Category Archives: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Ι

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – Α κύκλος (Ολόκληρο το κείμενο, μαθήματα 1 έως 17)


ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – Α κύκλος

(Ολόκληρο το κείμενο, μαθήματα 1 έως 17)

Η απλότητα, η σαφήνεια και η προφάνεια όταν σμίγουν αρμονικά δίνουν ένα συμμετρικό φαινόμενο, που διαπιστωμένα επιδέχεται λογική ανάλυση. Απεναντίας, από τη σύγχυση, την ασάφεια και τη θολότητα προκύπτει ένα ασύμμετρο φαίνεσθαι, που εξακριβωμένα «διψάει» για ανορθολογικές-ακόμα και σκοταδιστικές-εξηγήσεις. Πρόκειται για δύο φαινομενικότητες αντιφατικές μεταξύ τους που, δηλαδή, η μία φαίνεται να αποκλείει την άλλη. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, ας πούμε, ποια από τις δύο φαινομενικότητες την εκφράζει;

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ i (Μάθημα 1ο)

ΠΡΩΤΑ ΟΙ ΑΠΛΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Είτε έτσι είτε αλλιώς, η Ελλάδα-ως κοινωνική, πολιτική και οικονομική «οντότητα»-ανήκει «κάπου». Ο απέραντος και αόριστος χώρος «κάπου» μπορεί να περιοριστεί, με λίγη μόνο καλή θέληση, ως «χώρος της ‘καπιταλιστικής Δύσης’». Συνεπώς, δηλώνεται με αρκετή σαφήνεια ένα συγκεκριμένο μοντέλο κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής διαχείρισης. Ειδικεύοντας λίγο ακόμη, βρίσκουμε πως η Ελλάδα δεν είναι παρά μια καπιταλιστική χώρα, που κείται οριακά στην νοητή περιφέρεια του σκληρού πυρήνα της (οικονομικής) ευρωζώνης. Τελικά, και πολύ απλά, η ελληνική οικονομία-όντας στοιχείο ενός ευρύτερου συστήματος-δεν μπορεί παρά να υπόκειται στους (σιδερένιους) νόμους δομής τού (έστω, ακόμη και «χαλαρού») οικονομικού ευρωσυνασπισμού. Δομή όμως σημαίνει: Ένα σύστημα-ένα οργανικό όλον-με ισορροπημένες σχέσεις των επιμέρους στοιχείων του, τόσο μεταξύ τους (ένα-προς-ένα) όσο και όλων μαζί προς το όλον. Έτσι, κάθε διαταραχή ενός επιμέρους στοιχείου επιφέρει ανισορροπία ή «αρρυθμίες» και στο ίδιο το όλον.

ΤΩΡΑ ΟΙ ΣΑΦΕΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Καθετί στο ορατό σύμπαν μετασχηματίζεται σε κάτι άλλο, ολοένα∙ παραμένει όμως σε αυτό και κάποιο αναλλοίωτο χαρακτηριστικό, για να μπορεί ακριβώς να συμβαίνει ο διαρκής μετασχηματισμός του.

Η οικονομία-ως σύστημα- είναι επίσης μια διαδικασία που μετασχηματίζεται διαρκώς στο χώρο και στο χρόνο. Ενυπάρχει όμως και σε αυτή μια βασική «πληροφορία»-στο DNA της θαρρείς-που παραμένει σταθερή και αναλλοίωτη. Τούτη η πληροφορία, όσους διαφορετικούς «θορύβους» και αν προσκτάται στους συνεχείς μετασχηματισμούς, αποκωδικοποιείται ως μία λογική συνεπαγωγή συν μία μαθηματική επαγωγή: (ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ) ΠΡΟΣΦΟΡΑ => (ΠΟΛΙΤΙΚΗ) ΖΗΤΗΣΗ + (ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΟ) ΚΕΡΔΟΣ. Με σαφείς προτάσεις: η κοινωνία προσφέρει ένα προϊόν, αυτό πωλείται-καταναλώνεται από τους πολίτες∙ και η συναλλαγή αυτή πρέπει να προσφέρει ένα αντίτιμο που να καλύπτει όχι μόνο την αξία του προϊόντος της, αλλά και να αποφέρει και κάποιο κέρδος, για την κοινωνία και τους πολίτες. Το κοινωνικό κέρδος, το πλεόνασμα αυτό, επανακάμπτει στην αγορά (ανταλλαγές) και με την ίδια γραμμική διαδικασία αποφέρει επιπλέον κέρδος στο κέρδος, κ.ο.κ. Επομένως, το κρίσιμο σημείο είναι πως η προσφορά συνεπάγεται όχι απλώς τη ζήτησηαλλά η προσφορά συνεπάγεται τη ζήτηση αναγκαστικά συνδεδεμένη με το κοινωνικό κέρδος. Ειδάλλως, πρόκειται όχι για προσφορά, αλλά για δωρεά.

Κατά συνέπεια, η Οικονομία ως σύστημα μετασχηματίζεται διαρκώς-και μπορεί να λαμβάνει διάφορες κοινωνικοοικονομικές μορφές∙ όμως, μια βασική αρχή της παραμένει σταθερή: η αδήριτη ανάγκη για κοινωνικό κέρδος. Ωστόσο, όταν αυτή η αρχή, ο γονότυπος της οικονομίας, γειώνεται σε ιστορικούς-διοικητικούς σχηματισμούς (δουλοκτητικό, φεουδαρχικό, καπιταλιστικό), αλλοιώνεται ο φαινότυπός του και παίρνει τη σταθερή μορφή του φετιχισμού-ή «μαγικής» λατρείας-του (ατομικού) κέρδους. Τούτη η διευκρίνιση είναι απολύτως σημαντική, γιατί αποτελεί την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην «αντικειμενική» οικονομία της κοινωνίας συνολικά και στην ηθικίστικη αντίληψη της οικονομίας, δηλαδή της δωρεάς, που καλλιεργείται μέσα από τις υποκειμενικές αναπαραστάσεις των μελών της κοινωνίας ατομικά. Μεταξύ δύο φίλων σε μια κοινωνία μπορεί να ισχύσει-ίσως να ισχύει και διαρκώς-ο ένας να προσφέρει και ο άλλος να παίρνει, απλώς. Όμως, στις μέχρι τώρα γνωστές κοινωνικοπολιτικές οικονομίες κάτι τέτοιο δεν έχει ισχύσει ποτέ. Αυτές προσφέρουν και οι πολίτες καταναλώνουν, αλλά με το αζημίωτο. Και όποτε, ιστορικά εξακριβωμένο, έπαψε να ισχύει για μεγάλα χρονικά διαστήματα τούτη η αρχή της (πολιτικής) οικονομίας, οι κοινωνίες κατέρρευσαν. Σημαντική σημείωση: Τις περισσότερες φορές ό,τι ονομάζουμε κρίση αξιών, ηθική ή πολιτιστική κρίση, δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά το αποτέλεσμα της κατάρρευσης της «αντικειμενικής» οικονομίας. Από όλα αυτά συνάγεται πως μια σοβαρή οικονομική προσέγγιση προϋποθέτει, πριν από οτιδήποτε άλλο, να καταστεί σαφές ότι: άλλο πράγμα είναι η μελέτη της Οικονομίας, αυτής καθεαυτήν, και άλλο πράγμα είναι η «φορμαλιστική» διαχείριση της ιδεολογίας της (οικονομισμός).

Άρα, στόχος μας είναι να αποκαταστήσουμε τον κοινωνικό γονότυπο της Οικονομίας μέσα από τον φενακισμένο φαινότυπο της «αντικειμενικής» οικονομίας.

Συνεχίζεται…

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ii (Μάθημα 2ο)

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΟΙ ΠΡΟΦΑΝΕΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Ήρθε η ώρα να καταστρώσουμε έναν κατάλογο με τις προφανείς σκέψεις που συνάγονται απ’ όσα είπαμε παραπάνω, διατυπωμένες σε προτάσεις-«αρχές».

Πρόταση-«αρχή» 1.

Τύπος-«Οικονομία»: (κοινωνική) προσφορά => (πολιτική) ζήτηση + (κοινωνικο-πολιτικό) κέρδος. Να σημειώσουμε εν τάχει πως: τύποι είναι αφηρημένες μορφές, τα ατομικά αντικείμενα των οποίων είναι ιδιαίτεροι συμβολισμοί (γι’ αυτό άλλωστε και ένας τύπος μπορεί να δηλωθεί-κι αυτό έμμεσα-μόνο με λογικό-μαθηματικό φορμαλισμό). Έτσι, ο Τύπος-«Οικονομία» δεν δηλώνει κάποιο ιδιαίτερο αντικείμενο, κάποια ιδιαίτερη «αντικειμενική» οικονομία των ιστορικών της μετασχηματισμών, αλλά αναφέρεται σε μια αφηρημένη έννοια του τι (πρέπει να) είναι η Οικονομία. Όλες οι ιδιαίτερες «αντικειμενικές» οικονομίες (τόσο οι νομοταξικές οικονομίες της δουλοκτησίας και της φεουδαρχίας όσο και η μη νομοταξική καπιταλιστική οικονομία) αποτελούν συμβολισμούς αυτού του τύπου.

Πρόταση-«αρχή» 2.

Δυνάμει σταθερό και αναλλοίωτο στοιχείο του τύπου της Οικονομίας είναι ο γονότυπος: + (κοινωνικοπολιτικό) κέρδος. Αν θέλουμε να επιστημολογήσουμε ακριβέστερα τον Τύπο-«Οικονομία» [(κοινωνική) προσφορά => (πολιτική) ζήτηση +(κοινωνικο-πολιτικό) κέρδος], τότε πρέπει να επισημάνουμε πως ο «οντολογικός» γονότυπός του δεν είναι η λογική συνεπαγωγή [(κοινωνική) προσφορά => (πολιτική) ζήτηση] αλλά μόνο η μαθηματική επαγωγή: +(κοινωνικοπολιτικό) κέρδος. Τούτος ο γονότυπος παραμένει κατά βάθος σταθερός σε όλους τους ιστορικούς συμβολισμούς του, δουλοκτητικό, φεουδαρχικό, καπιταλιστικό, αναδεικνύει όμως ως σταθερό φαινότυπό του το (αφηρημένο)ατομικό κέρδος. Είναι δηλαδή αρνητική, ανεστραμμένη «πραγματικότητα», άρα, με αρνητικό πρόσημο (−): −(κοινωνικοπολιτικό) κέρδος [=ατομικό κέρδος].

 

 

Πρόταση-«αρχή» 3.

Εν ενεργεία σταθερό και αναλλοίωτο στοιχείο τού (εν δυνάμει) γονότυπου τού (αφηρημένου και γενικού) τύπου της Οικονομίας είναι ο, μεταμφιεσμένος πια, γονότυπος, δηλαδή ο φαινότυπος: (αφηρημένο) ατομικό κέρδος. Φαίνεται λοιπόν, ότι, προς το παρόν, μιλώντας για τον συγκεκριμένο φαινότυπο του αφηρημένου γονότυπου, το ατομικό κέρδος, εννοούμε τις κοινωνικές αναπαραστάσεις, τις άτακτα ερριμμένες στο φαντασιακό των ατομικών υποκειμένων μιας κοινωνίας. Οριακές κοινωνίες, δηλαδή λίγο πριν λειτουργήσουν ως «αντικειμενικές» οικονομίες. Κοντολογίς, το (αφηρημένο) ατομικό κέρδος είναι η αναγκαία – αλλά όχι και ικανή – συνθήκη για να λειτουργήσει η «αντικειμενική» οικονομία και, συνακόλουθα, η ίδια η κοινωνία. Υπενθύμιση: το «ατομικό κέρδος» είναι λογικός όρος και αναφέρεται σε λογικές, και όχι πραγματικές, αναλύσεις. Άρα, η φυσική γλώσσα δεν βοηθά σε αυτήν την περίπτωση.

Συνάγεται, λοιπόν, από τα παραπάνω, ότι έχουμε διατυπώσει τρία προφανή αξιώματα σε ότι αφορά στη λογική[1] ανάλυση της «αντικειμενικής» οικονομίας. Θα ακολουθήσει λοιπόν αβίαστα και το θεώρημα που αφορά στην «αντικειμενική» οικονομία.

Αθήνα, 24/05/2010

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ iii (Μάθημα 3ο)

ΕΜΠΕΙΡΙΑ: ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΔΙΔΟΥΜΕ ΤΑ ΛΑΘΗ ΜΑΣ

Αλλά, το φαντασιακό δεν αρκεί από μόνο του να συστήσει εμπειρική πραγματικότητα. Είναι η αναγκαία συνθήκη, όπως προείπαμε, αλλά χρειάζεται και ο κρίσιμος παράγοντας – η ικανή συνθήκη – για να μπει σε λειτουργία η κοινωνία και η «αντικειμενική» οικονομία που τη διέπει. Το «αφηρημένο ατομικό κέρδος» πρέπει να μετατραπεί σε πραγματικό-συγκεκριμένο ατομικό κέρδος, οργανωμένο από την ισχυρή ιδεολογία της πιο κραταιάς ομάδας μιας συγκεκριμένης κοινωνίας. Η μετατροπή αυτή, από ατομικό αφηρημένο (στο φαντασιακό) κέρδος σε συγκεκριμένο κέρδος μιας ορισμένης τάξης, συνιστά ό,τι εννοείται ως Πραγματικό σε μια ιεραρχική κοινωνία. Μέσα από την εν λόγω μετατροπή, παραμένει ο απόηχος της αναγκαίας συνθήκης (αφηρημένο ατομικό κέρδος), ως Σύμβολο, ο οποίος συγκροτείται από τους διοικητικούς θεσμούς σε Συμβολική Τάξη. Το Πραγματικό, μαζί με το οργανωμένο πια Φαντασιακό και τη Συμβολική Τάξη, δηλώνουν την ίδια την ταξική κοινωνία και την «αντικειμενική» της οικονομία. Τώρα, πλέον, είμαστε στις απαρχές του ιεραρχημένου πολιτισμού και των ιστορικών κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών που τον δηλώνουν.

Αθήνα, 27/05/2010

(Συνέχεια: Μάθημα 4ο)

Είμαστε στην ιστορική «στιγμή» όπου εγκαινιάζεται ο ταξικός τύπος της Οικονομίας, δηλαδή, εδώ ακριβώς και τώρα, λαμβάνει χώρα η μεγάλη ανατροπή, η θεμελιώδης συστροφή κωδίκων του τύπου-«Οικονομία» (Γονότυπος-Φαινότυπος). Ο όρος «συστροφή κωδίκων» δηλώνει την μετατροπή: από (κοινωνική) προσφορά => (πολιτική) ζήτηση + (κοινωνικο-πολιτικό) κέρδος, σε ιδιωτικοποίηση (ιδιοποίηση) της προσφοράς-μέσω της επιτήδειας υπεξαίρεσής της από την εκάστοτε άρχουσα τάξη-και πολιτική αλλοτρίωση-μέσω της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Όσο δε για τον τυπικό γονότυπο: + (κοινωνικο-πολιτικό) κέρδος, τώρα πια ούτε συζήτηση. Αυτός συστρέφεται στην κυριολεξία και μεταφράζεται σε: κατακερματισμένο (κοινωνικό) κέρδος, το οποίο καρπώνεται η ιθύνουσα κοινωνική τάξη.

Καταλήγουμε λοιπόν στον εμπειρικό τύπο-θεώρημα της «αντικειμενικής» οικονομίας: εκμεταλλευτική παραγωγή => χυδαία ζήτηση + αναπαραγωγή της εκμεταλλευτικής οικονομίας. Όλη αυτή η διαδικασία μπορεί να δηλωθεί με τον όρο «αντικειμενική οικονομία».

Επιμύθιο: Η «αντικειμενική» οικονομία, όπως είπαμε, αναφέρεται στην εμπειρική «πραγματικότητα», η οποία συνιστά μια συγκεχυμένη, ασαφής και θολή φαινομενικότητα. Η τελευταία, λοιπόν, μπορεί με τη λογική ανάλυση να γίνει απλή, σαφής και προφανής πραγματικότητα. Άρα δεν μπορούμε να παραμένουμε μόνο στην εμπειρική διαπίστωση, αλλά να ξεκινάμε από αυτή και να την ερμηνεύουμε δομικά με τη λογική ανάλυση.

(Συνεχίζεται)

Αθήνα 29/05/2010

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ «ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ» iii

Μάθημα 5ο

Μερικές καίριες σκέψεις για τη «Συστροφή Κωδίκων»

Η «Συστροφή Κωδίκων» στον τύπο της Οικονομίας προσφέρει ασμένως και αυτομάτως τον τόπο εγκαταβίωσης, τόσο των λεγόμενων «χρήσιμων μύθων», όσο και των περιβόητων «λογικών κατασκευών» – όπως λέμε στον φιλοσοφικο-λογικό χώρο. Ειρήσθω εν παρόδω, εξηγούμε σύντομα πως οι «χρήσιμοι μύθοι» είναι επινοήσεις-ιδέες που αποβλέπουν (ουδέτερα μιλώντας ) σε κάτι πέραν του προκειμένου. Για παράδειγμα, η έννοια του «Δημοσίου» («χώρου»), η οποία δίνει την ψευδαίσθηση ότι η «αντικειμενική» οικονομία δεν είναι εκμεταλλευτική οικονομία. [Παρακαλούμε τον αναγνώστη να σταθεί στην ψευδαίσθηση της έννοιας – «Δημόσιος χώρος» γιατί αργότερα θα αναφερθούμε στον πιο εξελιγμένο χρήσιμο μύθο της «Δημόσιας (και “δωρεάν”) Παιδείας».] Ή ο «χρήσιμος μύθος» του αμερόληπτου κριτή – δικαστή που παρεμβαίνει και επιλύει «αντικειμενικά» τα προβλήματα των πολιτών μέσα στις κοινωνίες τους («σολομώντειος δικαιοσύνη»).

Από την άλλη μεριά, παρέα στους χρήσιμους μύθους έρχονται να κάνουν οι «λογικές κατασκευές». Μία «λογική κατασκευή» δεν προσλαμβάνεται με άμεσο και ευθύ τρόπο. Δηλώνεται όμως, με μια σειρά άλλων πραγμάτων που δεν δημιουργούν πρόβλημα. Έτσι λοιπόν το «Κράτος» από μόνο του δεν λέει τίποτε. Όταν όμως, π.χ. σήμερα η Βουλή, τα Υπουργεία, η Εφορία, τα Σώματα Ασφαλείας κ.ο.κ. έχουν συντονιστεί μοναδικά και επιτελούν άριστα τη λειτουργία τους, τότε έχουμε την εμφάνιση του Κράτους. Το ίδιο συμβαίνει τώρα και το ίδιο συνέβαινε και άλλοτε. Σε τελική ανάλυση, η λογική κατασκευή του «Κράτους», μαζί με τον χρήσιμο μύθο του «Δημοσίου» λειτουργούν αναπόδραστα ως αρωγοί στην εδραίωση της ψευδαίσθησης ότι η «αντικειμενική» οικονομία δεν είναι εκμεταλλευτική οικονομία αλλά είναι «Πολιτισμός».

02/06/2010

«ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ» iii (ΜΑΘΗΜΑ 6ο)

Συνέχεια των σκέψεών μας

Είδαμε λοιπόν πως το κράτος-όπως και κάθε λογική κατασκευή-δεν υπάρχει ως ένα μοναδικό κάτι. Τουναντίον, μπορεί άνετα να περιγραφεί με όρους μιας ποικιλίας από άλλα υλικά πράγματα και γεγονότα, η ύπαρξη των οποίων δεν δημιουργεί πρόβλημα (βουλή, υπουργεία, εφορίες, δικαστήρια, στρατώνες, αστυνομικά καταστήματα κ.ά.). Τούτα κάθε άλλο παρά μυστηριώδη είναι και υπάρχουν με τον άμεσα προδιαγεγραμμένο τρόπο. Κατά συνέπεια, μπορούμε να δούμε το κράτος ως λογική κατασκευή-δίχως πραγματικά να είναι κάτι περισσότερο από την παραπάνω ποικιλία υλικών πραγμάτων και γεγονότων-καταστάσεων που λειτουργούν από κοινού με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Έτσι, χάριν ευκολίας, μπορούμε να αναφερόμαστε στο κράτος σαν να είναι ενιαία οντότητα. Κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να μιλήσουμε, πάλι σήμερα, για την Αναγέννηση, Μεταρρύθμιση, τον Διαφωτισμό, την Ορθόδοξη ή την Καθολική Εκκλησία, τις ΗΠΑ, την ΕΕ, τα οποία όλα αποτελούν λογικές κατασκευές που περιλαμβάνουν σειρά υλικών πραγμάτων και καταστάσεις-γεγονότα που υπάρχουν με άμεσο, προδιαγεγραμμένο τρόπο.

Αναγκαίες διευκρινίσεις

Φέραμε παραδείγματα πιο πρόσφατων λογικών κατασκευών για να γίνει πιο εύκολη η πρόσληψη της έννοιας «λογική κατασκευή». Έτσι, μιλώντας για τη σημερινή εξέλιξη της λογικής κατασκευής «κράτος» υπονοούμε αναγκαστικά το σημερινό έθνος-κράτος. Ας θυμάται όμως πάντοτε ο αναγνώστης τη βασική διάκριση ανάμεσα στον Τύπο και στους ιδιαίτερους συμβολισμούς του στο χωρόχρονο («γεωγραφοϊστορία»). Τούτη είναι μια σπουδαία μεθοδολογική αρχή, σήμα κατατεθέν για την λογική αναλυτικοσυνθετική διαδικασία και την ερμηνευτική δομών. Υπενθυμίζουμε ότι στις επιστήμες που ασχολούνται με έννοιες και αναλυτικές κατηγορίες (θεωρητικές επιστήμες) χρησιμοποιείται η λογική-και όχι η πραγματική-ανάλυση/σύνθεση.

Συνεχίζοντας, λοιπόν, ο Τύπος: «Κράτος» = Λογική Κατασκευή ανάγεται στη Συστροφή Κωδίκων στις απαρχές του Πολιτισμού, όταν η ιδεολογία της εξουσίας ποδηγετεί και οργανώνει τις πρώιμες κοινωνικές αναπαραστάσεις των ανθρώπων. Είναι ο πρωταρχικός Τύπος-υποδοχέας, όπου εξελικτικά θα «ενσαρκώνονται»/ συμβολίζονται οι διάφορες κοινωνικο-υλικές του εκδοχές στην ιστορική τους πορεία.

Ακριβώς παράλληλα και ταυτόχρονα, σημειώνεται ο έτερος πρωταρχικός Τύπος-υποδοχέας: Δημόσιος Χώρος = Χρήσιμος Μύθος. Και αυτός βέβαια δεν ταυτίζεται με τους ιστορικούς του συμβολισμούς. Τώρα δα, κατανοεί ο αναγνώστης τον τρόπο με τον οποίο οι δύο αυτοί παράλληλοι τύποι αναλαμβάνουν κατευναστική δράση, μέσω της Συμβολικής Τάξης, στο (οργανωμένο) Φαντασιακό της (διχασμένης-ταξικής) κοινωνίας προς όφελος του Πραγματικού (Εκμεταλλευτικής Οικονομίας) και άρα της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης που το συγκροτεί. Να, γιατί (ακόμη και σήμερα) η ψευδαίσθηση του κρατικού προστατευτισμού και του δημόσιου ελέγχου-προσοχή, γενικά πάντα μιλώντας-είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στο μεδούλι του («προϊστορικού») ανθρώπου. Θεωρούμε ότι το ανθρώπινο είδος δεν έχει περάσει ακόμα στην Ιστορία του, δηλαδή στην έναρξη του γνήσιου (αταξικού) Πολιτισμού.

Αθήνα 7/6/2010

ΜΑΘΗΜΑ 7ο

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ iii (ΣΥΝΕΧΕΙΑ)

Ιδιωτικός χώρος: η σιδερένια φτέρνα της Συστροφής των Κωδίκων

Μέχρι τώρα ασχοληθήκαμε με τους Τύπους-υποδοχείς-και τους εκάστοτε ιστορικούς τους συμβολισμούς (υλικές εκδηλώσεις)-τόσο της λογικής κατασκευής του «Κράτους» (τάξης-order) όσο και του χρήσιμου μύθου του «Δημόσιου Χώρου». Δεν έχουμε μιλήσει καθόλου για τον τρίτο, συγκολλητικό μάλιστα, Τύπο-υποδοχέα που ακούει στο όνομα «Ιδιωτικός Χώρος». Είπαμε πως στο ρευστό φαντασιακό των οριακών (μη ιεραρχικών) κοινωνιών το «αφηρημένο ατομικό κέρδος» προϋπάρχει, κατά κάποιο τρόπο. Όταν το βέλος του χρόνου αλλάζει άρδην με την έλευση της άρχουσας οργανώτριας τάξης στο προσκήνιο της ιστορίας, λαμβάνει χώρα μια υπέρτατη Αναγωγή. Για πρώτη φορά στην (προ-)ιστορία του το ανθρώπινο είδος συλλαμβάνει στην οργανωμένη του πια φαντασιακή σφαίρα την έννοια-ιδέα του «συγκεκριμένου ατομικού-ιδιωτικού κέρδους». Τούτο επισυμβαίνει λόγω της πρώτης-πρώτης ιδιοποίησης-ιδιωτικοποίησης του αμέριστου κοινωνικού κέρδους εκ μέρους της οργανώτρια τάξης. Αυτή η δράση έπρεπε να αναπαρασταθεί αναγωγικάστο ήδη οργανωμένο φαντασιακό των υπηκόων, επιμεριστικά-ατομικά στον καθένα τους, για να αφομοιωθεί λειτουργικά. Απλούστερα να το πούμε, έπρεπε να εκλογικευτεί για να μπορέσει να ερμηνευτεί η μεγάλη υπεξαίρεση στο ίδιο το κοινωνικό σώμα. Έτσι, τοποθετείται σε άλλη βάση ή διάσταση, πιο απλή, για να μπορέσει έστω να αποσαφηνιστεί και εξηγηθεί ευκολότερα.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με την πρωταρχική-πρωτογενή κοινωνιολογική οπτική ή θεώρηση, η οποία συνεπάγεται αυτομάτως και την πρωταρχική-πρωτογενή Αναγωγή. Σήμερα θα ονομάζαμε τον σύγχρονο ιστορικό συμβολισμό της Αναγωγής με τον πιο τεχνικό κοινωνιολογικό όρο «Κοινωνιολογική Φαντασία» που χρησιμοποιήθηκε από τον Αμερικανό κοινωνιολόγο T. R. Mills. Διαπιστώνουμε άλλη μια φορά πως ο μέχρι τούδε «επιστημονικός» θετικισμός-φορμαλισμός το μόνο που κάνει είναι να αποδίδει «νομιναλιστικά» καινούριους όρους σε παλαιότερες μορφές εκδηλωμένων (συμβολισμένων) αυθεντικών τύπων κατά την ιστορική τους εξέλιξη. Πολύ απλά, ο όρος «κοινωνιολογική φαντασία» είναι η σύγχρονη ερμηνεία του τωρινού συμβολισμού που αφορά στον Τύπο της υπέρτατης Αναγωγής, που αναφέραμε πιο πάνω, και περιγράφει την ικανότητα των ατόμων να συνδέουν τα συμβάντα της προσωπικής τους ζωής με τα ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα.

Αυτή η σύνδεση δεν θα ήταν σήμερα εφικτή εάν δεν είχε λάβει χώρα η μεγάλη Συστροφή των Κωδίκων, τότε. Διότι η Συστροφή (η ιεράρχηση της κοινωνίας) επέφερε την αποκόλληση του ατόμου από την ίδια του την κοινωνία. (Ιδού η εμφάνιση-γενικά μιλώντας-της περιβόητης εσφαλμένης διχοτομίας Υποκειμένου-Αντικειμένου.) Έτσι, το αποκολλημένο κοινωνικά άτομο παίρνει απόσταση από τον διπλανό του και τον ενοχοποιεί θεωρώντας τον αντίζηλο σχετικά με το (συγκεκριμένο) ατομικό του κέρδος. Να λοιπόν ο πρωτογενής ιδιώτης με τον πρωταρχικό, ζωτικό, ιδιωτικό του χώρο, ο οποίος έρχεται να σφραγίσει/συγκολλήσει, ως τρίτος Τύπος, τους προηγούμενους δύο (Λογική Κατασκευή, Χρήσιμος Μύθος).

Συνοψίζοντας, έχουμε τη Μεγάλη Συστροφή Κωδίκων, (κάτι σαν τη Μεγάλη Έκρηξη, ας πούμε), σπάσιμο της Συμμετρίας και ανάδυση των τριών μεγάλων κρίκων της εξελικτικής ανθρωπογεωμετρίας: Πραγματικό, Φαντασιακό, Συμβολική Τάξη. Η τοπολογία τους είναι αντίστοιχα: Λογική Κατασκευή (Τύπος: «Κράτος ή Τάξη-order») / Αναγωγή (Τύπος: «Ιδιωτικός Χώρος») / Χρήσιμος Μύθος (Τύπος: «Δημόσιος Χώρος»).

Επιμύθιο

Αυτοί οι τρεις τύποι, εάν κάποιος τους κατανοήσει αρκετά, διακρίνει ξεκάθαρα πως αποτελούν οιονεί ομάδα που συνιστά το σταθερό και αναλλοίωτο υπόβαθρο για τους υπερβολικούς κοινωνικο-οικονομικούς ιστορικούς μετασχηματισμούς. Σχηματισμοί που λαμβάνουν κατά καιρούς τέτοιες φαινομενικότητες ώστε εκλαμβάνονται σαν τελείως ξένοι μεταξύ τους. Δεν είναι όμως έτσι. Πρόκειται για φαινομενικότητες που εδράζονται στην ίδια πραγματικότητα.

Για παράδειγμα, τόσο έστω και οι συνήθεις οικονομολόγοι, όσο και οι κοινωνικοί επιστήμονες, (κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, κοινωνιολόγοι κλπ) θα μπορούσαν να καταλήξουν – πάντα μέσα από λογική αναλυτικο-συνθετική ερμηνευτική – σε κοινά συμπεράσματα περί καθολικού – γενικού τύπου σε ό,τι αφορά στις κοινωνικο-οικονομικές δομές. Αντ’ αυτού, αναλίσκονται σε άγονη παραφιλολογία με αποτέλεσμα μια πραγματικά αντιεπιστημονική-μεταφυσική ρητορεία που καταλήγει σε αδιέξοδο. Για παράδειγμα, τι νόημα έχει η ερώτηση των «κοινωνικών» (επιστημόνων) «αν ο αρχηγός μιας φυλής είχε δύναμη ή εξουσία;». Και βέβαια, σε παραπλανητικό ερώτημα, για να είσαι έστω συνεπής με την παραπλάνηση, δεν μπορείς παρά να δώσεις μια πιο παραπλανητική απάντηση. Έτσι, νομίζεις πως απαντάς, εάν κάνεις και μια επιπλέον διάκριση ανάμεσα στην δύναμη και την εξουσία. Αλλά γιατί να μην κάνεις και άλλη μια διάκριση, και μετά άλλη μία και έπειτα άλλη μία , … , μέχρι ad infinitum; (στο άπειρο). Η απάντηση όμως είναι απλή (ξυράφι του Occam), 1) εάν κατανοηθούν οι τρεις τύποι, 2) πώς αυτοί συμπλέκονται και διεισδύει ο ένας μέσα στον άλλο, και 3) με ποιον τρόπο εκδηλώνονται ( συμβολίζονται ) στο χωρόχρονο ως πυκνότητα πολιτισμικών μονάδων. Δηλαδή, πιο απλά, οι πολιτισμοί, όπου αναδύονται (συμβολίζονται-μορφοποιούνται) εάν δηλώνονται με κοινωνίες πιο απλές ή πιο σύνθετες. Μια κοινωνία απλή, οριζόντιας διάταξης, διαθέτει «αραιές» πολιτισμικές μονάδες. Τουναντίον, μια κοινωνία με οριζόντια και κάθετη οργάνωση διαθέτει πυκνές πολιτισμικές μονάδες.

Ή από την άλλη μεριά, τι νόημα έχει να λες ως ιστορικός πως τα πρώτα στοιχεία που δείχνουν τη γένεση του κράτους ανιχνεύονται προς το τέλος του Μεσαίωνα (13ος-15ος αιώνας), στη Δυτική Ευρώπη, ως μια τριπλή αντίδραση στους ηγεμόνες βασιλείς, την εκκλησιαστική δύναμη και τους φεουδάρχες. Είναι πολύ καλύτερο να γνωρίζεις την

τριπλέτα:i) ηγεμόνες βασιλείς = Φαντασιακό / Αναγωγή (Τύπος: Ιδιωτικός Χώρος : υπέρτατος συμβολισμός του ιδιωτικού χώρου στο βασιλικό πρόσωπο που ορίζει τους πάντες και τα πάντα)∙ ii) εκκλησιαστική δύναμη = Συμβολική Τάξη / Χρήσιμος Μύθος (Τύπος: «Δημόσιος Χώρος» : η Εκκλησία ως επίγειος αντιπρόσωπος του Υπέρτατου Όντος που γνωρίζει τους πάντες και τα πάντα) ∙ iii) φεουδαρχική τάξη = Πραγματικό / Λογική Κατασκευή (Τύπος: «Κράτος» : η εξέλιξη του συγκεκριμένου πραγματικού ως τάξης-order, στο Μεσαίωνα.)

Αυτές οι τρεις εμπειρικές εξισώσεις (τριπλέτα) αποδίδουν καταρχήν (στις αρχές τους δηλαδή) μια τριπλέτα λογικών εξισώσεων, ο συσχετισμός των οποίων αλλάζει, ένεκα υλικών πραγματικών συνθηκών (πύκνωμα πολιτιστικών μονάδων) στις συγκεκριμένες κοινωνίες, με αποτέλεσμα τη μορφική αναβάθμιση στον φαινότυπο της λογικής κατασκευής του Κράτους. Αυτός, εμφαίνει πια τη μορφή του πρώιμου οργανωμένου κράτους που προοιμιάζεται το έθνος-κράτος του 18ου, 19ου αιώνα.

Για να αλλάξει όμως άρδην το «παράδειγμα», όπως λέμε στην επιστημονική κοινότητα, πρέπει να αλλάξει (για να κάνουμε και βιωματικό το μάθημά μας) και η Συμβολική Τάξη, δηλαδή ο Χρήσιμος Μύθος, που επικρατεί σήμερα στα μικρομεσαία στρώματά της. Απλούστερα να το πούμε, πρέπει να αναβαθμιστεί η τεχνική γλώσσα που διέπει τον «μέσο όρο» των επιστημονικών κλάδων. Οπωσδήποτε, η εμπλοκή του λογικού συμβολισμού και της μαθηματικής γλώσσας στα δρώμενά της είναι εκ των ων ουκ άνευ για την εν λόγω αναβάθμιση. Κοντολογίς, αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα προς την κατεύθυνση της Ολιστικής Επιστήμης.

Αθήνα 10/6/2010

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ iv

(ΜΑΘΗΜΑ 8ο)

ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΤΙ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ;

«Σήμερα, πιστεύω πως αν είχα θέσει ένα ακόμη πιο απλό ερώτημα-όπως τι εννοείτε όταν λέτε ‘μάζα’ ή ‘επιτάχυνση’, που είναι το επιστημονικό ισοδύναμο του ‘ξέρετε ανάγνωση;’-ούτε ένας στους δέκα ανθρώπους με ανώτερη μόρφωση δεν θα αισθανόταν πως μιλάμε την ίδια γλώσσα. Έτσι, το μεγαλειώδες οικοδόμημα της σύγχρονης Φυσικής πυργώνεται, και η συντριπτική πλειονότητα των ευφυέστερων ανθρώπων του Δυτικού κόσμου διαθέτει τόση γνώση όση θα είχαν και οι νεολιθικοί πρόγονοί τους». (C. P. Snow, “The Two Cultures”)

Εφεξής, τους τρεις Τύπους-υποδοχείς (που δεν πρέπει να ξεχνάμε πως εμφανίστηκαν αυτοδικαίως άμα τη Συστροφή Κωδίκων στον Τύπο της Οικονομίας) θα τους δηλώνουμε συλλήβδην με τον όρο «Τριπλέτα». Τώρα δα, κατανοούμε πως ο συσχετισμός των λογικών εξισώσεων της τριπλέτας οπωσδήποτε είναι κάθε άλλο παρά στατικός κατά τους δυναμικούς της συμβολικούς μετασχηματισμούς. Μπορούμε να διακρίνουμε, grosso mondo (σε γενικές γραμμές, χονδρικά), έξι (6) ιστορικούς κόμβους-σταθμούς ως μοντέλα της τριπλέτας: i) το μοντέλο που αναπαριστά τους αρχαίους δουλοκτητικούς πολιτισμούς πριν από την κλασσική Ελλάδα∙ ii) το αναβαθμισμένο (δουλοκτητικό) μοντέλο της Πόλης-Κράτους, με τη νεότευκτη έννοια της (άμεσης) Δημοκρατίας στην κλασική αρχαιότητα∙ iii) το μοντέλο της ρωμαϊκής δουλοκτητικής κοινωνίας που εισάγει το μοντέλο του «imperium», το οποίο κατοχυρώνει την έννοια του νομικού δικαίου για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας∙ iv) το μοντέλο της μεσαιωνικής φεουδαρχίας, όπου παγιώνεται αναβαθμισμένη πια η έννοια της «Κοινότητας», μέσα από τη «Μανιφατούρα» και τη «Συντεχνία», αλλά και από τον «Απεγκλωβισμό» της Δύσης (πρώτη εμφάνιση της Αποικιοκρατίας)∙ v) το μοντέλο που δηλώνει το Αστικό-Καπιταλιστικό Σύστημα, όπως αυτό εκφράστηκε μέσα από την εγκαθίδρυση του «Έθνους-Κράτους» (Γαλλική Επανάσταση), αρχικά, και την κεφαλαιοκρατική παραγωγή (βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία), συνακόλουθα∙ vi) το μοντέλο που προκύπτει από τη ρώσικη επανάσταση, και αποκωδικοποιείται με τον όρο «Σοσιαλιστική Δημοκρατία» που δηλώνεται με τον Τύπο: Έθνος-Κράτος + Δικτατορία του Προλεταριάτου.

Συνεχίζεται, με τον Μεσόκομβο-μοντέλο «Δημόσια Παιδεία-Εκπαίδευση»

Αθήνα 12/6/2010

ΜΑΘΗΜΑ 9ο : ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ  iv (Συνέχεια)

Ο Μεσόκομβος και το ιστορικό μοντέλο της Δημόσιας και Δωρεάν Παιδείας-Εκπαίδευσης.

Σκόπιμα, αφήσαμε προηγουμένως ασχολίαστη τη μεγάλη ανατροπή που φέρνει ο Μεσαίωνας, τον οποίο, εφεξής, εμείς θα αποκαλούμε με τον τεχνικότερο όρο Μεσόκομβο, στα ιστορικά δρώμενα. Για να γίνει όμως αντιληπτό και κατανοητό αυτό που λέμε, θα πρέπει να ξεδιπλώσουμε τους ιστορικούς κόμβους σε όλη τους την έκταση.

Ο λεγόμενος Δυτικός πολιτισμός αναβλύζει όταν στον ρου της ιστορίας διασταυρώνονται τα τρία μεγάλα ρεύματά της: α) ο πολιτισμός της κλασικής Ελλάδας που διαστέλλει αρκετά τον χρήσιμο μύθο του Δημόσιου Χώρου εισάγοντας την έννοια της δημοκρατίας και τον ορθό λόγο (επιλεκτικά βέβαια αφού δεν αφορούσε σε όλες τις κοινωνικές ομάδες)∙ β) το ρωμαϊκό «imperium» (Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία), που εγκαθιδρύει την έννοια του νομικού δικαίου και το εξελίσσει, με αποτέλεσμα τη δημιουργία του «ius gentium», που εκτοπίζει το παλαιό τυπικό και αυστηρό «ius strictum». Το «ius gentium» οδήγησε, αργότερα, στη έννοια του Φυσικού Δικαίου, η οποία είχε σημαντική επίδραση στην εξέλιξη της οικονομικής σκέψης στους νεότερους χρόνους. Εν πάση περιπτώσει, το ρωμαϊκό δίκαιο διευρύνει ικανοποιητικά-πέρα από το δημόσιο χώρο- την έννοια του ιδιωτικού-ατομικού χώρου, παραπληρωματικά. Εν τέλει, το ρωμαϊκό δίκαιο προάγει ποιοτικά το φαντασιακό (ιδιωτικός χώρος) και δεν είναι καθόλου τυχαίο που αποτελεί το θεσμικό υπόβαθρο του καπιταλισμού.

Παρατηρούμε λοιπόν, πως στους δουλοκτητικούς πολιτισμούς, τους πριν από την αρχαία Ελλάδα, κράτος (τάξη-order), δημόσιος χώρος και ιδιωτικός χώρος «συρταρώνονται» ο ένας μέσα και πάνω στον άλλο, με αποτέλεσμα μια βαριά πλακέ Τριπλέτα. Είναι τότε, που ο «αιθέριος» γραμμικός τύπος της οικονομίας (κοινωνική προσφορά => πολιτική ζήτηση + κοινωνικοπολιτικό κέρδος) αρχίζει να λυγίζει και να κάμπτεται. Με την εμφάνιση του κλασικού αρχαιοελληνικού πολιτισμού η εικόνα αλλάζει. Ανοίγει το «συρτάρι» και «ξεκουμπώνεται» ο Δημόσιος Χώρος από το κράτος, ενώ παράλληλα ανιχνεύονται τα πρώτα ίχνη του ιδιωτικού χώρου. Αλλά, με την επερχόμενη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ο χλωμός ιδιωτικός χώρος ανανήφει και σταθεροποιείται εντελώς. Λογικό είναι ότι η εμφάνιση των δύο εν λόγω χώρων καμπυλώνει περισσότερο τον ήδη κεκλιμένο τύπο της οικονομίας.

Το τρίτο μεγάλο ρεύμα: Ο Χριστιανισμός και το παράδοξο του Μεσόκομβου

Παρά ταύτα, είναι η εμφάνιση της χριστιανικής ουτοπίας που γιγαντώνει τον ιδιωτικό χώρο και τον τοποθετεί ως ενδιάμεσο – συγκολλητικό κρίκο μεταξύ Κράτους και Δημόσιου Χώρου. Πράγματι, στον κλασικό ελληνικό πολιτισμό βρίσκουμε το «κοινωνικό άτομο» αναγκαστικά συνδεδεμένο με την Πόλη-Κράτος. Γι’ αυτό βέβαια, δεν μπορούμε να μιλάμε ακόμη για την έννοια «πρόσωπο» αλλά μόνον για την έννοια «προσωπείο». (Μιλάμε φιλοσοφικά-ανθρωπολογικά και δεν κάνουμε αναγωγή στην ψυχολογία.) Στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία η έννοια του «κοινωνικού ατόμου» προσκτάται μία (1) επιπλέον διάσταση και από «προσωπείο» (κοινωνιολογικά πάντα μιλώντας), μετατρέπεται – μέσω του ρωμαϊκού δικαίου, όπως είπαμε – σε «πρόσωπο» – ελεύθερα παραφράζοντας: «υποκείμενο-ιδιωτικό (πέραν του κοινωνικού) άτομο». Πάντως – ας το πούμε αβίαστα – μέχρι την εμφάνιση του χριστιανικού ουτοπισμού το «άτομο» νοείται μόνο ως γρανάζι της κοινωνικής «μηχανής». Αν και ήδη αποκολλημένο και από-συμπτωματοποιημένο από την υλική πραγματικότητα, το άτομο ωστόσο παραπλέει πλησίστιο γύρω από αυτή. Βέβαια, φαίνεται πως το έδαφος έχει ήδη προλειανθεί ∙ και με την είσοδο του χριστιανισμού, που κηρύττει την αποστασιοποίηση από τα υλικά πράγματα (πνευματικότητα), στο προσκήνιο της ιστορίας λαμβάνει χώρα η δεύτερη Μεγάλη Αναγωγή (έπειτα από την Υπέρτατη Αναγωγή των απαρχών του πολιτισμού) στο (συλλογικό) Φαντασιακό. Από εδώ και πέρα, το ήδη «δημοσιοποιημένο άτομο» του αρχαιοελληνικού και του ρωμαϊκού πολιτισμού μπορεί και αναγνωρίζει τον εαυτό του – μέσω του χριστιανισμού – ως «ιδιωτικό πρόσωπο». Τούτο το άλμα συνεπάγεται το ανάλογο άλμα στην (ήδη εκδηλωμένη) εσφαλμένη διχοτομία Υποκειμένου-Αντικειμένου.

Αναγκαία και σημαντική αναδίπλωση

Οι λέξεις: «κοινωνία-άτομο-πρόσωπο-προσωπείο-κοινωνικό άτομο-υποκείμενο-αντικείμενο», αυστηρά μιλώντας, παραπέμπουν σε έννοιες – όρους, που δηλώνουν λογικές αφαιρέσεις ή αναλυτικές και γενικές έννοιες-κατηγορίες της επιστήμης, γενικά. Ως κοινωνικοί επιστήμονες, ξεκινώντας από την εμπειρική παρατήρηση (κοινωνία, πολιτισμός, γλώσσα, ψυχολογικά φαινόμενα, φιλολογικά φαινόμενα κλπ) προβαίνουμε σε λογικές αναλύσεις, βρίσκουμε αναλυτικές (δηλαδή μη περεταίρω αναλύσιμες) γενικές έννοιες-κατηγορίες, (πχ, «κοινωνία», «άτομο», «άνθρωπος», «πρόσωπο», «προσωπείο», «υποκείμενο», «αντικείμενο», «γλωσσικό σύστημα», «βαθιά δομή», «κεντρικό νόημα του κειμένου» κ.ο.κ.) και ακολούθως ανασυνθέτουμε την εμπειρία (το ειδικό) από την οποία ξεκινήσαμε και ξαναβγαίνουμε – πιο επιστημονικά τώρα (με διατυπωμένους νόμους, ας πούμε), δηλαδή αναβαθμισμένα – σε αυτήν (λογική σύνθεση).

Κατά συνέπεια, η λογική ανάλυση (- σύνθεση) είναι το αντίθετο της πραγματικής ανάλυσης (- σύνθεσης). Ένας «ουφολόγος επιστήμονας», ας πούμε, που συλλαμβάνει έναν (ειρηνικό) εξωγήινο και θέλει να ερευνήσει τα βασικά ζωτικά του όργανα, τον δένει στο εργαστήριό του και αρχίζει να τον ανατέμνει με το επαγγελματικό του νυστέρι. Αυτός πραγματοποιεί, αν το καταλάβατε, μια πραγματική ανάλυση. Επίσης, αν θέλουμε να διαπιστώσουμε πόσο κατεργάρης είναι ο φούρναρης της γειτονιάς μας, αγοράζουμε μια φρατζόλα ψωμί και αρχίζουμε να το κόβουμε φέτες για να δούμε ο μπαγάσας τι σόι αλεύρι έχει βάλει μέσα. Ομοίως, προβαίνουμε σε μια καλή («επιστημονική») πραγματική σύνθεση, όταν φτιάχνουμε μακαρόνια με κιμά στο σπίτι μας ∙ ή όταν αγοράζουμε από το μπακάλικο τρία ευρώ λάδι, τρία ευρώ ξίδι, τα ανακατεύουμε και φτιάχνουμε έξι ευρώ λαδόξιδο.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν τη διαφορά ανάμεσα στη λογική ανάλυση-σύνθεση και στην πραγματική τοιαύτη. Η πρώτη εισάγει το βασικό επιστημολογικό εργαλείο που ακούει στο όνομα «νοητικό πείραμα» (το οποίο βέβαια οφείλει να επιβεβαιωθεί στο πειραματικό εργαστήριο)η δεύτερη είναι ένας χοντροκομμένος επιστημονισμός που πόρρω απέχει από επιστημολογικές αρχές. Δυστυχώς, η καθημερινή γλώσσα (με τα οποιαδήποτε θετικά της) δεν βοηθάει καθόλου στις φιλοσοφικο-επιστημολογικές διακρίσεις. Ξέχωρα από τούτο, κυρίως δεν βοηθάνε καθόλου τα εκπαιδευτικά συστήματα. Έτσι λοιπόν, η φυσική γλώσσα από τη μια και τα ελλειμματικά εκπαιδευτικά συστήματα από την άλλη, οδηγούν τους καθημερινούς ανθρώπους, ακόμα και τους πιο μορφωμένους, να νομίζουν πως βλέπουν ένα «άτομο» να περπατά στο δρόμο, την «κοινωνία» να οργίζεται ή να παραληρεί, ή τα επίσημα «πρόσωπα» να εκφωνούν λόγους, ας πούμε. Τελικά αυτό που κάνει ο «κοινός νους» είναι να δανείζεται όρους – έννοιες από τις επιστήμες και να τις «φορά» αυτοματικά, δηλαδή δίχως επίγνωση, σε εμπειρικά υλικά αντικείμενα, καταστάσεις ή γεγονότα. Ιδού η πλάνη.

Συνεχίζεται με το παράδοξο του Μεσόκομβου

Αθήνα 15/06/2010

ΜΑΘΗΜΑ 10ο ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ iv

Συνέχεια στο παράδοξο του Μεσόκομβου

Κοιτάχτε τώρα να δείτε το – για εμάς, τουλάχιστον – μεγαλύτερο (και στρυφνότερο) παράδοξο που έλαβε ποτέ χώρα, όταν αφηγούμαστε το δράμα του δυτικού πολιτισμού. Γυρνώντας πίσω στην αρχαία Ελλάδα, συναντάμε την ιδιότυπη κοινοκτημοσύνη του Πλάτωνα στην οποία αντιπαρατέθηκε σφοδρά ο Αριστοτέλης με την προτίμησή του στην ατομική ιδιοκτησία και τη μεσαία τάξη (: η οποία βέβαια ανήκει στον Δημόσιο χώρο αλλά υπαινίσσεται και τον Ιδιωτικό χώρο αν συνυπολογιστεί και η έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας). Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της (πολιτικής) οικονομίας όπου εισάγεται, έστω αμυδρά, η έννοια του ιδιωτικού χώρου υπό το μανδύα της ατομικής ιδιοκτησίας και της μεσαίας τάξης. Βέβαια να τονίσουμε ότι απαγορεύεται η μηχανιστική αναγωγή των συγκεκριμένων εννοιών της κλασικής αρχαιότητας στις σύγχρονες ομώνυμές τους. Οφείλουμε να εκλαμβάνουμε τις πρώτες ως πρωτόλειες περιγραφές που μετεξελίσσονται σταδιακά και αργά στις δεύτερες. Παρεμπιπτόντως, να αναφέρουμε πως η πολιτική και οικονομική σκέψη του Αριστοτέλη κυριάρχησε καθ’ ολοκληρίαν στον Μεσόκομβο (Μεσαίωνα). Η περίφημη μεσαιωνική ρήση «Όδε έφη» («Αυτός είπε») τα λέει όλα.

Από την άλλη μεριά, ο χριστιανικός ιδεαλισμός, που διεμβόλισε την πνέουσα τα λοίσθια Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, βοήθησε στην ίδρυση της (Καθολικής) Εκκλησίας και της κοσμικής της εξουσίας. Ειδικότερα, ο Χριστιανισμός απεμπολώντας την οποιαδήποτε αρχική του κοινωνική απεύθυνση για ατομική-ιδιωτική απελευθέρωση του ανθρώπου – μέσω της επισημοποίησής του ως κρατικού θεσμού από τον Κωνσταντίνο Α΄ (Μέγα) –, αλλάζει ολωσδιόλου. Γίνεται Εκκλησία, ένας φεουδαρχικός θεσμός με βαθιές ρίζες στην οικονομική διάρθρωση της μεσοκομβιανής οικονομίας. Εδώ, πρόκειται για άρδην Ανατροπή: ο ιδιωτικός χώρος μετατρέπεται σε δημόσιο χώρο. Κοντολογίς, συντελείται η ανατροπή της Μεγάλης Ανατροπής (Χριστιανισμός). Ενώ το κενό που απομένει (στον Ιδιωτικό χώρο) αναπληρώνεται από ένα πρόσωπο τεράστιας-αν και επίγειας-εμβέλειας, αντάξιας του Ιησού. Και αυτό το πρόσωπο βέβαια δεν είναι παρά ο Ηγεμόνας Βασιλιάς που κυβερνά ελέω Θεού. Έκτοτε, η έννοια του μεσοκομβιανού βασιλιά και ηγεμόνα διαχωρίζεται ριζικά από εκείνη των προ-μεσοκομβιανών αυτοκρατόρων, βασιλιάδων, ηγεμόνων ή στρατηλατών. Άρα, ιδιωτικός χώρος πια, στον μεσόκομβο, λογίζεται ο Ηγεμόνας Βασιλιάς. Το γεγονός αυτό βέβαια αναγκάζει το Πραγματικό (τη φεουδαρχική τάξη – order) να απαντήσει ανάλογα. Οργανώνεται τόσο σε θεσμικό όσο και σε διοικητικό επίπεδο ∙ προπάντων όμως οφείλει να προσθέσει μια ποιοτική χαρακιά στην εκμεταλλευτική της οικονομία. Τούτη η ποιοτική χαρακιά εκδηλώνεται με τέσσερις (4) τρόπους: α) ανάπτυξη της ανταλλαγής και των χρηματικών σχέσεων, β) προώθηση της βιοτεχνικής παραγωγής και του εμπορίου, γ) αποσύνθεση της φυσικής οικονομίας και δ) και σπουδαιότερο, ανατροπή της νομοταξικής ισορροπίας των μεσαιωνικών «καστών», που αποτελούσαν σημαντικό εμπόδιο για τις νέες, αναπτυσσόμενες κοινωνικές δυνάμεις (πρελούδιο για τον σύγχρονο κοινωνιολογικό όρο της «κοινωνικής κινητικότητας»).

Ένα τέτοιο μεγαλεπήβολο πρόγραμμα προϋποθέτει απαραίτητα την παρέμβαση τόσο στην φαντασιακή όσο και στην δημόσια σφαίρα της μεσοκομβιανής κοινότητας στον ιδιωτικό και τον δημόσιο χώρο, αντίστοιχα. Ουσιαστικά, δηλώνεται η πρώτη οργανωμένη και συντονισμένη παρέμβαση από την πλευρά του Πραγματικού, της Συμβολικής Τάξης και του Φαντασιακού, για μαζική παιδεία – εκπαίδευση του λαού. Είπαμε πως η Συμβολική Τάξη (ο δημόσιος χώρος) αντιπροσωπεύεται από την Καθολική Εκκλησία, ενώ το Φαντασιακό (ο ιδιωτικός χώρος) εκπροσωπείται από τον Ηγεμόνα Βασιλιά. Σε αυτούς τους δύο χώρους λοιπόν ανατίθεται το έργο της εκπαίδευσης – παιδείας. Όμως, το πρόβλημα ήταν τεράστιο, αφού τότε δεν υπήρχαν σχολεία και ελάχιστοι άνθρωποι γνώριζαν ανάγνωση και γραφή. Για παράδειγμα, στη Γαλλία, επί δυναστείας των Μεροβιγγείων, δεν υπήρχε σχεδόν κανείς στοιχειωδώς μορφωμένος για στελεχώσει τις κρατικές και εκκλησιαστικές υπηρεσίες. Παρενθετικά, να αναφέρουμε πως η επίσημη γλώσσα της εκκλησίας (και της επιστήμης) στον Μεσόκομβο υπήρξε η Λατινική.

Ο πρώτος λοιπόν βασιλιάς που ενδιαφέρθηκε για την παιδεία της αυτοκρατορίας του υπήρξε ο Κάρολος ο Μέγας. Ίδρυσε σχολεία και προστάτευε τα γράμματα. Δάσκαλοι των πρώτων σχολείων ήταν οι εφημέριοι και οι μοναχοί που δίδασκαν ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, γραμματική και κατήχηση. Η εκπαίδευση παρεχόταν δωρεάν στη λατινική γλώσσα.

Από τον 12ο αιώνα αρχίζει κάπως να συστηματοποιείται η παιδεία αφού για πρώτη φορά εισάγονται στις ανώτερες σχολές ειδικά μαθήματα, όπως το Δίκαιο, η Ιατρική κ.ά. Παράλληλα, από τον ίδιο αιώνα αρχίζει και η επίδραση των αράβων φιλοσόφων και μαθηματικών στα σχολεία της δύσης. Από τις φιλοσοφικές δοξασίες δεκτές γίνονται μόνο όσες είναι εναρμονισμένες με το πνεύμα της Αγίας Γραφής.

Γύρω στα τέλη του 12ου αιώνα στο Παρίσι – μοναδική περίπτωση σε ολόκληρη την Δυτική Ευρώπη – κάποιες ανώτερες σχολές ενοποιήθηκαν κι έτσι προέκυψε η επονομαζόμενη λατινιστί Universitas. Δηλαδή συντεχνία διδασκόντων και σπουδαστών. Από εδώ και πέρα η αραβική φιλοσοφική σκέψη που στηριζόταν στα συγγράμματα του Αριστοτέλη και είχε κάνει αισθητή την παρουσία της στην Ευρώπη, συνέβαλε στο να εισαχθεί ο Σταγειρίτης φιλόσοφος στα πανεπιστήμια της εποχής. Έκτοτε όλη η μεσοκομβιανή ιδεολογία περιγράφεται σε δύο και μόνο δόγματα – θέσφατα: το αλάνθαστο της Αγίας Γραφής και η αυθεντία του Αριστοτέλη.

Να λοιπόν πώς εισβάλλουν – από την πίσω πόρτα – στον μεσόκομβο (στη μεσαιωνική οικονομία) η Συμβολική Τάξη του κλασικού Ελληνικού πολιτισμού (Αριστοτέλης – έμφαση στην μεσαία τάξη) καθώς και το Φαντασιακό του (Αριστοτέλης – έμφαση στην ατομική ιδιοκτησία) συν τη Συμβολική Τάξη και το Φαντασιακό του ιουδαιο-χριστιανισμού που δίνει έμφαση στην (προ-καπιταλιστική) συσσωρευμένη ατομική ιδιοκτησία (κοπάδι).

(Συνεχίζεται με το Μοντέλο Δημόσια και Δωρεάν Παιδεία)

Αθήνα 17/06/2010

ΜΑΘΗΜΑ 11ο : ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ v

Το αρχικό Μοντέλο της Δημόσιας (και Ιδιωτικής) Δωρεάν Παιδείας-Εκπαίδευσης στο Μεσόκομβο ως Μήτρα αναπαραγωγής της εκμεταλλευτικής οικονομίας (ιεραρχικου πολιτισμού)

Όπως είχαμε πει, η φεουδαρχική τάξη χρειάστηκε να οργανώσει καλύτερα το κράτος της. Γι’ αυτό – πέρα από την ανάθεση που κάνει πρωτίστως στην Εκκλησία (Συμβολική Τάξη) και δευτερευόντως στον βασιλιά (Φαντασιακό) για την οργάνωση της εκπαίδευσης-παιδείας – προχωράει στη δεύτερη μεγάλη μεσοκομβιανή ανατροπή: αναβαθμίζει με ποιοτικό άλμα τον «Χρήσιμο Μύθο» της «Σολομώντειας δικαιοσύνης» και τη μετατρέπει σε «Πραγματική Δικαιοσύνη». Δηλαδή, τον χρίζει εκπρόσωπο του κράτους της (τάξης-order) και τον καρπώνεται. Έτσι λοιπόν, απομένει κενός ο χώρος του «Χρήσιμου Μύθου», ο οποίος πρέπει οπωσδήποτε να αναπληρωθεί επίσης με έναν άλλο μύθο, ισάξιο με τον «αδέκαστο δικαστή». Και βέβαια, υπάρχει αυτός. Γιατί ποιος καλύτερος από εκείνον που περιγράφει την μεσοκομβιανή παιδεία-εκπαίδευση που ελέγχει πλήρως η Εκκλησία (και ο Βασιλιάς); Ιδού σε όλο του το μεγαλείο ο «Χρήσιμος Μύθος» της «Δημόσιας και Δωρεάν Παιδείας», που βέβαια ως τέτοιος ανήκει στη Συμβολική Τάξη (ταυτίζεται δηλαδή ως κατηγορία με τη μεσοκομβιανή εκκλησία), κάνει όμως και μια αναγωγή στο Φαντασιακό (αφού τον αναλαμβάνει υπό την προστασία του – δηλαδή δωρεάν – ο «Ιδιωτικός Χώρος» του Βασιλικού Θεσμού).

Πάντως, το θέμα είναι ότι κατά τον Μεσόκομβο και η έννοια της Παιδείας δηλώνει κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνη που δήλωνε στην προ-μεσοκομβιανή εποχή. Δηλώνει μια τεράστια κυριολεξία: τη «Δημόσια και Δωρεάν Παιδεία-Εκπαίδευση» που είναι δημόσια ακριβώς επειδή ανήκει στον «Χρήσιμο Μύθο» (δηλαδή στον Δημόσιο Χώρο)∙ και που είναι και δωρεάν (επειδή ήταν ακριβώς μια ευγενική χορηγία του βασιλιά, του εκπροσώπου δηλαδή του Ιδιωτικού Χώρου). Από την άλλη, το Πραγματικό (Τάξη-Order) του Μεσόκομβου, δηλαδή η φεουδαρχική τάξη, εγκαινιάζει – με την ενσωμάτωση του «Χρήσιμου Μύθου του Δικαστή», γενικά, στο Κράτος της – μία ακόμη κυριολεξία: η Δικαιοσύνη, εφεξής, ομολογείται πως είναι ταξική.

Αλλά σε ό,τι αφορά στη μεσοκομβιανή παιδεία και εκπαίδευση, αρχίζει πια και διαγράφεται αχνά το μοντέλο του πρώτου εκπαιδευτικού συστήματος στη Δυτική ιστορία: Κρατική επιταγή που εξοφλείται από τον Δημόσιο Χώρο (Καθολική Εκκλησία) και τον Ιδιωτικό Χώρο (Ηγεμόνα – Βασιλιά) ως «δημόσια και δωρεάν παιδεία».Τούτη η εκχώρηση από την πλευρά του κράτους προς την μεριά του δημόσιου και του ιδιωτικού χώρου, παράγει τέτοιας ολκής ιδεολογία που μπορεί να υποκαταστήσει άνετα ακόμη και την ίδια την κρατική εξουσία. Γι’ αυτό πράγματι αποτελεί τον πρώτο τύπο-μοντέλο της Εκπαίδευσης ως μηχανισμό αναπαραγωγής του κράτους και της ιδεολογίας του (δηλαδή, της εκμεταλλευτικής οικονομίας του), που τόσο ταλανίζει μέχρι και σήμερα τις δυτικές κοινωνίες.

Όποιος μορφώνεται με δημόσιο και δωρεάν τρόπο, το πρώτο φυσιολογικό συναίσθημα που θα αισθανθεί είναι η ευγνωμοσύνη. Θα στρέψει το κεφάλι του, θα δει τον «μαικήνα» του, και αμέσως θα του φιλήσει το χέρι. Στον Μεσόκομβο ο μεσαιωνικός χωρικός, καθώς τον μόρφωνε η Εκκλησία, (η Συμβολική Τάξη) και το Φαντασιακό (ο Ηγεμόνας) – το κράτος σε τελική ανάλυση – φαντασιωνόταν και αναγόταν ολοένα και περισσότερο στην κοινότητά του. Τώρα, η ευγνωμοσύνη του άνοιγε άλλη μια διάσταση στον εγκέφαλό του αναφορικά με την μονοδιάστατη αντίληψη που είχε ως τώρα για την στενή του μεσαιωνική κοινότητα, για την συντεχνία του και το χειροτεχνικό του εργαστήρι. Η δεύτερη αυτή διάσταση που απλωνόταν μέσα του, ταυτόχρονα με τη Δημόσια και Δωρεάν Παιδεία που αποκτούσε, τον έκαναν να βλέπει πλατύτερη και μακρύτερη την κοινότητά του. Έτσι, άρχισε να εγκολπώνεται σιγά – σιγά και την έννοια-ιδέα της «εθνικότητάς» του. Με εισαγωγικά.

Τα εισαγωγικά αποσύρονται όταν ο ίδιος ο μεσαιωνικός άνθρωπος διευρύνει ακόμα περισσότερο τους ορίζοντές του. Και αυτό συμβαίνει, δειλά στην αρχή με τις Σταυροφορίες, (11ος – 13ος αιώνας) και εκρηκτικά μετά με τον «Απεγκλωβισμό» των κοινωνιών του (αποικιοκρατική εξάπλωση της Δυτικής Ευρώπης). Παρενθετικά να πούμε ότι στην καλλιέργεια της ιδέας του έθνους συμβάλλει και η μεσαιωνική λογοτεχνία. Αυτή, σε αντίθεση με τις επιστήμες που περιορίζονται από την κηδεμονία του κλήρου και από τη νεκρή λατινική γλώσσα, έχει λαϊκό υπόβαθρο, τροφοδοτείται από το ιπποτικό πνεύμα και γνωρίζει μια αξιόλογη άνθηση. Τα λογοτεχνικά κείμενα γραφόντουσαν στην ιδιαίτερη γλώσσα του κάθε λαού, πράγμα που συντηρούσε, αν μη τι άλλο, την ιδέα των «εθνικών γλωσσών» που προέκυψαν από την λεγόμενη «επιμειξία των βάρβαρων κατακτητών με τους αυτόχθονες κατοίκους», κατά την Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών του 5ου αιώνα. Από αυτές οι περισσότερες ονομάζονται «λατινογενείς», αφού προέρχονται από την αρχαία λατινική. Οι Γερμανοί διατήρησαν την παλαιά τους γλώσσα, ενώ οι Άγγλοι διαμόρφωσαν νέα η οποία αποτελεί κράμα της Γερμανικής και της Γαλλικής. Οι συγγραφείς λοιπόν, έγραφαν ο καθένας στη γλώσσα του λαού του κι έτσι δημιουργήθηκαν οι «εθνικές λογοτεχνίες».

Όμως, η έννοια-ιδέα του «έθνους» εστιάζεται ουσιαστικά άμα τη εμφανίσει, όπως γράψαμε, του πρωταρχικού τύπου-μοντέλου Δημόσια (που περιλαμβάνει και την Ιδιωτική) και Δωρεάν Παιδεία-Εκπαίδευση. Μέσω της τελευταίας, ο εθνισμός πήζει στο Φαντασιακό του Δυτικοευρωπαίου. Και βέβαια, το ξεχείλωμα αυτού του Φαντασιακού δεν μπορεί παρά να εξισωθεί με ένα αντίστοιχο ξεχείλωμα και στη Συμβολική Τάξη. Ο υπερβολικός τανυσμός των δύο αυτών σφαιρών (Δυναστεία-Εκκλησία αντίστοιχα) κατά την Αναγέννηση, ισοδυναμεί οπωσδήποτε με ποιοτική αναβάθμιση της Δημόσιας και Δωρεάν Παιδείας. Τώρα το μόνο που απομένει είναι η εμφάνιση της καινούριας οργανώτριας τάξης (Πραγματικό), της νέας Τάξης-Order, στο προσκήνιο της ιστορικής εξέλιξης.

Επιμύθιο

Όταν λοιπόν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ο οποίος πράγματι υπήρξε γαλαντόμος, ο Μεσόκομβος παρέδωσε την σκυτάλη στη φυσική συνέχειά του – στη Λογική Κατασκευή «Αναγέννηση». Τώρα, το λογικό παράδοξο που αφορά στο μεσόκομβο είναι ακριβώς αυτό: Ότι δηλαδή ενώ ο Μεσόκομβος, στο κρυφό του εργαστήρι, απεργάστηκε όλες τις πυρηνικές διεργασίες, αργά και σταθερά, που επέτρεψαν τη σύνθεση και την έκρηξη της Μεγάλης Λογικής Κατασκευής που ακούει στο όνομα «Δυτικός Πολιτισμός», εν τούτοις, έχει καταγραφεί ιστορικά ως το μεγάλο πισωγύρισμα της Ανθρωπότητας!!

Άρα, για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι άλλο πράγμα είναι η λογική ανάλυση και άλλο η πραγματική ανάλυση: ό,τι φαίνεται σκοτεινό (Μεσαιωνικός πολιτισμός) μπορεί στη βάση του να είναι φωτεινό ∙ και το αντίστροφο (Νεωτερικός πολιτισμός).

Αλλά για να καταλάβουμε τι ακριβώς είναι ο Μεσόκομβος, θα χρησιμοποιήσουμε μια ισχυρή – κατά τη γνώμη μας – αναλογία, αστροφυσικής τάξης. Ένας αστέρας γιατί λάμπει; Διότι στο εσωτερικό του εξελίσσεται μια θερμοπυρηνική σύντηξη. Η τελευταία συμβαίνει όταν πυρήνες δύο ατόμων υδρογόνου συντηχθούν μεταξύ τους για να σχηματίσουν έναν πυρήνα ατόμου ηλίου ∙ κατά τη διαδικασία αυτή απελευθερώνεται μια τεράστια ποσότητα ενέργειας, που ονομάζεται πλάσμα. Ο Μεσόκομβος είναι ακριβώς το «σημείο» όπου διασταυρώνονται, συγκλίνουν τα δύο άτομα του (πολιτισμικού) υδρογόνου (Ελληνο-ρωμαϊκό και Ιουδαιο-χριστιανικό Συμβολικό – Φαντασιακό ). Κι εκεί ακριβώς λάμβανε χώρα η σύντηξή τους, με αποτέλεσμα το σχηματισμό ενός πυρήνα ηλίου (Δυτικός Πολιτισμός) και την τεράστια ενέργεια – Πλάσμα του (Καπιταλισμός) που αυτός έκτοτε απελευθέρωσε.

Συνεχίζεται.

Αθήνα 19/06/2010

Μάθημα 12ο: Συνέχεια ενότητας v

Τα τερτίπια της Τριπλέτας και η Δημοσιοποιημένη της Παιδεία-Εκπαίδευση

Στην αμέσως μετα-μεσοκομβιανή εποχή, η τριπλέτα ουσιαστικά εξελίσσεται με μοναδικό σχεδόν σταθερό κριτήριο αξιολόγησης το μοντέλο της δημόσιας (ιδιωτικής) παιδείας. Αυτό κατά βάση ευθύνεται και για την ίδια την κατάργηση της φεουδαρχικής οικονομίας. Η μόρφωση που παρέχει συμβάλλει καθοριστικά σε τρεις κοσμοϊστορικές εφευρέσεις – τυπογραφία, πυρίτιδα, ναυτική πυξίδα –, που αναβαθμίζουν ακόμη περισσότερο το ήδη διαγραφόμενο «εθνικό» φαντασιακό. Η τυπογραφία ενώνει το φαντασιακό ανθρώπων απομακρυσμένων μεταξύ τους. Η πυρίτιδα βοηθάει τους ηγεμόνες-βασιλιάδες να εξοπλίσουν μισθοφορικούς στρατούς με πυροβόλα όπλα, ώστε να καθυποτάξουν τους αγέρωχους πυργοδεσπότες (φεουδάρχες). Έτσι, επέρχεται η διαμόρφωση των εθνικών κρατών, με τη συνένωση των ελευθερωμένων πια φέουδων, υπό την εξουσία τους. Τέλος, η πυξίδα – με τη συνεπικουρία των πυροβόλων όπλων – δίνουν τα μέσα για την πρώτη αποικιοκρατική εξάπλωση των Πορτογάλων και Ισπανών κατακτητών, αρχικά.

Είμαστε στην καρδιά της συζήτησης. Όλα αυτά τα γεγονότα δημιουργούν ριζικές μεταβολές στις οικονομίες των Δυτικο-ευρωπαϊκών κοινωνιών. Κατ’ αρχάς, αναφέρουμε την οργιώδη εξολόθρευση-γενοκτονία των αυτόχθων λαών του Νέου Κόσμου από τους «κονκισταδόρες», που μπροστά της ωχριούν ακόμη και τα ναζιστικά εγκλήματα του 20ού αιώνα. Η εντατική εκμετάλλευση των μεταλλείων που κυρίευσαν οι Δυτικοί στις χώρες του Νέου Κόσμου, έχουν ως αποτέλεσμα να συρρέουν στη μητροπολιτική Ευρώπη τεράστιες ποσότητες χρυσού και αργύρου. Τούτο συνεπάγεται μια άνευ προηγουμένου οικονομική ευρωστία στις Δυτικές χώρες. Η συνολική περιουσία της Ευρώπης σε ευγενή μέταλλα, από το 1500 μέχρι τον 17ο αιώνα, σχεδόν τριπλασιάστηκε. Και η αξία του χρήματος κατέβηκε στο 1/6 της παλαιάς.

Παράλληλα, οι κατακτήσεις και ο αποικισμός των υπερπόντιων χωρών προωθούν την πνευματική ανάπτυξη της Ευρώπης. Εξερευνώνται νέες χώρες, οι άγνωστοι λαοί τους και οι γλώσσες τους, ενώ εισάγονται στην Ευρώπη όχι μόνο νέα προϊόντα άγνωστα έως τότε (καλαμπόκι, πατάτες, καπνός, κακάο, βανίλια, διάφορα μπαχαρικά), αλλά και νέα ζώα και φυτά. Η γεωγραφία, η κοσμογραφία, οι φυσικές επιστήμες και η ιστορία, εμπλουτίστηκαν με νέες πληροφορίες και οι ανθρώπινες γνώσεις διευρύνθηκαν και πολλαπλασιάστηκαν. Τέλος, νέα ήθη και έθιμα, μαζί με καινοτόμες ιδέες, εισάγονται από το Νέο Κόσμο και – με τη ζωτική ορμή που διαθέτουν – υποσκάπτουν τα θεμέλια της ήδη καταρρέουσας μεσαιωνικής κοινωνίας, ενώ προοικονομούν αυτό που έρχεται…

Η Αναγέννηση

Η Τριπλέτα έχει προλειάνει το έδαφος για τη Λογική Κατασκευή που είναι τοις πάσι γνωστή ως «Αναγέννηση». Σε εμπειρικό επίπεδο, μπορούμε να προσλάβουμε την αναγεννησιακή λογική κατασκευή με τρεις κοινοτοπικές υλικο-πνευματικές περιγραφές, όπως συνηθίζεται: α) άνθηση των καλών τεχνών και των επιστημών ∙ β) επιστροφή στον άνθρωπο και τη φύση ∙ γ) αναβίωση του αρχαίου πνεύματος. Τούτες όμως οι περιγραφές, αν και δεν προκαλούν πρόβλημα, αποτελούν ωστόσο μόνο τη φαινομενολογική προσέγγιση της Αναγέννησης, ως συγκεκριμένου ιστορικού συμβολισμού της Τριπλέτας. Σε επίπεδο δομής, διαπιστώνουμε πολύ σημαντικότερα πράγματα.

Το πρωτόλειο μοντέλο του Μεσόκομβου, η Δημόσια Παιδεία και Εκπαίδευση, περνάει, ας το πούμε έτσι, στη δημιουργική του εφηβεία, καθώς η συστραμμένη οικονομία της μεσαιωνικής εποχής επείγεται να αναχθεί στην επόμενη «ανώτερη» σπείρα της . Καταλυτικό ρόλο στην εφηβεία προς την ενηλικίωση του εκπαιδευτικού μοντέλου, την εποχή που συζητάμε, διαδραματίζει το γεγονός πως οι βασιλιάδες – η εξουσία των οποίων ήταν σκιώδης (ιδιωτικός χώρος) καθ’ όλο τον μεσόκομβο – εκδιώκουν τους φεουδάρχες και υποσκελίζουν την εκκλησία που ήταν κράτος εν κράτει. Έτσι, οι βασιλιάδες αναλαμβάνουν την απόλυτη εξουσία και η φεουδαρχική κοινωνία (και από κάτω βέβαια η φεουδαρχική οικονομία) αρχίζει να αποσύρεται από το ιστορικό προσκήνιο. Συγχρόνως, κι αυτό είναι το σπουδαίο, το κράτος απαλλάσσεται από την εποπτεία-κηδεμονία του κλήρου και αποδεσμεύεται από τον θρησκευτικό δογματισμό.

Η ανακούφιση αυτή τροφοδοτεί την ποιοτική αναβάθμιση του μεσοκομβιανού εκπαιδευτικού μοντέλου προς ένα πιο συστηματικό και περιεκτικό συνάμα μορφωτικό μοντέλο. Εφεξής, θα ονομάζουμε το μοντέλο αυτό δημοσιοποιημένη εκπαιδευτική διαδικασία ή πιο κωδικοποιημένα δημοσιοποιημένη μόρφωση (και θα υπονοούμε πάντοτε την αναβαθμισμένη εκδοχή του μεσοκομβιανού μοντέλου δημόσια [ ιδιωτική] δωρεάν παιδεία-εκπαίδευση). Ταυτόχρονα, διαπιστώνουμε πως οι συσχετισμοί της Τριπλέτας εξελίσσονται και αλληλοκαλύπτονται ραγδαία. Ο βασιλιάς (ιδιωτικός χώρος) μεταπηδάει στο κράτος ∙ η εκκλησία αναπληρώνει τον κενό ιδιωτικό χώρο, επιστρέφει δηλαδή στον «φυσικό» της χώρο. Αλλά ποιος έρχεται να καλύψει τον δημόσιο χώρο, τη «Συμβολική Τάξη» που μένει άδεια; Μα ποιος άλλος, από την ίδια την αστική τάξη – που ήδη πια διακρίνεται ως φιγούρα να οδεύει προς την κεντρική πύλη της ιστορίας.

Πράγματι, ήδη από την εποχή των σταυροφοριών φαίνεται να δημιουργείται μια νέα τάξη, η αστική, αποτελούμενη από εμπόρους, ναυτικούς και βιοτέχνες των πόλεων. Αυτή η αστική τάξη, καθώς σιγά-σιγά αποκτά ισχύ και οικονομική ευρωστία, εκδηλώνει την άρνησή της απέναντι στα αποξηραμένα δόγματα του Μεσόκομβου. Παράλληλα, αναπτύσσει σε μεγάλο βαθμό το αίσθημα του Εγώ και επιδεικνύει τόλμη και φιλοδοξία, αφού δεν διστάζει να αναλαμβάνει το ρίσκο ιδιαίτερα ριψοκίνδυνων εγχειρημάτων. Ουσιαστικά, διαμορφώνει με τη στάση της και τη συμπεριφορά της νέες μορφές κοινωνικού βίου, δημιουργώντας ένα ευρύτερο περιβάλλον όπου κυριαρχούν πια όχι τόσο η καταγωγή και η κοινωνική τάξη όσο η ιδιοφυία και οι με κόπους και θυσίες απολαβές. Τούτη η τάξη, τώρα που αφηγούμαστε, βρίσκεται στον δημόσιο χώρο και συνειδητοποιεί, συγκεκριμενοποιεί, ολοένα και περισσότερο, το «αφηρημένο ατομικό κέρδος» της. Όταν αναγνωρίσει πια και η ίδια τον εαυτό της ως τάξη, τότε θα αναλάβει να οργανώσει, ως Πραγματικό, και το συγκεκριμένο ταξικό της κέρδος.

Αυτό, αργότερα. Τώρα όμως, αν μη τι άλλο, έχει κατορθώσει να επιβληθεί τουλάχιστον, αφού καταφέρνει και προβάλλει ως πρότυπο της Αναγέννησης το δικό της πρότυπο: τον Homo Universalis (τον Καθολικό Άνθρωπο). Τούτο μεταφράζεται ως εξής: οι επιστήμες, οι καλές τέχνες, οι εφευρέσεις, όλες από κοινού, οφείλουν να αναλάβουν την παιδεία-εκπαίδευση των ανθρώπων, με σκοπό την ανάπτυξη όλων των έμφυτων δεξιοτήτων τους. Γι’ αυτό, χρειάζεται η περαιτέρω συστηματοποίηση του προηγούμενου εκπαιδευτικού μοντέλου (Δημοσιο-ιδιωτική δωρεάν παιδεία) που ξεκίνησε στον Μεσόκομβο. Τώρα περνάμε στη συγχώνευση του δημόσιου με το ιδιωτικό∙ στη σύμφυρση δημόσιας και ιδιωτικής παιδείας. Έτσι ώστε, εφεξής, να μην διακρίνεται, ούτε τυπικά ούτε άτυπα, η καταγωγή του ενιαίου αυτού αναβαθμισμένου μοντέλου (ο Δημόσιος και ο Ιδιωτικός χώρος), αλλά και να μπορεί, όποτε η εκάστοτε εκμεταλλευτική οικονομία το χρειάζεται, να συλλειτουργούν για κοινούς ιδεολογικο-οικονομικούς σκοπούς, ως διακριτές όμως σφαίρες, παραπληρωματικά (δες σήμερα).

Επιστρέφοντας στην Αναγέννηση, μιλάμε για την εποχή που, όπως είπαμε, εμφανίζεται η δημοσιοποιημένη μόρφωση, δηλαδή η (μαζική) δημόσια και δωρεάν παιδεία, που αποβλέπει στην απρόσκοπτη παραγωγικότητα (υλικο-πνευματική) του πολύπλευρα μορφωμένου ατόμου. Προμηνύεται η λαίλαπα του καπιταλισμού, που θα χρειαστεί να εκταμιεύσει τεράστιες ποσότητες ενέργειας, τόσο από την υποδούλωση της φύσης όσο και από την υποδούλωση του ίδιου του ανθρώπου. Και βέβαια, στη βάση όλων αυτών εντοπίζουμε την «ποιοτικότερη» συστροφή κωδίκων της που επιδιώκει η εκμεταλλευτική οικονομία. Αυτά τα ολίγα ως «βαθιά» δομή της Τριπλέτας, όταν αυτή εμφανίζεται, τον καιρό εκείνο, με την μορφή της Αναγέννησης, ως λογική κατασκευή.

Ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον σας και τη συμμετοχή σας

(Συνεχίζεται)

Αθήνα 21/06/2010

Μάθημα 13ο : Φιλοσοφία της Οικονομίας vi

Περί Αστικής Τάξης, γενικά…

Μπορούμε να υποστηρίξουμε άφοβα πως η Αναγέννηση υπήρξε μια καθαρόαιμη αστική κίνηση. Ο φορέας της, η αστική τάξη, οργανώνει ουσιαστικά, την περίοδο αυτή, την προοδευτική της αναρρίχηση προς την εξουσία. Φροντίζει να αναμορφώσει τόσο το «έξω» – το κοινωνικοπολιτικό φαίνεσθαι – όσο και το «μέσα» – το οικονομικό είναι – μέσω του πολιτιστικού κυρίως γίγνεσθαι, τώρα όμως θα αφορά σε ολόκληρη την κοινωνία. Γι’ αυτό πρέπει να πράξει έτσι (ως Συμβολική, προς το παρόν, Τάξη), ώστε το Πραγματικό (Κράτος-Order) να ανακατευτεί με τον Ιδιωτικό χώρο και να προκύψει ένα συμπίλημά τους, που θα εκδηλώνεται στην κοινωνία ως «λαϊκός πολιτισμός». Εξ ου και η δημοσιοποιημένη μόρφωση που αναφέρθηκε στο προηγούμενο μάθημα. Και πράγματι έτσι συμβαίνει.

Το καλλιτέχνημα δεν γεννιέται, πια, επειδή το επιθυμεί ο φεουδάρχης ή ο ανώτατος κλήρος∙ ούτε και προορίζεται για την προνομιούχο τάξη των τιμαριούχων. Απευθύνεται σε ολόκληρο το λαό και αποτελεί κτήμα του. Οι καλλιτέχνες αναπτύσσουν ελεύθερα τις δεξιότητές τους και καθίστανται αυτόφωτες προσωπικότητες. Έτσι, οι ίδιοι αποκτούν οντότητα, ενώ το έργο τους αποκτά ατομικό χαρακτήρα. Οι επιστήμονες γράφουν τα έργα τους στην εθνική, λαϊκή τους γλώσσα και η υπερεθνική λατινική διάλεκτος περιέρχεται σε αχρηστία.

Στην Ιταλία, στην κοιτίδα ας πούμε της Αναγέννησης, οι άρχοντες συγκεντρώνουν αμύθητα πλούτη και κυβερνούν αυταρχικά. Ζουν ως μεγιστάνες σε ανάκτορα, ενώ θέτουν υπό την προστασία τους τούς καλλιτέχνες και τους σοφούς, ειδικά δε τους τελευταίους, για να χρησιμοποιήσουν τις τεχνικές τους γνώσεις για την κατασκευή οχυρωμάτων, μηχανών και τηλεβόλων. (Να μια μινιατούρα πρώιμου αναγεννησιακού κρατικο-ιδιωτικού καπιταλισμού, που όμως παρουσιάζει συμμετρική αναλογία με τον σύγχρονο όμαιμό του: ολόκληρο το δημόσιο και ιδιωτικό υπαλληλικό προσωπικό, το αποτελούμενο από επιστήμονες, διανοούμενους, καλλιτέχνες, τεχνοκράτες και τεχνολόγους-τεχνικούς, στην υπηρεσία του κρατικού και του ιδιωτικού κεφαλαίου που είναι αδιαχώριστα συμφυρμένα.)

Και βέβαια οι παραλληλίες είναι ισχυρές. Άλλωστε, μην ξεχνάμε πόσο ήκμασε η Φλωρεντία στον 14ο αιώνα. Ανέπτυξε σε μεγάλο βαθμό τη βιομηχανία και το εμπόριο του μαλλιού και αναδείχτηκε έτσι ως το μεγαλύτερο χρηματιστηριακό κέντρο της Μεσογείου. Σε αυτή ιδρύθηκαν μεγάλες τράπεζες με σημαντικά κεφάλαια, οι ιδιοκτήτες των οποίων – οι αδελφοί Μέδικοι – εξελίχθηκαν σε πανίσχυρους ηγεμόνες της Ευρώπης. Ισχυροί δε αυτοκράτορες, όπως εκείνοι της Γαλλίας, επιδίωκαν τη φιλία και τη συμμαχία τους. Μάλιστα, ένας από αυτούς, ο Λορέντζος Μέδικος (ο επονομαζόμενος «μεγαλοπρεπής»), υπήρξε ο μαικήνας της εποχής του. Υποστήριξε τα γράμματα και τις καλές τέχνες. Στο ανάκτορό του συναντιόντουσαν οι κορυφαίοι του πνεύματος και της τέχνης, Κατά το πρότυπο των αρχαίων Ελλήνων, διοργάνωνε ολονύκτια συμπόσια, όπου οι συνδαιτυμόνες συζητούσαν για τον Ιησού και τον Πλάτωνα. Ονειρευόντουσαν δε μια νέα θρησκεία που θα συνένωνε τον χριστιανισμό με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. (Κι αυτές, επίσης, οι εικόνες μας παραπέμπουν σε εικόνες του σήμερα…)

Τέλος, κατά τον 16ο αιώνα, τα ηνία αναλαμβάνει η Ρώμη. Ο πάπας Λέων Ι΄ , που ήταν γιος του Λορέντζου των Μεδίκων, βοήθησε τους καλλιτέχνες και εργάστηκε ακούραστα για την άνθηση των τεχνών και των γραμμάτων, προστατεύοντας το πνεύμα της Αναγέννησης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εκκλησία ξαναμπαίνει δυναμικά στο στίβο ολόκληρης της Τριπλέτας, μέσω του ελέγχου που ανακτά στη δημοσιοποιημένη παιδεία-μόρφωση – της οποίας όμως φορέας ήταν η αστική τάξη. Πράγματι, όταν η Ρώμη αντικατέστησε τη Φλωρεντία στην ηγεμονική της δύναμη, έγινε εκείνη το κέντρο της πνευματικής δραστηριότητας. Οι πάπες της έγιναν πανίσχυροι και βρέθηκαν στην κορυφή της κοσμικής και θρησκευτικής τους δόξας. Με την τόση αίγλη που απόκτησαν, καλούσαν τους μεγάλους καλλιτέχνες από ολόκληρη την Ιταλία να κοσμήσουν τους ναούς και τα ανάκτορα της αιώνιας πόλης με τα αριστουργήματά τους. Έτσι λοιπόν, κάτω απ’ όλες αυτές τις ευτυχείς συνθήκες και συγκυρίες, η Ρώμη (δηλαδή η καθολική εκκλησία) έγινε, όχι μόνο ο πυρήνας της Δυτικής χριστιανοσύνης, αλλά και ο γενικός διαχειριστής και διαπρύσιος κήρυκας της δημοσιοποιημένης μόρφωσης που είχαν εκπονήσει οι αστοί.

Το δια ταύτα είναι, πως όλη αυτή η οικονομική ευρωστία και η πολιτιστική κουλτούρα που ανθεί πλέρια στην Ευρώπη προκαλεί οριζόντιες και κάθετες ραβδώσεις στο κοινωνικό της σώμα. Ραβδώσεις από τις οποίες προκύπτουν βασικές ανακατατάξεις, που δρομολογούν ευνοϊκές εξελίξεις για την ίδια την αστική τάξη. Παράλληλα με την τάξη των νεόπλουτων αστών και εις βάρος της τιμαριωτικής παλιάς κοινωνίας, δημιουργείται η αριστοκρατία του πνεύματος. Τούτη η αριστοκρατία, μέσα από συγκεκριμένη κοινωνική συμπεριφορά και ιδιαζόντως λεπτεπίλεπτες απασχολήσεις, προβάλλουν έναν ακόμη, εντελώς καινούριο, κοινωνικό διχασμό δίπλα στον άλλον, τον παλιό: οι άνθρωποι να μην διαιρούνται μόνο σε φτωχούς και πλούσιους, αλλά και σε μορφωμένους και αμόρφωτους.

Είναι ακριβώς την εποχή εκείνη που συνειδητοποιεί η παμπόνηρη αστική τάξη, πως μια κοινωνία μπορεί να ελέγχεται καλύτερα και ασφαλέστερα μέσω της δημοσιοποιημένης μόρφωσης. Με λίγα λόγια, έναν υπήκοο μιας πολιτείας, μπορείς να τον αφήνεις δίχως αρκετό φαΐ, αρκεί να του τάξεις μια καλύτερη μόρφωση (κατά βούληση της εκάστοτε εξουσίας, αυτή θα είναι πότε περισσότερο δημόσια και λιγότερο ιδιωτική, πότε περισσότερο ιδιωτική και λιγότερο δημόσια∙ πότε δε βάναυσα κρατική-δημόσια ή βάναυσα ιδιωτική – αλλά μπορεί και τα δύο μαζί στη συσκευασία του ενός), που θα του εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον. Θυμίζουν όλα αυτά κάτι από σήμερα; …

Αυτά απεργάζεται από τότε η παμπόνηρη αστική τάξη, πριν γίνει ακόμη τάξη για τον εαυτό της. Και δύο αιώνες αργότερα – όταν η συγκεκριμένη τάξη αναγνωρίζει τον εαυτό της – αναλαμβάνει, η πανούργα τώρα γαλλική εθνική αστική τάξη, να κλειδώσει τούτη την παραδομένη κοινωνική διχοτομία. Καθιερώνει τη Δημόσια και Δωρεάν Παιδεία∙ που όμως είναι λίγο πιο ιδιωτική για τους εκλεκτούς της, γενική και πλατιά για τους μεσαίους και τεχνική για τους άτακτους και τους ανυπάκουους. Αυτά όλα θα αποτυπώνονται σε χαρτιά-τίτλους, όπου πιστοποιείται η νομιμοφροσύνη των υπηκόων. Οι πιο υπάκουοι πολίτες αναγνωρίζονται τυπικά μέσω των πτυχίων, από το ίδιο το κράτος, πως έχουν συναινέσει στην επίσημη κουλτούρα του. Ενώ, οι πιο ανυπότακτοι μετατοπίζονται και σχεδόν περιθωριοποιούνται προς την άτυπη εκπαίδευση.

Ευχαριστούμε για την κατανόησή σας

(Συνεχίζεται)

Αθήνα 23/06/2010

Μάθημα 14ο : Συνέχεια της Ενότητας vi

Η Αστική Τάξη, πιο ειδικά…

Καμία σύγχρονη Δυτική κοινωνία, ποτέ και πουθενά, δεν θα παραδώσει αμαχητί τη δημοσιοποιημένη μόρφωση που παρέχει στους πολίτες της. Επειδή κάτι τέτοιο θα σήμαινε μοιραίες αναταράξεις στην ίδια την εκμεταλλευτική οικονομία. Πράγματι, η σχέση του σχολείου (υπό την ευρύτερη έννοια) με την οικονομία είναι κβαντική. Είναι σαν τα συνδεδεμένα («ερωτευμένα») φωτόνια∙ κάθε νέα πληροφορία του ενός αφορά ακαριαία και στο άλλο, όσο απομακρυσμένα κι αν είναι μεταξύ τους.

Πιο παλιά λέγαμε, ως κοινωνικοί επιστήμονες, πως το σχολείο κατέχει κεντρική θέση στους μηχανισμούς αναπαραγωγής της κοινωνίας. Και εννοούσαμε βέβαια πως το σχολείο διαμορφώνει και αναπαράγει την εθνική ταυτότητα τόσο μέσα από τη διδασκαλία της ιστορίας όσο και μέσα από τα σύμβολα γενικότερα (τελετές, εθνικές επέτειοι, συμβολικές χρονολογίες κ.λπ). Επίσης, αναρωτιόμασταν, αν δίνονται σε όλους ίσες δυνατότητες πρόσβασης στη γνώση που παρέχεται. Ένα υπερεκτιμημένο όμως ψευδο-ερώτημα που, πέραν του ότι αποπροσανατολίζει την κοινή γνώμη περί «καλών» ή «κακών» σχολείων και άρα «καλών» ή «κακών» εκπαιδευτικών, θέτει και στο απυρόβλητο την ίδια τη λεγόμενη «γνώση» που παρέχεται, αφού προσπερνά το πραγματικό ερώτημα, «τι είναι γνώση;». Έτσι καλλιεργείται η ψευδαίσθηση της απόλυτης και αντικειμενικής «γνώσης», που τάχα μόνο η «επίσημη» εκπαίδευση παρέχει. Τέλος, λέγαμε επιπλέον, ως κοινωνιολόγοι, πως οι τίτλοι σπουδών είναι εγγυήσεις «νοημοσύνης», οι οποίοι ήρθαν να αντικαταστήσουν τους παλαιούς τίτλους ευγενείας (που χαρακτήριζαν τη φεουδαρχική κοινωνία) ή, ακόμη, τους τίτλους ιδιοκτησίας.

Δυστυχώς, τώρα αποκαλύπτεται πως τα πράγματα είναι πολύ, μα πολύ πιο σοβαρά. Χρήζουν πραγματικά τόσο πιο εκτατικής όσο και πιο εντατικής ανάλυσης. Δεν υπάρχει πιο ιλαροτραγικό θέαμα από τις ενδο-κοινωνικές έριδες της μεσαίας τάξης περί ιδιωτικοποίησης ή όχι της «παιδείας-γνώσης». Αλλά η παιδεία, έτσι όπως την έχουμε αναλύσει, είναι εκ προοιμίου δημοσίως ιδιωτική ή ιδιωτικώς δημόσια σε διατεταγμένη αποστολή, με κρατική εντολή. Το αν σήμερα κάποιοι στείλουν τα παιδιά τους σε κολέγια ή κάποιοι άλλοι στα υποτιμημένα δημόσια γενικά λύκεια, και κάποιοι τρίτοι στέλνουν τα παιδιά τους στα ακόμη πιο υποτιμημένα τεχνικο-επαγγελματικά καταστήματα, τούτο ακριβώς συμβαίνει γιατί πρέπει να αναπαράγεται η εκμεταλλευτική κοινωνία ( στην ουσία οικονομία) και στους τρεις χώρους της Τριπλέτας.

Έτσι λοιπόν, και ο σκύλος είναι χορτάτος και η πίτα άθικτη. Πρώτα απ’ όλα, η ιθύνουσα τάξη ικανοποιείται, με τα υπέρογκα ταξικά της κέρδη∙ έπειτα, η Συμβολική Τάξη τροφοδοτείται με την ωσεί συγκεκριμενοποίηση του (αφηρημένου) ατομικού κέρδους (όσοι φοιτούν στα «καλά» ιδιωτικά σχολεία αισθάνονται επικυρίαρχοι αυτών στα δημόσια γενικής παιδείας∙ και οι της γενικής παιδείας σνομπάρουν όσους εκτοπίζονται σε νυκτερινά και επαγγελματικά-τεχνικά σχολεία. Το ίδιο αντίστοιχα συμβαίνει και στη λεγόμενη τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι απόφοιτοι των λεγόμενων ΑΕΙ αισθάνονται πως πρέπει να υπερέχουν από τους απόφοιτους των λεγόμενων ΤΕΙ∙ οι οποίοι με τη σειρά τους πρέπει να νομίζουν πως βρίσκονται πιο πάνω από τα αδιαβάθμητα ινστιτούτα ή τις λεγόμενες επαγγελματικές σχολές).

Όλο αυτό το ταξικό δράμα που διηγούμαστε, έλκει την καταγωγή του ακριβώς από τη συγκατοίκηση του παλαιο-ταξικού διαχωρισμού (φτωχοί-πλούσιοι) με το νέο-ταξικό διαχωρισμό μορφωμένοι-αμόρφωτοι, που υφαίνεται στον αργαλειό της Ευγνωμοσύνης. Ακριβώς αυτή η ευγνωμοσύνη προς τους «αόρατους» επιμορφωτές, το έθνος και το κράτος, είναι που εκμεταλλεύεται η άρχουσα τάξη, από το μετεπαναστατικό Γαλλικό Διευθυντήριο και έπειτα. Η ευγνωμοσύνη αυτή ικανοποιεί ακριβώς το Φαντασιακό της Τριπλέτας, αφού πρόκειται για την τρίτη υπερ-αναγωγή ιδιωτικού χώρου, που υπερκαλύπτει το Συλλογικό Φαντασιακό της βιομηχανικής Δύσης (Καπιταλισμός).

Ας ξαναμιλήσουμε τώρα για το «grosso colpo» (το γενικό, το χοντρό κόλπο) της Γαλλικής αστικής τάξης: « Μορφώνω (πάντα επιλεκτικά) το λαό μου στα δημόσια σχολεία μου. Έτσι, καλλιεργώ την ψευδαίσθηση ότι τους αναλαμβάνω υπό την προστασία μου. Αυτό συνεπάγεται από τη μια ότι εξασφαλίζω το καύσιμο υλικό μου, ενώ από την άλλη διοχετεύω τεχνηέντως την κρατική μου ιδεολογία, μέσω μιας «ανεξάρτητης», τάχα, δημόσιας παιδείας. Το κόλπο εντέλει φαντάζει ανυπέρβλητο όταν εισάγω και το “δωρεάν”, όπου εκεί ο άλλος αισθάνεται και υποχρεωμένος από πάνω». Έτσι ξεκίνησε τότε η μεγάλη απάτη. Και σήμερα έχει εξελιχθεί σε ένα τελείως εξουσιαστικό παραπλανητικό πυροτέχνημα, που αποπροσανατολίζει από το μέγα – σε ζωντανό χρόνο – ζητούμενο: όχι την αναζήτηση της οποιασδήποτε ψευδεπίγραφης «παιδείας, εκπαίδευσης, γνώσης, μόρφωσης» ή οτιδήποτε άλλο. Αλλά την ανάδειξη της αδήριτης ανάγκης για την έλευση της κοινωνικής θεωρίας ή αλλιώς τη μελέτη εκείνη από την οποία θα προκύψει η ίδια η Θεωρία της (κοινωνικής) Συνείδησης.

Επιμύθιο

Έχουν άραγε απομείνει κάποιοι – στην «αναπτυγμένη» Δύση – έξω από όλη αυτή την πλεκτάνη που έχει στήσει περίτεχνα η σύγχρονη εκμεταλλευτική οικονομία; Βέβαια, το να μείνει έξω κάποιος προϋποθέτει τόσο την κριτική όσο και τη συνδυαστική σκέψη από την πλευρά του. Και για να αναπτυχθεί ο κριτικός συνδυασμός (η κριτική σύνθεση) προαπαιτείται αναγκαστικά η σταδιακή απόσυρση του επάρατου ψυχολογισμού. Έτσι όπως το βλέπουμε εμείς, όλες οι δυτικές (και δυτικότροπες) κοινωνίες (βέβαια η καθεμιά με το δικό της ειδικό βάρος) απέχουν μερικά μόλις βήματα πριν από το κατώτατο στάδιο του ιμπεριαλισμού: το στάδιο δηλαδή όπου όλες οι δυτικές «δημοκρατίες» μετατρέπονται σε δυτικές ψυχαναλυτικοκρατίες, δίχως εισαγωγικά. Κοντολογίς, εκεί όπου όλοι μιλούν συγχρόνως, όλοι έχουν αντίληψη και άποψη για όλους και για όλα, εκεί όπου όλοι γίνονται «ψυχοθεραπευτές» και «ψυχοθεραπευόμενοι»∙ και άρα εκεί όπου δεν θα προκύψει ποτέ η περιπόθητη Θεωρία της Κοινωνικής Συνείδησης.

Ευχαριστούμε για την υπομονή και την προσοχή σας.

Αθήνα 24/06/2010

Συνεχίζεται…

Μάθημα 15ο (συνέχεια ενότητας vi)

Μεταρρύθμιση

Εν τω μεταξύ, η κίνηση της Αναγέννησης όλο και διαφοροποιείται καθώς ξεπερνάει τα βόρεια σύνορα της Ιταλικής Χερσονήσου. Σιγά, αλλά σταθερά, αποκρυσταλλώνεται σε κοινωνικο-οικονομικές μορφές, προσαρμοσμένες περισσότερο στις μεσαίες τάξεις. Ακόμη και ο προσανατολισμός προς την αρχαιότητα εδώ εξισορροπείται από ένα ορθολογικό και πρακτικό πνεύμα, που μπαίνει στην υπηρεσία των νέων ανερχόμενων κοινωνικών δυνάμεων. Έτσι κτίζονται τα θεμέλια μιας νέας χριστιανικής ηθικής, που βέβαια εμπνέονται από την αρχαία παράδοση, ταυτόχρονα όμως εξυπηρετούν και πρακτικούς σκοπούς του παρόντος.

Στη Γερμανία, την πορεία της Αναγέννησης θα επηρεάσουν οι βαθιές κοινωνικές αντιθέσεις που οδήγησαν στη Μεταρρύθμιση και στον πόλεμο των χωρικών (1524-1525). Στη Γαλλία, το νέο ιδανικό, ήδη από τις αρχές του 16ου αιώνα, κατέληξε σε διχασμό. Η μεν μετριοπαθής κατεύθυνση συνδέεται με τη Μεταρρύθμιση, ενώ η ριζοσπαστική πλευρά θα προβάλλει την ελευθερία της σκέψης και το σκεπτικισμό απέναντι στο δόγμα.

Μόνο στην αγγλική Αναγέννηση η ανθρώπινη δραστηριότητα θα βρει αναγνώριση με τη σύγχρονη έννοια του όρου: ο άνθρωπος καθίσταται ο ίδιος στο επίκεντρο όλων των δυνατών επιδόσεων. Αλλά, ό,τι εξαίρεται περισσότερο δεν είναι η υπεροχή του στοχασμού∙ είναι οι ικανότητες του ανθρώπου και τα επιτεύγματά του, καθώς και η επιστημονικά κατευθυνόμενη πρακτική. Κατά το Μεσαίωνα – αλλά και μετέπειτα – οι Άγγλοι επιδόθηκαν με εντυπωσιακή επιτυχία, τόσο στο εμπόριο όσο και στη ναυτιλία. Η ευπορούσα αστική τάξη της Αγγλίας ποτέ δεν συμπάθησε τα κηρύγματα της απόλυτης μοναρχίας. Πάντα διακρινόταν για τις φιλελεύθερες και προοδευτικές της αντιλήψεις.

Παρενθετικά να αναφέρουμε πως οι φεουδάρχες της Αγγλίας – σε αντίθεση με την ηπειρωτική Ευρώπη – υπήρξαν πάντοτε υποτελείς του βασιλιά σε όλο το Μεσαίωνα. Οι δε λόρδοι και οι κόμητες ήταν όλοι υπηρέτες του. Αλλά και η εξουσία του βασιλιά υπέκειτο σε περιορισμούς. Οι πράξεις του έμπαιναν κάτω από τον έλεγχο του λαού και του νόμου. Η Αγγλία ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που εισήγαγε το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης. Και η Magna Charta (1215), που υπογράφηκε από τον βασιλιά Ιωάννη τον Ακτήμονα, αποτέλεσε βασικό παράγοντα και αφετηρία στην περαιτέρω ανάπτυξη του αγγλικού πολιτεύματος. Η Βουλή των Λόρδων και η Βουλή των Κοινοτήτων, που διατηρούνται μέχρι και σήμερα, περιόριζαν πάντοτε τη βασιλική εξουσία και συνέβαλλαν στη δημοκρατική διακυβέρνηση της χώρας. Κατά περιόδους, βουλή και βασιλιάς ενεπλάκησαν σε αιματηρές προστριβές με σοβαρότατες επιπτώσεις ακόμη και στην ίδια την Αγγλική Αυτοκρατορία. Πάντως, η Αγγλία δεν γνώρισε την εξαιτίας των θρησκευτικών μεταρρυθμίσεων εσωτερική αναταραχή των άλλων χωρών. Ενεπλάκη όμως στον φοβερό Εκατονταετή Πόλεμο με τη Γαλλία (1337-1453).

Διαπιστώνουμε λοιπόν το «φοβερό και τρομερό» πως η Τριπλέτα παίζει με άλλο στυλ το παιχνίδι της στη νησιωτική Ευρώπη. Αφήνουμε στον αναγνώστη να κάνει τις δικές του ερμηνείες (και να αποφύγει τις παρερμηνείες…).

Τελικά, στη λογική κατασκευή της Μεταρρύθμισης μεταπηδούν όλες οι κοινωνικο-οικονομικές αντιλήψεις της Αναγέννησης. Με άλλα λόγια, η μια λογική κατασκευή διαδέχεται αμέσως την άλλη, έτσι ώστε να μην υπάρχει ασυνέχεια στο υποδόριο σώμα της εκμεταλλευτικής οικονομίας. Ουσιαστικά, και οι δύο συνεργάζονται προκειμένου να έρθει στο φως της ιστορικής σκηνής ο «εμπορικός καπιταλισμός»: ο νέος κρίκος της εκμεταλλευτικής οικονομίας που προοικονομεί τον αμέσως επόμενο κρίκο, τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Αυτά σε ό,τι αφορά στη βαθιά δομή της λογικής κατασκευής της Μεταρρύθμισης. Τι βλέπουμε όμως στην πλατιά της επιφάνεια;

Αρχικά αντικρίζουμε τους μεγάλους μεταρρυθμιστές της δυτικής εκκλησίας και τις αντιλήψεις τους, μέσω των οποίων θέλουν να παρέμβουν και να δώσουν απαντήσεις στα συναφή προβλήματα της εποχής τους.. Αυτό είναι ηλίου φαεινότερο. Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι: οι αντιλήψεις τους αυτές, ενώ κατά βάση απελευθερώνουν καθ’ οδόν από την επιβολή της εκκλησίας, ωστόσο δεν έχουν πάψει ακόμη να κινούνται πάνω στις ράγες της ηθικής. Μάλιστα, μερικοί από τους ηγέτες της Μεταρρύθμισης πισωγυρίζουν στην αυστηρότητα των παλαιών αρχών. Όπως, π.χ. ο Μαρτίνος Λούθηρος, που ακολουθεί στα κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα τις αντιλήψεις της μεσαιωνικής εκκλησίας∙ καταδικάζει τον τόκο και υιοθετεί την αρχή της «δικαίας τιμής». Έτσι παρατηρείται το μεγάλο παράδοξο της Μεταρρύθμισης. Μολονότι το κίνημά του συνετέλεσε – έστω έμμεσα – στην εξέγερση των Γερμανών χωρικών, που ήθελαν να απαλλαγούν από τα δεσμά της δουλοπαροικίας, ο ίδιος ο Μαρτίνος Λούθηρος καταδίκασε με δριμύτητα την εξέγερση αυτή, χαρακτηρίζοντας τους επαναστάτες «κλέφτες» και «δολοφόνους».

Δύο όμως ήταν οι απελευθερωτικές δικλείδες από τη γενική αυτή (συντηρητική) γραμμή των εκκλησιαστικών μεταρρυθμίσεων. Ο Καλβίνος από τη μία – που διασπά το (ψυχολογικό) φράγμα της μεσοκομβιανής (αριστοτελικής) οικονομίας – και οι «ουτοπιστές», T. More και T.Campanella, από την άλλη – που διανοίγουν το δρόμο, μέσα από τις «νεοπλατωνικές» τους αντιλήψεις, προς τις κοινωνικές θεωρίες της νεότερης εποχής.

Ο Ιωάννης Καλβίνος είναι ο πρώτος που, όπως είπαμε, σπάει το ψυχολογικό φράγμα της μεσοκομβιανής φυσικής οικονομίας: αρνείται να θεωρήσει την απαίτηση αμοιβής για την παροχή της χρήσης του χρήματος (τον τόκο) ως πράξη αμαρτωλή. Επιπλέον, φαίνεται ήδη πως διαθέτει σαφή αντίληψη περί την οικονομική έννοια του κεφαλαίου και της πίστεως (περιλ. πιστώσεων). Πέρα από αυτά, αναγνωρίζει στο εμπόριο ένα σπουδαίο παραγωγικό ρόλο. Επιγραμματικά: η περίπτωση του Καλβίνου είναι άκρως χαρακτηριστική. Απεικονίζει, έστω και ασθενώς, τις νέες ατομικιστικές αρχές που ανατέλλουν στον ιστορικό ορίζοντα της οικονομίας. Όχι μόνο ο «εμπορικός καπιταλισμός» είναι επί θύραις, αλλά και ο ίδιος ο μετέπειτα βιομηχανικός καπιταλισμός διαφοροποιείται ειδοποιώς από τα προηγούμενα οικονομικά συστήματα ένεκα του καλβινισμού∙ έτσι τουλάχιστον μας λέει ο Max Weber.

Ευχαριστούμε για σήμερα και θα συνεχίσουμε με τους «Ουτοπιστές».

Αθήνα 26/06/2010

Μάθημα 16ο : Συνέχεια στην Ενότητα vi

Οι Κοινωνικές Ουτοπίες: Thomas More και Tommaso Campanella – Αναβίωση του πλατωνικού κοινοκτημονικού ιδεώδους. Ομοιότητες και διαφορές.

Οι «Κοινωνικές Ουτοπίες» κατέχουν στην περίοδο της Αναγέννησης την ίδια θέση που είχε η «Πολιτεία» του Πλάτωνα την αρχαιότητα. Μόνο που αυτές βρίσκονται πιο κοντά στην εποχή, κατά την οποία οι κοινωνιστικές αντιλήψεις θα κατακτήσουν μεγάλο αριθμό οπαδών· και μάλιστα θα διεκδικήσουν και αναγνώριση ως άρτια επιστημονικά συστήματα.

Οι σπουδαιότερες κοινωνικές ουτοπίες είναι του More και του Campanella.

Η «Ουτοπία» του Thomas More (1478-1536) τοποθετείται σε ένα φανταστικό νησί, που βρίσκεται – ποιητική αδεία βεβαίως – πέραν των ωκεανών στον Νέο Κόσμο. Οι κάτοικοι του νησιού αυτού κατέκτησαν την ευτυχία και το νόημα της ζωής, χάρη στο κοινωνικό σύστημα και τους θεσμούς που εφαρμόζουν. Ειδικότερα, η οικονομική οργάνωση της Ουτοπίας στηρίζεται στην κοινοκτημοσύνη, η οποία συνάδει με την υποχρεωτική εργασία ανδρών και γυναικών. Στην κοινωνία αυτή δεν υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί. Τα αγαθά – κινητά και ακίνητα – ανήκουν στις διάφορες κοινότητες· κάθε κοινότητα δε, επιμελείται η ίδια την παραγωγή και διανομή των προϊόντων, τα οποία είναι αναγκαία για την συντήρηση των κατοίκων.

Εξάλλου, όλα τα άτομα υποχρεούνται να ξέρουν, εκτός από τη γεωργική και μια βιοτεχνική εργασία. Οι πιο βαριές και δυσάρεστες δουλειές εκτελούνται από δούλους, σε περίπτωση που οι κάτοικοι αρνούνται να τις αναλάβουν. Όμως, τούτοι οι δούλοι δεν είναι τα γνωστά – από την αρχαιότητα – ανδράποδα, απέναντι στους οποίους η κοινωνία της Ουτοπίας συμπεριφέρεται κατά τρόπο σκληρό και απάνθρωπο. Είναι άνθρωποι άλλων χωρών, οι οποίοι για διάφορους λόγους κατέφυγαν στο νησί και που ιδία βουλήσει προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη χώρα που τους φιλοξενεί. Στην Ουτοπία απαγορεύεται η κατασκευή ειδών πολυτελείας, οι δε ενδυμασίες των κατοίκων είναι κατασκευασμένες από ομοιόμορφο ύφασμα. Τα αγαθά που παράγονται συγκεντρώνονται σε δημόσιες αποθήκες· όπου από εκεί διανέμονται στους κατοίκους σύμφωνα με την αρχή του κομμουνισμού, στον καθένα δηλαδή σύμφωνα με τις ανάγκες του.

Χρήμα και εμπόριο εκλείπουν. Τα πλεονάζοντα αγαθά κάθε κοινότητας διοχετεύονται, χωρίς αντάλλαγμα, στις άλλες κοινότητες του νησιού. Τα πλεονάζοντα δε αγαθά όλου του νησιού εξάγονται σε ξένες χώρες, ανταλλασσόμενα με γεωργικά και βιοτεχνικά προϊόντα, που τυχόν λείπουν. Αυτή είναι η ιδανική Πολιτεία του More.

Εύκολα κάποιος μπορεί να αντιληφθεί ότι το σύστημα που κυριαρχεί εδώ είναι ένα κοινοκτημονικό σύστημα, ανάλογο προς εκείνο που δίνει ο Πλάτων στην «Πολιτεία» του. Ανάμεσα, όμως, στην πλατωνική ιδανική κοινωνία και στην κοινωνία της «Ουτοπίας» υπάρχουν βασικές διαφορές, οι οποίες πρέπει να αποδοθούν στη διαφορετική κοινωνική προβληματική των εμπνευστών τους. Έτσι, ο More επεκτείνει την κοινοκτημοσύνη και στην παραγωγή των αγαθών, ενώ ο Πλάτων την περιορίζει μόνο στην κατανάλωση. Τούτο είναι εύλογο, αφού η πλατωνική Πολιτεία είναι αριστοκρατικά οργανωμένη, ενώ η Ουτοπία είναι ελευθεριάζουσα και δημοκρατική, όπου δεν γίνονται ανεκτές οι ταξικές διακρίσεις μεταξύ των πολιτών της.

Επίσης ο More θέτει τη μονογαμική οικογένεια στη βάση της κοινωνικής οργάνωσης, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα που καθιερώνει την κοινοκτημοσύνη των γυναικών και των παιδιών. Τέλος, ο More δεν υποτιμά τους χειρώνακτες και γενικά αυτούς που δεν ανήκουν στην τάξη των σοφών και των αρχόντων, αλλά αναγνωρίζει ίσα δικαιώματα σε όλα τα μέλη της κοινωνίας.

Τώρα, κρινόμενη η Ουτοπία από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει εδώ, πρέπει να αναφέρουμε ότι η αφετηρία αυτής είναι οικονομική. Για τούτο και οι οικονομικές σχέσεις – στο εν λόγω έργο – αναπτύσσονται διεξοδικότερα απ’ ό,τι στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα.

Στο ίδιο περίπου μοτίβο κινείται και ο άλλος ουτοπιστής της Αναγέννησης, ο Ιταλός Tommaso Campanella, στο παρόμοιο πολιτικοκοινωνικό του μυθιστόρημα με τον τίτλο Civitas Solis («Κράτος του Ήλιου»).

Και η νέα αυτή φανταστική επικράτεια τοποθετείται πέραν του ευρωπαϊκού χώρου, κοντά στον ισημερινό, μέσα στη σημερινή Κεϋλάνη (Σρι Λάνκα) και έχει πρωτεύουσα την Ηλιούπολη. Ο κομμουνισμός του Campanella είναι άκρατος. Οι πολίτες προσπορίζονται τα αναγκαία αγαθά από την Κοινότητα, ενώ – άλλωστε – οι άρχοντες έχουν το καθήκον να φροντίζουν, ώστε η μερίδα του κάθε πολίτη να ανταποκρίνεται στις πραγματικές του ανάγκες. Εξάλλου, όπως και στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα, έτσι και στο «Κράτος του Ήλιου» πρυτανεύει η αρετή και η σοφία. Οι νόμοι είναι λίγοι και σαφείς, γραμμένοι σε σιδερένιους πίνακες που είναι αναρτημένοι στο εσωτερικό του ναού.

Όμως, ο Ιταλός ουτοπιστής – εκτός από την κοινοκτημοσύνη των αγαθών – δέχεται και την κοινοκτημοσύνη των γυναικών. Στο «Κράτος του Ήλιου» δεν υπάρχουν δούλοι. Ο εμπνευστής του θεωρεί ότι τέσσερις ώρες υποχρεωτικής εργασίας αρκούν για να εξασφαλίσουν στην κοινωνία όλα τα αγαθά που είναι απαραίτητα για την συντήρησή της.

Αναγκαία αναδίπλωση

Προσέγγιση στην πλατιά επιφάνεια της Ιστορίας

Η Αναγέννηση θέλοντας να ξεπεράσει, όπως είδαμε, τον Μεσόκομβο, δεν μπορούσε φυσικά να αφήσει στο απυρόβλητο τον κλήρο και τις θρησκευτικές δοξασίες της εποχής.

Ο χριστιανισμός είδαμε πως έως τότε μεταφραζόταν σε τρία πράγματα. α) Στην παντοδυναμία του ανώτερου κλήρου που είχε γίνει κράτος εν κράτει. β) Στην εξαθλίωση του κατώτερου κλήρου, που πενόμενος φόβιζε τους απλούς πιστούς με την τιμωρία της κόλασης και δίδασκε τη μετά θάνατο ζωή∙ οι ίδιοι όμως άπλωναν το χέρι για ελεημοσύνη προς αυτούς τους πιστούς, την οποία μόλις έπαιρναν την κατασπαταλούσαν στα ταβερνεία. γ) Τέλος, στη, φυσιολογική θα λέγαμε, συνέπεια της αμάθειας και της θρησκοληψίας των λαϊκών μαζών. Διαπιστώνουμε λοιπόν πως η θρησκευτικότητα του Μεσόκομβου συμπυκνωνόταν σε ένα κράμα θρησκοληψίας και δεισιδαιμονίας.

Γι’ αυτό λοιπόν, η Αναγέννηση δεν μπορούσε παρά να βάλει στο στόχαστρό της, πριν απ’ όλα, τον ίδιο τον ανώτερο κλήρο που ζούσε μες στη χλιδή και την κοσμική απόλαυση. Έτσι, δημιουργήθηκε μια τάση επίκρισης του βίου του ανώτερου κλήρου καθώς και των αυθαιρεσιών του Πάπα, συγκαλυμμένη κατ’ αρχάς. Κατόπιν όμως, μετατράπηκε σε κίνημα και πήρε το όνομα «Θρησκευτική Μεταρρύθμιση», διότι οι αρχηγοί της απέβλεπαν στη διόρθωση των κακώς εχόντων στην εκκλησία.

Η Μεταρρύθμιση προξένησε τεράστια αναστάτωση για μεγάλο χρονικό διάστημα στη χριστιανική κοινότητα. Προκάλεσε θρησκευτικούς πολέμους και διέσπασε τη θρησκευτική ενότητα των ευρωπαϊκών κρατών. Οι μεταρρυθμίσεις δεν αποσκοπούσαν στην ίδρυση μιας νέας θρησκείας. Επιδίωκαν την επαναφορά του χριστιανισμού στο πνεύμα των πηγών του.

Η ερμηνευτική στη βαθιά δομή της Ιστορίας

Η καθολική εκκλησία την εποχή της Αναγέννησης συγκεντρώνει τεράστια δύναμη στα χέρια της. ΟΙ πάπες καρπώνονται τόση υπερ-εξουσία, αρκετή για να διεμβολίσει καταλυτικά και τους τρεις χώρους της Τριπλέτας. Έτσι όμως, κινδυνεύει κυριολεκτικά η καιροφυλακτούσα αστική τάξη να εκτοπιστεί από το δημόσιο χώρο που είχε καταλάβει. Γι’ αυτό πρέπει να δράσει με τρόπο ουσιαστικό, ώστε η εκκλησία να επιστρέψει στον «φυσικό» της χώρο, τον ιδιωτικό, για άλλη μια φορά. Βέβαια, φεύγοντας από τη μέση η εκκλησία αφήνει εκτεθειμένο τόσο το κράτος όσο και τη δημοσιοποιημένη παιδεία. Προς το παρόν όμως, η αστική τάξη έχει ως πρώτη προτεραιότητά της να οργανώσει την εν ευθέτω χρόνω κατάληψη της εξουσίας. Άρα, ένα «περιστασιακό» πισωγύρισμα της δημοσιοποιημένης μόρφωσης που είχε εξαγγείλει, προς όφελος της επαναστατικής εκμεταλλευτικής οικονομίας που προετοίμαζε, ήταν επιτρεπτό και ενδεδειγμένο όσο και αν κόστιζε σε έμψυχο και άψυχο υλικό.

Thank you very much for your attention

Athens 28/06/2010

Μάθημα 17ο: Συνέχεια στην αναγκαία αναδίπλωση

Περί Θεωρίας και Πρακτικής

Η θεωρία συνιστά το «σημείο 0», απ’ όπου το φαινόμενο της ζωής περνά από το κατώτερο στάδιο της απλής οργάνωσης στο ανώτερο στάδιο της αυτο-οργάνωσης. Η συνείδηση προκύπτει ακριβώς στο στάδιο της αυτο-οργάνωσης, μέσα από το πρωταρχικό θεωρητικό σύστημα.

Λέγοντας πρωταρχικό θεωρητικό σύστημα, εννοούμε απλά, διαισθητικά – ακόμη και αντανακλαστικά ή αυτοματικά – γνωστικά σχήματα, τα οποία όμως έχει αναγνωρίσει η συνείδηση, τα έχει επαληθεύσει με την επανάληψη και τα έχει κωδικοποιήσει σε απλές προτάσεις.

Παραδείγματος χάρη, αίφνης, αντιλαμβάνομαι πως εάν τρίψω μια πέτρα πάνω σε κάποια άλλη μπορεί να βγει από αυτήν την τριβή μια σπίθα. Εάν η συνείδησή μου είναι αυτο-οργανωμένη-κι όχι απλώς οργανωμένη-τότε είναι βέβαιο πως το φαινόμενο αυτό κάποια στιγμή οπωσδήποτε θα το αντιληφθώ ακριβώς.

Αφού το αντιληφθώ, το επόμενο βήμα είναι να εξακριβώσω εάν η σπίθα αυτή προέκυψε τυχαίως και άπαξ ή μπορεί να επαναληφθεί εσκεμμένως.

Το λογικό βήμα της σκέψης μου από το τυχαίο στο εξεπιτούτου, αποτελεί ακριβώς την πρώτη θεωρητική σπείρα που προκύπτει από την παρατήρηση.

Επομένως, η βάση της απλής πρωτόλειας θεωρίας είναι η παρατήρηση, η οποία αναγκάζει τη συνείδηση να στραφεί προς το φαινόμενο.

Το αμέσως επόμενο βήμα είναι το θεωρητικό μέρος∙ δηλαδή, το περιεχόμενο που προκύπτει από τη διαχείριση αυτής της παρατήρησης, πράγμα που συνεπάγεται αναβάθμιση και μετασχηματισμό της (αυτο)συνειδησίας.

Η αναβάθμιση αυτή δεν επιτυγχάνεται δίχως τη δράση και την ανάδραση (το στοχασμό και τον αναστοχασμό) της νόησης. Τώρα δα διηγηθήκαμε ακριβώς τον γενετικό κώδικα της θεωρίας.

Ο φιγουροπρακτικισμός…

Αν τώρα αγνοήσουμε αυτήν την τροφοδότηση και ανατροφοδότηση (feedback) της νόησης είμαστε φιγουροπρακτικιστές. Τι είναι όμως αυτός ο φιγουροπρακτικισμός;

Όταν παίζω εν ου παικτοίς, που σημαίνει ότι ασχολούμαι με σοβαρά πράγματα αλλά με α-σόβαρο τρόπο, δεν είμαι παρά ένας πρακτικιστής που θέλω να προβληθώ. Αναγνωρίζομαι κοντολογίς ως φιγουρατζής του πρακτικισμού ή ως πρακτικιστής της φιγούρας.

Τούτοι λοιπόν είναι τόσο πολύ «ακτιβιστές», ώστε ξεπερνούν ακόμη και τον ακτιβισμό του φωτός. Τρέχουν δηλαδή με μεγαλύτερη ταχύτητα από το φως. Προλαβαίνουν, ας πούμε, εάν είναι κλειδωμένοι μέσα σε ένα δωμάτιο να βγουν απ’ αυτό πριν ξεκλειδώσουν. Αποφεύγουν και την ελάχιστη σκέψη γιατί, λέει, είναι…θεωρητική.

Οφείλουμε όμως να αναγνωρίσουμε στους φιγουροπρακτικούς πως εκτοξεύουν πολύ πλατιά και περιεκτικά συνθήματα. Δίχως πλάκα, υπάρχουν συνθήματα σε πορείες που αρχίζουν να εκπέμπονται στον αέρα, και όταν τελειώνουν, η πορεία έχει λήξει ήδη προ πολλού.

Τέλος, τούτοι οι πρακτικιστές, «τα χώνουν» παντού και πάντα – τα πάντα όλα – ενώ καταφέρνουν κάτι το ακατόρθωτο: κατά τη διάρκεια που «γκρεμίζουν τον καπιταλισμό» με τις δυναμικές τους ενέργειες, ανακαλύπτουν ξαφνικά πως γκρεμίζουν τα ερείπια που έχει αφήσει πίσω του εσκεμμένα ο ίδιος ο καπιταλισμός, αφού έχει ήδη μετακομίσει σε καινούρια, υπερσύγχρονα δώματα.

Τους λείπει, φαίνεται, η θεωρία.

…και το κούτσουρο του θεωρητικισμού

Είναι πολύ πιθανό το ανθρώπινο ον – απ’ όσο θυμάται τον εαυτό του – να ταλανίζεται διαρκώς, πατώντας συγχρόνως πάνω σε δύο βάρκες. Στη βάρκα της μικροαστικής φιγουροπρακτικής (που μόλις προηγουμένως αναφέραμε) και στη βάρκα της ανόητης λογοδιάρροιας, της προπετούς ανάλυσης.

Και εξηγούμαστε ορθά-κοφτά

Η ανόητη λογοδιάρροια κωδικοποιείται σε σύντομες ή μακροσκελείς κυκλικές αναλύσεις, που συνήθως κάνουν λήψη του ζητουμένου.

Η διαβόητη λήψη του ζητουμένου αποτελεί κατάρα, επειδή μπορεί να διδάξει μόνο όσους είναι ήδη προσήλυτοι.

Το να λαμβάνεις το ζητούμενο είναι σάμπως να υποθέτεις στην επιχειρηματολογία σου ακριβώς ό,τι προσπαθείς να αποδείξεις μέσω αυτής.

Τρανταχτό παράδειγμα: Θέλω, ας πούμε, με την επιχειρηματολογία μου να δείξω πως η επιστροφή στη φύση είναι κομμουνισμός, επειδή το μέλλον του ανθρώπου είναι ο κομμουνισμός. Έτσι καταστρώνω μια ολάκερη θεωρία η οποία στρέφεται γύρω από την εξής πυρηνική επιχειρηματολογία:

1) Το μέλλον του ανθρώπου είναι ο κομμουνισμός.

2) Η επιστροφή στη φύση είναι το μέλλον του ανθρώπου. (υπόθεση)

3) Άρα, Η επιστροφή στη φύση είναι ο κομμουνισμός.

Τούτο το επιχείρημα λέμε πως λαμβάνει το ζητούμενο. Υποθέτει δηλαδή κάτι καίριο και ζωτικό που συνιστά αντικείμενο διαφωνίας. Όποιος θεωρεί πως η επιστροφή στη φύση είναι ανέφικτη – είτε επειδή είναι ουτοπική, και κινείται προς την αντίθετη φορά του βέλους του χρόνου, είτε επειδή απλά δεν συμφωνεί με μια τέτοια προοπτική- αποκλείεται να ασπαστεί τη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία.

Συνεπώς μπορεί να πείσει μόνο τους ήδη πεπεισμένους.

Συναφή εκδοχή τη λήψης του ζητουμένου είναι η κυκλικότητα της διατύπωσης που «ζητεί την ερώτηση», εννοώντας αυτό που μας παραπέμπει σε μια ακόμη ερώτηση.

Λαμπρό παράδειγμα: Κάποιοι λένε «την κρίση να πληρώσει η πλουτοκρατία». Και κάποιος τώρα θα μπορούσε να αποκριθεί: «Αυτό ζητεί την ερώτηση: τι θα κάνουμε εάν η πλουτοκρατία αρνηθεί να πληρώσει την κρίση;» (άλλωστε δουλειά της δεν είναι να πληρώνει τις κρίσεις αλλά να τις δημιουργεί…αλλά δεν ήξερες, δεν ρώταγες;)

Δυστυχώς τέτοιες πομφόλυγες και τέτοια φληναφήματα συμπηγνύονται, ουκ ολίγες φορές, σε «θεωρητικές αναλύσεις», οι οποίες τη μόνη αίσθηση που αφήνουν είναι ο ξύλινος λόγος και ο μίζερος θεωρητικισμός.

Αυτούς τους θεωρητικούς της δεκάρας μπορούμε να τους δούμε τόσο ως κούτσουρα της θεωρίας όσο και ως θεωρητικούς του κούτσουρου. Τούτοι, σε αντίθεση με τους φιγουροπρακτικούς, αποφεύγουν κάθε ακτιβισμό, γιατί λένε ότι όταν κάποιος κινείται δεν μπορεί να σκεφτεί…

Οι πρακτικικιστές της φιγούρας και οι θεωρητικοί του κούτσουρου δεν είναι παρά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Επιμύθιο

Αν λοιπόν ο πρακτικιστής της φιγούρας αγνοεί το βήμα της τροφοδότησης και ανατροφοδότησης (feedback), ο θεωρητικός του κούτσουρου κάνει ακριβώς το ανάποδο: επιμηκύνει αυτό το επόμενο βήμα της θεωρίας, με αποτέλεσμα να μένει έξω από την εφαρμογή της. Είναι θεωρητικιστής, μορμολύκειο δηλαδή της θεωρίας.

Τόσο ο πρακτικιστής όσο και ο θεωρητικιστής απέχουν παρασάγγας από την ίδια την Κριτική Σκέψη.

Η Θεωρία δεν αποδεικνύεται∙ μόνο επαληθεύεται ή διαψεύδεται.

Όσο οι έγκυρες θεωρίες επεκτείνονται τόσο αυτές προσπορίζονται περισσότερες προτάσεις, αρχές, υποθέσεις και ιδέες και μετατρέπονται σε κοσμο-θεωρίες. Ετούτες όμως δεν προκύπτουν με παρθενογένεση ούτε από τον ουρανό. Ξεκινούν από την παρατήρηση και διεκπεραιώνονται, μέσω της αντίληψης και της διαίσθησης, με αφαιρέσεις και γενικεύσεις-που είναι οι βασικές αρχές της νόησης-σε μεγάλες συνθέσεις.

Από το απλούστατο ως το πιο σύνθετο, η αναγωγή της ανθρώπινης σκέψης και δράσης έχει ως φορέα το συλλογισμό, άρα την ίδια τη θεωρία.

Θεωρία και Πράξη είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Ο διαχωρισμός τους αποτελεί έναν ακόμη διχασμό, που οφείλεται εξ αντικειμένου στη συγκατοίκηση των διαχωρισμών πλούσιος-φτωχός / μορφωμένος-αμόρφωτος.

Σας ευχαριστούμε

Νώντας Κούκας

Αθήνα 30/06/2010


[1] Η Λογική, ως επιστήμη, συνιστά το αρνητικό κριτήριο της ύλης (: ό,τι ονομάζουμε πραγματικότητα).

ΘΕΜΑΤΙΚΗ: Φιλοσοφία της Οικονομίας -Α κύκλος

Advertisements