Category Archives: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ

Η Κοινωνική Φιλοσοφία στις μέρες μας

iamarevi

Από τον Νώντα Κούκα

Ο Λόγος και η Ιδέα του στην κοινή εμπειρία (i)

Η φαντασία και ο υποκειμενικός αναστοχασμός – γενικά δηλαδή μιλώντας, η ψυχολογία – κατατέμνουν το Όλον (τον Λόγο) σε στιγμιοτυπικά κομμάτια «πραγματικότητας». Έτσι λοιπόν δημιουργείται ο «κόσμος» και η περατότητά του. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο βρίσκονται ατάκτως ερριμμένα τα πράγματά του. Δηλαδή, τα αντικείμενα και τα «υποκείμενα». Κατά συνέπεια, τόσο τα αντικείμενα όσο και τα «υποκείμενα» δεν είναι παρά η διαίρεση του κόσμου σε άπειρα περατή εμπειρία. Κοντολογίς, εκεί όπου τελειώνει το υποκείμενο αρχίζει το αντικείμενο, και αντίστροφα∙ εκεί όπου τελειώνει το αντικείμενο αρχίζει το υποκείμενο.

Ο φαύλος αυτός δυϊσμός ταυτίζεται με ό,τι καλείται εμπειρία και επιβίωση (όχι Ζωή). Η εν λόγω εμπειρική «πραγματικότητα» συλλαμβάνεται μόνον a posteriori, δηλαδή εκ των υστέρων, και δεν έχει καμία, μα καμία, σχέση με τον a priori, δηλαδή εκ των προτέρων, Λόγο. Τούτος δεν επιτελεί καμία γνωστική λειτουργία και…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 2.537 επιπλέον λέξεις

Μέσα στη Μωβ Φωτότρυπα (μέσα στην καπιταλιστική μας τρύπα)

Από τον Νώντα Κούκα

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι σύγχρονες κοινωνίες της καπιταλιστικής ευμάρειας και χλιδής δεν ορρωδούν προ ουδεμίας διαφήμισης αισθησιακών απολαύσεων. Και δεν είναι επίσης διόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο ίδιος ο καπιταλισμός συνόψισε με επιτυχία, και πολλαπλασίασε εκθετικά, την προϋπάρχουσα τάση του ανθρώπου για ηδονή και εξουσία∙ την ακόρεστη δίψα του για χρήμα και δύναμη. Εξάλλου, έτσι ακριβώς ορίζεται η σύνοψη της ιστορίας υπό την καπιταλιστική προοπτική: ολοκληρωτική αναγωγή του δουλοκτητικού και του φεουδαρχικού νομοταξικού συστήματος σε ένα ενιαίο μη-νομοταξικό και ολοκληρωτικά χρηματιστικό (αντι-) κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Το θεμελιωδώς πολύτιμο εργαλείο ολάκερης αυτής της αναγωγικής αλλοτρίωσης υπήρξε η κορύφωση του χυδαίου υλισμού της αστικής (ταξικής) απόλαυσης. Τούτη η πρωτοφανής για τα ιστορικά δεδομένα ασύμμετρη συνέχεια (ασυνέχεια) της ιστορικής εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών, ερμηνεύει και την καταλυτική ασυνέχεια που κλειδώνει την παρένθεση («ορατό» σύμπαν) σχεδόν οριστικά. Από εκείνη τη «στιγμή» και μετά, η αργά παλλόμενη παρένθεση μετατράπηκε σε εκθετικά διαστελλόμενη φούσκα του Γαργαντούα.

Σκεφτόμαστε λοιπόν το υπέρογκο άθροισμα φαντασιακών, κεντρικών νευρικών συστημάτων και ατομικών ψευδαισθήσεων που έχουν εισαχθεί ως ανεξάρτητες μεταβλητές στην προηγούμενη από τον καπιταλισμό (νομοταξική) απεικόνιση. Και φοβόμαστε να ομολογήσουμε πόσο παχιές έχουν γίνει οι καινούριες υλικές συνεπαγωγές σε σχέση με τις παλιές. Οι δημόσιες σχέσεις αυτές της ανίερης τράμπας διεκπεραιώνονται μέσω της τεχνολογίας. Και νάτο το κλειδί της εξίσωσης που ανοίγει το κατώφλι της συνείδησης: η τεχνολογία, με το άλλοθι των δημόσιων σχέσεών της, καταλαμβάνει πραξικοπηματικά τον γνήσιο δημόσιο χώρο του Συμβολικού που έχουμε δηλώσει (στη Φιλοσοφία της Οικονομίας). Διότι, καθώς το φαντασιακό, δηλαδή ο ιδιωτικός χώρος όπως έχουμε πει (στη Φιλοσοφία της Οικονομίας), απογειώνεται θεαματικά στο καπιταλιστικό σύστημα, ευνόητο είναι ότι μειώνεται εξίσου σημαντικά η συμβολική τάξη-ο δημόσιος χώρος. Έτσι, το έδαφος που χάνει αυτός κερδίζει αξιωματικά η τεχνολογία με τον ψευδο-χώρο της, τις δημόσιες σχέσεις της. Να λοιπόν πώς εξηγείται η ολοκληρωτική επικράτηση της τεχνολογικής φρεναπάτης του παρενθετικού δυτικού πολιτισμού.

Στην τσιμπίδα του νόμου της καπιταλιστικής προσταγής, υπάρχω για να έχω και όχι για να είμαι, πιάστηκαν εξαπίνης ακόμη και τα μεγάλα επαναστατικά ρεύματα της κοινωνικής χειραφέτησης. Δεν χρειάζεται να μακρηγορήσουμε επ’ αυτού. Αρκεί να θυμηθούμε πώς τα διάφορα σοσιαλιστικά, κομμουνιστικά ακόμη και ελευθεριακά προτάγματα στο τέλος, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο, ταυτίστηκαν με την απόλυτη αληθοτιμή της ανάγκης για φαΐ, ρούχα και στέγη. Πράγμα που σημαίνει πως η σχετική αυτή ανάγκη εξισώνεται ουσιαστικά με την ψευδαίσθηση της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας, που αποτελεί την ειδοποιό διαφορά ενός μη-νομοταξικού (όπως ο καπιταλισμός) με ένα νομοταξικό στάτους (όπως τα δύο προηγούμενα συστήματα, της δουλοκτησίας και της φεουδαρχίας). Και βέβαια τώρα μιλάμε για το ιδεολογικό υπερόπλο της αστικής τάξης, τη «δημόσια δωρεάν παιδεία και εκπαίδευση» που παρέχει. Η ψευδαίσθηση πως ο άνθρωπος «μορφώνεται» και καθώς πιστοποιείται η «μόρφωσή» του αλλάζει τάξη προς μια καλύτερη και πλουσιότερη επιβίωση.

Και έτσι λοιπόν, η ονειροπαγίδα της μεγάλης φούσκας καλά κρατεί. Και όσο αυτή καλά κρατεί, εμείς πιασμένοι στα χρυσαφένια δόκανά της δεν μπορούμε να κουνήσουμε ούτε το δαχτυλάκι μας∙ πόσω μάλλον να ελευθερωθούμε…Βέβαια, εμείς, μέσα στην ψευδαίσθησή μας, νομίζουμε πολλές φορές πως κάνουμε εξεγέρσεις – και όντως αυτό κάνουμε. Αλλά όμως, η κοινωνική συνείδηση δεν είναι όλη εδώ μαζί μας. Επομένως, η ήττα μας είναι εκ προοιμίου εξασφαλισμένη. Μερικές φορές, αυτά που ίσως πετυχαίνουμε με την «επανάστασή» μας μπορεί πράγματι να εξωραΐζουν τη μωβ-μαύρη τρύπα μας, προσθέτοντας απλώς άλλη μια φωτεινή πινελιά ψευδαίσθησης στην προηγούμενη που ίσως έχει πια ξεθωριάσει. Και προφανώς κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί παρά την ίδια την παρένθεση.

7/3/2014

 

Η Επανάσταση ως Η Μέγιστη Πληροφορία της Ελευθερίας

Από τον Νώντα Κούκα

 

Λογικά σκεπτόμενοι θεωρούμε πως το κρυφό νόημα της ιστορικής πληροφορίας στο κεντρικό μήνυμα που «τρέχει» στο λογισμικό του σύμπαντος-υπολογιστή, και το οποίο είναι η ελευθερία, λέει ακριβώς αυτό: η ελευθέρωση της ανθρωπότητας θα έρθει μέσα από την ιστορική απελευθέρωση του καταναγκασμού της. Με άλλα λόγια, η σημασία της ιστορικής ύπαρξης στην ανθρώπινη εξέλιξη συνίσταται σε σταδιακή αποδέσμευση από την εξουσιαστική τάξη πραγμάτων, την οποία ο ίδιος ο άνθρωπος – υπό το κράτος πολύ ιδιαίτερων συνθηκών – έχει αποδεχθεί αφ’ εαυτού. Και για αυτό άλλωστε, η στάση και η συμπεριφορά του είναι διαρκώς αντιφατικές μεταξύ τους: ενώ κατά βάθος θέλει να απελευθερωθεί, η συμπεριφορά του, κατά τη συντριπτική πλειονότητα των πράξεών του, δείχνει το τελείως αντίθετο.

Στην πραγματικότητα, ό,τι ρυθμίζει την ιστορική συμπεριφορά του ανθρώπου είναι η συντήρηση, μέσω της μίμησης, μιας παραδομένης συμπεριφοράς από γενεά σε γενεά. Άρα, ήθη και έθιμα, παράδοση και συντήρηση, αποτελούν ασφαλώς τον τετραγωνισμό του κύκλου της ιστορίας. Ένας κύκλος που, όταν δεν σπάει και δεν περνάει σε ανώτερες τροχιές, εκπίπτει σε vicious circles (φαύλους κύκλους), που επιφέρει το σάπισμα της ίδιας της ιστορίας. Εντέλει, για να το πούμε ξεκάθαρα, το τέλος της ιστορίας, αυτός ο φοβερός φαύλος κύκλος που βιώνει η ανθρωπότητα για πάνω από δύο αιώνες, δεν είναι παρά ένας τεράστιος ουροβόρος όφις, μια απειλή δηλαδή για το ίδιο το σώμα της ιστορίας. Αν η ανθρωπότητα δεν μπορέσει να τον αποτινάξει από επάνω της, τότε θα είναι άξια της μοίρας της…

 

Εν πάση περιπτώσει, θα φροντίσουμε να μη μακρηγορήσουμε. Η ιστορική εμπειρία έχει καταδείξει πως οι φαύλοι κύκλοι της ιστορίας ξεπερνιούνται είτε με γνήσιες επαναστάσεις είτε με γνήσιες θεομηνίες (σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί κ.λπ.) – πολλές φορές δε, και με συνδυασμό των δύο. Βλέποντάς το από τη ματιά της δικής μας εκδοχής της θεωρίας της πληροφορίας, πρόκειται για υπέρτερη ανταλλαγή πληροφορίας σε δύο αντίστοιχα σημεία του χωροχρόνου – στον οριζόντιο και τον κάθετο άξονα της γήινης συνθήκης.

Όταν συγκεντρώνεται μέγιστη πληροφορία σε δύο τέτοια σημεία (διαφορετικών επιπέδων του χωροχρόνου), και αυτό συμβαίνει πάντοτε ανά τακτά ιστορικά διαστήματα, τότε επιβάλλεται αναδιάταξη της γήινης συνθήκης. Η αναδιάταξη αυτή επιβάλλεται τόσο στον οριζόντιο άξονα της ανθρώπινης ιστορίας όσο και στον κάθετο άξονα της φυσικής ιστορίας του γήινου συστήματος, ως μέρους της πλανητικής δομής του ηλιακού συστήματος, η οποία με τη σειρά της αποτελεί λειτουργικό στοιχείο της γαλαξιακής συμπαντικής δομής.

Η αλλαγή στον ιστορικό ρου της ανθρωπότητας επισυμβαίνει με την (γνήσια) επανάσταση – που έτσι εκλαμβανόμενη φαίνεται καθαρά ότι είναι τέκνο της ιστορικής αναγκαιότητας, σε συνεργασία με την αύξηση της υπεραξίας στην εκάστοτε ιστορικά προσδιορισμένη ιστορική συνείδηση της ανθρωπινότητας. Από την άλλη μεριά, η ανάταξη στη φυσική ιστορία του πλανήτη (άρα, κατ’ επέκταση και του πλανητικού συστήματος, γενικότερα) συντελείται με γεγονότα μείζονος σημασίας, όπως είναι οι πλανητικοί σεισμοί ή οι λεγόμενες «θεομηνίες», τα λεγόμενα «ακραία καιρικά φαινόμενα», μέχρι το υπέρτατο γεγονός ενός «κατακλυσμού». Σε κάθε περίπτωση, και η ανθρώπινη ιστορία και η φυσική ιστορία ανταλλάσσουν συμμετρική πληροφορία, διότι το πρωτόκολλο του μηνύματος που αφορά στην ελευθέρωση της ατομικής/υλικής συνείδησης και τον μετασχηματισμό της πρώτα σε κοινωνική και έπειτα σε κοσμική συνείδηση, προϋποθέτει συνεργασία του οριζόντιου ιστορικού με τον κάθετο φυσικό άξονά της. Κατά συνέπεια, οι μεγάλες γνήσιες επαναστάσεις προλογίζονται ή επι-λογίζονται από μεγάλα φυσικά γεγονότα∙ είτε, επίσης, μείζονες φυσικές καταστροφές προλειαίνουν το έδαφος για σημαντικές κοινωνικές επαναστάσεις. Πάντως, η μεγαλύτερη και ισχυρότερη συμμετρική αναλογία εντοπίζεται ανάμεσα στην επανάσταση και τον εγκέλαδο. Τα γεγονότα αυτά μοιάζουν σαν δίδυμα αδελφά σημεία του χωροχρόνου, έτσι ακριβώς όπως τα περιγράψαμε, και εναλλάσσονται μεταξύ τους συμμετρικά, πότε ως πληροφορία και πότε ως ενέργεια-εντροπία. 

 

28 Φλεβάρη 2014

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Όπως η Γενική Σχετικότητα δεν παρέχει απλώς μια νέα γεωμετρία για τους νόμους της βαρύτητας, αλλά προσδιορίζει την ίδια τη βαρύτητα με όρους γεωμετρικούς, ως καμπυλότητα του χωροχρόνου, έτσι και η γνήσια μη-ιδεολογικοποιημένη Αν-αρχία δεν παρέχει απλώς μια νέα ιδεολογία, τάχατες απελευθερωτική, αλλά προσδιορίζει την ίδια την ελευθερία με όρους κοινωνικούς ως αποσυστροφή κωδίκων της (υπνώττουσας)κοινωνικής συνείδησης.

Ή, για να το γράψουμε και αλλιώς:

Όπως η Θεωρία της Σχετικότητας συνέβαλε τα μέγιστα στην αντικατάσταση των διαισθητικά προφανών ευκλείδειων μαθηματικών του Νεύτωνα, με τη μη διαισθητική ευκλείδεια γεωμετρία, κατά τον ίδιο τρόπο η Θεωρία της Αναρχίας μπορεί να συμβάλει αποτελεσματικά στην αντικατάσταση των διαισθητικά προφανών (και άρα, τόσο απατηλών) αριστεροδεξιών/ψευτοαντιεξουσιαστικών ιδεολογιών με τη μη διαισθητική γεωμετρία της Θεωρίας της Κοινωνικής Συνείδησης.

Για αυτό λέμε ότι: η Θεωρία είναι η καλύτερη Πράξη.

Νώντας Κούκας

21/2/2014

Η ΜΑΥΡΗ ΤΡΥΠΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ: δυο φαινομενικότητες με έδρα την ίδια πραγματικότητα

Image

Από τον Νώντα Κούκα

Ξέρετε, τόσο ο θετικισμός όσο και ο υποκειμενικός (ψυχολογικός) ιδεαλισμός ενέχουν μέσα τους την αντίληψη της γνώσης ως άρρητη και κατά συνθήκη παραδοχή. Η πρόληψη και η προκατάληψη είναι η πεμπτουσία της ιδεολογίας της κοινής λογικής είτε αυτή απαντάται στον μάγο της φυλής είτε στον μαθητευόμενο μάγο της κβαντομηχανικής. Και ο πρώτος και ο δεύτερος, με διαφορετικές βέβαια φαινομενικότητες, αναπαράγουν μηχανιστικά τη σταθερή δομή ενός δογματικού στερεότυπου – της αυθόρμητης συνείδησης της εμπειρίας: αυθόρμητη συνείδηση της εμπειρίας σημαίνει ότι έχω ρυθμίσει και έχω προσαρμόσει τη συνείδησή μου σε έναν μονολιθικά αυστηρό και άτεγκτο τρόπο αντίληψης του περιρρέοντος περιβάλλοντός μου. Για παράδειγμα, αν κάθομαι στο παράθυρο του σπιτιού μου για έναν μήνα και επί δεκαέξι ώρες κοιτάζω έξω να περνούν δέκα συγκεκριμένα αυτοκίνητα, όλα όμως τα ίδια, τότε είναι σίγουρο πως έχω ρυθμίσει τη συνείδησή μου απολύτως να παρατηρώ μόνο αυτά τα δέκα συγκεκριμένα αυτοκίνητα και τίποτα άλλο. Έτσι, αν την τριακοστή πρώτη ημέρα περάσει κάποιο διαφορετικό αυτοκίνητο, ή ακόμη και δέκα διαφορετικά αυτοκίνητα, είναι σχεδόν σίγουρο πως πάλι εγώ θα παρατηρώ τα γνώριμά μου αυτοκίνητα και τίποτα άλλο. Σκεφτείτε τώρα αυτό να γίνεται μια ολόκληρη ζωή! Οποία προκατάληψη, που θα μπορούσε να εκλαμβάνεται ως «πραγματικότητα» σε κάθε περίπτωση…

Η αυθόρμητη συνείδηση λοιπόν της εμπειρίας είναι η μαθημένη συμπεριφορά, μέσω της οποίας το εμπειρικό υποκείμενο διαμορφώνει, σε σχέση πάντα με τα υπόλοιπα υποκείμενα που το περιστοιχίζουν, μια ακατάλυτη πρόληψη/προκατάληψη που ονομάζεται συμβατικά κοινωνία-κόσμος. Βασικά, ο κοινωνικός αλλά και ο ιστορικός κόσμος δεν είναι παρά οι τρόποι της φαινομενικότητας μιας σταθεράς και αμετάβλητης δομής της πραγματικότητας, που όμως είναι αόρατη στην εμπειρία. Τούτη η εμπειρία μόνο φαινομενικότητες μπορεί να διαχειρίζεται και να μετασχηματίζει. Η βαθιά δομή της πραγματικότητας παραμένει ακίνητη και αλώβητη. Απλά μετατοπίζεται η ομάδα συμμετρίας της, για να μπορεί η εμπειρική συνείδηση να εξελίσσεται μετασχηματίζοντας τους φαινόμενους κόσμους της.

Το ίδιο αναλόγως συμβαίνει και στη φυλή της ζούγκλας. Η συνήθεια της καθημερινής παρατήρησης και εμπειρίας προσανατολίζουν τη «μέση συνείδηση» στην πρόγνωση και στην πρόληψη των δυσάρεστων εκπλήξεων που θα μπορούσαν να ανατρέψουν την ασφάλεια της φυλής. Εκεί το ξόρκι αναλαμβάνει να θωρακίσει μαγικά την απρόσκοπτη διαιώνιση του πολιτισμού της φυλής. Εδώ στον δυτικό κόσμο, αντίστοιχα, είναι η εξέλιξη της τεχνολογίας που αναλαμβάνει να διαιωνίσει ομαλά και ευθύγραμμα, όσο είναι δυνατόν, τον δυτικό πολιτισμό και, ουσιαστικά, τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (του).

Στην πραγματικότητα, αυτή είναι η αιτία του «θετικισμού» – πρωτόλειου ή εξελιγμένου: να εξασφαλίζεται η κοινωνική τάξη δίχως προσκόμματα. Και για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο πρέπει οι εκάστοτε «ελίτ» να διαθέτουν μια πρακτική γνώση, δηλαδή μια εμπειρική καθαυτό «γνώση», που τους επιτρέπει να παρεμβαίνουν και να μετασχηματίζουν την καθημερινότητα των «αφελών» υπηκόων τους. Με αυτόν τον τρόπο, επιβάλλονται πάνω σε αυτούς και τους χειραγωγούν κατάλληλα. Και μιλάμε για «αφελείς» υπηκόους, διότι εξ αντικειμένου δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι το πρακτικό αυτό όπλο της εξουσίας οφείλει να διαθέτει οπωσδήποτε δύο πεδία: πρώτα το χειροπιαστό, το υλικό πεδίο, που είναι αντικείμενο, πράγμα που φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού. Και κατόπιν, το δεύτερο και το κυριότερο, η υλική αυτή βάση μεριμνάται έτσι, ώστε να είναι εμβαπτισμένη με τις τρεις κυριότερες ιστορικά (ψυχο-) ιδεολογίες που πηγάζουν από τα τρία «μαγικά» σύμβολα της κοινωνικής ιστορίας του ανθρώπινου είδους: το τοτέμ, το ταμπού και το φετίχ. Εξοπλισμένα, τόσο το εξωτικό ξόρκι όσο και η σύγχρονη γνώριμη τεχνολογία με τα δύο αυτά πανίσχυρα δυναμικά πεδία, τούτα τα εργαλεία βασίζονται στην ίδια πραγματικότητα, στην ψευδή συνείδηση της άμεσης εμπειρίας, με δύο όμως διαφορετικές φαινομενικότητες: το μεν ξόρκι εκφράζει τον ψυχολογισμό (σπιριτουαλισμό), η δε τεχνολογία εκφράζει τον (θετικό-τεχνοκρατικό) λογικισμό. Αλλά και οι δύο αυτές διαφορετικές φαινομενικότητες εδράζονται στον θετικισμό-φορμαλισμό (απλοϊκό ή εξελιγμένο, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία).

Αυτό εννοούμε ως «πρακτική γνώση» – τη δικτατορία της εμπειρίας του ορατού επί της α-πειρίας του αόρατου, της ψευδούς συνείδησης του φαίνεσθαι επί της κοσμικής συνείδησης του είναι. Τελικά, γνώση για τον θετικισμό είναι μόνο ό,τι πηγάζει από το πείραμα, ό,τι αποδεικνύεται σε πρακτικό επίπεδο. Βέβαια, εξισώνοντας το πρακτικό με το πραγματικό, δεν κάνεις τίποτα άλλο από το να εξισώνεις την ίδια τη δομή με τον τρόπο με τον οποίο αναγκάζεται να εμφανίζεται αυτή η δομή, για να γίνει αντιληπτή από την περιορισμένη αντίληψη του εμπειρικού ανθρώπου. Και βέβαια η μεγάλη αυτή πλάνη δεν εξισορροπείται απλά και μόνο επειδή μέσω της τεχνολογίας – αλλά και των μαθηματικών ακόμη – μπορείς και διατυπώνεις έναν ποσοτικό νόμο που δεν είναι παρά ένας παραγόμενος τύπος ο οποίος, αν και είναι αναβαθμισμένος γλωσσικά (δηλαδή μαθηματική γλώσσα), ωστόσο δεν παύει να αφορά στη φαινομενικότητα ως ποσοτική έννοια δεύτερης τάξης.

Ιδού το δήλιον πρόβλημα της τεχνολογίας. Η εξέλιξή της κάνει ολοένα και πιο αφηρημένη την αφηρημένη έννοια της φαινομενικότητας. Και τούτο, επειδή κάθε προοδευτικό βήμα της τεχνογνωσίας συνεπάγεται και άλλη μια σημασιολογική αφαίρεση από την πρώτη αφαίρεση, που είναι η αναγκαστική ψευδαίσθηση της δομικής πραγματικότητας ως φαινόμενης πραγματικότητας. Έτσι λοιπόν, φαίνεται πως πράγματι η σύγχρονη τεχνολογία λειτουργεί ικανοποιητικά, προσφέροντας γνώση στην επιστήμη και εξυπηρετώντας βιοτικές ανάγκες του μέσου ανθρώπου. Είναι όμως έτσι στην πραγματικότητα; Ή μήπως απλά εξισορροπεί την ψευδαίσθηση εντός παρένθεσης, τροφοδοτώντας την με τα συνεχή της «ήξεις-αφήξεις».

Τέλος Πρώτου Κύκλου

31/1/2014

 

Η ΜΑΥΡΗ ΤΡΥΠΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ

Image

Από τον Νώντα Κούκα

Ο Τζορτζ  Όργουελ, το 1946, δήλωνε ότι «…για να δούμε τι υπάρχει μπροστά στη μύτη μας, χρειάζεται αγώνας διαρκείας». Τα λόγια του αυτά περιγράφουν με έξοχη ακρίβεια, αλλά και με κομψή μεταφορικότητα, τόσο τον κοινωνικό (και ιστορικό, συνάμα) κόσμο που μας περιβάλλει όσο και το ίδιο το (ορατό) σύμπαν που μας «ενσωματώνει».

Πιο συγκεκριμένα, τα λόγια του Όργουελ παραπέμπουν κατευθείαν στις θεωρίες συνωμοσίας, που κατατρύχουν το ανθρώπινο φαντασιακό σε ολόκληρη την εξέλιξη της ιστορικής διαδρομής του. Και εξηγούμαστε.

Η συνωμοσιολογία εμφανίζεται για να καλύψει ή τουλάχιστον να εξορθολογήσει την ανθρώπινη αδυναμία για ευθυκρισία και ορθή εκτίμηση των πραγμάτων. Διότι δύο τινά κάνει η ανθρώπινη ματιά: ή είναι πολύ κοντόθωρη ή δεν είναι αρκετά κοντόθωρη. Η πρώτη περίπτωση αφορά στη στενομυαλιά με την οποία αντιμετωπίζεται η κοινωνική ιστορία του κόσμου τόσο σε μικροσκοπικό όσο και σε μακροσκοπικό επίπεδο. Η δεύτερη περίπτωση συνάπτεται με την ασυνάρτητη προσδοκία της «πεπαλαιωμένης» φυσικής να κατανοήσει τη σύγχρονη, απέραντη κοσμοθεωρία. Γιατί τι άλλο μπορεί να κάνει η αναφορά σε παρωχημένες-προκατειλημμένες κοσμολογίες όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε την «απρόβλεπτη» συμπεριφορά του σύμπαντος; Τίποτε άλλο δεν μπορεί να κάνει παρά να χάνεται, σαν το έρμο το καρυδότσουφλο, στα αφρισμένα κύματα του ωκεανού. Είναι σαν να θέλει εναγωνίως να κοιτάξει κατευθείαν το ίδιο το φεγγάρι, δυστυχώς όμως το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να κοιτάζει το δάχτυλο που το δείχνει, και όχι το ίδιο το φεγγάρι.

Η θεωρία της κοινωνικής και ιστορικής συνωμοσίας θέλει πάντοτε τους «λαούς» να επιβουλεύεται ο ένας τον άλλον – οπωσδήποτε με δόλιους και αφανείς τρόπους. Συγχρόνως, ο κάθε «λαός» δεν ευθύνεται καθόλου για την ιστορική του αποτυχία ή επιτυχία. Ή, ακόμη καλύτερα, όποτε ο ίδιος ευημερεί, τότε πάντοτε ή σχεδόν πάντοτε, είναι ο ίδιος υπεύθυνος για αυτή του την ευημερία και κανείς άλλος. Όταν όμως περνάει σε παρακμή ή «οικονομική κρίση», τότε ασφαλώς υπάρχουν ξένα κέντρα που μηχανορραφούν εις βάρος του. Άλλοι, οι …«περιούσιοι λαοί», βρίσκονται σε ακόμη δυσχερέστερη θέση: υπάρχει ένα διαρκές κονκλάβιο που μονίμως τους κατατρέχει.

Στην περίπτωση της κοσμολογίας, η θεωρία της συνωμοσίας ξεσπάει με δύο κυρίαρχους ιδεολογικούς τρόπους, στους οποίους έχει ενταχθεί η συντριπτική πλειονότητα των συμβατικών επιστημόνων: το σύμπαν ή έχει δημιουργό ή δεν έχει. «Ενδιάμεση», που λένε, περίπτωση δεν υπάρχει. Ουσιαστικά, αυτή τη στιγμή, όλα σχεδόν τα πειράματα που διεξάγονται για την αποκάλυψη υποτίθεται της βαθιάς δομής του σύμπαντος αποσκοπούν στη δικαίωση της μιας από τις δύο αυτές ιδεολογίες. Ενώ, στην πραγματικότητα ελαχιστότατοι είναι οι φιλόσοφοι και οι κοσμολόγοι (αλλά και οι θεωρητικοί και οι πειραματικοί φυσικοί) που ξεκινούν την έρευνα ανεπηρέαστοι από το δόγμα της «δημιουργίας» ή της «μη-δημιουργίας».

Έτσι λοιπόν, με ποιον τρόπο μπορεί στη μεν Γη να κατανοηθεί η γνήσια ταξική ιστορία – και άρα η γνήσια ταξική πάλη, έτσι ώστε να πραγματοποιηθεί η ελευθερία, η ισότητα και η αδελφοσύνη, όταν η θεωρία της συνωμοσίας και της επιβουλής ζει και βασιλεύει μέσα στην ίδια την καρδιά της ανθρωπότητας;

Και από την άλλη μεριά, πώς η σύγχρονη κοσμολογική σκέψη θα διαισθανθεί τη γνήσια πληροφορία, που με τη σειρά της δημιουργεί τη λογική κατασκευή: «Σύμπαν», όταν η α-νόητη και κενή περιεχομένου έννοια «Θεός» κυριαρχεί – είτε ως θεϊσμός είτε ως αθεΐα, αδιάφορο στην ουσία – στα μυαλά και των πιο ιδιοφυών ερευνητών;

Τελικά, η αβάσταχτη ελαφρότητα της ιδεολογίας είναι ακριβώς αβάσταχτα ελαφριά επειδή διαθέτει ήδη το ίδιο βέλος του χρόνου. Είτε ξεκινάει από τον ουρανό προς τη Γη είτε από τη Γη προς τον ουρανό, το αποτέλεσμα είναι μια μαύρη τρύπα, η ασύλληπτη βαρύτητα της οποίας κονιορτοποιεί τα πάντα κι εδώ κάτω κι εκεί πάνω.  

Πρόκειται για τη μαύρη τρύπα της ιδεολογίας…

24/1/2014

Η Κοινωνική Φιλοσοφία στις μέρες μας

Από τον Νώντα Κούκα

Ο Λόγος και η Ιδέα του στην κοινή εμπειρία (i)

Η φαντασία και ο υποκειμενικός αναστοχασμός – γενικά δηλαδή μιλώντας, η ψυχολογία – κατατέμνουν το Όλον (τον Λόγο) σε στιγμιοτυπικά κομμάτια «πραγματικότητας». Έτσι λοιπόν δημιουργείται ο «κόσμος» και η περατότητά του. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο βρίσκονται ατάκτως ερριμμένα τα πράγματά του. Δηλαδή, τα αντικείμενα και τα «υποκείμενα». Κατά συνέπεια, τόσο τα αντικείμενα όσο και τα «υποκείμενα» δεν είναι παρά η διαίρεση του κόσμου σε άπειρα περατή εμπειρία. Κοντολογίς, εκεί όπου τελειώνει το υποκείμενο αρχίζει το αντικείμενο, και αντίστροφα∙ εκεί όπου τελειώνει το αντικείμενο αρχίζει το υποκείμενο.

Ο φαύλος αυτός δυϊσμός ταυτίζεται με ό,τι καλείται εμπειρία και επιβίωση (όχι Ζωή). Η εν λόγω εμπειρική «πραγματικότητα» συλλαμβάνεται μόνον a posteriori, δηλαδή εκ των υστέρων, και δεν έχει καμία, μα καμία, σχέση με τον a priori, δηλαδή εκ των προτέρων, Λόγο. Τούτος δεν επιτελεί καμία γνωστική λειτουργία και επομένως, αφού στερείται φαντασία και υποκειμενικό αναστοχασμό, δεν διαθέτει καμία αυτογνωσία. Διαθέτει όμως καθαρή (οντολογικά μιλώντας) απειρία.

Η απειρία του Λόγου και η καθαρή (με την έννοια της καθαρής αφαίρεσης), άπειρη έννοια της περατότητας (εμπειρισμός-ψυχολογισμός) μπορεί τυπικά να ταυτίζονται, όμως διαφέρουν ριζικά στο οντολογικό πεδίο. Διότι η άπειρη έννοια της περατότητας, κάθε περιεχόμενο και πλήρωση που δίνει και πρέπει να προσδώσει στον εαυτό της, οφείλει να είναι ένα οντολογικό μηδενικό. Εξ ου λοιπόν και η διαφορά οντολογίας και επιστημολογίας ή φιλοσοφίας και επιστημονισμού.

Όπως προείπαμε, τον ίδιο τον Λόγο, δηλαδή την ενότητα και καθολικότητα όλων των πραγμάτων, τη μη περατότητα και άρα μη-«αντικειμενικότητα» (με την έννοια της εμπειρίας), δεν μπορούμε να τον συλλάβουμε αυτόν καθεαυτόν. Μπορούμε όμως να κάνουμε λόγο για την Ιδέα του. Όμως, προσοχή! Νομιμοποιούμαστε να μιλήσουμε για την Ιδέα του Λόγου μόνο αν τη θεωρήσουμε με την αντίθετη σημασία της τόσο σε σχέση με τη φαντασία όσο και σε σχέση με τον υποκειμενικό αναστοχασμό.

Από την Ιδέα του Λόγου στην κοινή λογική της εμπειρίας

Με αυτόν τον τρόπο παρεμβαίνει η Ιδέα του Λόγου και «συμβιβάζει» την κατάσταση. Από τη μια όμως, αυτή γνωρίζει την άπειρη οντολογικότητα του Λόγου (και άρα γνωρίζει τη μη ύπαρξη της εμπειρίας, της άπειρης δηλαδή περατότητας)∙ από την άλλη όμως, αναγκάζεται και να την αναγνωρίζει μέσω της φαντασίας και του υποκειμενικού αναστοχασμού – δηλαδή της ψυχολογίας. Έτσι λοιπόν προκύπτει ένας καθαυτό παραλογισμός (προσοχή όμως όχι με την ψυχολογίστικη ή ψυχιατρική έννοια του όρου). Να λοιπόν πώς παράγεται η λεγόμενη «κοινή λογική», ως ψευδαίσθηση του λεγόμενου «κοινού νου».

Η κοινή λογική λοιπόν φαντάζει από τη σκοπιά της Ιδέας του Λόγου σαν ένας καθαρός παραλογισμός. Όσο δε για τον ίδιο τον Λόγο (και όχι την Ιδέα του) η κοινή λογική ταυτίζεται με την ίδια την οντολογική αφαίρεση της (εμπειρικής) πραγματικότητας. Και έτσι όλα τα (υλικά) αντικείμενα δεν είναι παρά κατοπτρικές αντικαταστάσεις, περατές και αποσπασματικές, της απειρίας του Λόγου. Εν κατακλείδι, τούτη η κατάσταση δεν είναι παρά αυτή που προσλαμβάνουν οι πέντε «μικρές» αισθήσεις μας ως εμπειρική πραγματικότητα.

Η ανθρώπινη κοινότητα εξελίχτηκε μέσω ενός «ατυχήματος» σε ανθρώπινες κοινωνίες. Το «ατύχημα» αυτό ήταν η κατάλυση του Λόγου σε Φαντασιακό, Συμβολικό και Πραγματικό, όπως έχουμε γράψει αλλού στη Φιλοσοφία της Οικονομίας. Το τελευταίο, το Πραγματικό δηλαδή, ως Τάξη-Order, οργάνωσε βασικά τη φαντασία και τον υποκειμενικό αναστοχασμό προς την ψυχο-ιδεολογική τάξη των πραγμάτων. Η κίνηση αυτή κούρδισε και τον ιστορικό χρόνο της ανθρώπινης υπόστασης. Αλλά σε αυτό θα επανέλθουμε σε επόμενο σημείωμα.

Επιμύθιο

Η ταξική ιστορία και ο συνακόλουθος πολιτισμός της συνιστά ένα συμβεβηκός της επιβίωσης και όχι την ουσία της ίδιας της Ζωής (Leben). Τούτη θα φανερωθεί μόλις λήξει το ιστορικό ατύχημα και όταν πια θα έχει ξεκινήσει η περιπέτεια της ιστορίας του Λόγου. Μιλάμε βέβαια για την αταξική οικουμενικότητα.

Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για τη Δύση: Ελευθερία-Οικουμενικότητα ή αιχμάλωτη ανθρωπότητα.

Η επιστήμη της λογικής και η διαλεκτική λογική (ii)

Κριτική στον δυαδισμό – η άρνηση, η αντίφαση και η αντίθεση

Ξανάρχεται στο φως, στους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε, η συστηματική διαλεκτική που εισήγαγε ο Χέγκελ (Hegel) στο έργο του Επιστήμη της Λογικής. Πρόκειται για το δυσκολότερο ίσως έργο στην ιστορία της φιλοσοφικο-λογικής σκέψης.

Το πρώτο μέρος του σημειώματος αυτού θα ασχοληθεί με πέντε (5) «σκοτεινά» σημεία που αφορούν: από τη μια, τον άξονα πάνω στον οποίο κινείται η κριτική του δυαδισμού και, από την άλλη, τον άξονα πάνω στον οποίο κινείται η άρνηση και η αρνητικότητα. Δύο άξονες που, μαζί με τον άξονα της οικουμενικότητας, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της διαλεκτικής λογικής (και κατ’ επέκταση του διαλεκτικού υλισμού).

Στα εν λόγω πέντε πολύ δύσκολα σημεία της διδαχής του Χέγκελ, δυστυχώς, δεν δόθηκε η πρέπουσα προσοχή με αποτέλεσμα τόσο την παρερμηνεία όσο και την υπερερμηνεία τους.

  • Σημείο πρώτο

Δεν δόθηκε αρκετή προσοχή στο γεγονός ότι ο Χέγκελ παρουσιάζει τη λογική του σαν ένα κριτικό πρωταρχικό όργανο. Πάνω απ’ όλα κάνει κριτική στην άποψη της κοινής λογικής πως το υλικό της γνώσης κυριαρχεί αφ’ εαυτού και δι’ εαυτό με το σχήμα ενός εντελούς κόσμου πέρα από τη «Σκέψη». Πως υπάρχει σαν κάτι αφ’ εαυτού εντελούς και πλήρους, κάτι το οποίο, στο βαθμό που αφορά στην πραγματικότητα, θα μπορούσε τελείως να υπάρξει δίχως τη σκέψη. Αυτό συνεπάγεται κάτι πολύ περισσότερο από μια επιστημολογική κριτική.

Γιατί, ένας τέτοιος δυαδισμός – σκέπτεται ο Χέγκελ – ισοδυναμεί με συμβιβασμό με έναν κόσμο έτσι όπως είναι, και με μια παραίτηση της σκέψης από το υψηλό καθήκον της να εναρμονίσει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων με την αλήθεια. Η διάσταση της σκέψης από το ον, υπονοεί ότι η σκέψη υποχώρησε μπροστά στην επέλαση της «κοινής λογικής». Αν λοιπόν θέλουμε να φτάσουμε στην αλήθεια, πρέπει να σαρώσουμε την επίδραση της κοινής λογικής και μαζί με αυτήν τις κατηγορίες της παραδοσιακής λογικής, οι οποίες άλλωστε αποτελούν τις φιλοσοφικές κατηγορίες της κοινής λογικής που κατηγοριοποιεί και διαιωνίζει μια ψευδή πραγματικότητα.

  • Σημείο δεύτερο

Το έργο της αποδυνάμωσης της κοινής λογικής αναλαμβάνει η διαλεκτική λογική. Και πάλι, δεν δόθηκε η δέουσα προσοχή στην «αρνητικότητα», που όχι απλώς χαρακτηρίζει τη διαλεκτική λογική, αλλά κυριολεκτικά τη δομεί. Άλλο πράγμα είναι απλά χαρακτηρίζω κάτι, και τελείως διαφορετικό πράγμα είναι δομώ κάτι. Η άρνηση λοιπόν συνιστά την ποιότητα της διαλεκτικής λογικής. Και το πρώτο βήμα προς την αληθινή έννοια της λογικής είναι βήμα «άρνησης». Η άρνηση υποστασιοποιεί τη γνήσια διαλεκτική μέθοδο.

  • Σημείο τρίτο

Το τρίτο σημείο, το οποίο παρερμηνεύτηκε αρκετά, αφορά στη γενικότερη χρήση του «αρνητικού» στη διαλεκτική λογική. Σε όλες τις χρήσεις λοιπόν, το «αρνητικό» έχει διττή αναφορά: πρώτον, τονίζει την άρνηση των σταθερών και στατικών κατηγοριών της κοινής λογικής. Δεύτερον, υπογραμμίζει τον αρνητικό και, συνεπώς, αν-αληθή χαρακτήρα του κόσμου που ορίζουν αυτές οι κατηγορίες. Η άρνηση εκδηλώνεται σε αυτή καθεαυτή τη λειτουργία της πραγματικότητας, έτσι ώστε τίποτε απ’ ό,τι υπάρχει δεν είναι αληθινό στη δεδομένη του μορφή. Κάθε επιμέρους πράγμα πρέπει να αναπτύξει νέες καταστάσεις και μορφές, αν πρόκειται να εκπληρώσει τις λανθάνουσες δυνατότητές του.

  • Σημείο τέταρτο

Η ύπαρξη των πραγμάτων είναι βασικά αρνητική. Τα πάντα υπάρχουν ξέχωρα από την αλήθεια τους. Ενώ η πραγματική κίνησή τους, οδηγημένη από τις λανθάνουσες δυνατότητές τους, συνιστά την ανέλιξή τους προς αυτήν την αλήθεια. Η φορά της ανέλιξης, ωστόσο, είναι άμεση και ευθύγραμμη. Η άρνηση που περιέχει το κάθε πράγμα καθορίζει το ίδιο του το ον. Η υλική πλευρά της αλήθειας ενός πράγματος έγκειται σε αυτό που το πράγμα δεν είναι. Σε αυτό που απωθεί και αποκλείει το αντίθετό του. Λέει ο Χέγκελ στην Επιστήμη της Λογικής: «Το ένα και μοναδικό πράγμα για να εξασφαλιστεί η επιστημονική πρόοδος…είναι η γνώση της λογικής έννοιας ότι, η Άρνηση αποτελεί τόσο Κατάφαση όσο και Άρνηση ή ότι, το αφ’ εαυτού αντιφατικό δεν διαλύεται στην αναίρεση, στο αφηρημένο Τίποτε, αλλά το μόνο που κάνει ουσιαστικά είναι να αναλύεται στην άρνηση του ιδιαίτερου περιεχομένου του…».

  • Σημείο πέμπτο

Η αντίφαση – ή η συγκεκριμένη μορφή της την οποία εξετάζουμε, η αντίθεση δηλαδή – δεν εντοπίζει την πραγματική ταυτότητα του πράγματος, αλλά παράγει την ταυτότητα αυτή με τη μορφή ενός εξελικτικού προτσές κατά τη διάρκεια του οποίου αναπτύσσονται οι λανθάνουσες δυνατότητες των πραγμάτων. Ο νόμος της ταυτότητας που διέπει την παραδοσιακή λογική συνεπάγεται λογικά τον αποκαλούμενο νόμο της αντίθεσης. Α ισούται με Α μόνο ώς τον βαθμό που έρχεται σε αντίθεση με το μη-Α. Ή η ταυτότητα του Α προκύπτει από, και περιέχει την, αντίθεση. Ο Χέγκελ υποστηρίζει ότι το Α δεν έρχεται σε αντίθεση με ένα εξωτερικό μη-Α, αλλά με ένα μη-Α που ανήκει σε αυτή καθεαυτή την ταυτότητα του Α. Διαφορετικά να το γράψουμε, το Α είναι αφ’ εαυτού αντιφατικό.

Το δεύτερο μέρος αυτού του σημειώματος θα ασχοληθεί με τον επίσης κεντρικό άξονα της διαλεκτικής λογικής, που αφορά στο οικουμενικό.

Η επιστήμη της λογικής και η διαλεκτική λογική (iii)

Η Ιδέα του Οικουμενικού

Στο δεύτερο μέρος του σημειώματος θα προσπαθήσουμε να αποκαταστήσουμε έξι (6) σημεία της συστηματικής διαλεκτικής λογικής σχετικά με την ιδέα του οικουμενικού. Ελπίζουμε έτσι πως θα καταδειχθεί πόσο άρρηκτα συνδεδεμένη είναι η ανατρεπτική σκέψη με το οικουμενικό. Κάθε συλλογιστική που νοθεύει την οικουμενική ανατρεπτική σκέψη με επιμέρους ιδεολογίες (τοπικού, εθνικού, φυλετικού ή οποιουδήποτε άλλου ιδεολογήματος), είναι εκ των προτέρων αντεπαναστατική.

Σημείο πρώτο

Κάθε πράγμα, λόγω της αρνητικότητας που είναι στη φύση του, συνδέεται με το αντίθετό του. Για να είναι αυτό που πραγματικά είναι, πρέπει να γίνει ό,τι δεν είναι. Όταν λέμε λοιπόν ότι το καθετί έρχεται σε αντίθεση με τον εαυτό του, τούτο σημαίνει πως η ουσία του έρχεται σε αντίθεση με τη δεδομένη του κατάσταση ύπαρξης. Η ίδια του η φύση, που σε τελευταία ανάλυση αποτελεί την ουσία του, το εξωθεί να «υπερβεί» την κατάσταση ύπαρξης στην οποία βρίσκεται, και να περάσει σε μια άλλη.

Κρίσιμο σημείο: Και όχι μόνο απλά να υπερβεί και να μεταβεί σε άλλη κατάσταση της ύπαρξής του. Αλλά θα πρέπει επιπλέον να υπερβεί και τα όρια της ιδιομορφίας του, και να τοποθετηθεί σε σχέση αντικειμενική με άλλα πράγματα.

Το ανθρώπινο ον για παράδειγμα, ανακαλύπτει την ατομική του ταυτότητα μόνο σε εκείνες τις σχέσεις που στην πραγματικότητα είναι η άρνηση της απομονωμένης ατομικότητάς του – με το να γίνει μέλος μιας ομάδας ή μιας κοινωνικής τάξης, της οποίας η οργάνωση, οι θεσμοί και οι αξίες καθορίζουν αυτή καθεαυτή την ατομικότητά του. Η αλήθεια του ατόμου υπερβαίνει την ιδιομορφία του, και ανακαλύπτει ένα σύνολο αντικρουόμενων σχέσεων μέσα στις οποίες η ατομικότητά του ολοκληρώνεται. Να λοιπόν, που για μια ακόμη φορά οδηγούμαστε στο οικουμενικό που συστήνει την πραγματική μορφή αλήθειας.

Σημείο δεύτερο

Η λογική μορφή του οικουμενικού είναι η ιδέα. Ο Χέγκελ λέει πως η αλήθεια και η ουσία των πραγμάτων ζει μέσα στην ιδέα τους. Η ιδέα είναι η έννοια που εκφράζει την ουσία τους, έτσι όπως διακρίνεται από την ποικιλία της φαινομενικής τους ύπαρξης. Και εδώ, δεν δόθηκε η βαρύτητα που θα έπρεπε, αφού δεν τονίστηκε όπως θα έπρεπε το εξής: πως ακόμη και η εκλαϊκευτική φυσική γλώσσα γνωρίζει τη σχέση μεταξύ της αλήθειας των πραγμάτων και της ιδέας τους. Λέμε ότι γνωρίζουμε και κατέχουμε την αλήθεια των πραγμάτων μέσα από τις ιδέες που έχουμε για τα πράγματα αυτά.

Σημείο τρίτο

Εδώ, τουλάχιστον υποτιμάται η συνέπεια της παραπάνω άποψης. Ενώ ο ίδιος ο Χέγκελ λέει, «όταν εννοούμε να μιλάμε για πράγματα, αποκαλούμε ιδέα τους τη φύση ή την ουσία των πραγμάτων αυτών», ταυτόχρονα υποστηρίζουμε πως η ιδέα «υπάρχει μόνο για τη σκέψη». Διότι υπάρχει ο ισχυρισμός, η ιδέα είναι οικουμενική, ενώ ό,τι υπάρχει είναι κάτι επιμέρους. Έτσι, η ιδέα είναι «απλώς μια ιδέα και η αλήθεια της απλώς μια σκέψη».

Ο Χέγκελ, σε αντίθεση με την άποψη αυτή, δείχνει πως το οικουμενικό όχι μόνο υπάρχει, αλλά και αποτελεί μία ακόμη πιο πραγματική αλήθεια από ό,τι το επιμέρους και ιδιόμορφο.

Σημείο τέταρτο

Υπάρχει μια τέτοια οικουμενική αλήθεια, όπως: άνθρωπος ή ζώο, και αυτή η οικουμενική αλήθεια ανάγεται πράγματι στην ύπαρξη κάθε επιμέρους ανθρώπου ή ζώου. «Κάθε ανθρώπινο ον – γράφει ο Χέγκελ – όσο και αν είναι άπειρα μοναδικό, είναι ανθρώπινο ον επειδή ανήκει στην τάξη του ανθρώπου. Κάθε ζώο είναι τέτοιο επειδή ανήκει στην τάξη του ζώου».

Οι βιολογικές και ψυχολογικές λειτουργίες του ανθρώπου, ή του ζώου, δεν είναι – κατά μια αυστηρή έννοια – δικές τους, αλλά αποτελούν βιολογικές και ψυχολογικές λειτουργίες του είδους όπου ανήκουν. Όταν ο Χέγκελ λέει ότι κάθε άτομο είναι πρωταρχικά άνθρωπος, εννοεί ότι οι μεγαλύτερες από τις δυνατότητές του, καθώς και η αληθινή του ύπαρξη, συγκεντρώνονται σε αυτό που είναι: άνθρωπος-ον. Κατ’ ανάγκη, οι πράξεις, οι αξίες και οι σκοποί κάθε επιμέρους ατόμου ή ομάδας, πρέπει να μετριούνται απέναντι σε αυτό που ο άνθρωπος μπορεί και πρέπει να είναι.

Σημείο πέμπτο

Σκόπιμα ίσως αποκρύπτεται ή συσκοτίζεται, πόσο φανερή γίνεται η συγκεκριμένη σημασία της ιδέας, όταν έρθει σε αντίθεση με τη σύγχρονη αυταρχική ιδεολογία. Στην οποία, η αλήθεια του οικουμενικού απορρίπτεται για να υποτάσσει αποτελεσματικότερα το άτομο στα επιμέρους συμφέροντα ορισμένων ομάδων που διεκδικούν για τον εαυτό τους την ιδιότητα του οικουμενικού.

Εάν το άτομο δεν ήταν τίποτα άλλο παρά άτομο, δεν θα υπήρχε εύλογη έκκληση από τις τυφλές υλικές και κοινωνικές δυνάμεις που καταβάλλουν τη ζωή του, δεν θα υπήρχε έκκληση για μιαν υψηλότερης μορφής και λογικότερη κοινωνική διάταξη. Αν δεν αποτελούσε τίποτε άλλο παρά ένα μέλος μιας ιδιαίτερης τάξης, φυλής ή έθνους, οι διεκδικήσεις του δεν θα μπορούσαν να φτάσουν μακρύτερα από την ιδιαίτερη ομάδα του. Και θα έπρεπε απλώς να αποδεχτεί τα πρότυπά της. Ωστόσο, κατά τον Χέγκελ δεν υπάρχει καθ’ ολοκληρίαν ιδιαιτερότητα που να μπορεί να νομοθετήσει για το ανθρώπινο άτομο. Το οικουμενικό, είναι αυτό που επιφυλάσσει για τον εαυτό του το ύπατο τούτο αξίωμα.

Σημείο έκτο, ως επιμύθιο

Το περιεχόμενο του οικουμενικού διατηρείται μέσα στην οικουμενικότητά του (μέσα στην ιδέα του). Αν το οικουμενικό δεν είναι μόνο μια αφαίρεση αλλά μια πραγματικότητα, τότε η ιδέα δηλώνει αυτήν την πραγματικότητα. Η διαμόρφωση της ιδέας δεν είναι και αυτή μια αυθαίρετη πράξη σκέψης, μα κάτι που παρακολουθεί αυτή καθεαυτή την κίνηση της πραγματικότητας. Και, σε τελευταία ανάλυση, η διαμόρφωση του οικουμενικού είναι μια ιστορική λειτουργία, και το οικουμενικό ένας ιστορικός παράγοντας.

Η επιστήμη της λογικής και η διαλεκτική λογική (iv)

Earth Crisis, the End

  • Η Λογική, ως επιστήμη, συνιστά το αρνητικό κριτήριο της ύλης (: ό,τι ονομάζουμε πραγματικότητα).
  • Η Διαλεκτική Λογική, ως επιστήμη, συνιστά την άρνηση του αρνητικού κριτηρίου της ύλης (: ό,τι υπάρχει ως πραγματική πραγματικότητα-κατάφαση ουσίας).
  • Κατάφαση ουσίας = Ζωή [Leben]

Έτσι λοιπόν:

  • Das Leben sein die Verbindung der Verbindung und der Nichtverbindung:

Η Ζωή είναι η Σχέση της Ενότητας και του Διαχωρισμού (της): Άρνηση-

Αντίθεση-Σύνθεση = Διαφορισμός (Ζωή=Λόγος).

  • Αλλά η Ζωή είναι Ουσία [Wesen] και όπως ξέρουμε:
  • Das Wesen muss Erscheinen:

Η Ουσία χρειάζεται την Έκδοσή (της) – τη Βαθιά Δομή της.

  • Αλλά και η Έκδοση χρειάζεται το Έκτυπό της – την (απατηλή) Φαινομενικότητά της:

Das Erscheinen (muss) Schein.

  • Η Ουσία είναι Υποκείμενο και ως τέτοιο δεν χρειάζεται να θεμελιωθεί. Η θεμελίωση συντελείται αργότερα, ipso facto, μέσα από την ίδια την εξελικτική διαδικασία. Κατά συνέπεια, ο διαχωρισμός Υποκειμένου – Αντικειμένου δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας διαφορισμός του Λόγου ως «στιγμιότυπα» της αυτογνωσίας του.

Επιμύθιο:

  • Το περιβόητο τριαδικό σχήμα: Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση αποτελεί απλά μια «λογοτεχνική αφήγηση» στον διαλεκτικό πυρήνα του χεγκελιανού έργου. Ο ποιητής Γιόχαν Κρίστοφ Φρίντριχ φον Σίλλερ (1759-1805) είναι εκείνος που ανέπτυξε το εν λόγω πρότυπο. Και ένας σημαντικός φιλόσοφος συνάδελφος του Χέγκελ, ο Γιόχαν Φίχτε (1762-1814), είναι εκείνος που το επεξεργάστηκε με τόλμη.
  • Κατά βάση, ο Χέγκελ πράγματι αντιλαμβάνεται την ιστορία ως ιστορική διαδικασία που δομείται επάνω στην αντίθεση των αρνητικών σημασιών. Από τις οποίες προκύπτουν οι ανωφερείς κινήσεις – οι εξυψωμένες στιγμές προόδου. Ποτέ όμως, δεν τυποποίησε τη διαδικασία με τους όρους «Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση».
  • Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που έχει σημασία όταν και όποτε χρησιμοποιείται το παραπάνω τριαδικό σχήμα Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση, είναι να κατανοηθεί το εξής: Η αντίθεση των αρνητικών σημασιών μπορεί να επιλύεται (ίσως) μέσα από μια ανωφερή υπερβατική κίνηση που ονομάζεται «Άρσις» [Aufhehoben]. Αυτή, με τη σειρά της, διαμορφώνει μια κατάσταση που είναι Aufgehoben, δηλαδή, κυριολεκτικά «Εξυψωμένη».
  • Ως εκ τούτου, έχουμε δύο «ανωφέρειες» (και όχι μία «σύνθεση», όπως εσφαλμένα έχει επικρατήσει) που δεν ταυτίζονται μεταξύ τους. Τούτο σημαίνει πως μια «άρσις» – aufhehoben μπορεί να μην καταλήξει αναγκαστικά σε μια άρση κυριολεκτικά εξυψωμένη – aufgehoben.
  • Μεγάλο μέρος της παρερμηνείας ή και της υπερερμηνείας του χεγκελιανού έργου οφείλεται σε αυτήν ακριβώς την αβλεψία: δηλαδή στον μη επαρκή προσδιορισμό, εάν μια άρση είναι μερικώς ή κυριολεκτικώς εξυψωμένη. Κοντολογίς η μερική άρση αποτελεί διαδικασία, ενώ η κυριολεκτική άρση συνιστά κατάσταση. Δεν πρέπει να συγχέεται η μία με την άλλη.