοίς αντικαταστήσει την παραδοσιακή γενικευμένη βρετανική αυτοκρατορία (λέγε με παραδοσιακό ιμπεριαλισμό)• την έχουν αντικαταστήσει ως μια παγκοσμιοποιημένη τάξη πραγμάτων που οργανώθηκε και συνεχίζει να οργανώνεται καθ’ οδόν. Η νέα τάξη αυτή των πραγμάτων είναι η τελευταία παγκοσμιοποίηση του χρηματοπιστωτικού και χρηματιστηριακού κεφαλαίου, αποτέλεσμα της οποίας είναι ό,τι εμείς αποκαλούμε «εικονικό» και «άυλο» καπιταλισμό.

Η κατάργηση του κράτους καταργεί τον καπιταλισμό

Όμως, όλοι οι μετασχηματισμοί του χρηματοπιστωτικού και του χρηματιστηριακού κεφαλαίου εκδηλώθηκαν ως μορφώματα πάνω σε μια συμμετρική σχέση κράτους και χρηματοπιστωτικής αγοράς. Ιστορικά, πάντοτε συνυπήρχαν σε μια συμβιωτική σχέση. Άρα, ψεύδονται συνειδητά ή ασυνείδητα όσοι πρεσβεύουν δήθεν το «τέλος του καπιταλισμού» ή το «τέλος της ελεύθερης αγοράς», προτείνοντας συγχρόνως ως εναλλακτική πρόταση οποιαδήποτε μορφή κράτους.

Τελείως αντίθετα• μονάχα ο ολοκληρωτικός μαρασμός του κράτους συνεπάγεται αναγκαίως τον μαρασμό των χρηματοπιστωτικών αγορών. Πράγματι, αν δεν παρουσιάζονταν επιτακτικές ανάγκες στα δημόσια οικονομικά, πολλές από τις χρηματοοικονομικές καινοτομίες που δημιούργησαν οι κεντρικές τράπεζες, η αγορά ομολόγων και η αγορά του χρηματιστηρίου, δεν θα είχαν εφαρμοστεί ποτέ.

Εντέλει, η τεχνολογία, ως γνήσιο τέκνο του μαθηματικο-φυσικού πεδίου, κατόρθωσε να καταδείξει την ανεπάρκεια της απλής γνωστικής αντίληψης του ανθρώπου που βασίζεται στις πέντε μικρές αισθήσεις του –ιδίως της όρασης και της ακοής – και να την αποκαθιστά συνεχώς και αδιαλείπτως. Η διαδικασία αυτή διευρύνει την ανθρώπινη συνείδηση και αυξάνει τις χωροχρονικές διαστάσεις του εγκεφάλου. Ευελπιστούμε λοιπόν πως κάποια στιγμή και η ίδια θα αυτο-συνειδητοποιηθεί• και τότε ίσως θα πάψει να είναι κυβερνητική επιστήμη. Τι θα είναι σε μια τέτοια περίπτωση; Τη φανταζόμαστε ως (αντι-) τεχνολογία αντι-κυβερνητική• στην υπηρεσία πια της συμμετρικής Συνείδησης πολιτισμού τύπου I.

ΙΙ. Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Η «βασίλισσα» τεχνολογία

Δεν αρνούμαστε πως κάπου «εκεί έξω» υπάρχει μια κάποια εμπειρική αλήθεια, η οποία όμως είναι καλά κρυμμένη στην ομίχλη του πολιτισμού, ώστε ποτέ να μην μπορέσουμε να τη δούμε – ούτε ίσως ακόμη και να μιλήσουμε γι’ αυτήν. Δεν αρνούμαστε επίσης πως η ιστορία ενός (επιστημονικού) πεδίου στην πραγματικότητα αποτελεί την ιστορία της μεταβαλλόμενης κοινωνικής έκφρασης και ψυχολογικής προδιάθεσης. Παράλληλα, υποστηρίζουμε ακράδαντα πως η δυτική σκέψη επηρεάζει καταλυτικά τη φύση της δυτικής επιστήμης, όχι μόνο λόγω της παραπάνω ιδεολογικής της έκφρασης αλλά και επειδή – ως συνέπεια αυτής της ιδεολογικοποίησης – ο ίδιος ο «δυτικός» κυρίαρχος πολιτισμός έχει καταστήσει τους ανθρώπους μηχανές αυταπάτης και αλληλοεξαπάτησης σε ασυνείδητο και όχι συνειδητό επίπεδο. Κοντολογίς, οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν τι κάνουν τόσο στον εαυτό τους όσο και στους άλλους γύρω τους.

Παρομοίως, η θεωρία της εξέλιξης που συγκρότησε ο Δαρβίνος (θεωρία της φυσικής επιλογής των ειδών), τελεί σε συνειδητή αναλογία με την οικονομική θεωρία του Άνταμ Σμιθ: αν θέλεις τάξη στην οικονομία, αφήνεις ελεύθερο το άτομο να παλεύει για το κέρδος• προκρίνεις δηλαδή την ελεύθερη επιχειρηματική δραστηριότητα (laisser – faire). Το ίδιο ισχύει και για τη φύση: αφήνεις τα άτομα να αγωνίζονται για αναπαραγωγική επιτυχία. Να λοιπόν με ποιον τρόπο οι πολιτισμικοί παράγοντες ωσμώνονται με την επιστημονική σκέψη.

Γιατί λοιπόν, εύλογα, να μη σκεφτούμε ότι αν καταρρεύσει ο οικονομικός φιλελευθερισμός (ο καπιταλισμός, δηλαδή, στην πραγματικότητα), δεν θα καταρρεύσει ή, εν πάση περιπτώσει, δεν θα κλυδωνιστεί και η δαρβινική θεωρία, όχι ως επιμέρους θεώρηση αλλά ως επιστημονικό δόγμα της εξέλιξης (και το αντίστροφο;)

Στην ίδια πάντα συλλογιστική, μπορούμε να υποθέσουμε την κατάρρευση της δογματικής ιδεολογίας που έχει ενδυθεί η τεχνολογία, στη θέση της οποίας μπορεί να ανθήσει πράγματι η φιλοσοφία της: η τεχνολογία ως προέκταση της (γνήσιας) συνείδησης του ανθρώπου (όπως κανονικά θα έπρεπε να είναι)• και όχι η (εν υπνώσει) συνείδηση του ανθρώπου ως προέκταση της τεχνολογίας (όπως τώρα πια έχει καταντήσει να είναι). Με άλλα λόγια, η τεχνολογική εξέλιξη δεν θα έπρεπε να έχει τη μορφή μιας καινούριας θρησκείας με άθυρμα την ανθρωπότητα• αλλά τουναντίον, η ανθρωπότητα θα έπρεπε να χρησιμοποιεί την τεχνική της υπόστασής της προς όφελος της κοινωνικής της ιστορίας.

Για να το πούμε πιο μεστά και πιο σωστά. Ο σημερινός, ο σύγχρονος καπιταλισμός διακρίνεται από τρία πρωταρχικά χαρακτηριστικά – την τεχνολογικότητά του, την εικονικότητά του και, εν τέλει, την αϋλότητά του. Αμέσως όμως μπορεί να γίνει ορατός ο συσχετισμός αυτών των χαρακτηρολογικών γνωρισμάτων. Η αλληλουχία που έφερε στο προσκήνιο καταρχάς τον μηχανικό καπιταλισμό και εν συνεχεία τον τεχνοκρατικό/εικονικό και τέλος τον άυλο καπιταλισμό, είναι η εξής: κλασική τεχνολογική εξέλιξη —> μηχανική τεχνολογική εξέλιξη —> τεχνικο-επιστημονική εξέλιξη —> άυλη καπιταλιστική οικονομία. Ισοδύναμα: τεχνολογία προκαπιταλισμού —> πρώτο υλικό πεδίο καπιταλισμού —> αναπτυγμένος ημι-άυλος καπιταλισμός —> ολοκληρωμένο άυλο καπιταλιστικό μοντέλο.

Ενώ λοιπόν ο προβιομηχανικός τεχνολογικός πολιτισμός μπορεί να δικαιολογήσει σε έναν βαθμό την ταυτότητά του – επειδή μέχρι ενός σημείου δεν έχει αυτονομηθεί από την κοινωνική του ιστορία –, ο βιομηχανικός και πολύ περισσότερο ο μεταβιομηχανικός πολιτισμός δεν μπορεί με κανένα τρόπο να διατηρήσει έστω και ένα μέρος της ταυτότητάς του. Διότι ακριβώς η τεχνολογική εξέλιξη τον έχει ξεπεράσει. Πράγμα που σημαίνει πως το τεχνολογικό επίπεδο της κοινωνικής ιστορίας έχει ταυτιστεί με το συνειδησιακό πολιτισμικό επίπεδο. Και τέλος, στο ολοκληρωμένο άυλο μοντέλο του σύγχρονου καπιταλισμού, η τεχνολογία όχι μόνο έχει ξεπεράσει την ταυτολογική της σύμπτωση με το πολιτισμικό πεδίο, αλλά επιπλέον έχει αλλάξει φάση και έχει μετασχηματιστεί αυτούσια σε καθαυτό οικονομία (παραγωγή, κατανάλωση, χρήμα).

Και μιλώντας για καθαυτό οικονομία, εννοούμε πως τώρα πια το χρήμα είναι όντως άυλο. Πάντοτε μέσα στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, το χρήμα ήταν απομακρυσμένο από την πραγματική οικονομία, αλλά κουτσά στραβά διέθετε μια ονομαστική αξία ως ταυτότητα. Τώρα πλέον ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει εισαγάγει – μέσω της ραγδαίας τεχνολογικής του εξέλιξης – μια ακατανίκητη δομή, μια ακαταμάχητη μορφή: ένα καπιταλιστικό μοντέλο από φίνο αλλά άθραυστο κρυστάλλινο γυαλί, στο οποίο κυριαρχεί απολύτως η εικονική πραγματικότητα.

Ο Αριστοκράτης και ο Πτωχοπρόδρομος

Ο καπιταλισμός έχει εξαλλαχθεί σε άυλη τεχνοκρατική διαχείριση της οικονομίας. Τούτο βέβαια συνεπάγεται τον παραγκωνισμό της ανθρώπινης συνείδησης. Ας φανταστούμε μονάχα ότι τα σημερινά χαρτονομίσματα, οποιοδήποτε ύψος και αν έχει η ονομαστική τους αξία, δεν είναι παρά οι ασήμαντοι συγγενείς των αστρονομικών άυλων τίτλων του χρήματος. Τίτλοι που διακινούνται καθημερινά με ταχύτητες σχεδόν ίσες με την ταχύτητα του φωτός, από το ένα άκρο ως το άλλο άκρο του πλανήτη• απλά με ένα πάτημα στα κουμπιά των ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Όπως στον παλιό «καλό» καπιταλισμό τον ρόλο του Πτωχοπρόδρομου τον έπαιζαν τα μη ευγενή κέρματα, τώρα ανάλογο ρόλο έχουν οι εκατοντάδες δεσμίδες των χιλιάδων ευρώ που υπάρχουν στις θυρίδες των σημερινών τραπεζών. Έτσι λοιπόν, ακόμα και αύριο αν υπήρχε δυνατότητα να αφαιρεθεί όλο το υλικό χρήμα του πλανήτη, ουδόλως θα ανησυχούσε η αυτοκρατορία του άυλου καπιταλισμού. Ίσως μάλιστα και να τη συνέφερε – αφού έτσι θα μπορούσε να ελέγξει το πληθωριστικό της χαρτονόμισμα…

Όμως, τούτη η αϋλότητα της συμπαγούς οικονομικής βάσης του σύγχρονου καπιταλισμού δεν μπορεί παρά να εκφράζεται ως πλέρια εικονικότητα στο βιτρό του «εποικοδομήματος». Το άυλο «χρήμα» της «βάσης» παράγει τους εικονικούς τίτλους της «μόρφωσης» στο εποικοδόμημα. Διότι τι άλλο εκτός από εικονική ψευδαίσθηση είναι το Πανεπιστήμιο, που τόσο ως θεσμός όσο και ως μορφή έχει παραμείνει στην μεσαιωνική εποχή όπου δημιουργήθηκε, το οποίο παρέχει αφειδώς πτυχία-συγχωροχάρτια. Δηλαδή, άυλους τίτλους που δεν αντιστοιχούν σε πραγματική γνώση και επιστήμη αλλά σε «γνωστικά αντικείμενα» τα οποία έχει λανσάρει επιτήδεια ο τεχνοκρατικός καπιταλισμός, για να αυτο-αναπαράγεται και να αυτο-διαιωνίζεται. Για να είμαστε πιο ακριβείς, έχουμε άπειρα πτυχία, για απειροελάχιστη γνώση. Ιδού ο γυάλινος πύργος του γρανιτένιου, αλλά άυλου, καπιταλισμού.

Η τεχνολογία χρησιμοποίησε οπωσδήποτε τα μαθηματικά (όπως και τη λογική), διότι χρειάστηκε επειγόντως να αυτο-θεσπιστεί. Η φιλοσοφία ερμηνεύει, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Από την άλλη μεριά, η τεχνολογία αλλάζει πράγματι τον κόσμο, αλλά δεν μπορεί (ακόμη) να τον ερμηνεύσει. Να λοιπόν που, κατά παράδοξο τρόπο, δύο δραστηριότητες που φαίνονται εκ διαμέτρου ασύμφωνες, κατά βάση είναι διαλεκτικά αντίθετες. Μπορούν δηλαδή να αλληλοσυμπληρωθούν με απώτερο σκοπό τόσο την ερμηνεία όσο και την αλλαγή του κόσμου που μας περιβάλλει. Η φιλοσοφία της τεχνολογίας είναι πράγματι η μοναδική ίσως απάντηση στην αυτοκρατορία του τρόμου που έχει επιβάλει η παντοδυναμία του άυλου-τεχνοκρατικού καπιταλισμού.

Η «βασίλισσα» παραδίδει το στέμμα της

Στον (πολύχρωμο) γυάλινο πύργο του καπιταλισμού, όπου η αϋλότητα και η εικονικότητα δίνουν απ’ έξω την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας από μέσα, η απόλυτη βασίλισσα είναι η τεχνολογία. Και η απόλυτη Αυλή της είναι η μαθηματική (και η λογική) πρακτική. Είναι οι πιστοί της υπηρέτες που την κανακεύουν και την νανουρίζουν. Αυτή, η τεχνολογία, με τη σειρά της εκμαυλίζει αρειμανίως τους υπηκόους της. Κάποια στιγμή όμως, και αφού κάπου ίσως έγινε ένα «λάθος», η βασίλισσα συνήλθε από τη νάρκη της, θέλησε να αφήσει τον θρόνο της και να υπηρετήσει τους υπηκόους της – σαν αντίδωρο στην πρότερη κατάσταση, όπου εκείνοι υπηρετούσαν αυτήν. Συγχρόνως, δεν μπορούσε παρά να αλλάξει και ο ίδιος ο μαθηματικο-λογικός προσανατολισμός της τεχνοκρατούμενης κοινωνίας. Αποτέλεσμα; τώρα πλέον τόσο τα Μαθηματικά όσο και η Λογική απο-ιδεολογικοποιούνται και κάνουν αυτό που θα έπρεπε να έχουν κάνει: χαρτογραφούν τη νέα κοινωνική ιστορία, υποδεικνύοντας τον ορθό προσανατολισμό στη συλλογική της συνείδηση.

11/6/2015

Η έννοια της συμμετρίας και η Φιλοσοφία της Οικονομίας

Από τον Νώντα Κούκα

 Η «μαγική» συμμετρική ακολουθία

Σήμερα φεύγουμε για λίγο από τις έξι (6) συμμετρίες του (ισόπλευρου) τριγώνου. Θα πάμε στη φύση. Πρώτα, σε ένα λιβάδι με μαργαρίτες, ας πούμε – θα μπορούσε να ήταν οποιαδήποτε άλλα λουλούδια. Διαλέγουμε μια στη τύχη και μετράμε τα πέταλά της : είναι δεκατρία. Κατά περίεργο τρόπο, η διπλανή της έχει είκοσι ένα. Πιο πέρα, οι άλλες τρεις έχουν τριάντα τέσσερα, πενήντα πέντε και ογδόντα εννέα πέταλα, αντίστοιχα. Για να μη μακρηγορούμε, όσο και να ψάξαμε στη φύση δεν βρήκαμε ποτέ μαργαρίτα που να διαθέτει δεκατέσσερα, είκοσι δύο ή πενήντα έξι πέταλα.

Αφήνουμε και τα λουλούδια και περνάμε στα σπειροειδή κελύφη όλων των ζωικών και φυτικών ειδών. Ας δούμε τι κάνει ένα μικροσκοπικό σαλιγκάρι. Ξεκινάει από ένα τετράγωνο σπιτάκι διαστάσεων ένα επί ένα. Στη συνέχεια, κάθε φορά που ξεπερνάει τα όρια του κελύφους του, προσθέτει έναν ακόμη θάλαμο στο «σπίτι» του, οι διαστάσεις του οποίου ισούνται με το άθροισμα των δύο προηγούμενων θαλάμων. Το αποτέλεσμα είναι μια σπείρα. Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με οποιοδήποτε κοχύλι ή σπειροειδές όστρακο της θάλασσας.

Διαπιστώνουμε λοιπόν πως υπάρχει μια ορισμένη ακολουθία από θεμελιώδεις αριθμούς, όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται τα πλάσματα στη φύση. Υπακούουν δηλαδή σε μια γνωστή από τον Μεσαίωνα μαθηματική ακολουθία, την «ακολουθία Φιμπονάτσι». Αυτός ο μαθηματικός – ο σπουδαιότερος ίσως του Μεσαίωνα, που έζησε κατά τον δωδέκατο αιώνα – είχε παρατηρήσει ότι, αν ξεκινώντας από τον αριθμό 1, του προσθέσουμε το προηγούμενο νούμερο, θα επιτύχουμε την παρακάτω ακολουθία: 1+0 ισούται με 1, 1+1 ισούται με 2, 2+1 ισούται με 3, 3+2 ισούται με 5 κ.ο.κ. Η ακολουθία λοιπόν που προκύπτει είναι: 0,1,1,2,3,5,8,13,21,34,55,89 κ.λπ. Και αν υπολογίσουμε τη σχέση μεταξύ δύο διαδοχικών αριθμών της ακολουθίας αυτής, θα πάρουμε έναν υπερβατικό αριθμό – που, όπως και ο αριθμός π, δεν έχει τέλος και τον οποίο οι μαθηματικοί του δέκατου έβδομου αιώνα αποκαλούσαν «χρυσό αριθμό». Γράφεται 1,618 ακολουθούμενος από άπειρους δεκαδικούς.

Σύμπαν, Φύση και Ιστορία

Και τώρα, τα ερωτήματα: τι είναι εκείνο που συνδέει τη μυστηριώδη ακολουθία Φιμπονάτσι, τα λέπια του ανανά ή ένα απλό κουκουνάρι; Γιατί τα πέταλα ενός λουλουδιού αντιστοιχούν, με μεγάλη αυστηρότητα, στους αριθμούς της ακολουθίας; Πώς προκύπτει αυτή η διάταξη; Τούτα τα ερωτήματα γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα, από τη στιγμή που γνωρίζουμε πως η ακολουθία αυτή εκφράζει ένα νόμο παγκόσμιας ανάπτυξης, που στη μαθηματική ιδιόλεκτο καλείται «λογαριθμική (ή χρυσή) σπείρα». Όλως περιέργως, τη συναντάμε ξανά στην ίδια την καρδιά της φύσης και του ίδιου του σύμπαντος, τόσο στα σχέδια των κοχυλιών, στη κατανομή των φύλλων πάνω στα κλαδιά, όσο και στη σπείρα ενός τμήματος DNA, ή, σε πολύ μεγάλη κλίμακα, σε αυτή των γαλαξιών.

Και τώρα, θα διατυπώσουμε τα δύο μείζονα ερωτήματα. Πρώτα το κοσμολογικό ερώτημα: αν πηγαίναμε ακόμη πιο μακριά, άραγε θα συναντούσαμε και πάλι την περίφημη αυτή συμμετρία της αριθμητικής σπείρας στις ίδιες τις απαρχές του σύμπαντος;

Στη συνέχεια το κοσμοϊστορικό ερώτημα: αν ανατρέχαμε ακόμη πιο βαθιά στην κοινωνικοοικονομική εξέλιξη της ταξικής ιστορίας, θα συναντούσαμε και πάλι την περίφημη αυτή Συμμετρία στις ίδιες τις απαρχές της Ιστορίας;
Και οι δύο απαντήσεις πιθανόν να είναι κρυμμένες κάπου πριν από τις δύο «Μεγάλες Εκρήξεις (Big Bang)», αντίστοιχα: του κοσμικού σύμπαντος, αφενός και της ταξικής ιστορίας αφετέρου. Αυτές τις Συμμετρίες τις συναντάμε ως «ίχνη» (θεμελιώδεις σταθερές) τόσο στο ορατό σύμπαν όσο και στην ταξική ιστορία των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών. Όσον αφορά δε στο ιστορικό «ίχνος» ή στην ιστορική θεμελιώδη σταθερά, αυτή δεν είναι παρά η εν υπνώσει κοινωνική συνείδηση που στέκει σταθερά «εκεί έξω».

Να λοιπόν το νόημα του «λυμένου αινίγματος του κομμουνισμού».

3/6/2015

ΑΣ ΓΙΝΟΥΜΕ ΟΣΟ ΠΙΟ ΙΔΙΟΤΡΟΠΟΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ

Από τον Νώντα Κούκα

Και η περιπέτεια αρχίζει…

Ο φιλόσοφος, ο θεωρητικός της γνώσης, ο παραγωγός ιδεών, όλοι αυτοί, δεν παύουν να είναι παρά υποκείμενα – άνθρωποι που υπόκεινται, βέβαια, σε ατομικούς-ιδιοσυγκρασιακούς χαρακτηρισμούς. Αυτοί ρυθμίζουν το κεντρικό νευρικό τους σύστημα και κατ’ επέκταση την αντανάκλαση της Πράξης του κοινωνικού «Είναι» στο νοητικό τους εργαλείο, τον εγκέφαλο. Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερις (4) βασικούς-φυσικούς νόμους που συνθέτουν τον καμβά, πάνω στον οποίο διαπλέκονται οι ανθρώπινες ιδιοσυστασίες: α) «Νόμος της Υποβολής», β) «Νόμος της Επιβολής», γ) «Νόμος της Υπερβολής», δ) «Νόμος της Αποβολής».

• Κάθε έμβιος οργανισμός υπόκειται σε εξωτερικές επιρροές. Ως εκ τούτου, υποβάλλεται σε μια «κεντρομόλο δύναμη» με ό,τι αυτή συνεπάγεται και στο αντίστροφο επίπεδο. Τούτη τη δυναμική σχέση, «εξωτερικού-αιτίου», «εσωτερικού αιτιατού», θέλουμε να καταγράψουμε ως «νόμο της υποβολής».

• Παντού – όμως – και πάντα, καθετί έχει και το αντίθετό του. Στην προκειμένη περίπτωση, στον πιο πάνω νόμο της υποβολής αντιπαρατίθεται η «φυγόκεντρος τάση» κάθε ζώντος πλάσματος που θέλει να «καταξιωθεί», να «αναγνωριστεί» και, εν τέλει, να επιβληθεί στο περιβάλλον του ελέγχοντάς το. Αυτή την ενστικτώδη, ορμέμφυτη, «επιθετική» κίνηση καταγράφουμε ως «νόμο της επιβολής».

• Εκτός από τους παραπάνω δύο (2) προβλεπτούς νόμους, στο «Είναι» υπάρχει και κυριαρχεί το απρόβλεπτο στοιχείο, το συμπτωματικό. Αυτό, με τη μορφή του έκτακτου, του υπερβολικού, επιδρά σε κάθε φυσική, κοινωνική ή ιστορική εξελικτική διαδικασία (προτσές). Είναι δε καθοριστικό, αρκετές φορές, στις ανθρώπινες επιλογές ή πρακτικές. Τούτη την αδήριτη, υπερβολική, φυσική «Άνωση», καταγράφουμε ως «νόμο της υπερβολής».

• Όμως το έκτακτο, το υπερβολικό, πρέπει να εξισορροπηθεί, να μεταρσιωθεί δημιουργικά στο «Κανονικό». Εδώ παρεισφρέει ο «νόμος της αποβολής».

Το θεωρητικό υποκείμενο προσπαθεί – από τα ίδια τα πράγματα (ipso facto) – να αντικειμενοποιήσει το υποκείμενο (κοντολογίς, να μετασχηματίσει αντικειμενικά τον ίδιο του τον υποκειμενισμό), μέσω των γνωστικών του εργαλείων. Αυτό καταρχήν συνεπάγεται ότι πρέπει να ελέγξει και να συνυπολογίσει τους τέσσερεις (4) προαναφερόμενους βασικούς νόμους. Η ποιότητα και η πυκνότητα μιας γνωσιολογικής θεωρίας (ο βαθμός, δηλαδή, προσέγγισης της ίδιας της αδιαμεσολάβητης πράξης) εξαρτώνται ακριβώς από αυτή τη συμπεριφορά.

Από την άλλη μεριά, όπως εξάλλου έχουμε ήδη εντοπίσει σε προηγούμενο κείμενό μας («Περί Θεωρίας και Πρακτικής¨), οποιαδήποτε θεωρία διαμεσολαβείται από τα σχολαστικά, πρακτικίστικα στοιχεία της πράξης∙ αλλά και παράλληλα ενοχοποιείται για τον κίνδυνο του θεωρητικισμού της. Άλλωστε, θεωρούμε πως η Πράξη είναι αυτενεργής, πρωτογενής και αυθύπαρκτη. Ενώ η Θεωρία είναι παράγωγο (διανοητικό-αντανακλαστικό) της Πράξης.

Συνυπολογίζοντας, λοιπόν, όλες αυτές τις αντικειμενικές και υποκειμενικές αντιξοότητες που διέπουν εκ προοιμίου τις προσπάθειες δόμησης των θεωριών, αντιλαμβανόμαστε πολύ εύκολα το θεωρητικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει ο εκτεταμένος ορθός λόγος (που είναι λόγος + συναίσθημα + φαντασία) και η γνωσιολογία του, που σημειωτέον αποτελεί τη θεωρία των θεωριών (: δηλαδή, μεταλλάσσεται σε εργαλειακό ορθολογισμό).

Ας γίνουμε όσο πιο σοβαροί μπορούμε…

Το αδιέξοδο αυτό δεν είναι στην ουσία του τίποτε άλλο παρά η επίμονη ψευδαίσθηση που εκλαμβάνεται ως «πραγματικότητα» του κοινωνικού μας κόσμου, τουλάχιστον – για να περιορίσουμε λίγο τη συζήτηση. Έτσι, όλα πλέον έχουν καταντήσει ένας τεράστιος Ευφημισμός: Από τα γενικότερα, όπως η κατ’ ευφημισμόν δημοκρατία, η κατ’ ευφημισμόν κοινωνία, με αποκορύφωμα την κατ’ ευφημισμόν (κοινωνική) συνείδηση∙ έως τα ειδικότερα, όπως το κατ’ ευφημισμόν σχολείο ή πανεπιστήμιο, η κατ’ ευφημισμόν μεταρρύθμιση της κατ’ ευφημισμόν παιδείας-εκπαίδευσης, κοκ.

Στο ζοφερό αυτό τοπίο η αντίσταση, εννοείται, αποβαίνει όχι μόνο μάταιη αλλά δυστυχώς και παραπλανητική τις περισσότερες φορές: «Τι παιδεία θέλουμε, αυτή ή την άλλη»; «Τι πανεπιστήμιο θέλουμε; Το δείνα ή το τάδε;»∙ «Άραγε, θέλουμε οικονομία ή δεν θέλουμε»; (δηλαδή να μην δουλεύουμε καθόλου…). Το δράμα όμως κορυφώνεται στο ψευδοδίλημμα «Επανάσταση ή μεταρρύθμιση»;

Ευτυχώς, όμως, ως εδώ. Διότι έχουμε νέα δεδομένα. Τόσο ο Αϊνστάιν (Einstein), για παράδειγμα, όσο και ο φίλος του ο Γκέντελ (Gödel), μας λένε ότι τα πάντα είναι κάτι άλλο (από αυτό που φαίνεται): ο χρόνος είναι χώρος, η βαρύτητα είναι γεωμετρική καμπυλότητα, η ενέργεια είναι μάζα∙ παράλληλα, η διαίσθησή μας για τα μαθηματικά είναι ορθή, αλλά για τη ροή του χρόνου αποδεικνύεται απατηλή. Η φιλοσοφία, λοιπόν, τα μαθηματικά και η (θεωρητική) φυσική είναι, μεταξύ άλλων, το «Lochbetractung» («Κλειδαρότρυπα», σε ελεύθερη μετάφραση) για την απελευθέρωση των κοινωνικών επιστημών προς τον Ορθολογικό Ρεαλισμό τους.

Η έννοια της συμμετρίας και η φιλοσοφία της οικονομίας

Συμμετρία του (ισόπλευρου) τριγώνου

Η συμμετρία του (ισόπλευρου) τριγώνου αφορά στους τρόπους με τους οποίους μπορώ να επενεργώ σε αυτό δίχως να αλλάζω την όψη του. Για παράδειγμα, με πόσους διαφορετικούς τρόπους μπορώ να αποθέσω το τρίγωνο έτσι ώστε να ταιριάζει ακριβώς μέσα στα όρια του περιγράμματος; Κάθε μια από αυτές τις κινήσεις αποτελεί μια «συμμετρία» του τριγώνου.
Η συμμετρία λοιπόν, σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη, έχει ενεργητική και όχι παθητική έννοια. Η συμμετρία τριγώνου αποτελεί μια ενέργεια που μπορώ να εφαρμόσω πάνω σε ένα τρίγωνο επανατοποθετώντας το εντός των ορίων του, παρά ως κάποια ιδιότητα που κρύβεται στο ίδιο το τρίγωνο.

Μπορώ να αναποδογυρίσω το τρίγωνο με τρεις διαφορετικούς τρόπους. Κάθε φορά δύο γωνίες αλλάζουν θέση μεταξύ τους. Μπορώ επίσης, να το στρέφω κατά το ένα τρίτο μιας πλήρους περιστροφής, είτε κατά τη φορά των δεικτών του ρολογιού (δεξιόστροφα) είτε κατά την αντίθετη (αριστερόστροφα). Έχουμε λοιπόν πέντε μέχρι τώρα, συμμετρίες.

Τέλος λοιπόν, έχουμε και μια έκτη συμμετρία. Είναι η περίπτωση κατά την οποία αφήνουμε το τρίγωνο απείραχτο εκεί όπου βρίσκεται. Διότι, αν συμμετρία σημαίνει να επενεργούμε με έναν συγκεκριμένο τρόπο σε ένα τρίγωνο, διατηρώντας το πάντα εντός των ορίων του περιγράμματός του, τότε η περίπτωση που δεν το αγγίζουμε καθόλου – ή, ισοδύναμα, η περίπτωση στην οποία θα το παίρναμε, θα το κάναμε ό,τι θέλαμε και ύστερα θα το αφήναμε ξανά πίσω στη θέση του ακριβώς όπως το βρήκαμε – συνιστά επίσης μια ενέργεια την οποία οφείλουμε να συμπεριλάβουμε στον κατάλογο.

Η συμμετρία και η θεωρία των ομάδων είναι ένα σπουδαίο εργαλείο που συνδέει τη μαθηματική έρευνα με τη μελέτη των κοινωνικών φαινομένων και ειδικότερα με τη Φιλοσοφία της Οικονομίας. Για αυτό θα επανέλθουμε.

1/6/2015

«ΑΠΟΚΡΥΦΕΣ» ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Από τον Νώντα Κούκα

Το «κρυφό» νόημα της οικονομίας

Το βιβλίο ή το βίντεο που κρατάτε στο χέρι σας αποτελεί, για την ακρίβεια, μια συμμετρική πληροφορία. Ειδικότερα, κάθε πληροφορία προτού μετατραπεί σε ενέργεια (δράση), διαθέτει (απόλυτη) συμμετρία. Όταν αυτή εκδηλώνει το περιεχόμενό της, ως ενέργεια, τότε λέμε πως «σπάει η συμμετρία» της. Η διαδικασία αυτή συνεπάγεται την εμφάνιση μορφών και σχημάτων στο χωροχρονικό συνεχές. Μορφή και σχήμα διαθέτει κάθε «υλικό σημείο» στο ορατό σύμπαν∙ είτε πρόκειται για βαριά υλικά αντικείμενα (μάζα) είτε για «άυλες» καταστάσεις, γεγονότα κ.α. Όμως, ας μη φανταστούμε ότι η πληροφορία, καθώς η συμμετρία της σπάει, σχηματοποιεί το (ορατό της, πια) περιεχόμενο στα κουτουρού, που λέμε. Απεναντίας, χρησιμοποιεί μια εγγενή σχεδιαστική σοφία που διατάσσει και τακτοποιεί τα «πράγματα» καταπώς πρέπει, με μια συμμετρία (σαφώς βέβαια μικρότερη από την αρχική), στο χώρο και στο χρόνο.

Η οικονομία ως πληροφορία-νόμος της «φύσης»

Έχουμε περάσει στην καρδιά της συζήτησης, αφού αλιεύσαμε το «κρυφό» νόημα από τον γενικό όρο «Οικονομία» ως Συμμετρική Πληροφορία: Η οικονομία λοιπόν, υπό την ευρύτερη σημασιοδότησή της, συνιστά την επιμελημένη και φροντισμένη εκείνη διαδικασία, η οποία μπορεί και διεκπεραιώνει μέγιστο έργο με ελάχιστη δαπάνη ενέργειας. Έτσι λοιπόν, διαπιστώνουμε ότι η ίδια η οικονομία διέπεται κατά βάση από τη γενικότερη «σοφία» της «φύσης»∙ την πληροφορία-«νόμο»: συντομότερη και αποτελεσματικότερη παραγωγή έργου/πιο ποιοτική και οικονομική φειδώ δράσης (ενέργειας).

Κατ’ αναλογία, μπορούμε επιμέρους να κάνουμε λόγο για οικονομία χρόνου, δυνάμεων, αλλά και για οικονομία στη γλώσσα, στην πλοκή ενός έργου, στον σχεδιασμό της διδακτικής διαδικασίας κοκ.

Η κλασική έννοια της «Οικονομικής Στενότητας»

Η ανάλυση και ανάδειξη του «κρυφού» νοήματος στον γενικό όρο «οικονομία» οδηγεί, αναγκαίως, στην έννοια: «οικονομική στενότητα» (σπάνις, ανεπάρκεια) ως Μερικώς Συμμετρική Πληροφορία. Πράγματι, η φειδωλή και μετρημένη χρήση, η επιδίωξη και η πρακτική του να επιτύχουμε όσο το δυνατό περισσότερα, χρησιμοποιώντας όσο το δυνατόν λιγότερα, σημαίνει βέβαια την παραδοχή της σπανιότητας στα αναγκαία μέσα. Έτσι, το πρόβλημα της ανεπάρκειας αγαθών και υπηρεσιών, για να ικανοποιηθούν ποσοτικά και ποιοτικά οι ανάγκες μιας κοινωνίας, οι κλασικοί οικονομολόγοι το ονομάζουν «πρόβλημα στενότητας».

Αυτή η στενότητα οφείλεται στο ότι τα αγαθά και οι υπηρεσίες πρέπει να παραχθούν. Και για να παραχθούν χρειάζονται παραγωγικά μέσα (ή παραγωγικοί συντελεστές ή παραγωγικοί πόροι). Δηλαδή, πρώτες ύλες, κτήρια, γη, εργαλεία, μηχανήματα, εργασία. Οι ποσότητες των διαθέσιμων πόρων σε κάθε κοινωνία είναι επίσης περιορισμένες. Κατά συνέπεια, υπάρχει και πρόβλημα στενότητας παραγωγικών μέσων (ή παραγωγικών συντελεστών ή παραγωγικών πόρων). Για τούτο, οι υλικές επιθυμίες ή ανάγκες των ατόμων υπερβαίνουν πάντοτε τις δυνατότητες της κοινωνίας τους να τις ικανοποιήσει.

Ο σχετικιστικός ορισμός της οικονομίας

Είμαστε πια έτοιμοι να διατυπώσουμε έναν ικανοποιητικό – σχετικιστικό όμως – ορισμό για την οικονομία, η οποία: Χαρακτηρίζεται από τις συνολικές εκείνες ενέργειες, που αποβλέπουν τόσο στην ικανοποίηση των αναγκών που συντελείται με περιορισμένα μέσα όσο και στην εξασφάλιση για την επωφελέστερη χρησιμοποίηση των μέσων αυτών, προς την επίτευξη του ανώτατου δυνατού αποτελέσματος.

Αν αναλύσουμε αυτόν τον ορισμό, παρατηρούμε ότι: i) Η έννοια της οικονομίας δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε ανθρώπινη ενέργεια και δράση, αλλά μόνον εκείνες που απαιτούν εξαιρετικά επίμοχθες προσπάθειες («θυσίες») για την επίτευξη οικονομικού αποτελέσματος. ii) Τούτες οι ενέργειες δεν λαμβάνουν χώρα στα τυφλά ή στα κουτουρού, αλλά ακολουθούν συγκεκριμένη σκοπιμότητα∙ δηλαδή, το λεγόμενο οικονομικό αξίωμα: «επιδιώκουμε το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα διά της ελάχιστης θυσίας». iii) Τα μέσα, με τα οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών, και τα αγαθά, τα οποία ενδιαφέρουν την οικονομία, δεν βρίσκονται σε απεριόριστη ποσότητα αλλά σε περιορισμένη∙ εξ ου και η καταβολή «θυσίας» για την εξεύρεσή τους. iv) Τέλος, η οικονομία δεν αρκείται απλώς στην απόκτηση των αγαθών, αλλά αποβλέπει και στην καλύτερη και λειτουργικότερη χρησιμοποίησή τους, μέσω της ορθολογικής κατανομής τους. Ειδάλλως, η ανθρωπότητα θα αντιμετωπίσει νωρίτερα τις συνέπειες του άτεγκτου νόμου της στενότητας.

Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι: τι σχέση έχει η οικονομία της ελλάδας με τον βασικό νόμο-πληροφορία της οικονομίας, αφενός, και με τις επιμέρους γενικές αρχές, αφετέρου; Μπορεί να χαρακτηριστεί τυπική καπιταλιστική η ελληνική οικονομία;

Μια άτυπη οικονομία όπως η ελληνική, που ως τέτοια εξ αντικειμένου παράγει τεράστια δημόσια χρέη και ελλείμματα, πώς θα μπορούσε να ξελασπώσει; Ακόμη και αν μπορούσε να αποπληρωθεί (ή να διαγραφεί;) το χρέος, με έναν μαγικό τρόπο, ακόμη και τότε σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα πάλι θα συσσωρεύονταν υπέρογκα δημόσια ελλείμματα και χρέη. Άρα μια διαγραφή του χρέους είναι αναπόφευκτη στο πλαίσιο μιας πολιτικής συμφωνίας, η οποία όμως πρέπει οπωσδήποτε να προβλέπει την μετατροπή της ελληνικής οικονομίας σε περιεκτικότερη (κοινωνικά) οικονομία• ενώ, από την άλλη μεριά, η αποδοχή της «πολιτικής λύσης» στο ελληνικό πρόβλημα από την πλευρά των «εταίρων», καταδεικνύει ίσως μια ποιοτική υπέρβασή τους ως προς τη σκληρή νεοφιλελεύθερη («μονεταριστική») αντίληψη που τους χρεώνεται, ισοπεδωτικά ίσως, από τους επικριτές τους.

Άραγε μια τέτοια διαδικασία-συμφωνία υποδεικνύει κάτι περισσότερο απ’ ό,τι φαίνεται;… Κοντολογίς, ούτε ο δεξιός ούτε ο αριστερός λαϊκισμός (μνημόνιο/αντιμνημόνιο) είναι η βαθιά ερμηνεία της πραγματικότητας.

29/5/2015

Η ΦΥΣΙΚΗ ΩΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Από τον Νώντα Κούκα

«… Η οικονομική επιστήμη, περιττεύει ίσως να το πούμε, δεν είναι απλώς η συζήτηση για τους αριθμούς, τις προβλέψεις και τις κυβερνητικές ανακοινώσεις που γεμίζουν τις οικονομικές ειδήσεις. Και ούτε βέβαια πρόκειται για τα διαγράμματα προσφοράς και ζήτησης ή τις εξισώσεις που τόσο καλά γνωρίζει κάθε φοιτητής της Οικονομικής Επιστήμης. Στον πυρήνα της η Οικονομική Επιστήμη είναι ερμηνευτικό σύστημα που αποβλέπει στο να μας διαφωτίσει για τον τρόπο λειτουργίας και, συνεπώς, τα προβλήματα και τις προοπτικές της πολύπλοκης κοινωνικής οντότητας που ονομάζουμε οικονομία».

Robert  Heilbroner, Οι φιλόσοφοι του Οικονομικού Κόσμου

Η κριτική στην κριτική που δέχεται ο Μαρξ

Δυστυχώς, η οποιαδήποτε σχεδόν προσπάθεια κριτικής αποκατάστασης ή υπέρβασης του μαρξιανού έργου είναι εξαρχής άπελπις. Διότι, όπως έχουμε ξαναγράψει, ο Μαρξ εξαρχής δεν κατανοήθηκε επαρκώς (κατά την ταπεινή μας άποψη). Συνεπώς τα θεωρητικά εργαλεία που προτείνονται για την ανανέωση ή την υπέρβαση είναι τόσο «σχετικά»-άσχετα με τον πυρήνα της μαρξιανής κοσμοθεωρίας, όσο ακριβώς με το να τοποθετούμε μια ασπιρίνη πάνω στο κεφάλι μας, όταν αυτό μας πονάει. Πράγματι, η ασπιρίνη είναι ένα παυσίπονο και όντως το κεφάλι μας πονάει• αλλά εάν δεν την καταπιούμε, γιατρειά δεν θα βρούμε… Και εξηγούμαστε παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή.

Ο ίδιος ο Χέγκελ προοικονομεί την Οικονομία μέσω της οικονομίας του απόλυτου πνεύματος. Στη Λογική, παραμένουμε στην απόλυτη ιδέα, που καθορίζεται σαν ενότητα της έννοιας και της αντικειμενικότητας. Στο πλήρες σύστημα το σχήμα έχει ως εξής: Λογική – Φύση – Πνεύμα• η ιδέα βγαίνει από τον εαυτό της, αλλοιώνεται στο άλλο, και επιστρέφει στον εαυτό της σαν Πνεύμα. Η φιλοσοφία της φύσης θα είναι λοιπόν η «επιστήμη της Ιδέας μέσα στην αλλοίωσή της», (Εγκυκλοπαίδεια παρ. 17), και η φιλοσοφία του Πνεύματος, η «επιστήμη της Ιδέας που επιστρέφει από τον αλλοιωμένο της εαυτό στον εαυτό της».

Το ερμηνευτικό ξεκλείδωμα στο «τυπολογικό» αυτό σχήμα μπορεί να είναι το εξής: αυτό που φαίνεται (φαινομενολογικά πάντοτε εννοούμε το «φαίνεται») είναι πως ο δημιουργημένος κόσμος μας είναι αποτέλεσμα της ιδέας σε άλλη θέση. Αυτομάτως, έτσι μπαίνει η έννοια του χώρου και του χρόνου – αφού η κίνηση δεν νοείται δίχως τις δύο αυτές έννοιες. Τώρα, η αλλοτρίωση της ιδέας μέσα στον χώρο φαίνεται να είναι η φύση, ενώ η αλλοτρίωσή της μέσα στον χρόνο φαίνεται να είναι η ιστορία.

Η απόλυτη ιδέα είναι αντικείμενο σκέψης σαν Λόγος, χάνεται, και τέλος εκπληρώνεται σαν Πνεύμα. Μέσα του, το απόλυτο Πνεύμα είναι πάντα αιώνια συμφιλιωμένο. Όμως, θεωρούμενο σύμφωνα με τη Φύση και την Ιστορία είναι σε αναζήτηση του εαυτού του, καθώς ζωντανεύει σχήματα και πρόσωπα που αποτελούν την αέναη κίνησή του. Τούτη η τάση αφήνει έναν χώρο για την ανθρώπινη περιπέτεια και τους μόχθους της. Ενώ όμως η Ιστορία οφείλει να ξετυλίγει τη ροή της, η φιλοσοφία είναι πάντα εφικτή διότι κατανοεί την ιδέα του Πνεύματος, αιώνια αληθινή.

Η πορεία της ανθρώπινης συνείδησης θα αποτελέσει το αντικείμενο μιας φαινομενολογικής περιγραφής (και όχι ιστορικής ή λογικής). Περνώντας από διαδοχικές βεβαιότητες που δεν είναι ποτέ ίδιες με την αλήθεια που αναζητά, η συνείδηση περνάει από διαδοχικές μορφές (τυπικές, ιδιαίτερες, τις οποίες υιοθετεί, κατόπιν εγκαταλείπει και ξεπερνά). Είναι μια διαλεκτική πορεία από όπου λείπουν διαρκώς η μεσολάβηση και η συμφιλίωση.

Η οικονομία ως σοφία της φύσης

Η φύση λοιπόν ξετυλίγεται λογικά μέσα στον χρόνο ως ιστορία. Όταν λέμε λογικά, εννοούμε οικονομικά – με σύνεση σεβόμενη την ανάγκη της σπάνεως και της θυσίας. Αν τα κατεβάσουμε όλα αυτά από τον Ουρανό στη Γη, θα δούμε την οικονομία σε όλο της το μεγαλείο να διευθύνει όχι μόνο τον πλανήτη αλλά και ολόκληρο το ορατό σύμπαν.

Και πρώτα απ’ όλα θα διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι: με την ελάχιστη θυσία να επιδιώκεται το ανώτατο δυνατό αποτέλεσμα. Αλλά το ίδιο όμως δεν λέει και η απαγορευτική αρχή του Πάουλι; Τέσσερις κβαντικοί αριθμοί και όχι τρεις χρειάζεται για να περιγραφεί ένα ηλεκτρόνιο. Χονδρικά να το πούμε, δύο ηλεκτρόνια με τους ίδιους κβαντικούς αριθμούς δεν μπορούν να καταλαμβάνουν τον ίδιο φλοιό. Και για να το πούμε ακόμη πιο απλά: κανένα ηλεκτρόνιο δεν θέλει να είναι μονήρες (όπως στο άτομο των αλκαλίων), διότι σε μια τέτοια περίπτωση, από αυτό θα εξαρτάται η χημική δραστηριότητα ολόκληρου του ατόμου• λοιπόν, το οικονομικό αξίωμα, σε όλο του το μεγαλείο, στη βαθιά δομή της συμπαντικής λειτουργίας.

Να γιατί γράψαμε πως η οικονομία lato sensu (υπό την ευρεία έννοιά της) είναι η ίδια η φιλοσοφία της φύσης, ενώ η Φυσική, κατά συνέπεια, είναι άμεσα συνδεδεμένη με την οικονομική βάση. Ο Μαρξ λέει στον Πρόλογο, όπως είδαμε σε πρόσφατο κείμενο, ότι η εξακρίβωση της αλλαγής στους υλικούς όρους παραγωγής απαιτεί τις φυσικές επιστήμες. Άραγε τι να σημαίνει αυτό πέρα ως πέρα; Ας θυμηθούμε μόνο πως η πρώιμη εποχή του καπιταλισμού, οι απαρχές του, χρειάστηκε τον Κοπέρνικο και τον Γαλιλαίο, για να επιβεβαιώσει την αθέατη αλλαγή που σταδιακά συντελούνταν στους υλικούς όρους της οικονομικής παραγωγής της τότε εποχής. Και έπειτα, όταν η αλλαγή αυτή ήταν έτοιμη να αλλάξει φάση, να περάσει δηλαδή στο επαναστατικό άλμα της ανατροπής του φεουδαλικού συστήματος, χρειάστηκε η μηχανική του Νεύτωνα, για να γίνει η μετάβαση στο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής.

Εντέλει, αυτό που θέλουμε να ισχυριστούμε είναι ότι: επειδή η Οικονομία (με την ευρύτερή της έννοια) δεν είναι παρά η ίδια η φιλοσοφία της φύσης, η Φυσική και, συνακόλουθα, τα Μαθηματικά είναι οι επιστήμες που συνδέονται άμεσα, ως επί το πλείστον, με την οικονομική βάση της κοινωνίας. Τα υπόλοιπα «επιστημονικά», γνωστικά αντικείμενα, άκρως ευεπίφορα στην ιδεολογία, είναι μονάχα έμμεσα συνδεδεμένα με την οικονομική βάση, ως «εποικοδόμημα». Ο Μαρξ μάλλον διαισθάνεται τη σύνδεση αυτή της φιλοσοφίας με τη φύση και την οικονομία της, για αυτό και προτείνει τη φιλοσοφία, όχι ως πρόβλημα φιλοσοφικής φύσης, αλλά ως πρόβλημα οικονομικής φύσης που πρέπει να λυθεί πρακτικά.

ΥΓ: Έπεται λοιπόν ότι η Φυσική είναι ο φανερός δείκτης των αθέατων αλλαγών στην οικονομική βάση. Τώρα λοιπόν που η Φυσική αλλάζει θεαματικά, τι αλλαγές άραγε έχουν λάβει (ή λαμβάνουν) χώρα στους υλικούς όρους παραγωγής του σύγχρονου καπιταλισμού;

13/11/2014

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Από τον Νώντα Κούκα

Στην αμέσως μετα-μεσοκομβιανή (Μεσόκομβος = Μεσαίωνας) εποχή, η τριπλέτα (πραγματικό, συμβολικό,φαντασιακό) ουσιαστικά εξελίσσεται με μοναδικό σχεδόν σταθερό κριτήριο αξιολόγησης το μοντέλο της δημόσιας (ιδιωτικής) παιδείας. Αυτό κατά βάση ευθύνεται και για την ίδια την κατάργηση της φεουδαρχικής οικονομίας. Η μόρφωση που παρέχει συμβάλλει καθοριστικά σε τρεις κοσμοϊστορικές εφευρέσεις – τυπογραφία, πυρίτιδα, ναυτική πυξίδα –, που αναβαθμίζουν ακόμη περισσότερο το ήδη διαγραφόμενο «εθνικό» φαντασιακό. Η τυπογραφία ενώνει το φαντασιακό ανθρώπων απομακρυσμένων μεταξύ τους. Η πυρίτιδα βοηθάει τους ηγεμόνες-βασιλιάδες να εξοπλίσουν μισθοφορικούς στρατούς με πυροβόλα όπλα, ώστε να καθυποτάξουν τους αγέρωχους πυργοδεσπότες (φεουδάρχες). Έτσι, επέρχεται η διαμόρφωση των εθνικών κρατών, με τη συνένωση των ελευθερωμένων πια φέουδων, υπό την εξουσία τους. Τέλος, η πυξίδα – με τη συνεπικουρία των πυροβόλων όπλων – δίνουν τα μέσα για την πρώτη αποικιοκρατική εξάπλωση των Πορτογάλων και Ισπανών κατακτητών, αρχικά.

Είμαστε στην καρδιά της συζήτησης. Όλα αυτά τα γεγονότα δημιουργούν ριζικές μεταβολές στις οικονομίες των Δυτικο-ευρωπαϊκών κοινωνιών. Κατ’ αρχάς, αναφέρουμε την οργιώδη εξολόθρευση-γενοκτονία των αυτόχθονων λαών του Νέου Κόσμου από τους «κονκισταδόρες», που μπροστά της ωχριούν ακόμη και τα ναζιστικά εγκλήματα του 20ού αιώνα. Η εντατική εκμετάλλευση των μεταλλείων που κυρίευσαν οι Δυτικοί στις χώρες του Νέου Κόσμου, έχουν ως αποτέλεσμα να συρρέουν στη μητροπολιτική Ευρώπη τεράστιες ποσότητες χρυσού και αργύρου. Τούτο συνεπάγεται μια άνευ προηγουμένου οικονομική ευρωστία στις Δυτικές χώρες. Η συνολική περιουσία της Ευρώπης σε ευγενή μέταλλα, από το 1500 μέχρι τον 17ο αιώνα, σχεδόν τριπλασιάστηκε. Και η αξία του χρήματος κατέβηκε στο 1/6 της παλαιάς.

Παράλληλα, οι κατακτήσεις και ο αποικισμός των υπερπόντιων χωρών προωθούν την πνευματική ανάπτυξη της Ευρώπης. Εξερευνώνται νέες χώρες, οι άγνωστοι λαοί τους και οι γλώσσες τους, ενώ εισάγονται στην Ευρώπη όχι μόνο νέα προϊόντα άγνωστα έως τότε (καλαμπόκι, πατάτες, καπνός, κακάο, βανίλια, διάφορα μπαχαρικά), αλλά και νέα ζώα και φυτά. Η γεωγραφία, η κοσμογραφία, οι φυσικές επιστήμες και η ιστορία, εμπλουτίστηκαν με νέες πληροφορίες και οι ανθρώπινες γνώσεις διευρύνθηκαν και πολλαπλασιάστηκαν. Τέλος, νέα ήθη και έθιμα, μαζί με καινοτόμες ιδέες, εισάγονται από το Νέο Κόσμο και – με τη ζωτική ορμή που διαθέτουν – υποσκάπτουν τα θεμέλια της ήδη καταρρέουσας μεσαιωνικής κοινωνίας, ενώ προοικονομούν αυτό που έρχεται…

Open your eyes

Η σημερινή φάση της καπιταλιστικής οικονομίας είναι το απόλυτο παράδειγμα ενός υπερβολικού μετασχηματισμού στον σύγχρονο ταξικό τύπο της οικονομίας. Στα μαθηματικά ονομάζουμε ορθή-υπερβολοειδή ή υπερβολική επιφάνεια εκείνη που δεν μπορούμε να τη φανταστούμε πλήρως: άραγε, τι σχήμα θα έχει μια δισδιάστατη επιφάνεια αρνητικής καμπυλότητας; Παρομοίως, κανείς σχεδόν σύγχρονος οικονομολόγος, ή μη, δεν μπορεί να φανταστεί – και να αναπαραστήσει – τον τωρινό αρνητικά καμπυλωμένο (ταξικό) τύπο της οικονομίας. Την αδυναμία αυτή έρχεται να καλύψει είτε ο στείρος φορμαλισμός των αριθμών και των μεγεθών είτε η συνωμοσιολογική ερμηνεία της ιστορίας: «οι “αόρατοι” εξουσιαστές που απεργάζονται τάχα τον όλεθρο της ανθρωπότητας». Το πράγμα είναι πιο απλό και γι’ αυτό πολύ πιο δύσκολο στην αντιμετώπισή του. Στην αρνητικά καμπυλωμένη ταξική οικονομία οι διάφοροι τυχοδιώκτες, τοκογλύφοι και κερδοσκόποι – ως δομικό της στοιχείο – κερδοσκοπούν ασύστολα και ανερυθρίαστα. Αναπαράσταση, λοιπόν, και ανάλυση του σύγχρονου δύσμορφου και δυσνόητου καπιταλισμού, είναι ό,τι μας χρειάζεται…

17/10/2014