Category Archives: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΙΙ

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΚΥΚΛΟΣ II

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΚΥΚΛΟΣ II

Μάθημα 1ο.

Εισαγωγή στη θεωρία της Κοινωνικής Συνείδησης

Η Τριπλέτα, όπως είδαμε στον πρώτο κύκλο της Φιλοσοφίας της Οικονομίας, συγκροτεί ομάδα συμμετρίας (ένα «αλγεβρικό μηχάνημα», ας πούμε), που περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο διατηρείται η θεμελιώδης συμμετρία του (αιθέριου) Τύπου της Οικονομίας, κατά τη διάρκεια των μετακινήσεών του και των υπερβολικών (ορθών-υπερβολοειδών) μετασχηματισμών του μέσα στην ιστορία – ένα τέτοιο υπερβολικό μετασχηματισμό βιώνουμε στο πετσί μας σήμερα.

Τώρα, δεν απομένει παρά να προσθέσουμε τον Τύπο «Ιστορία», στην τρισδιάστατη – μέχρι τώρα – Τριπλέτα μας. Τι βλέπουμε; Ότι προσθέτουμε μία (1) ακόμη διάσταση. Τούτη η διάσταση αποκωδικοποιείται οπωσδήποτε – αφού αφορά κατ’ ανάγκην στον ιστορικό χρόνο – με τον όρο «Κοινωνική Συνείδηση». Έχουμε λοιπόν μπροστά μας, τώρα πια, την ολοκληρωμένη τετραδιάστατη Τριπλέτα.

Ρίχνοντας μια απλή ματιά και μόνο διαπιστώνουμε πως η ομάδα της Τριπλέτας «Λογική Κατασκευή – Χρήσιμος Μύθος – Αναγωγή») διαχωρίζεται, σαφέστατα, τοπολογικά (ως τρεις αδιάσπαστες χωρικές μονάδες) από εκείνη τη μονάδα της Κοινωνικής Συνείδησης. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μυστικό της ακατάλυτης συμμετρίας του Τύπου της Οικονομίας: Κάθε μετασχηματισμός του στο διάβα των ταξικών του εκδηλώσεων διατηρεί στο ακέραιο τον προσανατολισμό του ανάμεσα στην Τριπλέτα και την Κοινωνική Συνείδηση.

Όσο και αν συστραφούν οι κώδικές του, και οσοδήποτε υπερβολικοί κι αν είναι οι μετασχηματισμοί της Τριπλέτας, πάντοτε ο γονότυπος του Τύπου της Οικονομίας διατηρεί το διαχωρισμό ανάμεσα στο χώρο που καταλαμβάνεται από την Τριπλέτα, και στη Κοινωνική Συνείδηση μέσα στην οποία «ζει». Εν κατακλείδι: όσο και αν συστραφεί γύρω από τον άξονά της η εκμεταλλευτική οικονομία ποτέ δεν πρόκειται να υπερβεί ούτε καν ένα (1) δευτερόλεπτο μέσα στο μέλλον (ή στο παρελθόν) το ιστορικό της Συγκείμενο∙ δηλαδή, τη ζωντανή περιρρέουσα χρονική της συνιστώσα, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ίδια η Κοινωνική Συνείδηση.

Αυτή η τεκμηριωμένη διαπίστωση είναι συγχρόνως και μια αισιόδοξη προοπτική. Επειδή καταδεικνύει πως καμία ταξική εκμεταλλευτική οικονομία δεν μπορεί να κλειδώσει την Ιστορία. Ο καπιταλισμός βέβαια φιλοδοξεί να είναι εκείνος που θα κλείσει την αυλαία. Αυταπατάται όμως οικτρά, εφόσον τόσο η φιλοσοφικο-λογική σκέψη, όσο και η μαθηματική πρακτική δείχνουν ξεκάθαρα πως η καπιταλιστική οικονομία πνέει τα λοίσθια.

Επιμύθιο

Η σημερινή φάση της καπιταλιστικής οικονομίας είναι το απόλυτο παράδειγμα ενός υπερβολικού μετασχηματισμού στον σύγχρονο ταξικό τύπο της οικονομίας. Στα μαθηματικά ονομάζουμε ορθή-υπερβολοειδής ή υπερβολική επιφάνεια εκείνη που δεν μπορούμε να τη φανταστούμε πλήρως: άραγε, τι σχήμα θα έχει μια δισδιάστατη επιφάνεια αρνητικής καμπυλότητας; Παρομοίως, κανείς σχεδόν σύγχρονος οικονομολόγος, ή μη, δεν μπορεί να φανταστεί – και να αναπαραστήσει – τον τωρινό αρνητικά καμπυλωμένο (ταξικό) τύπο της οικονομίας. Την αδυναμία αυτή έρχεται να καλύψει είτε ο στείρος φορμαλισμός των αριθμών και των μεγεθών είτε η συνωμοσιολογική ερμηνεία της ιστορίας: «οι “αόρατοι” εξουσιαστές που απεργάζονται τάχα τον όλεθρο της ανθρωπότητας». Το πράγμα είναι πιο απλό και γι’ αυτό πολύ πιο δύσκολο στην αντιμετώπισή του. Στην αρνητικά καμπυλωμένη ταξική οικονομία οι διάφοροι τυχοδιώκτες, τοκογλύφοι και κερδοσκόποι – ως δομικό της στοιχείο – κερδοσκοπούν ασύστολα και ανερυθρίαστα. Αναπαράσταση, λοιπόν, και ανάλυση του σύγχρονου δύσμορφου και δυσνόητου καπιταλισμού, είναι ό,τι μας χρειάζεται…

Αθήνα, 19/11/2010

Νώντας Κούκας

 

Μάθημα 2ο

Το αστικό σχολείο απέναντι στη θεωρία της Κοινωνικής Συνείδησης

Στο τελευταίο τμήμα του πρώτου μέρους των μαθημάτων της φιλοσοφίας της οικονομίας, μιλήσαμε ζουμερά για την αστική τάξη και την υπερπροσπάθεια που κατέβαλε (και ακόμα καταβάλλει, τώρα στα στερνά της), για να ελέγξει το ιστορικό μέλλον. Αιχμή του δόρατος στην προσπάθειά της αυτή, όπως είπαμε, είναι η δημοσιοποιημένη της παιδεία. Η εκμεταλλευτική αστική οικονομία ανάγεται εξ ολοκλήρου στην ταξική της παιδεία που αποτελεί και τον «μη τόπο» της: κάθε πληροφορία (άρα και κάθε δόνηση) στη βαθιά δομή της «αντικειμενικής» οικονομίας αφορά άμεσα και στο ίδιο το σχολείο της, την εκπαίδευσή της.

Επομένως, να γιατί δονούνται συθέμελα τα εκπαιδευτικά συστήματα του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου∙ επειδή τρίζουν τα θεμέλια της ταξικής-καπιταλιστικής οικονομίας. Συνακόλουθα, να και γιατί όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα, ανά τον κόσμο, επιθυμούν να εκσυγχρονιστούν. Ακριβώς, για να μεταθέσουν, να παρατείνουν το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου, που αφορά στον ίδιο τον καπιταλισμό.

Περνώντας δε στην ελλαδική εκπαιδευτική συγκυρία, διαπιστώνουμε ιδίοις όμμασι, σε όλο τους το αποδεικτικό μεγαλείο, το αληθές των παραπάνω λόγων. Πράγματι, το σημερινό κυβερνητικό μοντέλο καπιταλιστικής διαχείρισης (λέγε με ΠΑΣΟΚ) δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να προσπαθεί να ελέγξει, δεδομένης και της γνωστής οικονομικής δυσπραγίας, τόσο τη λεγόμενη «τυπική» όσο και τη λεγόμενη «άτυπη» εκπαίδευση.

Ουσιαστικά, δύο είναι οι στόχοι – που είναι όμως απόλυτα συμμετρικοί – της «εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης» που επιχειρεί το ΠΑΣΟΚ: (i) Να τιθασεύσει, όσο γίνεται, τις αναταράξεις της οικονομίας μέσω της σχολικής ομογενοποίησης∙ (ii) να υπαγάγει κάθε μορφωσιακή έλλαμψη-έκλαμψη, κάθε απόπειρα γνήσιας παιδείας, στην καθεστωτική «επίσημη» εκπαίδευση. Είναι ηλίου φαεινότερο πια, πως η κα Διαμαντοπούλου – νυν υπουργός παιδείας – αποτελεί μια μινιατούρα γαλλικού (μετεπαναστατικού) διευθυντηρίου, που – σαν και εκείνο τότε – προσπαθεί να ελέγξει και να διευθετήσει τα του οίκου της αστικής εκπαίδευσης προς όφελος της αστικής κυρίαρχης οικονομίας.

Η απέραντη έκπληξη…

Εν έτει 2010, ανακύπτει ένα αμείλικτο ερώτημα, αναγκαστικά: πώς είναι δυνατόν – έπειτα από την περιπέτεια του διαφωτιστικού προτάγματος – να μην έχει απομυθοποιηθεί δημόσια το εξουσιαστικό-γραφειοκρατικό έκτρωμα που ακούει στο όνομα «δημόσιο/ιδιωτικό» (καθεστωτικό) σχολείο – σε όλες τις βαθμίδες του; Κοντολογίς, προκαλεί απέραντη έκπληξη και αμηχανία το γεγονός πως τόσο πολλοί έχουν καταλάβει τόσο λίγα σε ό,τι αφορά στο ρόλο του δήθεν «ουδέτερου» σχολείου στην αναπαραγωγή και τη διαιώνιση της καπιταλιστικής (τουλάχιστον) οικονομίας.

Πιο αλγεινή όμως εντύπωση προκαλεί το γεγονός της «αφασίας» όλων όσοι εργάζονται στη λεγόμενη «εκπαίδευση», αλλά θεωρούν εαυτούς «αναρχικούς-αντιεξουσιαστές»∙ και νομίζουν πως μπορούν το πρωί να διδάσκουν τον ιεραρχικό καπιταλισμό (έστω και με τις πιο μοντέρνες και φιλελεύθερες παιδαγωγικές μεθόδους), ενώ το βράδυ να τον πολεμούν ποικιλοτρόπως στις οργανώσεις τους ή στα έντυπά τους. Και καλά, οι περισσότεροι «αριστεροί και αριστεριστές» αυτή τη δουλειά ξέρουν καλά (να είναι δημόσιοι υπάλληλοι), αυτή κάνουν – εμπειρικά τεκμηριωμένο. Όμως, οι από ’δώ; Ή ο γιαλός είναι στραβός ή εμείς στραβά αρμενίζουμε. Εάν υπήρχε ένα γνήσιο αναρχοαυτόνομο κίνημα, βέβαια, τούτα τα φαινόμενα δεν θα παρατηρούνταν. Κατά συνέπεια, μιλάμε για έναν αντιεξουσιαστικό «χώρο» με μπόλικη δόση αριστερισμού και αριστερού «λικβινταρισμού» – όπως θα λέγαμε στα παλιά χρόνια.

Ευτυχώς (ή δυστυχώς) η εποχή μας χρειάζεται απαντήσεις που θα στηρίζονται στην αναβαθμισμένη αυτο-οργάνωση του ιστορικού οργανογράμματος. Τούτο προϋποθέτει αλλά και συνεπάγεται γνήσιες και όχι υβριδικές δράσεις (με την ευρύτερη σημασία τους). Δράσεις – και κινήσεις – που σηματοδοτούν την έναρξη της θεωρίας της κοινωνικής συνείδησης, ενώ συγχρόνως την οροθετούν.

Επιμύθιο

Άλλωστε, γι’ αυτό έχουν και εξαιρετική σημασία οι κινήσεις αυτο-μόρφωσης που παρατηρούνται τελευταία σε διάφορους χώρους. Μόνο που εδώ καλό να είναι να γίνει μια υπενθύμιση: πρώτα μορφώνεσαι και έπειτα αυτο-μορφώνεσαι∙ κατά τον ίδιο τρόπο, πρώτα οργανώνεσαι και ύστερα αυτο-οργανώνεσαι. Το πρόθεμα «αυτο-» συνεπάγεται υψηλότερη διαβαθμισμένη συνείδηση, άρα εμπίπτει στο θεωρητικο-πρακτικό πεδίο της κοινωνικής συνείδησης. Το αστικό σχολείο πρεσβεύει, το πολύ-πολύ, τη μόρφωση και την οργάνωση σε πρώτο βαθμό. Η κοινωνική αυτο-μόρφωση όμως, είναι το ποιοτικό άλμα για την καθίδρυση της θεωρίας της κοινωνικής συνείδησης. Γι’ αυτό και προϋποθέτει την άμεση κατάργηση της αστικής εκπαίδευσης.

Αθήνα, 26/11/2010

Νώντας Κούκας

Θεματική: Φιλοσοφία της Οικονομίας – Κύκλος II

 

Μάθημα 3ο

Ο δούρειος ίππος της σχολικής ιστορίας

Πράγματι, ό,τι γνωρίζουμε για τη λεγόμενη ιστορική συνείδηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά όλοι οι μικρότεροι «χρήσιμοι μύθοι», που συγκεφαλαιώνονται σε έναν μεγαλύτερο: «οι ένδοξοι πρόγονοι που έπεσαν ηρωικά, για να ζήσουν ελεύθεροι οι μεταγενέστεροι». Η φράση αυτή – καθόλου εμπεριστατωμένη – είναι όμως ακαταμάχητη. Διότι συσσωματώνει μέσα της, όχι μόνο το χρήσιμο μύθο, αλλά λογική κατασκευή και αναγωγή μαζί. Έτσι, παράγει ιδεολογία τέτοιας ολκής, που η ίδια η αστική τάξη την ασπάστηκε αυθωρεί και παραχρήμα και την αναπαρήγαγε απνευστί. Κοντολογίς, θεμελίωσε την εθνοκρατική της ιδεολογία επάνω σε αυτή την εξαιρετικά γενικόλογη και φλύαρη πρόταση.

Το πρόβλημα είναι πως η παραπάνω ψευδο-δήλωση ποδηγετεί λόγο, φαντασία και συναίσθημα προς τις εξής κατευθύνσεις: i) Προς την (ιδεολογική) θέση της συνέχειας της φυλής∙ ii) Προς την ιδεαλιστική-ηθικίστικη θέση της αυταπάρνησης και της ανιδιοτέλειας, έτσι γενικά και αόριστα∙ iii) Προς τη στείρα θέση μιας αγοραίας καθηκοντολογίας περί τη διαιώνιση του παραδείγματος∙ iv) Προς τη δογματική θέση της άκριτης αποδοχής όσον αφορά στην παράδοση ως αυτούσιο θεσμό που πρέπει να διατηρείται και να μεταλαμπαδεύεται εσαεί.

Από τη συμπύκνωση των παραπάνω θέσεων προκύπτει ένα απόσταγμα καταλυτικής ιδεολογίας: Η κατασκευή μιας ιδεολογικοποιημένης αφήγησης που ακούει στο όνομα σχολική ιστορία. Αποσιωπάται, με αισχρό τρόπο, το γεγονός πως η ανάγκη (δηλαδή η οικονομία) γίνεται Ιστορία (με ό,τι βέβαια αυτό συνεπάγεται στο εποικοδόμημά της) προς χάριν μιας παραληρηματικής παρερμηνείας στα τεχνηέντως συρραμμένα – ή επιλεκτικά αποσπασμένα – κομμάτια της διαχρονικής ανθρώπινης δράσης. Με λίγα λόγια: η ταξική ιστορία, η ιστορία που κατά βάση ερμηνεύεται από την πάλη των τάξεων, μετατρέπεται ταχυδακτυλουργικά σε μυθοπλασία όπου: παλεύουν μέχρις εσχάτων οι πλούσιοι με τους φτωχούς, οι ωραίοι με τους άσκημους, οι έξυπνοι με τους ανόητους, οι άντρες με τις γυναίκες κοκ. Και βέβαια, πάνω απ’ όλα, ο κάθε λαός έχει τη δική του ξεχωριστή ιστορία που υπερτερεί των άλλων. Τώρα, πώς όλες οι ιστορίες είναι υπέρτερες όλων των άλλων, αποτελεί ένα λογικό παράδοξο, που μπροστά του ωχριά κάθε άλλο λογικό-μαθηματικό ή ερμηνευτικό παράδοξο…

Τούτη η σκόπιμα παραπλανητική εκδοχή της «ιστορίας» έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με την έννοια της «κοινωνικής συνείδησης». Διότι εάν η τελευταία θέλει να είναι γνήσια κοινωνική συνείδηση, τότε βέβαια εκ προοιμίου απεχθάνεται την ολοκληρωτική ψευδαίσθηση που καλλιεργεί η ιδεολογία της σχολικής ιστορίας. Συνεπώς, είτε θα αλλάξει η ίδια η σχολική ιστορία είτε θα αλλάξει η ίδια η κοινωνική συνείδηση∙ και οπωσδήποτε – τουλάχιστον μέχρι σήμερα – σχεδόν πάντα συμβαίνει το δεύτερο. Το χειρουργικό, θα λέγαμε, εργαλείο της ιδεολογικής αυτής μεταποίησης στο «σώμα» της κοινωνικής συνείδησης, είναι αυτοδικαίως το αστικό σχολείο∙ ο θεματοφύλακας και ο ακοίμητος φρουρός του στρεβλού-καμπύλου τύπου της οικονομίας.

Κανένα ιστορικό φαινόμενο δεν είναι τέτοιο μέχρι να είναι ένα καταγεγραμμένο (παρατηρηθέν) φαινόμενο από την κοινωνική συνείδηση. Η εν λόγω δήλωση είναι τεράστιας σημασίας, επειδή δηλώνει πως: Ένας παρατηρητής, ένας πειραματιστής, μπορεί, με την απλή πράξη της παρατήρησης-μέτρησης, να αλλάξει την ιστορία. Γενικότερα μιλώντας, αποφασίζοντας αν θέλουμε να μετρήσουμε κάτι με τον έναν τρόπο ή με τον άλλο, ο πειραματιστής, ένας άνθρωπος που διαθέτει μια μέση κοινωνική συνείδηση, μπορεί να προσδιορίσει «τι έγινε στο παρελθόν». Πρόκειται για την περίφημη «καθυστερημένη επιλογή» του κοσμολόγου-φυσικού Γουίλερ (Wheeler), όπου ο πειραματιστής προσδιορίζει, έπειτα από το γεγονός, τη διαδρομή του ίδιου του γεγονότος.

Επιμύθιο

Έτσι και ο ιστορικός∙ παρατηρεί και καταγράφει την ιστορική διαδρομή των γεγονότων, σύμφωνα με την καθυστερημένη επιλογή ή όχι. Αν θέλει να προσδιορίσει αν πρέπει ή όχι να τοποθετήσει την ιδεολογία του, αφότου το ίδιο το ιστορικό γεγονός θα έχει διανύσει τη μεγαλύτερη διαδρομή μέχρι τον προορισμό του, τότε εάν το κάνει θα έχει γράψει ιστορία, μετά την ιστορία. Εάν όχι, τότε θα αλλάξει την ιστορία πριν από το ιστορικό γεγονός. Το αν λοιπόν θα συμβεί το πρώτο ή το δεύτερο, τούτο θα εξαρτηθεί από το βαθμό μεταποίησης στην κοινωνική συνείδηση του συγκεκριμένου ιστορικού παρατηρητή.

Αθήνα 29/11/2010

Νώντας Κούκας

Θεματική: Φιλοσοφία της Οικονομίας – Κύκλος II

 

Μάθημα  4ο 
Η Οικονομία ως Πληροφορία και ενέργεια

Η πληροφορία δεν ταυτίζεται ποτέ με το περιεχόμενό της. Πράγματι, αυτή – όπου και όταν εκδηλώνεται στο χωροχρονικό συνεχές – μετατρέπεται σε ενέργεια (δράση, χονδρικά) που εκπίπτει υποχρεωτικά σε σχέση με την καθαυτό πληροφορία. Τούτη η έκπτωση μεταφράζει, άλλωστε, τη γνωστή και νομιμοποιημένη στο εργαστήριο (ή στη ζωή) «διαφορά» ανάμεσα στην καθαρή θεωρία (πληροφορία) και την πράξη (ενέργεια/δράση).

Κάθε πληροφορία – ως ανεκδήλωτη «ενέργεια» για τον εαυτό της – λέμε πως εξελίσσεται σε χρόνο φανταστικό – και όχι πραγματικό. Τώρα όμως, πρέπει να γίνουμε πάρα πολύ προσεκτικοί, διότι η φυσική γλώσσα παρασύρει, με την ανθρωπομορφική ιδεολογία της, σε επιστημολογικά εμπόδια.

Όταν μιλάμε για τον φανταστικό χρόνο και την εξέλιξή του, δεν παραθέτουμε ούτε μια ψευδή ούτε μια α-νόητη πρόταση κρίσης. Τουναντίον, καταθέτουμε πολύ σοβαρά μια αληθή δήλωση. Κοντολογίς, αναφερόμαστε στην ολιστική πληροφορία που «κείτεται» εκεί έξω διαμιάς∙ σε ένα διαφορετικό επίπεδο χρόνου από αυτό του δικού μας γνωστού χρόνου. Πιο αναλυτικά, σε ένα (χωρο-) χρονικό επίπεδο που ανάγεται στους φανταστικούς – και όχι στους πραγματικούς – αριθμούς.

Αλλά ας δώσουμε παραδείγματα. Διαβάζουμε ένα βιβλίο μυθιστορήματος και έπειτα το κλείνουμε. Τότε, όταν είναι κλειστό, παύει άραγε να υπάρχει το θέμα ή οι χαρακτήρες, τα νοήματα, η δράση και γενικότερα η όλη πλοκή του έργου που μόλις απολαύσαμε; Όχι βέβαια∙ απλά, χρειάστηκε να το διαβάσουμε. Δηλαδή, χρειάστηκε και η συμβολή του δικού μας χρόνου και της δικής μας δράσης, για να μετατραπεί η πληροφορία που υπάρχει σε περιεχόμενο (ενέργεια), προς ανάγνωση και κατανόησή του. Συνεπώς, ένα κλειστό βιβλίο εμπεριέχει ολόκληρη την πληροφορία κωδικοποιημένη σε γράμματα/σύμβολα στο χαρτί. Άρα, ό,τι υπάρχει εκεί (θέμα, πλοκή, δράση, χαρακτήρες του έργου) είναι όλα ήδη ακαριαία εξελιγμένα, ανεξάρτητα από το εάν εμείς το έχουμε διαβάσει ή όχι.

Να λοιπόν τι εννοούμε όταν κάνουμε λόγο για «εξέλιξη σε φανταστικό χρόνο». Στην ουσία, δεν πρόκειται για φανταστικό χρόνο, με την τρέχουσα ανθρωπομορφική-ψυχολογίστικη εννοιολόγηση που κατατρύχει γενικότερα τη φυσική γλώσσα (με τα όποια θετικά της), αλλά για την πέρα του ανθρώπινου (διαισθητικού) θεώρηση του χρόνου, που μετριέται – όπως ξαναείπαμε – με τους φανταστικούς αριθμούς. Το ίδιο συμβαίνει με το βίντεο που μόλις είδατε και τώρα το έχετε τραβήξει έξω από το μηχάνημα προβολής. Ό,τι είδατε με τη συμβολή του δικού σας χρόνου και της δράσης, και του μηχανήματός σας, τώρα βρίσκεται ακίνητο και «παγωμένο», αλλά ολάκερο και ακαριαία «αληθινό», να το κρατάτε στο χέρι σας. Και πάντως, ας μη λησμονείτε, πως τόσο η ηλεκτρονική συσκευή προβολής του βίντεό σας όσο και το κινητό σας τηλέφωνο, όπως όλη η τεχνολογία που στηρίζεται στην κβαντομηχανική, δουλεύουν με φανταστικούς αριθμούς.

Το «κρυφό» νόημα της οικονομίας

Το βιβλίο ή το βίντεο που κρατάτε στο χέρι σας αποτελεί, για την ακρίβεια, μια συμμετρική πληροφορία. Ειδικότερα, κάθε πληροφορία προτού μετατραπεί σε ενέργεια (δράση), διαθέτει (απόλυτη) συμμετρία. Όταν αυτή εκδηλώνει το περιεχόμενό της, ως ενέργεια, τότε λέμε πως «σπάει η συμμετρία» της. Η διαδικασία αυτή συνεπάγεται την εμφάνιση μορφών και σχημάτων στο χωροχρονικό συνεχές. Μορφή και σχήμα διαθέτει κάθε «υλικό σημείο» στο ορατό σύμπαν∙ είτε πρόκειται για βαριά υλικά αντικείμενα (μάζα) είτε για «άυλες» καταστάσεις, γεγονότα κ.α. Όμως, ας μη φανταστούμε ότι η πληροφορία, καθώς η συμμετρία της σπάει, σχηματοποιεί το (ορατό της, πια) περιεχόμενο στα κουτουρού, που λέμε. Απεναντίας, χρησιμοποιεί μια εγγενή σχεδιαστική σοφία που διατάσσει και τακτοποιεί τα «πράγματα» καταπώς πρέπει, με μια συμμετρία (σαφώς βέβαια μικρότερη από την αρχική), στο χώρο και στο χρόνο.

Έχουμε περάσει στην καρδιά της συζήτησης, αφού αλιεύσαμε το «κρυφό» νόημα από τον γενικό όρο «Οικονομία» ως Συμμετρική Πληροφορία: Η οικονομία λοιπόν, υπό την ευρύτερη σημασιοδότησή της, συνιστά την επιμελημένη και φροντισμένη εκείνη διαδικασία, η οποία μπορεί και διεκπεραιώνει μέγιστο έργο με ελάχιστη δαπάνη ενέργειας. Έτσι λοιπόν, διαπιστώνουμε ότι η ίδια η οικονομία διέπεται κατά βάση από τη γενικότερη «σοφία» της «φύσης»∙ την πληροφορία-«νόμο»: συντομότερη και αποτελεσματικότερη παραγωγή έργου/πιο ποιοτική και οικονομική φειδώ δράσης (ενέργειας).

Κατ’ αναλογία, μπορούμε επιμέρους να κάνουμε λόγο για οικονομία χρόνου, δυνάμεων, αλλά και για οικονομία στη γλώσσα, στην πλοκή ενός έργου, στον σχεδιασμό της διδακτικής διαδικασίας κοκ.

Η κλασική (αστική) έννοια της «Οικονομικής Στενότητας»

Η ανάλυση και ανάδειξη του «κρυφού» νοήματος στον γενικό όρο «οικονομία» οδηγεί, αναγκαίως, στην έννοια: «οικονομική στενότητα» (σπάνις, ανεπάρκεια) ως Μερικώς Συμμετρική Πληροφορία. Πράγματι, η φειδωλή και μετρημένη χρήση, η επιδίωξη και η πρακτική του να επιτύχουμε όσο το δυνατό περισσότερα, χρησιμοποιώντας όσο το δυνατόν λιγότερα, σημαίνει βέβαια την παραδοχή της σπανιότητας στα αναγκαία μέσα. Έτσι, το πρόβλημα της ανεπάρκειας αγαθών και υπηρεσιών, για να ικανοποιηθούν ποσοτικά και ποιοτικά οι ανάγκες μιας κοινωνίας, οι κλασικοί οικονομολόγοι το ονομάζουν «πρόβλημα στενότητας».

Αυτή η στενότητα οφείλεται στο ότι τα αγαθά και οι υπηρεσίες πρέπει να παραχθούν. Και για να παραχθούν χρειάζονται παραγωγικά μέσα (ή παραγωγικοί συντελεστές ή παραγωγικοί πόροι). Δηλαδή, πρώτες ύλες, κτήρια, γη, εργαλεία, μηχανήματα, εργασία. Οι ποσότητες των διαθέσιμων πόρων σε κάθε κοινωνία είναι επίσης περιορισμένες. Κατά συνέπεια, υπάρχει και πρόβλημα στενότητας παραγωγικών μέσων (ή παραγωγικών συντελεστών ή παραγωγικών πόρων). Για τούτο, οι υλικές επιθυμίες ή ανάγκες των ατόμων υπερβαίνουν πάντοτε τις δυνατότητες της κοινωνίας τους να τις ικανοποιήσει.

Ο (σχετικιστικός) ορισμός της (αστικής) οικονομίας

Είμαστε πια έτοιμοι να διατυπώσουμε έναν ικανοποιητικό – σχετικιστικό όμως – ορισμό για την οικονομία, η οποία: Χαρακτηρίζεται από τις συνολικές εκείνες ενέργειες, που αποβλέπουν τόσο στην ικανοποίηση των αναγκών που συντελείται με περιορισμένα μέσα όσο και στην εξασφάλιση για την επωφελέστερη χρησιμοποίηση των μέσων αυτών, προς την επίτευξη του ανώτατου δυνατού αποτελέσματος.

Αν αναλύσουμε αυτόν τον ορισμό, παρατηρούμε ότι: i) Η έννοια της οικονομίας δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε ανθρώπινη ενέργεια και δράση, αλλά μόνον εκείνες που απαιτούν εξαιρετικά επίμοχθες προσπάθειες («θυσίες») για την επίτευξη οικονομικού αποτελέσματος. ii) Τούτες οι ενέργειες δεν λαμβάνουν χώρα στα τυφλά ή στα κουτουρού, αλλά ακολουθούν συγκεκριμένη σκοπιμότητα∙ δηλαδή, το λεγόμενο οικονομικό αξίωμα: «επιδιώκουμε το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα διά της ελάχιστης θυσίας». iii) Τα μέσα, με τα οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών, και τα αγαθά, τα οποία ενδιαφέρουν την οικονομία, δεν βρίσκονται σε απεριόριστη ποσότητα αλλά σε περιορισμένη∙ εξ ου και η καταβολή «θυσίας» για την εξεύρεσή τους. iv) Τέλος, η οικονομία δεν αρκείται απλώς στην απόκτηση των αγαθών, αλλά αποβλέπει και στην καλύτερη και λειτουργικότερη χρησιμοποίησή τους, μέσω της ορθολογικής κατανομής τους. Ειδάλλως, η ανθρωπότητα θα αντιμετωπίσει νωρίτερα τις συνέπειες του άτεγκτου νόμου της στενότητας.

Αθήνα, 24/12/2010

Νώντας Κούκας

 

 

Μάθημα 5ο

Κοινωνική οικονομική επιστήμη

Η οικονομία αποτελεί ένα πολύπλοκο και πολύπλευρο σύστημα. Η θεωρητική και η εφαρμοσμένη οικονομική (επιστήμη), καθώς συγκροτούν τον ευρύτερο κλάδο της κοινωνικής οικονομικής επιστήμης, εξετάζουν την κοινωνική πλευρά του συστήματος αυτού.

Η κοινωνική οικονομική επιστήμη έχει αντικείμενο την κοινωνική οικονομία και ασχολείται με τα οικονομικά φαινόμενα, όπως αυτά εμφανίζονται στο πλαίσιο μιας κοινωνικής ομάδας.

Έτσι, λοιπόν, φαίνεται πως όταν μιλάμε για κοινωνική οικονομία, εννοούμε δύο πράγματα: i) Μια (ανθρώπινη) κοινωνία. ii) Το σύνολο των σε αλληλεξάρτηση οικονομικών ενεργειών που λαμβάνουν χώρα στην κοινωνία αυτή.

Από τις δύο παραπάνω διαπιστώσεις προκύπτει ότι: η κοινωνική οικονομία δεν αποτελεί ένα σύνολο μηχανικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Απεναντίας, συνιστά μια δομή από σύνθετες οικονομικές ενέργειες, που αλληλεπιδρούν η μία επάνω στην άλλη. Το σύστημα λοιπόν των αλληλεξαρτήσεων αυτών είναι τόσο πολύπλοκο, ώστε η γενική του λειτουργία εμφανίζεται ως κάτι το αυτόνομο. Αλλά, συγχρόνως, εξαρτάται από τις επιμέρους λειτουργίες και των μικρότερων μονάδων, εξ όσων αποτελούν τον «μηχανισμό» του συστήματος.

Κατά συνέπεια οι οικονομικές σχέσεις, που διέπουν την οικονομία, προκύπτουν από τον καταμερισμό των παραγωγικών έργων, από τη διάδοση του εμπορίου και από την εξάπλωση του χρήματος ως κοινού ανταλλακτικού μέσου. Και εντέλει, τούτες ακριβώς οι στενές σχέσεις εκφράζουν τον ίδιο τον οργανικό χαρακτήρα της κοινωνικής οικονομίας και όχι οποιοδήποτε δεοντολογικό αξίωμα.

Ας περιγράψουμε λοιπόν σχηματικά τη θεωρητική κοινωνική οικονομική. Είναι ο κλάδος της κοινωνικής οικονομικής, ο οποίος ερευνά τα διάφορα οικονομικά φαινόμενα που συμβαίνουν στην οικονομική ζωή των ανθρώπων που διαβιούν σε κοινωνίες. Οικονομικά φαινόμενα, τα οποία εμφανίζουν ρυθμικότητα και κανονικότητα∙ δηλαδή, τα τυπικά οικονομικά φαινόμενα.

Δύο είναι τα κυριότερα προβλήματα που δημιουργούνται από τον κοινωνικό καταμερισμό των έργων και από τη συνεργασία και την αλληλεξάρτηση όλων των παραγόντων, οι οποίοι – είτε έμμεσα είτε άμεσα – μετέχουν στην παραγωγή του κοινωνικού προϊόντος: α) Το πρόβλημα της διεύθυνσης της κοινής αλλά καταμερισμένης παραγωγής. β) Το πρόβλημα της διενέργειας της διανομής του προϊόντος αυτής.

Οι τρεις γνωστοί – μέχρι τώρα – τρόποι οργάνωσης των οικονομιών

Οι κυριότεροι τρόποι οργάνωσης και μορφοποίησης στην ιστορική οικονομική δραστηριότητα των ανθρώπων, μέχρι τώρα, είναι βασικά τρεις (3).

1. Οικονομίες που κατευθύνονται από την παράδοση. 2. Οικονομίες που κατευθύνονται από την κεντρική εξουσία. 3. Οικονομίες που λειτουργούν στη βάση  του μηχανισμού της αγοράς.

Α Οι οικονομίες που κατευθύνονταν από την παράδοση αποτελούν τον παλαιότερο τύπο οργάνωσης ενός οικονομικού συστήματος. Η παραγωγή και η διανομή των αγαθών και των υπηρεσιών διεκπεραιώνονταν με βάση διαδικασίες που είχαν καθοριστεί από πολύ παλιά. Διαδικασίες τις οποίες διαιώνιζαν η παράδοση που είχε δημιουργηθεί και οι ποινές που είχαν καθιερωθεί από τα ήθη, τα έθιμα ή τους νόμους της κοινωνίας.

Βασικό ρόλο στην παραγωγή έπαιζε η κληρονομική διαδοχή στα επαγγέλματα, δηλαδή το ότι τα παιδιά όφειλαν κατά κανόνα να ακολουθούν το επάγγελμα του πατέρα τους. Μάλιστα, αυτή η αρχή σε ορισμένες αρχαίες κοινωνίες – Αίγυπτο, Ινδία κ.ά. – είχε πάρει χαρακτήρα και θρησκευτικού κανόνα. Το σύστημα αυτό το διέκρινε η σταθερότητα, αφού πάντα θα υπήρχαν κάποιοι που θα ασκούσαν την κάθε οικονομική δραστηριότητα. Όμως, από την άλλη, αυτό έπασχε από έλλειψη δυναμισμού και προσαρμογής, εφόσον δεν μπορούσε να αφομοιώσει τις ανάγκες των κοινωνιών που αλλάζουν. Η δύναμη της παράδοσης εμπόδιζε την εξέλιξη και οι παραδοσιακές κοινωνίες απέβαλλαν τις μεγάλες και γρήγορες οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές. Οι παραδοσιακές κοινωνίες, συνεπώς, υπήρξαν κυρίως κοινωνίες με μικρή τεχνολογική ή άλλη κοινωνική ή τεχνολογική εξέλιξη.

Κατά τον ίδιο τρόπο η παράδοση ήταν εκείνη που επίσης καθόριζε και το πώς γινόταν η διανομή του προϊόντος μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Δηλαδή καθόριζε τι έπαιρνε ο αρχηγός του κράτους (ο Φαραώ, ο βασιλιάς, ο αυτοκράτορας κ.λπ.), τι έπαιρναν οι γαιοκτήμονες και οι καλλιεργητές ή τι έπαιρναν οι δούλοι που συνήθως υπήρχαν σε αυτές τις κοινωνίες, κοκ.

Οι αμιγώς παραδοσιακές κοινωνίες αποσύρθηκαν σταδιακά από το ιστορικό προσκήνιο. Αιτία ήταν ο άνεμος που άρχιζε να πνέει τόσο στις ευρωπαϊκές χώρες όσο και στη Βόρεια Αμερική, λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων και των ευρύτερων κοινωνικών αλλαγών από τον 18ο αιώνα και μετά. Παρ’ όλα αυτά, διατηρούνται ορισμένα στοιχεία της παράδοσης ακόμα και στις σημερινές κοινωνίες που επηρεάζουν εν μέρει την κατανομή των λειτουργιών και τη γενικότερη οικονομική συμπεριφορά πολλών ατόμων και κοινωνικών ομάδων.

Β Οι οικονομίες που κατευθύνονται από την κεντρική εξουσία μπορεί να επικαλύπτουν ορισμένες φορές, ως τρόπος οργάνωσης, την παραδοσιακή οικονομική και κοινωνική οργάνωση. Τέτοιες περιπτώσεις υπήρξαν η αρχαία Αίγυπτος, η αρχαία Ρώμη και η μεσαιωνική Κίνα. Σε αυτές οι φαραώ ή οι αυτοκράτορες ασκούσαν σημαντική οικονομική εξουσία με την οποία μπορούσαν να κινητοποιήσουν τεράστια ποσότητα παραγωγικών πόρων για την κατασκευή, παραδείγματος χάριν, πυραμίδων ή άλλων ναών στην Αίγυπτο, την κατασκευή τεράστιων δημόσιων έργων στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, την κατασκευή του σινικού τείχους στην Κίνα, καθώς και για την επίτευξη και άλλων στόχων που οι ίδιοι έθεταν.

Στη διάρκεια του εικοστού αιώνα οικονομίες που κατευθύνονταν από κεντρική εξουσία ήταν κυρίως οικονομίες που λειτούργησαν με κεντρικό προγραμματισμό. Κοντολογίς, οι οικονομίες των χωρών των επονομαζόμενων του υπαρκτού σοσιαλισμού. Σε αυτές το κράτος έλεγχε τους παραγωγικούς πόρους που είχαν «κοινωνικοποιηθεί», και καθόριζε μέσω διαφόρων υπηρεσιών προγραμματισμού τις ποσότητες των αγαθών και των υπηρεσιών που έπρεπε να παραχθούν σε ορισμένη χρονική περίοδο. Ανατίθετο δε στις επιμέρους κρατικές επιχειρήσεις το μέρος της παραγωγής που έπρεπε να πραγματοποιήσει η καθεμιά. Εξαιτίας της αδυναμίας των χωρών αυτών να ικανοποιήσουν τόσο τις οικονομικές όσο και τις ευρύτερες κοινωνικές ανάγκες των πολιτών τους, το οικονομικό σύστημα που εφάρμοζαν απέτυχε και κατέρρευσε. Στις μέρες μας βρίσκεται στο επώδυνο στάδιο της αντικατάστασής του από το σύστημα της (λεγόμενης) ελεύθερης οικονομίας.

Γ Οι οικονομίες που λειτουργούν με βάση τον μηχανισμό της αγοράς εμφανίστηκαν τον 18ο αιώνα. Μέχρι τότε υπήρχαν μόνο οικονομίες που λειτουργούσαν με βάση την παράδοση ή και την αυταρχική παρέμβαση. Στον εν λόγω όμως αιώνα διαμορφώθηκε και τρίτος τρόπος οργάνωσης του οικονομικού συστήματος, που έγινε γνωστός ως μηχανισμός της αγοράς ή σύστημα της αγοράς. Με αυτόν τον τρόπο μια κοινωνία μπορούσε να επιλύσει τα οικονομικά προβλήματα της παραγωγής και της κατανομής του κοινωνικού προϊόντος της, δίχως να χρειάζεται η παράδοση ή η καθοδήγηση από κάποια κεντρική εξουσία. Κάθε μέρα ήταν δυνατό να λαμβάνονται εκατομμύρια μεμονωμένων αποφάσεων από επιμέρους παραγωγούς, εργαζόμενους, καταναλωτές και άλλους, δίχως να προκύπτει χάος. Οι αποφάσεις αυτές έπρεπε να λαμβάνονται  με βάση τις τιμές που διαμορφώνονται στις χιλιάδες απρόσωπες αγορές προϊόντων και παραγωγικών συντελεστών.

Κατά τον Άνταμ Σμιθ (Adam Smith) – τον μεγάλο σκωτσέζο φιλόσοφο που πρώτος ανέλυσε και περιέγραψε το σύστημα της αγοράς όπως αυτό διαμορφωνόταν στην εποχή του για να μπορέσει αυτό να λειτουργήσει σωστά – ο καθένας που συμμετέχει στην οικονομική δραστηριότητα (παραγωγός, εργάτης, κεφαλαιούχος, καταναλωτής κ.λπ.) πρέπει να επιδιώκει να ικανοποιήσει, όσο γίνεται περισσότερο, τα οικονομικά του οφέλη. Δηλαδή, να επιδιώκει το ατομικό του συμφέρον. Έτσι θα οδηγείται να κάνει εκείνο που χρειάζεται περισσότερο η κοινωνία και για το οποίο είναι επομένως αυτή διατεθειμένη να πληρώσει περισσότερο.

Προς αποφυγήν όμως της εκμετάλλευσης από οποιοδήποτε άτομο ή τάξη θα πρέπει να υπάρχει έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στις χιλιάδες παραγωγούς, εργάτες καταναλωτές ή άλλους φορείς της οικονομικής ζωής. Για παράδειγμα, αν ένας παραγωγός προσπαθήσει να πουλήσει το προϊόν του σε υπερβολική τιμή, οι υπόλοιποι παραγωγοί θα τον ανταγωνιστούν, προσφέροντας το δικό τους προϊόν σε χαμηλότερη τιμή. Με τον τρόπο αυτόν η οικονομία μιας χώρας αναμένεται ότι θα μπορεί να λειτουργεί μέσα σε ορισμένα κοινωνικώς αποδεκτά πλαίσια, σαν  να κατευθύνεται από ένα αόρατο χέρι.

Και τώρα τι γίνεται;

Το σύστημα της αγοράς μπόρεσε να ισχύσει όπως σχεδόν το περιέγραψε ο Άνταμ Σμιθ στις οικονομίες των δυτικών χωρών κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Μετέπειτα όμως, αν και με αρκετές τροποποιήσεις, εμφάνιζε ανά τακτές περιόδους σοβαρές αρρυθμίες και βαθιές κρίσεις στη λειτουργική του δομή. Στις μέρες μας δε, όλοι λίγο πολύ βιώνουμε στο πετσί μας τι σημαίνει δομική βλάβη στη λειτουργία ενός (οικονομικού) συστήματος. Κάθε σοβαρός δομιστής (αν βέβαια ακόμα υπάρχουν τέτοιοι) καταλαβαίνει σε τι περιπέτεια έχει μπει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Και σίγουρα γνωρίζει πόσο σκληρή και επώδυνη είναι η λύση της αποδόμησης-μεταδόμησης, που είναι και η μοναδική υπέρβαση μιας ιστορικής δομής που καταρρέει ήδη∙ και αφορά σε ολόκληρη τη γήινη συνθήκη…

Αθήνα 7/2/2011

Νώντας Κούκας

Μάθημα 6ο 

Τι να κάνουμε

Στην εισαγωγή της θεωρίας της κοινωνικής συνείδησης (φιλοσοφία της οικονομίας – κύκλος ii, μάθημα 1ο) αναφέρθηκε πως ο γονότυπος του τύπου της οικονομίας «ζει» μέσα στην κοινωνική συνείδηση (τύπος ιστορία). Και, συγχρόνως, οροθετεί την «αντικειμενική» από την πραγματική καθαυτό οικονομία. Ειδικότερα, ξεχωρίζει σαφέστατα την «αντικειμενική» οικονομία, ως ανεστραμμένη πραγματικότητα, από την καθαυτό οικονομία ως θετική και μη ιδεολογικοποιημένη πραγματικότητα. Δυστυχώς, καθώς επικρατεί η εκμεταλλευτική «αντικειμενική» οικονομία, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι εμείς οι ίδιοι κοιτάζουμε άμεσα τον εαυτό μας∙ ενώ στην πραγματικότητα είναι σαν να κοιταζόμαστε όλοι μέσα από (παραμορφωτικούς) καθρέπτες.

Ο σύγχρονος κόσμος

Δεν απέχουμε καθόλου από την αλήθεια αν ισχυριστούμε ότι ο σύγχρονος κόσμος είναι στην πραγματικότητα ένας κόσμος ανεστραμμένος. Ακόμη και σήμερα, παρότι υπάρχει πια τεκμηριωμένη πληροφορία που οδηγεί σε ασύλληπτες ανατροπές, η επιστήμη διατείνεται για την αντικειμενική γνώση μιας αντικειμενικής φύσης που διέπεται από αντικειμενικούς νόμους, ενώ δεν υπάρχει ορατό αντικείμενο δίχως βλέμμα∙ δεν υπάρχει αντικειμενικότητα δίχως υποκείμενο. Τελικά, δεν υπάρχει εφικτή επιστήμη δίχως ιδέα.

Τα ταξικά εκπαιδευτικά συστήματα διδάσκουν πως οι επιστημονικοί κανόνες και οι νόμοι αποτελούν φυσικές πραγματικότητες, αρχικές και αντικειμενικές, ενώ δεν είναι παρά μόνον ιδεατές έννοιες, εννοιολογικά πλέγματα. Ύδατα, δηλαδή, που δεν υπάρχουν στη φύση, αλλά που ο άνθρωπος παράγει και τυποποιεί βασιζόμενος στην εμπειρία που πηγάζει από την ζωντανή υποκειμενικότητα∙ εμπειρία δίχως την οποία η φύση δεν θα είχε καμία έννοια.

Ήταν ξεκάθαρη λοιπόν η επιτακτική ανάγκη για τη φαινομενολογική αναγωγή της «εκμεταλλευτικής οικονομίας», με σκοπό την ειδητική της αναγωγή (τύπος της οικονομίας), για αυτό και την επιχειρήσαμε. Η  φαινομενολογική μετατροπή αποβλέπει από τη μια στην επιστροφή στα ίδια τα πράγματα, ενάντια στην εμμονή της κριτικής και την τυραννία του θετικισμού. Από την άλλη, στοχεύει στο ξεπέρασμα της εσφαλμένης διχοτομίας υποκειμένου/αντικειμένου – μέσω των ειδητικών παραλλαγών που προϋποθέτουν λογική ανάλυση/σύνθεση με φαντασία – προς τη θεμελίωση μιας θεωρίας της κοινωνικής συνείδησης.

Οι σκόπελοι του ψυχολογισμού και του λογικισμού

Η φαινομενολογική στάση αντιπαλεύει τις δύο επάρατες στάσεις που είναι όμως σύμφυτες με την ανθρώπινη ψευδαίσθηση: τον ψυχολογισμό και τον λογικισμό.

Ο ψυχολογισμός έχει διαποτίσει τόσο πολύ τον τρόπο που βλέπουμε, ώστε συγχέουμε «αυθόρμητα» το προφανές του πράγματος με το αίσθημα του προφανούς∙ τη διαίσθηση της ουσίας με την υποκειμενική βεβαιότητα∙ την ουσία όπως την αντιλαμβάνεται η σκέψη με την ψυχολογική δημιουργία.

Το ατόπημα του ψυχολογισμού εντοπίζεται στο ότι ψάχνει την προέλευση στις αρχές των πραγμάτων, ότι εντάσσει την ουσία σε πράξεις εμπειρικής παραγωγής. Όταν ζητάμε να «εξηγήσουμε» – δηλαδή να αναφερθούμε σε κάτι άλλο (απλή αναγωγή) – καταδικάζουμε τον εαυτό μας να μην μπορεί πλέον να αντιληφθεί το νόημα. Όταν προάγουμε αυτόν τον τρόπο καταλήγουμε να εξηγήσουμε τις πραγματικότητες με το αντίθετό τους (το καλό με το κακό, τη δικαιοσύνη με το συμφέρον, την αρετή με το ελάττωμα κ.λπ.). Κοντολογίς, η ειδητική μετατροπή αντιτίθεται ριζικά στην εμπειρική μετατροπή. Οφείλουμε να περιγράφουμε και όχι να «εξηγούμε».

Ο λογικισμός είναι η δεύτερη παρενέργεια της ανθρώπινης ιδεολογίας. Η ουσίες δεν είναι καθόλου το αποτέλεσμα ενός συμβολισμού ή ενός μορφολογικού συνδυασμού. Τούτο το λάθος – πολύ συχνό στους ασχολούμενους με τη λογική και τους μαθηματικούς – οφείλεται στο γεγονός πως έχουν ξεχάσει την αρχική σχέση της λογικής με τον λόγο. Η λογική, εφόσον δημιουργηθεί, δεν είναι παρά μια αφαίρεση που τείνει να μεταβληθεί σε αντικείμενο. Όμως, η διάκριση της ύλης από τη μορφή είναι ψυχολογική, δεν υπάρχει στο αρχικό στάδιο της ουσίας. Για αυτό δεν πρέπει να στηριζόμαστε σε αυτήν για να θεμελιώσουμε ριζικά τη γνώση της ουσίας.

Συνοψίζοντας, η φαινομενολογική στάση είναι το «leap» (αλματικό) βλέμμα που τόσο πολύ έχουμε ανάγκη σήμερα. Η ουσία, τα ίδια δηλαδή τα πράγματα, δεν αποκτάται δίχως κόπο. Για να την δούμε πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την ειδητική παραλλαγή. Εγχείρημα κατά το οποίο η φαντασία κάνει να ποικίλλουν ελεύθερα οι χαρακτήρες του αντικειμένου μέχρι να εντοπιστούν αυτοί των οποίων η κατάργηση θα προκαλούσε την κατάργηση του αντικειμένου (π.χ. κυρτότητα για ένα τρίγωνο, την εκτιμώμενη επιφάνεια για ένα χρώμα). Η ουσία αποκαλύπτεται σε αυτό το μη μεταβλητό.

Αλλά όμως, η καθεστωτική εκπαίδευση περί άλλα, επίτηδες, τυρβάζει…

Αθήνα, 18/2/2011

Νώντας Κούκας

Μάθημα 7ο

Τύπος Οικονομίας και Εντροπία

«(…) Και σίγουρα γνωρίζουν πόσο σκληρή και επώδυνη είναι η λύση της αποδόμησης-μεταδόμησης, που είναι και η μοναδική υπέρβαση μιας ιστορικής δομής που καταρρέει ήδη∙ και αφορά σε ολόκληρη τη γήινη συνθήκη…»  (Κοινωνική οικονομία, μάθημα 5ο,7/2/2011)

Ο τύπος της οικονομίας ήταν αρχικά μια συμμετρική πληροφορία. Όταν αυτή «έσπασε» και εκδηλώθηκε, έγινε ενέργεια, και κινητοποίησε τις οριακές – πρωτογενείς – κοινότητες προς την διεύθυνση της έννοιας της κοινωνίας. Η θραύση αυτή επιτεύχθηκε από – και – προς την ιδεολογία της τάξης – order. Η πληροφορία λοιπόν υπήρξε αρχικά ως μη-ιδεολογία. Όμως, η εκδήλωσή της, δηλαδή το περιεχόμενό της, ενεργεί ως ιδεολογία. Εν τέλει, το να επιδιώκεις μια α-ταξική κοινωνία είναι περίπου το ίδιο με το να προσπαθείς να ξαναβάλεις την ενέργεια μέσα στην πληροφορία; Δηλαδή είναι μια «αντίστροφη» διαδικασία που κατά πάσα πιθανότητα μοιάζει να παραβιάζει τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής (την εντροπία);

Στην παραπάνω ερώτηση θα απαντήσουμε στο επόμενο μάθημα. Προς το παρόν, περιοριζόμαστε να πούμε πως η έννοια της πληροφορίας συνδέεται με την εντροπία και θεωρείται εν πολλοίς ως ισοδύναμη με «αρνητική εντροπία». Ενώ αντίστροφα, η εντροπία αντιστοιχεί σε απουσία πληροφορίας. Έτσι λοιπόν, είναι πια γνωστή η σχέση που φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα στην εντροπία (το βαθμό τάξης ενός συστήματος) και στην πληροφορία τού περί ου ο λόγος συστήματος. Και παρατηρήσαμε πως το μεν αποτελεί αντίστροφη λειτουργία του δε: όσο πιο ασθενής είναι η εντροπία (η αταξία) ενός συστήματος τόσο πιο υψηλή είναι η πληροφορία που περιέχει.

Άλλωστε, το πρώτο συνθετικό «εν» (της λέξης εντροπία) στην πραγματικότητα είναι ταυτόχρονο συνώνυμο της ενέργειας και του περιεχομένου∙ ενώ το δεύτερο συνθετικό «-τροπία» σημαίνει τη μεταβολή. Να τι είναι η εντροπία: μια ενέργεια (ή περιεχόμενο), που μεταβάλλεται.

Ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής

Ο β΄ νόμος αναφέρεται στην αύξηση της εντροπίας. Δηλώνει πως σε ένα απομονωμένο σύστημα η εντροπία είτε θα παραμένει η ίδια είτε θα αυξάνεται. Ποτέ όμως δεν θα ελαττώνεται. Να πούμε όμως λίγα λόγια παραπάνω για την εντροπία.

Η εντροπία είναι μια περίεργη ποσότητα, που είναι δύσκολο να οριστεί μονοφασικά. Ας διατυπώσουμε λοιπόν τον ορισμό της σε δύο φάσεις:

1. Η εντροπία περιγράφει ένα μέτρο της ακαταστασίας που εκδηλώνεται σε ένα σύστημα. Με άλλα λόγια, σημαίνει το πόσο ανακατεμένα είναι τα πράγματα. Για παράδειγμα, ας πάρουμε μια τράπουλα. Όταν αυτή είναι τακτοποιημένη (τα τέσσερα χρώματα είναι διαχωρισμένα και τα χαρτιά κάθε χρώματος είναι τοποθετημένα με αύξουσα σειρά: δύο, τρία, τέσσερα, πέντε … βαλές, ντάμα, ρήγας, άσσος), τότε έχει χαμηλή εντροπία. Εάν αρχίσουμε να ανακατεύουμε τα χαρτιά, καταστρέφουμε την αρχική τάξη, και αυξάνουμε την εντροπία. Στα εντελώς ανακατεμένα χαρτιά η τράπουλα έχει λάβει τη μέγιστη τιμή της εντροπίας της – μιας που το περαιτέρω ανακάτεμά της μπορεί να επιφέρει μια διαφορετική διάταξη των χαρτιών, αλλά δεν μπορούμε να πούμε πως είναι περισσότερο ανακατεμένα.

2. Παράλληλα, η εντροπία μπορεί να εκληφθεί ως ένα μέτρο για την ικανότητα ενός πράγματος να παράγει έργο (με την έννοια της δυνατότητας εξαγωγής από αυτό χρήσιμης ενέργειας∙ και όχι έργο με τη συνήθη σημασία της λέξης).

Ας πάρουμε λ.χ. ένα πλήρως φορτισμένο κινητό τηλέφωνο. Τούτο, με την τελείως γεμάτη μπαταρία του, έχει χαμηλή εντροπία η οποία αυξάνεται καθώς χρησιμοποιείται. Όταν το τηλέφωνο ξεφορτιστεί εντελώς, μπορεί να τεθεί εκ νέου η εντροπία του σε μια μικρή τιμή, απλά με τον φορτιστή του. Εδώ βέβαια, δεν παραβιάζεται ο δεύτερος νόμος, επειδή το σύστημα (το κινητό τηλέφωνο) δεν είναι πλέον απομονωμένο από το περιβάλλον του (τον φορτιστή του). Η εντροπία του κινητού ελαττώνεται, αλλά ο φορτιστής «παράγει έργο» για να το φορτίσει και έτσι η δική του εντροπία αυξάνεται. Συνολικά, αδρομερώς, η εντροπία του συστήματος κινητό + φορτιστής αυξάνεται (χώρια που βάλαμε και εμείς λίγο το χεράκι μας με την τοποθέτηση του φορτιστή στο κινητό και στην πρίζα).

Ο οριζόντιος άξονας της ιστορίας και της οικονομίας

Αν και είναι αρκετά δύσκολο να διατυπώσουμε έναν ορισμό που ενσωματώνει και τους δύο παραπάνω ορισμούς, αυτόν της αυξανόμενης αταξίας και εκείνον της ικανότητας παραγωγής έργου, ωστόσο το παράδειγμα του τύπου της οικονομίας ως πληροφορίας και ενέργειας είναι αντιπροσωπευτικό. Παρακολουθώντας τους ιστορικούς (πραγματικούς) «συμβολισμούς» του αρχικού τύπου της οικονομίας (πληροφορία), διαπιστώνουμε εύκολα τη συνεχώς αυξανόμενη αταξία του∙ δηλαδή, το βαθμό της εντροπίας του. Όταν η αταξία ενός συστήματος φτάνει στο απροχώρητο, τότε αναλαμβάνει ένα «εξωτερικό» σύστημα να μειώσει την εντροπία του, αυξάνοντας όμως τη δική του. Έτσι, αποκαθίσταται η τάξη με τη δημιουργία ενός νέου συστήματος, μιας νέας σύνθεσης. Αυτή είναι η διαδοχή των μεγάλων κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων της ιστορίας.

Όσο πιο μεγάλη και βίαιη είναι η αταξία ενός κλειστού συστήματος τόσο πιο καίρια και άμεση θα είναι η παρέμβαση του διπλανού συστήματος που θα αναλάβει να την ελαττώσει. Ειδικότερα, επισκοπώντας εν τάχει την καταγεγραμμένη ιστορική αφήγηση της Δύσης (και όχι μόνο), βλέπουμε πόσοι καταστροφικοί κατακτητικοί πόλεμοι σημειώθηκαν την εποχή της δουλοκτησίας και της φεουδαρχίας. Και με ποιον τρόπο έγινε το πέρασμα από το ένα σύστημα στο άλλο. Διαπιστώνουμε διαφορετικό ρυθμό στη μεταβολή ενέργειας που αφορά στο ποσόν εντροπίας του δουλοκτητικού και το φεουδαρχικού συστήματος, και διαφορετικό σε εκείνο του καπιταλιστικού συστήματος. Γι’ αυτό και βλέπουμε με πόση σφοδρότητα και με ποια ορμή εκδηλώνεται η Γαλλική Επανάσταση.

Ο κάθετος άξονας της αταξίας-τάξης

Μιλήσαμε μέχρι τώρα για την οριζόντια δικτύωση της κοινωνικής ιστορίας∙ και πώς εναλλάσσεται η πληροφορία και η ενέργεια ως εντροπία στον ταξικό τύπο της οικονομίας. Πέρα όμως από την στενότερη ανθρώπινη οικονομική συνθήκη στέκει τεράστια και η ευρύτερη έννοια της οικονομίας που αφορά σε ολόκληρη τη γήινη συνθήκη.

Όταν για κάποιους λόγους ολόκληρο το γήινο σύστημα έχει «χτυπήσει κόκκινο» στην αύξουσα κλίμακα της εντροπίας, τότε αναλαμβάνει ένα παρακείμενο «εξωγήινο» σύστημα για να ρυθμίσει εκ νέου την τιμή. Βάζουμε το εξωγήινο σε εισαγωγικά, γιατί πρέπει επιτέλους να κατανοηθεί πως ό,τι υπάρχει μέσα στο σύμπαν (και υπάρχουν όλα) δεν είναι σκόρπια και απομονωμένα το ένα από το άλλο, αλλά συστήματα που επικοινωνούν μεταξύ τους. Μη βλέπετε που οι τυπικοί επιστήμονες – ως γνήσιοι θετικιστές του περασμένου αιώνα – «ερμηνεύουν» ακόμη τα πράγματα  υπό τη σκιά της παραδοσιακής διάκρισης ανάμεσα στην ηπειρωτική και την αναλυτική φιλοσοφία. Γεγονός που σημαίνει ρήγμα ανάμεσα στην θεωρία και την πράξη ή, σε τελική ανάλυση, χάσμα ανάμεσα στη γνώση και τη σοφία∙ χάσμα που σηματοδοτεί τους σκόπελους του λογικισμού και του ψυχολογισμού.

Οφείλουμε να κατανοήσουμε το εξής απλό (;) Κανονικά, όλη αυτή η ισορροπία στο φαίνεσθαι της Γης σημαίνει ελάττωση της εντροπίας στην επιφάνεια του πλανήτη. Παρόλα αυτά, ο β΄ νόμος δεν παραβιάζεται. Επειδή ακριβώς η Γη δεν μπορεί να θεωρηθεί πως είναι απομονωμένη από το περιβάλλον της. Σχεδόν το σύνολο της ζωής στη Γη – συνεπώς και όλες οι δομές χαμηλής εντροπίας – οφείλεται στο ηλιακό φως. Καθώς μελετούμε το συνδυασμένο σύστημα Γη + Ήλιος, διακριβώνουμε πως η συνολική εντροπία αυξάνεται. Το γεγονός πως από τη συνολική ακτινοβολία που εκπέμπεται από τον Ήλιο στο διάστημα, μόνο ένα μέρος της απορροφάται από τη Γη, σημαίνει πως η εντροπία του Ήλιου αυξάνεται πολύ περισσότερο από την αντίστοιχη μείωση που παρατηρείται στη Γη.

Από τον ουρανό στη Γη

Τώρα, παραγωγικά σκεπτόμενοι, λέμε πως: σε μια ταχύτατη αύξηση της εντροπίας που προκαλείται, συνολική στην επιφάνεια της Γης, από την υπερταξικοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος, γιατί να μη φανταστούμε την καταλυτική παρέμβαση του Ήλιου π.χ. προς της ελάττωση της γήινης εντροπίας; Άλλωστε, και η περιβόητη πια έντονη δραστηριότητα των ηλιακών κηλίδων κάτι τέτοιο δεν υπαινίσσεται; Εκείνο που θέλουμε να πούμε τελικά είναι πως στη φυσική – και όχι στην ανθρώπινη μόνο – ιστορία του πλανητικού συστήματος έχουν λάβει χώρα, μάλλον, αποδομήσεις-αναδομήσεις κοσμικής κλίμακας που μπορεί να είναι γνωστές ευρύτερα ως «βιβλικές καταστροφές ή κατακλυσμοί». Αυτές είναι κάθετες δικτυώσεις της φυσικής ιστορίας του πλανήτη, μέσω των οποίων ανταλλάσσεται υπέρτερη πληροφορία με υπέρτερη ενέργεια, ως υπέρτερη αποκατάσταση της τιμής της εντροπίας.

Αλλά ας περάσουμε τώρα σε ένα νοητικό πείραμα. Μεταφερόμαστε νοητικά στην πάρα πολύ μακρινή εποχή των δεινοσαύρων. Ολόκληρος σχεδόν ο πλανήτης έχει κατοικηθεί από τα τεράστια αυτά πλάσματα που άλλα είναι χορτοφάγα και άλλα σαρκοβόρα. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι η επιβολή μιας ανοικονόμητης οικονομίας που προξενεί τεράστια καταστροφή τόσο στη χλωρίδα όσο και στην πανίδα του συστήματος Γη. Μια τόσο μεγάλη ποσότητα αυξημένης εντροπίας έπρεπε αναγκαστικά να ελαττωθεί από ένα παρακείμενο εξωγήινο-εξωτερικό σύστημα. Αυτό αυξάνοντας τη δική του εντροπία ελάττωσε την εντροπία της γήινης δραστηριότητας εξολοθρεύοντας και αφανίζοντας όποιο σχεδόν ζωντανό πλάσμα κατοικούσε στην επιφάνεια του πλανήτη. Ταυτόχρονα βέβαια, ανέταξε ολοσχερώς και τον γεωφυσικό του χάρτη.

Εννοείται, ειρήσθω εν παρόδω, ότι για την ανθρωπομορφική αντίληψη, που έχει τοποθετήσει το ανθρώπινο είδος στο κέντρο του ηλιακού τουλάχιστον συστήματος (για να μην πούμε στο κέντρο του σύμπαντος), όλα αυτά εκλαμβάνονται ως: «εκδίκηση της φύσης – θεομηνίες» ή διάφορες άλλες ανθρωπομορφικές πομφόλυγες.

Αντίστροφη μέτρηση ή αντίστροφη μέτρηση…

Το Γεγονός της Ιαπωνίας ξεπερνάει κατά πολύ τις κοινοτοπίες που καταθέτουν τόσο απλοϊκά οι πυρηνικοί επιστήμονες (;) Και αυτό για δύο κυρίως λόγους: 1. Οι περισσότεροι εξ αυτών είναι μίσθαρνα όργανα του τεχνοκρατικού καπιταλισμού και άρα συνειδητά ή ασύνειδα συνοδοιπόροι του. 2. Ως γνήσια τέκνα, η πλειονότητά τους, της θετικιστικής εκπαίδευσης του επιστημονισμού, δεν μπορούν να προβούν σε καμία ειδητική παραλλαγή (πόσω μάλλον σε ειδητική αναγωγή) του γνωστικού τους αντικειμένου. Γι’ αυτό συγκρίνουν, με παιδαριώδη τρόπο, ασύμμετρα γεγονότα: Τσέρνομπιλ με σημερινή Ιαπωνία. Μετρούν στις συσκευές τους και βρίσκουν σήμερα χαμηλότερες τιμές, ας πούμε, ραδιενέργειας, απ’ ό,τι τότε. Και αμέσως σπεύδουν να δηλώσουν πως δεν υπάρχει πρόβλημα. Το πρόβλημα όμως υπάρχει και είναι στο μυαλό τους και στην παιδεία τους. Διότι η πυρηνική δύναμη ανήκει στη βαθιά δομή της «φύσης» (ό,τι και να ’ναι αυτή).

Επομένως, είναι πληροφορία και ως τέτοια αποτελεί «αρνητική εντροπία». Όταν όμως εκδηλώνεται, ως ενέργεια πια, θετικοποιείται η εντροπία της∙ δηλαδή, το περιεχόμενό της μεταβάλλεται. Και μεταβάλλεται εντατικά και όχι εκτατικά (δηλαδή ποιοτικά και όχι ποσοτικά). Έτσι, η ποιοτική μεταβολή της πυρηνικής δύναμης συνάπτεται αναγκαστικά με το εκάστοτε χωροχρονικό σημείο (και το περιβάλλον του) στο οποίο εκδηλώνεται ως περιεχόμενο-ενέργεια. Να το πούμε πιο απλά: τα όργανα μετρούν μόνο την ποσοτική αλλαγή της πυρηνικής ενέργειας. Όχι την ποιοτική. Έτσι, ας υποθέσουμε ότι x η τιμή της ραδιενέργειας που διέρρευσε πριν από τριάντα χρόνια σε ένα συγκεκριμένο σημείο του χωροχρόνου με ψ ζημιά∙ τότε με ½ x η τιμή της σημερινής διαρροής ενέργειας, μπορεί να συνεπάγεται ψ2 ζημιά.

Και αυτό επειδή ο βαθμός αταξίας (η εντροπία) του τότε χωροχρονικού σημείου μπορεί να ήταν χαμηλότερος από τον σημερινό. Σε ένα περιβάλλον γενικότερης χαμηλής εντροπίας είναι λογικό πως και το ίδιο το βιο-ανοσοποιητικό ανθρώπινο σύστημα είναι αρτιότερα οργανωμένο και καλύτερα θωρακισμένο (το ίδιο ίσως ισχύει και για τους άλλους ζωικούς και φυτικούς οργανισμούς). Απεναντίας, σε ένα περιβάλλον περισσότερης αταξίας και ο ίδιος ο βιο-ανοσοποιητικός παράγοντας του ανθρώπου είναι περισσότερο εξασθενημένος. Για του λόγου το αληθές, οι ατομικές βόμβες στην Χιροσίμα και το Ναγκασάκι εξερράγησαν σε μια εποχή όπου η γενική εντροπία ήταν χαμηλή λόγω του καταστροφικού Β Παγκόσμιου Πολέμου, που μόλις είχε λήξει. Γι’ αυτό και η ποσότητα αυτή δεν επηρέασε καταλυτικά ολόκληρη την βιο-ψυχική σφαίρα της ανθρωπότητας. Σήμερα όμως, σε μια εποχή γενικευμένης αύξησης της εντροπίας (αταξίας) και η μισή έστω ποσότητα από εκείνη τότε θα έχει ολέθριες επιπτώσεις σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης γεωγραφοϊστορίας – και όχι μόνο.

ANDALUCIA 17/3/2011

Νώντας Κούκας

Φιλοσοφία της Οικονομίας – κύκλος ii (Μάθημα 8ο)

«(…) Είπαμε πως στο ρευστό φαντασιακό των οριακών (μη ιεραρχικών) κοινωνιών το «αφηρημένο ατομικό κέρδος» προϋπάρχει, κατά κάποιο τρόπο. Όταν το βέλος του χρόνου αλλάζει άρδην με την έλευση της άρχουσας οργανώτριας τάξης στο προσκήνιο της ιστορίας, λαμβάνει χώρα μια υπέρτατη Αναγωγή (…)»

(Φιλοσοφία της Οικονομίας – κύκλος i μάθημα 7ο, τίτλος: Ιδιωτικός Χώρος: η σιδερένια φτέρνα της Συστροφής των Κωδίκων, πρώτη παράγραφος.)

Ο ιστορικός χρόνος και τα βέλη του χρόνου

Όπως βλέπουμε παραπάνω, έχει ήδη εισαχθεί η έννοια «βέλος του χρόνου». Αλλά τι ακριβώς εννοούμε με την συγκριμένη έννοια;

Αρχικά, θα πρέπει να τονίσουμε, όσο παράξενο κι αν φαίνεται αυτό στην «κοινή λογική», πως κανένας νόμος της φυσικής δεν προβλέπει τη ροή του χρόνου. Η αντίληψη πως ο χρόνος κυλάει ή κινείται, κατά κάποιο τρόπο, απουσιάζει εντελώς από τη φυσική. Αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι τόσο ο χρόνος όσο και ο χώρος απλώς υπάρχουν, απλώς είναι. Από την άλλη όμως, πόθεν προκύπτει αυτή η έντονη αίσθηση που έχουμε για την πάροδο του χρόνου και για το παρελθόν-παρόν-μέλλον;

Συνεπώς, γιατί να μην υποθέσουμε πως το συναίσθημα της ροής του χρόνου είναι απλώς ένα συναίσθημα; Ότι, δηλαδή, πρόκειται για μια επίμονη ψευδαίσθηση; Πάντως, όπως και να έχει, το θέμα άπτεται της καλύτερης κατανόησης για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η συνείδηση, που θα εξηγούσε το γιατί αισθανόμαστε την πάροδο του χρόνου. Και λέγοντας συνείδηση εννοούμε αναγκαστικά την κοινωνική συνείδηση και όχι την επίπλαστη «ατομική συνείδηση».

Ακόμη και αν ο χρόνος δεν ρέει, εύκολα μπορούμε να αποδώσουμε σε αυτόν μια κατεύθυνση που ονομάζεται βέλος του χρόνου. Πρόκειται για μια αφηρημένη έννοια που απλά σημαίνει πως μπορούμε να ορίσουμε μια αλληλουχία γεγονότων. Ένα βέλος του χρόνου έχει φορά από το παρελθόν προς το μέλλον, από προηγούμενα προς μεταγενέστερα γεγονότα. Δηλώνει μια κατεύθυνση στο χρόνο, στην οποία λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα.

Εδώ οφείλουμε να κάνουμε μια σημαντική διευκρίνιση: άλλο πράγμα είναι η ροή του χρόνου και άλλο πράγμα η κατεύθυνσή του. Φανταστείτε πως παρακολουθείτε μεμονωμένα στιγμιότυπα στην μπομπίνα μιας κινηματογραφικής ταινίας. Μπορείτε εύκολα να ορίσετε ένα βέλος χρόνου με μια συγκεκριμένη φορά πάνω στην μπομπίνα, με κριτήριο αναφοράς ποια στιγμιότυπα προηγήθηκαν και ποια ακολούθησαν. Τούτο επιτυγχάνεται παρά το γεγονός ότι παρακολουθούμε ακίνητα γεγονότα, δηλαδή στιγμιότυπα παγωμένα στο χρόνο.

Αλλά και για την κατεύθυνση του χρόνου οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί. Δεν πρέπει να συγχέουμε την πραγματική κατεύθυνση του χρόνου (αν υπάρχει κάτι τέτοιο) με την υποκειμενική αίσθηση που έχουμε για αυτήν. Ας οριστεί πρώτα αυτό που φαίνεται σαν να είναι ένα προφανές βέλος του χρόνου. Το ονομάζουμε ψυχολογικό βέλος και ορίζει την κατεύθυνση στην οποία αντιλαμβανόμαστε τη χρονική εξέλιξη. Με άλλα λόγια, ορίζει το γεγονός ότι θυμόμαστε γεγονότα από το παρελθόν μας και προσμένουμε γεγονότα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον μας. Εν τέλει, αφού παρατηρούμε το παρελθόν να συμβαίνει πριν από το μέλλον, τότε το παρελθόν συμβαίνει πράγματι πριν από το μέλλον. Άρα, πού είναι το πρόβλημα με το βέλος του χρόνου εν γένει;

Ας μη βιαζόμαστε, διότι το πρόβλημα εντούτοις υπάρχει και μάλιστα είναι πολύ σοβαρό: οι εξισώσεις της φυσικής δεν προβλέπουν καν μια κατεύθυνση του χρόνου. Αν ο χρόνος κυλήσει προς τα πίσω, οι νόμοι της φυσικής θα παραμείνουν οι ίδιοι. Ίσως λοιπόν εδώ σκεφτούμε πως η φυσική κάνει κάποιο λάθος. Το ότι οι μαθηματικές εξισώσεις αδυνατούν να διακρίνουν μια κατεύθυνση του χρόνου, τούτο δεν συνεπάγεται ότι αυτή δεν υπάρχει στον πραγματικό κόσμο.

Και το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό: και στον ίδιο τον πραγματικό κόσμο, στο ατομικό επίπεδο, σχεδόν όλες οι διαδικασίες είναι αντιστρεπτές στον χρόνο. Αν, σε μια υποατομική διαδικασία, δύο σωματίδια α και β συγκλίνουν μεταξύ τους και συγκρουστούν, συχνά το αποτέλεσμα είναι η ανάκρουση και ο εκ νέου διαχωρισμός τους. Αν παρακολουθούσατε μια ταινία που παρουσίαζε μια τέτοια διαδικασία, και κατόπιν τη βάζατε να παίξει αντίστροφα, δεν θα μπορούσατε να αποφανθείτε για τη φορά εξέλιξης της διαδικασίας. Η χρονικά αντίστροφη διαδικασία υπακούει επίσης στους νόμους της φυσικής. Τώρα, οπωσδήποτε πρέπει να επισημανθεί πως πρόκειται περί νοητικού πειράματος. Διότι, επί του πραγματικού, δεν μπορεί – προς το παρόν τουλάχιστον – να διεξαχθεί. Κανένα μικροσκόπιο στη Γη δεν είναι αρκετά ισχυρό ώστε να διακρίνει λεπτομέρειες στο υποατομικό επίπεδο.

Και τα παράδοξα συνεχίζονται…

Συχνά, αντί της παραπάνω ανάκρουσης των σωματιδίων α και β, έχουμε την παραγωγή δύο νέων σωματιδίων, έστω γ και δ, τα οποία στη συνέχεια απομακρύνονται μεταξύ τους. Και πάλι, αν παρακολουθούσατε μια ταινία με τη διαδικασία αυτή, δεν θα μπορούσατε να αποφανθείτε για την πραγματική σειρά με την οποία λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα, καθώς οι νόμοι της φυσικής δηλώνουν πως η αντίστροφη διαδικασία είναι επίσης δυνατή. Τα σωματίδια γ και δ θα μπορούσαν να συγκρουστούν και στη συνέχεια να δημιουργήσουν τα σωματίδια α και β. Συνεπώς, είναι αδύνατο να καθορίσετε ένα βέλος του χρόνου το οποίο θα δηλώνει τη φορά πραγματοποίησης της διαδικασίας.

Διαπιστώνουμε πως ό,τι έχουμε γράψει έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τα γεγονότα της καθημερινής ζωής, όπου εύκολα αποφαινόμαστε για τη φορά ροής του χρόνου. Για παράδειγμα, ποτέ δεν έχουμε παρατηρήσει τον καπνό ενός τσιγάρου να οπισθοχωρεί προς την καύτρα του, να συγκλίνει προς αυτήν και να εισρέει ομαλά στο εσωτερικό του. Όπως ποτέ δεν βλέπουμε ένα σπασμένο φλιτζάνι με καφέ στο πάτωμα να αναιρεί τη θραύση του και να επανασυναρμολογείται πάνω στο τραπέζι. Ούτε επίσης ποτέ δεν θα δούμε ένα καμένο χαρτί να αναιρεί την καύση του ή ένα διαλυμένο στο νερό υλικό να αναστρέφει τη διάλυσή του.

Κοντολογίς, αφού σε τελική ανάλυση τα πάντα αποτελούνται από άτομα, και στο επίπεδο αυτό όλα είναι αντιστρέψιμα, γιατί τα περισσότερα από τα φαινόμενα που παρατηρούνται γύρω μας δεν μπορούν ποτέ να συμβούν κατά την αντίστροφη φορά;  Τι είναι αυτό που διακρίνει αυτά τα γεγονότα από εκείνα στο υποατομικό επίπεδο; Και τώρα, ιδού το σημαντικό ερώτημα που προκύπτει αβίαστα: σε ποιο στάδιο κατά τη μετάβαση από τα άτομα στον καπνό του τσιγάρου, τα σπασμένα φλιτζάνια με καφέ, το καμένο χαρτί ή το υδροδιαλυτό σώμα γίνεται μη αντιστρέψιμη μια διαδικασία;

Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να κάνουμε μια προσεκτική στάση. Στα όσα περιγράψαμε προηγουμένως, πουθενά δε δηλώσαμε απόλυτα πως οι διαδικασίες δεν μπορούν ποτέ να εξελιχθούν αντίστροφα, αλλά ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να συμβεί κάτι τέτοιο. Οι νόμοι της φυσικής επιτρέπουν σαφέστατα στη διαλυμένη ζάχαρη, για παράδειγμα, να αναιρέσει τη διάλυσή της μέσω ανάδευσης και να επανασυσταθεί εκ νέου σε ένα κύβο ζάχαρης. Όμως, αν ποτέ τύχει και παρατηρήσουμε κάτι τέτοιο, αμέσως ο νους μας θα πάει μάλλον σε κάποιο ταχυδακτυλουργικό τέχνασμα, μιας που οι πιθανότητες να συμβεί κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά αμελητέες.

Η εντροπία και τα βέλη του χρόνου…

Όπως είδαμε, μιλώντας για κατεύθυνση της ροής του χρόνου, δεν εννοούμε μια εμπειρική κατεύθυνση με την έννοια του Βορρά ή του Νότου ή έστω μια κατεύθυνση του χρόνου. Πρόκειται για μια κατεύθυνση του χρόνου που η φορά της μπορεί να δείχνει μόνο προς μία από τις δύο (αντίθετες) κατευθύνσεις. Για την επιλογή ενός τέτοιου βέλους υπάρχουν δύο τρόποι: είτε λαμβάνουμε υπόψη μας δύο γεγονότα και ερευνούμε ποιο από αυτά συνέβη πρώτο∙ είτε μελετούμε μια ποιότητα που μεταβάλλεται και επιλέγουμε ένα βέλος του χρόνου με φορά προς την κατεύθυνση αύξησης ή ελάττωσης αυτής της ποιότητας.

Συχνά, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι ο λόγος που «βλέπουμε» το χρόνο να ρέει προς μια κατεύθυνση οφείλεται στο γεγονός πως ο εγκέφαλός μας – όπως και κάθε άλλο φυσικό σύστημα – υπακούει και αυτός στον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής. Κατά συνέπεια, το ψυχολογικό βέλος του χρόνου δείχνει πάντα προς την κατεύθυνση της αυξανόμενης εντροπίας. Αυτό είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Είναι λάθος να ισχυριζόμαστε πως η εντροπία στον εγκέφαλό μας αυξάνεται. Όπως κάθε άλλο βιολογικό σύστημα, το ίδιο και ο εγκέφαλός μας χρησιμοποιεί ενέργεια προκειμένου να διατηρήσει την κατάσταση χαμηλής εντροπίας του. Συνήθως, η εντροπία στον εγκέφαλό μας παραμένει σταθερή κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας.

Ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής παρέχει ένα βέλος του χρόνου που φαίνεται να είναι πιο γενικό και λιγότερο υποκειμενικό από το ψυχολογικό βέλος του χρόνου, το οποίο εσείς και εγώ φαίνεται πως έχουμε εγκαταστήσει στη συνείδησή μας. Και έτσι πια φτάνουμε στο επίμαχο σημείο: Στο ιδεολογικό βέλος του χρόνου της υπέρτατης Αναγωγής. Το ιδεολογικό βέλος του χρόνου – η άρδην αναστροφή του προηγούμενου βέλους του χρόνου (βλέπε την αρχική παραπομπή, στο κείμενο)– μπορεί και «βλέπει» με ανεστραμμένο τρόπο το κοσμολογικό βέλος του χρόνου. Τούτο βέβαια προϋποθέτει μεν την κοινή παραδοχή των τυπικών κοσμολόγων: πως δηλαδή από τη στιγμή της εμφάνισης της εξελιγμένης νοημοσύνης το θερμοδυναμικό βέλος του χρόνου συμπίπτει με το ψυχολογικό βέλος του χρόνου∙ με τη δική μας προσθήκη, όμως: ότι συμπίπτει αντίστροφα: παρακολουθεί κατά πόδας την εντροπία, κινείται προς την ίδια κατεύθυνση αλλά με εφαπτόμενη διαφορετική φορά.

Ας το δούμε με ένα παράδειγμα: Φανταστείτε την ακίνητη μπομπίνα του κινηματογράφου. Στην μια όψη του σελιλόιντ σημειώνουμε βέλη με συγκεκριμένη φορά. Αμέσως μετά, όπου υπάρχουν αυτά τα βέλη, σημειώνουμε ακριβώς στην άλλη όψη του σελιλόιντ άλλα όμοια βέλη επάνω στα προηγούμενα με διαφορετική αντίστροφη φορά. Τέλος, βάζουμε την ταινία και αρχίζουμε την προβολή. Τώρα πια, με αυτόν τον τρόπο, είναι σα να μπαίνει σε κίνηση ο ιστορικός χρόνος και η συμπαρομαρτούσα έννοια της κοινωνικής συνείδησης.

Αλλά θα επανέλθουμε στο επόμενο μάθημα.

Αθήνα, 7/4/2011

Νώντας Κούκας

 

Φιλοσοφία της οικονομίας – κύκλος ii (Μάθημα 9ο)        

Ιστορικός χρόνος και κοινωνική συνείδηση

Εάν η [υπνώττουσα] κοινωνική συνείδηση αποτελεί όντως μια ιστορική σταθερά (ανάλογη με την ταχύτητα του φωτός που συνιστά μια φυσική σταθερά), τότε υπό τις κατάλληλες συνθήκες μπορεί να εγερθεί και να επιδιώξει την ανακατεύθυνση του (ψυχο-) ιδεολογικού βέλους του χρόνου. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε αυτομάτως το ξετύλιγμα των συστραμμένων κωδίκων στον τύπο της οικονομίας. Το οποίο με τη σειρά του θα εναρμόνιζε αναγκαίως την ιστορία και την κοινωνία του ανθρώπου με τη φυσική ιστορία. Ουσιαστικά, στην περίπτωση αυτή είναι σα να αναδύεται από τη μαύρη τρύπα της ταξικής ιστορίας ο καινοφανής αστέρας της α-ταξικής «αν-ιστορικής» πραγματικότητας του ανθρώπου. Και εξηγούμαστε.

Ενώ, σύμφωνα με τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής, τα πράγματα φθείρονται, ψύχονται, ξετυλίγονται, γερνούν και αποσυντίθενται, ο καπιταλισμός κυριολεκτικά φαίνεται να ακολουθεί ανάποδη φορά: ανανεώνεται, αναθερμαίνεται, (ολοένα) αναδιπλώνεται, ξανανιώνει και (συνεχώς) ανασυντίθεται. Τι λοιπόν συμβαίνει; Ποιο είναι εκείνο το πράγμα που τροφοδοτεί συνεχώς και αδιαλείπτως με χρήσιμο έργο το καπιταλιστικό σύστημα, ώστε αυτό να μειώνει την τιμή της εντροπίας του και να το κρατά εν ζωή;

Απαντάμε ευθέως: η εγωιστική, η επίπλαστη δηλαδή ατομική/ιδιωτική συνείδηση, η οποία έχει υποκαταστήσει στον ιστορικό χρόνο την υπνώττουσα κοινωνική συνείδηση. Ας πούμε το ίδιο λίγο πιο επιστημονικά – τεχνικά: το (ψυχο-) ιδεολογικό βέλος που εφάπτεται και συμπίπτει, με αντίστροφο όμως τρόπο, με το γενικότερο και λιγότερο υποκειμενικό θερμοδυναμικό βέλος του χρόνου. Ας φανταστούμε το βέλος του (ανθρώπινου) ιστορικού χρόνου που έχει σφιχταγκαλιάσει το (εν γένει κοσμολογικό) βέλος του χρόνου και ταξιδεύει μαζί του, αλλά θεωρεί και πράττει τα αντίθετα.

Προβάλλοντας τον ιστορικό χρόνο

Μεταφορικά μιλώντας, έχουμε ήδη ξεκινήσει την προβολή της μπομπίνας με τα καρέ της αντίστροφα μαρκαρισμένα με μονόδρομες συνεπαγωγές (=> /<= ) αντικειμενικού θερμοδυναμικού βέλους και υποκειμενικού/ψυχολογικού (ανθρώπινου) βέλους του χρόνου. Οι παραστάσεις της μιας πλευράς είναι οι αρνητικές αναπαραστάσεις της άλλης πλευράς. Έτσι, κατά βάση αυτό που φαίνεται να δημιουργείται είναι μια αυστηρή αμφίδρομη συνεπαγωγή, δηλαδή μια ισοδυναμία (<=>), που κινείται στο ίδιο ποτάμι του χρόνου, αλλά σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Εν τούτοις, δεν μπορούν βέβαια να αποκολληθούν η μία από την άλλη, αφού είναι απολύτως εφαπτόμενες. Συνιστούν μια περιδίνηση-στροβιλισμό στο χώρο και το χρόνο (χρονικοί βρόχοι), που πολύ δύσκολα μπορούμε να διανοηθούμε.

Ας φανταστούμε καταρχάς ότι ο ιστορικός (ανθρώπινος) χρόνος κινείται αντίστροφα από το θερμοδυναμικό και άρα από το κοσμολογικό βέλος του χρόνου. Ή, αλλιώς, φανταζόμαστε πως το υποκειμενικό βέλος του χρόνου κινείται στο ίδιο ρεύμα, αλλά αντίθετα με το αντικειμενικό βέλος του χρόνου. Ιδού λοιπόν ο πρωταρχικός δυισμός υποκειμένου/ αντικειμένου, που αλληλο-υποβλέπονται πάντοτε όμως μέσα από το διάφανο σελιλόιντ ενός καρέ μιας κινηματογραφικής ταινίας. Ποια θα ήταν άραγε η εικόνα που θα προσλαμβάναμε συμμετέχοντας και εμείς οι ίδιοι στο φιλμ αυτό, ως υποκείμενα; Τι θα εισπράτταμε ως «αντικειμενική πραγματικότητα» από την απέναντι (ανάστροφη) μεριά μας, καθώς θα κινούμασταν μαζί της αλλά με ανάστροφη φορά;

Η απάντηση στα δύο παραπάνω ερωτήματα δεν μπορεί να δοθεί μόνο μέσα από τη φυσική γλώσσα. Κυρίως, πρόκειται για μια στατική εικόνα κοσμολογικής τάξης που φαίνεται όμως (ψευδαισθησιακά) να ρέει αντίστροφα μέσω του ιστορικού χρόνου και της ιδεολογίας του.

Η ψευδαίσθηση θα αποκατασταθεί μόνο με την έγερση της [υπνώττουσας] κοινωνικής συνείδησης, η οποία θα καταργήσει την ταξική ιστορία προς χάριν της αν-ιστορικής «τάξης» που είναι το «λυμένο αίνιγμα του κομμουνισμού».

Αθήνα 18/4/2011

Νώντας Κούκας

 

Advertisements