Category Archives: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Η ΤΟΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΩΒ ΦΩΤΟΤΡΥΠΑΣ

 

Από τον Νώντα Κούκα

Τσεκάροντας το διανοητικό μας σθένος

Ας κάνουμε μια διανοητική άσκηση. Φανταζόμαστε έναν κβαντικό υπερυπολογιστή να λαμβάνει δέσμες κβαντωμένων πληροφοριών από το μέλλον, να τις επεξεργάζεται, να τις αναλύει στο παρόν και να τις μετατρέπει σε «πραγματικό» παρελθόν. Ο εν λόγω q(uantum) bit υπολογιστής δεν κατατρύχεται από την (ψυχολογική) αβεβαιότητα «είτε το ένα είτε το άλλο». Πραγματώνει και υλοποιεί και το ένα και άλλο, όπως και κάθε γεγονός που πλαισιώνει και τα δύο.

Ουσιαστικά, η κεντρική πληροφορία που λαμβάνει ο κβαντικός υπολογιστής μας από τον «ανώνυμο» πληροφοριοδότη του είναι: «υλοποίησε διακριτά και οικονομικά το μέλλον σε παρελθόν».

Η εντολή «διακριτά και οικονομικά» μεταφράζεται από τον υπερυπολογιστή μας ως συνεχής/ αναλογική/ άπειρη ροή. Γιατί; Διότι καθετί που είναι διακριτό και μη διακριτό μαζί (είπαμε ότι ή το ένα ή το άλλο είναι κάτι άγνωστο για αυτόν) αλλά και οικονομικό και μη οικονομικό μαζί, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ίδια η έναρξη του βέλους του χρόνου, μια κατεύθυνση (διάνυσμα) προκειμένου το μέλλον της πληροφορίας να μετατρέπεται σε παρελθοντικό τετελεσμένο μέλλοντα της ανάμνησής της. Ισοδύναμα, από όλη αυτή τη διαδικασία προικοδοτείται μια γραμμική βάση δεδομένων μνήμης όπου τα πράγματα γίνονται τέτοια, δηλαδή ορατά και απτά, επειδή η (μελλοντική) πληροφορία συμπαγοποιείται ως (παρελθοντική – προβολική) μνήμη.

Μια πολύ συμπιεσμένη μαθηματική πληροφορία όταν εισαχθεί σε έναν τέτοιο υπολογιστή μπορεί να παραγάγει ένα «άπειρο» πλήθος δεδομένων κατά την έξοδό της. Το πρόβλημα τώρα που ανακύπτει στο παραπάνω νοητικό πείραμα, είναι η διεύθυνση στο «βέλος» του χρόνου. Εκ των ιδίων πραγμάτων, ο υπολογιστής κείται αναγκαστικά επάνω σε μια ελαχιστοτική επιφάνεια. Δηλαδή, τοπολογικά μιλώντας, είναι πάνω σε μια επιφάνεια το εμβαδόν της οποίας είναι «τοπικά ελαχιστοποιημένο» και δεν μπορεί να μειωθεί αντικαθιστώντας μικρά τμήματα με οποιαδήποτε άλλη γειτονική επιφάνεια στον ίδιο τον περιβάλλοντα χώρο (υποβάθρου). Επομένως, η πληροφορία που μπορεί να επεξεργαστεί ο υπολογιστής μας είναι αναγκαστικά χρονοειδής αφού διαθέτει μια κάποια έστω ελάχιστη επιφάνεια και άρα ενέργεια χαμηλότερη από αυτήν της καθαρής πληροφορίας. Η οποία, όπως συνάγεται, είναι χωροειδής και τρέχει σε φανταστικό χρόνο, βρίσκεται δηλαδή παντού ταυτόχρονα.

Αφού λοιπόν το σχήμα ελάχιστου εμβαδού αντιστοιχεί στην κατάσταση με τη χαμηλότερη ενέργεια, διαθέτει προφανώς μηδενική επιφανειακή τάση. Ισοδύναμα, μπορούμε να πούμε πως η μέση καμπυλότητά της είναι μηδέν. Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα πως ο υπερυπολογιστής μας δεν μπορεί να διαχειριστεί την άπειρη ενέργεια της καθαρής πληροφορίας στο πλαίσιο του φανταστικού διανυσματικού χρόνου της. Διότι, όπως γράψαμε, μόνο χρονοειδή πληροφορία χαμηλότερης ενέργειας μπορεί να διαχειριστεί και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπερβεί το φράγμα του φωτός. Υπάρχει λύση σε αυτό;

Όταν το βέλος του χρόνου αλλάζει άρδην

Ναι, υπάρχει λύση αν η ελαχιστοτική επιφάνεια του υπερυπολογιστή μας μετασχηματιστεί σε κλειστό βρόχο χωροχρονικής σύνθεσης. Έτσι, χώρος και χρόνος συμπλέκονται άρρηkτα από τη μια, ενώ από την άλλη επιτυγχάνεται η αρχή της ολονομίας μέσω της οποίας μπορεί τώρα πια να αλλάξει η φορά του φανταστικού βέλους του χρόνου και να δείχνει πια από το παρελθόν προς το μέλλον. Η έννοια της ολονομίας είναι βασική στη διαφορική γεωμετρία. Σχετίζεται με την καμπυλότητα και αφορά στη μετακίνηση διανυσμάτων κατά ένα παράλληλο τρόπο πάνω σε ένα κλειστό βρόχο. Η ολονομία μιας επιφάνειας (ή μιας πολλαπλότητας), σε αδρές γραμμές, αποτελεί μέτρο του βαθμού στον οποίο μετασχηματίζονται τα εφαπτόμενα διανύσματα καθώς διαγράφουν βρόχο πάνω στην επιφάνεια.

Ας μας συγχωρεθούν αυτές οι τεχνικές λεπτομέρειες αλλά είναι βασικές. Ιδού ένα παράδειγμα: ας πούμε πως στέκεστε στον βόρειο πόλο και κρατάτε στο χέρι σας ένα ακόντιο εφαπτόμενο στην επιφάνεια της Γης. Αρχικά περπατάτε κατευθείαν προς τον ισημερινό, ακολουθώντας την κατεύθυνση στην οποία είναι προσανατολισμένο το ακόντιο διατηρώντας συνεχώς σταθερό τον προσανατολισμό του όπως εσείς τον αντιλαμβάνεστε καθώς προχωράτε. Όταν φτάσετε στον ισημερινό το ακόντιο θα κοιτάζει προς τα κάτω. Τώρα, αρχίστε να περπατάτε πάνω στον ισημερινό μέχρι να φτάσετε στο μέσον της περιφέρεια της Γης, αλλά μην ξεχνάτε να κρατάτε το ακόντιο σταθερά προς τα κάτω σε όλη τη διαδρομή. Ύστερα ξεκινήστε πάλι προς τον βόρειο πόλο διατηρώντας πάντα σταθερό τον προσανατολισμό του ακοντίου. Όταν φτάσετε στον βόρειο πόλο το ακόντιό σας θα έχει στραφεί κατά 180 μοίρες παρά την άοκνη προσπάθειά σας να διατηρήσετε σταθερό τον προσανατολισμό του.

Η ολονομία λοιπόν μας πληροφορεί για το τι συμβαίνει σε ένα εφαπτόμενο διάνυσμα καθώς το μετατοπίζουμε παράλληλα – δηλαδή διατηρούμε σταθερό τον προσανατολισμό του καθώς το μετακινούμε κατά μήκος μιας διαδρομής η οποία μπορεί να είναι καμπύλη ή συνεστραμμένη.

Στην περίπτωση λοιπόν του υπολογιστή τη μας αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο το διάνυσμα του χρόνου άλλαξε τη φορά του κατά 180 μοίρες: παγιώνει τον καμπύλο στρεβλωμένο χωρόχρονο σε «ορατό» σύμπαν. Έτσι χαμηλώνει την ενεργειακή στάθμη της καθαρής Πληροφορίας σε επίπεδα τέτοια που να μπορεί ορατοποιείται η α-όρατη πληροφορία σε γεωμετρικές σχηματομορφές. Έκτοτε όμως, η φορά του βέλους του χρόνου είναι ψευδαισθησιακά μονοσήμαντη, στραμμένη από το παρελθόν προς το μέλλον, ενώ συγχρόνως, ο βρόχος καθώς κλείνει θέτει το ορατό σύμπαν σε μια μελαγχολική, μέχρι απόγνωσης θα λέγαμε, καραντίνα. Είμαστε πια καταδικασμένοι να ζήσουμε μόνοι μας μέσα σε μια εικονική πραγματικότητα, όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον δεν είναι παρά μια επίμονη ψευδαίσθηση, όπως είπε και ο Αινστάιν.

 

ΥΓ: Είμαστε λοιπόν μόνοι μέσα στη μωβ φωτότρυπά μας.

7/10/2016

Advertisements

Ο βαρύς μανδύας του Νόμου (μετά τον Νόμο, τι;)

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Ο Νόμος ως κατηγορία και ως τάξη, που καθορίζει και ρυθμίζει τα ανθρώπινα πράγματα, έχει ένα ιδιαίτερο και σημαντικό για την κοινωνία και τον πολιτισμό ειδικό βάρος. Ως συμβολική τάξη στηρίζει και αναπαράγει-εδραιώνει την ταξική κοινωνία-πολιτισμό, την ενδυναμώνει και την περιφρουρεί ως άγρυπνος υλικός και διανοητικός (πνευματικός) φύλακας της εξουσίας. Διαπλέκεται στενά σε μια σχέση συμπληρωματικότητας και αλληλοκάλυψης ή επαλληλίας με την Ηθική και την Ιδεολογία, ακόμη δύο ισχυρά θεμέλια της εξουσίας, της καταπίεσης και εκμετάλλευσης, του κράτους και της άρχουσας τάξης.

Εκτός όμως από θεματοφύλακας του κράτους και της κυριαρχίας, είναι ο συνεκτικός ιστός, η δομική-συγκολλητική ουσία που διατηρεί τη συνοχή, τη συνέχεια και τη δομή τόσο των κοινωνιών-πολιτισμών όσο και των ίδιων των ανθρώπων. Συνέχει την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, το πρόσωπο και την ταυτότητα του ατόμου. Όπως αντιστοίχως κάνει η Ηθική και η Ιδεολογία. Όλες αυτές οι κατηγορίες διατηρούν ουσιαστικά την ίδια τη ζωή, όπως ξέρουμε πλέον από τη σύγχρονη κοσμολογία και κβαντική: με την έννοια ότι το φαινόμενο της ύπαρξης και της ζωής φαίνεται να συνδέεται στενά με την «σκέψη», με τη συνείδηση, τελικά με την ιδεολογία, εμβαπτισμένες στις τρεις διαστάσεις το χώρου και της βαρύτητας, που καμπυλώνονται στη διεύθυνση του χρόνου. Έτσι, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, εύκολο πράγμα να καταργήσεις και να υπερβείς τον Νόμο (όπως εξάλλου και την Ηθική και την Ιδεολογία). Ταυτίζεται, θα λέγαμε, μια τέτοια πράξη-κατάσταση, συμβολικά με τον θάνατο, με την κατάρρευση ή κατάργηση της ζωής, της ύπαρξης, της ανθρώπινης υπόστασης και ταυτότητας.

Αυτό, από τη σκοπιά της γνήσιας επανάστασης και της αναρχίας, σημαίνει πάρα πολλά. Για να υπερβείς τον Νόμο πρέπει να τον αντικαταστήσεις με κάτι αναλόγως δυνατό, ίσης ή ανώτερης αξίας και ειδικού βάρους, εξίσου συνεκτικού. Ή, αν όχι συνεκτικού, οπωσδήποτε καταλυτικού στοιχείου.  Ενός χαοτικού παράγοντα (όχι με τη συνήθη γλωσσική σημασία αλλά με τη μαθηματική-φυσική έννοια), που θα παράγει συνεχώς τάξη μέσα από την αταξία τυχαιότητα, και από την τάξη-ντετερμινισμό πάλι αταξία, και μετά πάλι αιτιοκρατία-τάξη, ντετερμινισμό εν μέσω χάους, σταθερότητα μέσα από την αστάθεια και το αντίστροφο, στο διηνεκές. Άρα δεν χρειαζόμαστε κάτι συνεκτικό ή σταθερό, αλλά έναν ριζικά διαφορετικό και επαναστατικό συγκροτησιακό παράγοντα, δηλαδή το χάος. Το χαοτικό στοιχείο παίζει τον ρόλο καταλύτη και όχι συγκολλητικής ουσίας (τον ρόλο αυτό πιθανόν θα αναλαμβάνουν άλλα στοιχεία-παράγοντες), που αναδομεί και αναδημιουργεί συνεχώς νέες δομές, συνθήκες, καταστάσεις, συλλογές, σύνολα, άτομα, ατομικότητες, ιδιαιτερότητες-ιδιορρυθμίες, σταθερές, ασυνέχειες, πιθανοκρατικές καταστάσεις και περιστάσεις, συγκυρίες, αντιθέσεις, συγκρούσεις και συνθέσεις. Το πιθανό, το παράδοξο, το εν δυνάμει θα είναι καθοριστικός παράγοντας για την πραγματική ζωή, την εξέλιξη, την ανθρώπινη κατάσταση, όπως ακριβώς συμβαίνει στο σύμπαν.

Είναι σοβαρό και κρίσιμο-κομβικό σημείο-ζήτημα με τι θα αντικαταστήσεις τον Νόμο, την Ηθική, την Ιδεολογία. Αν δεν προσέξεις, μπορεί να διαλυθείς, να εξαϋλωθείς, χωρίς να πειράξεις την εξουσία, μπορεί να καταστραφείς και να χαθείς ως άτομο και ως πολιτισμός. Ο αναρχικός και η αναρχία έχουν επίγνωση αυτών των ζητημάτων και δεν παίζουν με την επανάσταση όπως ένας απρόσεχτος έφηβος πειραματίζεται άστοχα και απερίσκεπτα με τις εμπειρίες της ζωής, με την επιφανειακή άρνηση και εξέγερση. Η γνήσια επανάσταση και ο επαναστάτης ξέρουν ότι αναλαμβάνουν μια πολύ σοβαρή ευθύνη και μια σημαντικότατη, ηθικά και οντολογικά, δράση-πράξη. Πρόκειται για μια κατάσταση η οποία μόνο ως τραγική μπορεί να χαρακτηρισθεί.

Κάτι τελευταίο αλλά καθόλου υποδεέστερο, ως προς τη σημασία του και την αξία του: ο Νόμος δεν φοβάται αναγκαστικά το χάος, δεν κινδυνεύει εξ ορισμού από αυτό. Αντίθετα, και ο καπιταλισμός το γνωρίζει αυτό πολύ καλά, το χάος μπορεί να θρέφει και να ανανεώνει τον Νόμο. Συχνά ο Νόμος χρησιμοποιεί το χάος για να επιβάλει και πάλι την Τάξη κι έτσι να επιβεβαιώνεται και να εδραιώνεται. Υπό προϋποθέσεις μονάχα, το χάος μπορεί να επιφέρει την άρση και αναίρεση του Νόμου, να γίνει μ’ άλλα λόγια ο τάφος του. Όταν δηλαδή πλήττει θανάσιμα και ανεπανόρθωτα τα δομικά θεμέλια του Νόμου, όταν σπάει τα πήλινα πόδια του, ώστε αυτός να μην μπορεί να αναπαράγεται, να ανανεώνεται και να ενδυναμώνεται. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την παράδοξη και απείθαρχη αταξία, την αστάθεια και ρευστότητα που η δημιουργική δύναμη του χάους παράγει .

17/6/2016

Πώς πέφτει ο καπιταλισμός, η εξουσία, το κράτος;

Πώς γίνεται η επανάσταση; Πώς αναιρείται-ανατρέπεται ο υποκριτικός-ταξικός-εξουσιαστικός πολιτισμός της ανελευθερίας; Πώς θα αναδυθεί ένας γνήσιος «πολιτισμός» («μη-πολιτισμός»);

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Μέσα από μακρόχρονο προβληματισμό, αναζήτηση, μαθήματα και διάβασμα βιβλίων όπως το «Πίστη και Γνώση» του Χέγκελ, αλλά και πολλά άρθρα σε αυτόν τον ιστότοπο, η απάντηση γίνεται για μένα όλο και πιο ξεκάθαρη: με την «πίστη». Η «πίστη», με την υπαρξιακή-φιλοσοφική της σημασία, στην ουσία και σε όλο το βάθος (αλλά και πλάτος) της είναι επαναστατική. Αν πιστέψεις στην επανάσταση, στη δύναμη της αλλαγής μέσα σου, στον αληθινό άνθρωπο που κρύβεται μέσα μας, στον εαυτό σου, στη διαίσθηση και στο συναίσθημα που είναι καθαρά δικό σου – αλλά ταυτόχρονα νιώθεις ότι σε υπερβαίνει, ότι δεν προέρχεται μόνο από σένα αλλά και από μια ανώτερη συνειδητότητα – αν αποδεχτείς ως αλήθεια τη δυνατότητα-πραγματικότητα του αδιανόητου και παράδοξου, τότε η επανάσταση είναι εδώ. Η νέα (οντολογικά) τάξη πραγμάτων είναι ήδη εδώ. Μπορεί να ακούγεται μεταφυσικό ή έστω βολονταριστικό, αλλά έτσι είναι. Ας το σκεφτεί ο καθένας, ας ψάξει μέσα του, ας φανταστεί.

Η «πίστη», δηλαδή η αφυπνισμένη-αναβαθμισμένη συνείδηση που ταυτίζεται με έναν ανώτερο σκοπό, είναι η εσωτερική ουσία, το πνεύμα, η δύναμη που βγαίνει από το εσωτερικό του ανθρώπου για να γίνει πράξη, υλική δύναμη, ενέργεια που διαμορφώνει τα πράγματα, τα γεγονότα, την ιστορία. Αν μπορέσεις να φανταστείς την εικόνα ενός άλλου κόσμου, να θεαθείς άλλες διαστάσεις και καταστάσεις, και αν πιστέψεις αληθινά και αβίαστα σ’ αυτές, τότε η δυνατότητα γίνεται πραγματικότητα. Είναι ήδη πραγματικότητα σε μια άλλη οντολογική κατάσταση, αρκεί να τη φανταστείς και να πιστέψεις. Κι έτσι μπορεί να περάσει και σε αυτήν τη διάσταση που ζούμε.

Μπορεί λέξεις όπως καπιταλισμός, εξουσία, κεφάλαιο, επανάσταση να φαίνονται τετριμμένες, οικείες, ακίνδυνες, όμως εξαρτάται από την οπτική γωνία, την προθετικότητα και την οξύτητα-δύναμη της συνείδησης του παρατηρητή. Η πίστη γίνεται παρατήρηση, με τη σημασία και τον ρόλο  που η παρατήρηση έχει στην κβαντομηχανική: η εμπρόθετη παρατήρηση είναι δράση-πράξη που καθορίζει πώς θα εκδηλωθεί η «αντικειμενική» (εμπειρική) πραγματικότητα. Μπορεί βέβαια μια μεμονωμένη συνείδηση να μη φτάνει και να χρειάζεται συλλογική παρατήρηση (κοινωνική συνείδηση) ώστε να επέλθει η κατάρρευση της πραγματικότητας, ώστε αυτή να εκδηλωθεί ως εμπειρική, βιωμένη κατάσταση.

Αν «δεις» μπροστά σου φαντασιακά την επανάσταση, την ανατροπή του καπιταλισμού, την ελευθερία, τότε αυτή θα σε προσεγγίσει, ως εν δυνάμει διάσταση-ουσία, ώσπου τελικά θα εκδηλωθεί ως πραγματωμένη κατάσταση. Μια ελευθερία που θα είναι ολιστική, για όλα τα αντικείμενα, για όλα τα ζώα και τα φυτά, για τους μικροοργανισμούς και την ίδια τη μορφή της πραγματικότητας. Αυτή (η πραγματικότητα) θα ελευθερωθεί, θα αποκτήσει πολλαπλούς βαθμούς ελευθερίας, θα γίνει ρευστή, αταξική, μη εξουσιαστική, αναρχική. Αν η έλευση της αναρχίας γίνει σκέψη, όνειρο, φαντασία, αίσθηση, συναίσθημα, ασυνείδητο, ψυχή, πνεύμα, ουσία, τότε είναι ήδη «εδώ».

Το νόημα της επανάστασης δεν είναι παρά να νιώσεις την ολιστική «άναρχη μονάδα», την ολότητα και την ένωση των πάντων σε μια αναρχική οικουμενικότητα. Να βιώσεις μέσα σου και να «δεις» πώς είναι η πνευματικότητα της αναρχικής κατάστασης και να πιστέψεις. Πώς είναι και πώς αισθάνεσαι να μην υπάρχει εξουσία, διαφορετικότητα, κατακερματισμός, μερικότητα και, αντίστροφα, να υπάρχει απόλυτη αρμονία, ισότητα, έλλειψη ανισορροπίας – διαχωρισμός σε ανώτερο και κατώτερο, ίδιο και άλλο, ταυτότητα και ετερότητα. Πώς είναι να βιώνεις την άναρχη αχρονικότητα, το πάγωμα και θρυμμάτισμα του εξουσιαστικού χρόνου, την απειρία του αταξικού-άναρχου χώρου, την καθαρή πληροφορία, δηλαδή την καθαρή εικόνα-αίσθηση της πραγματικής πραγματικότητας. Να βιώνεις την ανυπαρξία της ψευδαίσθησης και την έλευση της ελευθερίας ως έλλειψη «βαρύτητας»-ιδεολογίας. Μόνο πνευματικότητα, μόνο αναρχία. Παντού ρέουσα ενέργεια σε αναλλοίωτο χώρο-χρόνο, καμία πυκνότητα, καμπύλωση, συστροφή. Ευκλείδεια συμμετρία, ακίνητη, αναλλοίωτη, άχρονη, σαν σε όνειρο, φαντασία, ουσία. Λόγος…αυτός καθαυτός…

Στην πραγματικότητα ο δυϊσμός υποκειμένου-αντικειμένου δεν υφίσταται, όπως μας έδειξε η κβαντική και έλεγαν και κάποιοι φιλόσοφοι. Άρα η κβαντική διαταραχή-κατάρρευση, νοούμενη ως πίστη, ως πρόθεση, ως παρατήρηση-πράξη συνδιαμορφώνει την πραγματικότητα, δηλαδή τον τρόπο που θα εκδηλωθεί στην εμπειρία μας, θα την εκλάβει συνείδησή μας, τον τρόπο που λειτουργεί και εκδηλώνεται, ως γεγονότα, ως ιστορία. Αν αυτή η ενέργεια-επενέργεια γίνει συλλογική, τότε η πραγματικότητα αλλάζει, αν οι συνειδήσεις την οραματιστούν ως αλλαγή, ως επανάσταση, αν η πραγματικότητα θεαθεί ως τέτοια, ως άναρχη οικουμενικότητα-ολότητα-μονάδα-ενότητα, τότε αναγκαίως θα εκδηλωθεί. Μπροστά σε αυτήν τη δράση-επενέργεια η εξουσία καταρρέει εύκολα, αναιρείται-αίρεται ως κατάσταση, ακυρώνεται από την κοινωνική συνείδηση, απλά. Και δίνει τη θέση της στην ελευθερία-θέωση δηλαδή θέαση και ταύτιση ή «όρεξη» και ροπή-κλίση προς την «Άναρχη Πρωταρχική Μονάδα».

Τα ίδια αυτά τα λόγια, ίσως είναι μόνο μια αφήγηση, ένα ωραίο αφήγημα-μια λογοτεχνική γλώσσα. Άρα, μπορεί να γραφικοποιηθούν. Τίποτα όμως δεν αποκλείει την πιθανότητα – και τη δυνατότητα – να είναι μια επαναστατική παραδοξότητα, ένα «υπαρξιακό άλμα πίστεως» (κβαντικό άλμα που παραβιάζει την αιτιοκρατία και την τυπική κοινή λογική), και άρα να αποκτήσουν επαναστατικό περιεχόμενο-νόημα.

Μιλώντας για όλα αυτά, για άναρχη πραγματικότητα, πνευματικότητα, ψευδαισθησιακή εξουσιαστική πραγματικότητα, έρχεται στον νου η έννοια της «φύσης» των πραγμάτων. Και πιο συγκεκριμένα το περιεχόμενο που δίνει στην έννοια της «φύσης» ο Χέγκελ (εδώ με βάση την προσέγγιση του Νώντα Κούκα – βλ. «Η κοινωνική φιλοσοφία στις μέρες μας»):

Ο Χέγκελ λέει πως η ουσία των πραγμάτων είναι οικουμενική. Αυτή η οικουμενικότητα των πραγμάτων είναι κατεξοχήν η ιδέα τους. Η ιδέα των πραγμάτων είναι η ίδια η φύση και η ουσία τους. Επομένως, ο Χέγκελ ως «φύση» εννοεί όχι τη φύση έτσι όπως την αντιλαμβάνεται ο μέσος άνθρωπος με την κοινή λογική του, δηλαδή την εμπειρική φύση των αισθητηρίων οργάνων και της προκατειλημμένης σκέψης (αφού η προκατάληψη της σκέψης διαμορφώνει ιδρυτικά-ριζικά-καθοριστικά την μορφή της εκδηλωμένης-εμπειρικής πραγματικότητας). Εννοεί αντίθετα την αληθινή φύση και ουσία των πραγμάτων, την οικουμενικότητα της ιδέας τους, την ιδεατή, εν δυνάμει ουσία τους, την ολότητά τους ως σύνθεση αντιφατικών στοιχείων, ως μια ποιότητα-πολλαπλότητα αυτού που είναι (ως εμπειρική ύπαρξη) και ταυτόχρονα δεν είναι (ως ουσία-ιδέα ή δυνατότητα) το εκάστοτε αντικείμενο ή πράγμα. Όχι την εν ενεργεία, εμπειρική, μερική και κατακερματισμένη εκδηλωμένη «φύση» τους. Αλλά την πολλαπλώς αντιφατική συνθετότητα της ουσίας-ιδέας τους.

11/6/2016

Η αφή

Από την Ιακωβίνα Ισδραχάι

Ο όρος «κοινωνικοποίηση» περιγράφει τη διαδικασία ομαλής ένταξης, αποδοχής ρόλων και εντέλει ενσωμάτωσης του ατόμου στην κοινωνία. Αφορά σε ένα δικτυωτό πλέγμα σχέσεων που επεκτείνεται ορίζοντας χώρους παραγωγής, διαμόρφωσης και συντήρησης της κανονικότητας, με απώτερο σκοπό  τον εγκλεισμό του σώματος εντός της, προκειμένου την εγγραφή , αναπαραγωγή , και διαρκή διασπορά της, ορίζοντας ταυτόχρονα το μη αποδεκτό, μη κανονικό, μη ηθικό.

Ένα κοινωνικοποιημένο οικόσιτο ζώο, ας πούμε ένας σκύλος, όταν στο χώρο που ζει έρχονται επισκέπτες, εφόσον δεν τους γνωρίζει είναι πιθανό να τους «επεξεργαστεί», αντλώντας πληροφορίες γι’ αυτούς, μυρίζοντάς τους. Στη συνέχεια παραμένει συνήθως ατάραχος στη θέση του, ενώ  εύκολα αφήνεται στα χάδια των επισκεπτών, υποδεικνύοντας μάλιστα και τα μέρη του σώματός του στα οποία τα επιθυμεί : Ανασηκώνει το κεφάλι προσφέροντας το λαιμό του ή ξαπλώνει στο πάτωμα προσφέροντας την κοιλιά του.

Από την άλλη μεριά, ένας κοινωνικοποιημένος άνθρωπος όπως  ο οικοδεσπότης του παραδείγματος, πόσο εύκολα θα αφηνόταν στα χάδια των καλεσμένων του, και αυτοί με τη σειρά τους θα έδειχναν την ίδια επιθυμία/ προθυμία για επαφή με τον άνθρωπο που τους προσκάλεσε στο σπίτι του και με τον οποίο προφανώς συνδέονται με κάποια σχέση (φιλική, συγγενική, επαγγελματική κλπ).

Αν και στους ίδιους ανθρώπους, η επιθυμία του σκύλου για χάδια, όπως και η δική τους πρόθεση προς αυτόν φαίνεται απολύτως «κανονική», δεν ισχύει το ίδιο και για τη μεταξύ τους επαφή, που συνήθως περιορίζεται στις  διηγήσεις της γλώσσας. Τα πράγματα αλλάζουν μόνο στην περίπτωση που ο επισκέπτης έχει το ρόλο του «ερωτικού συντρόφου» οπότε και η σωματική επαφή επιβεβαιώνει την κανονικότητα των ρόλων  και της σχέσης.

Αν υποθέσουμε ότι είναι δυνατή  η αποσύνδεση της αφής από τη μνήμη: Εντός πολιτισμού των κοινωνικοποιημένων ανθρώπων, κάτι τέτοιο  θα «μεταφραζόταν» μάλλον σε αναπηρία, εφόσον δεν θα επέτρεπε την απαραίτητη εκείνη συνείδηση της διάρκειας που επιβεβαιώνει/ αναγνωρίζει την κανονικότητα του υλικού κόσμου. Η αφή ως μοναδική εμπειρία, αποδεσμευμένη από τη φλυαρία των συνδέσεων, θα μπορούσε να παραμείνει μία αίσθηση προκειμένου τον διαχωρισμό/ ορισμό/ μορφών της ύλης, και εγγραφών κοινωνικής  κανονικότητας, εντός τρισδιάστατου πλαισίου,  ή θα μας επέτρεπε το πέρασμα σε μία μετα-εμπειρική πραγματικότητα, ενός ρευστού και ασχημάτιστου κόσμου, απουσία ρόλων και συναισθημάτων ενοχής, φόβου ή ντροπής; Πώς θα λειτουργούσε η συνείδηση προκειμένου την άντληση της απτικής πληροφορίας και πώς θα εννοιολογούσε το περιβάλλον, την κίνηση, την οργάνωση, και βέβαια την ολότητα του ατομικού και κατ’ επέκταση του κοινωνικού σώματος;

6/6/2016

Οι πιστοί του τέρατος

Από τον Θανάση Χαλκιά

Ένα από τα μεγαλύτερα βαρίδια που κουβαλάει πάνω του ο σημερινός άνθρωπος είναι η φανατική του προσκόλληση στη συνήθεια, την παράδοση, στο γνωστό και τετριμμένο, σε ό,τι τέλος πάντων ονομάζουμε κοινά παραδεκτό. Αυτή η διαπίστωση έρχεται σε αντίθεση με την βαθιά ιδεολογικοποιημένη κοινή αντίληψη περί εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού μέσω μιας συνεχούς και μονοσήμαντης κίνησης προς τα μπρος, προς ό,τι ονομάζουμε πρόοδο. Αυτό συμβαίνει γιατί στην πραγματικότητα εκείνο που «προοδεύει» και εξελίσσεται είναι  ο πολιτισμός της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης ο οποίος, όπως η ιστορία έχει δείξει,  μπορεί και χρησιμοποιεί προς όφελός του όλα τα παράγωγα του ανθρώπινου πνεύματος – ιδέες, γνώσεις, τεχνολογία – προκειμένου να αναπαραχθεί. Ο μέσος άνθρωπος, εμφορούμενος από την κοινή λογική, αποτελεί το πιο σίγουρο μέσο για την διαιώνιση αυτή.

Δεν αποτελεί αντίφαση το γεγονός πως όλη η πορεία του πολιτισμού σημαδεύεται από την εμφάνιση κάθε τόσο νέων ιδεών που ωθούν τα πράγματα προς τα εμπρός όταν εμφανίζονται αδιέξοδα σε οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Πάντα κάποια φωτισμένα μυαλά εισάγουν καινά δαιμόνια, αλλά κάθε τι το καινούργιο παραμένει σε αναμονή, αναστέλλεται ή ακόμα  καταστέλλεται και δεν εγγράφεται στο σώμα του πολιτισμού παρά μόνο όταν ο μέσος νους το κάνει αποδεκτό ως  νέο γνωστικό σχήμα για την περιγραφή της πραγματικότητας  αντικαθιστώντας το αντίστοιχο παλιό.

Επειδή ο μέσος άνθρωπος είναι η ψυχή και το αίμα του πολιτισμού είναι λογικό ότι η νόηση και συνακόλουθα η παντός είδους υλική της εκδήλωση μέσω της καθημερινής ζωής, αποικίζεται  από το εκάστοτε πολιτισμικό μοντέλο. Τούτο σημαίνει πως δεν υπάρχει πτυχή της ανθρώπινης ζωής που να μην εκπορεύεται από αυτό: η λεγόμενη «κοινή λογική», οι σκέψεις, τα συναισθήματα, η ηθική μας, οι ψυχολογικές μας ανάγκες, οι γλωσσικές έννοιες, ακόμα και η φαντασία μας.

Υπ’ αυτή την έννοια λοιπόν δεν είμαστε απλώς «υπηρέτες» ή οπαδοί του πολιτισμού στον οποίο ζούμε – και εν προκειμένω του δυτικού πολιτισμού – αλλά είμαστε φανατικοί πιστοί του. Καθημερινά ομνύουμε πίστη στο τέρας αυτό. Ας μην νομίσουμε όμως ότι πρόκειται για κανένα πρωτόγονο και βάρβαρο «θρησκευτικό δόγμα». Ο δυτικός πολιτισμός είναι τόσο «πολιτισμένος» που μας αφήνει να τον αμφισβητήσουμε, να τον καταγγείλουμε ακόμα και να ταχθούμε εναντίον του, στο τέλος όμως μας κρατάει δεμένους, ψυχή τε και σώματι στο άρμα του.  Δεν είναι ότι δεν προκαλεί  δυσαρέσκεια έως και δυστυχία (αν και όχι  σε όλους από μας), – βλέπε το σχετικό φροϋδικό έργο « ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας». Είναι ότι τον αντιμετωπίζουμε ως κάτι το εξωτερικό το οποίο απλώς μας περιβάλλει χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι είμαστε φορείς του.  Αυτό μπορεί να εξηγεί το γεγονός ότι στη διάρκεια της ιστορίας σημειώθηκαν πάμπολλες εξεγέρσεις απέναντι σε επιμέρους εκδηλώσεις της εξουσίας, ο πυρήνας της όμως παρέμενε αλώβητος και επέστρεφε μέσω των ίδιων των εξεγερμένων.

Η κατάσταση φαίνεται ζοφερή. Είμαστε λοιπόν καταδικασμένοι ή μήπως μπορούμε να σπάσουμε αυτά τα δεσμά; Θα μπορούσαμε, αλλά οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος μας: εμείς οι «πολιτισμένοι» δυτικοί, ως γνήσια τέκνα του Διαφωτισμού, απόλυτα διαποτισμένοι από έναν εργαλειακού τύπου ορθολογισμό, είμαστε μαθημένοι να δίνουμε αιωνίως  μάχες απέναντι σε εξωτερικούς εχθρούς. Είμαστε αδιόρθωτα κατακτητικοί απέναντι σε όλα τα άλλα πλάσματα της φύσης και γενικότερα θεωρούμε τον εαυτό μας ως την κορωνίδα στην ιεραρχική – πάντα – κατάταξη όλων των μορφών ζωής. Αυτή η μανία για κυριαρχία άλλωστε χαρακτηρίζει ανέκαθεν όλο το φάσμα της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης των κοινωνιών μας – πως το είπε ο Αριστοτέλης; : «πολίτης είναι αυτός που είναι ικανός να άρχει και να άρχεται»…

Αφού λοιπόν αυτός ο πολιτισμός μας κατέχει με ένα τρόπο τόσο ολοκληρωτικό, μόνο η ολική του άρνηση μπορεί να αποτελέσει λύση. Δεν είναι νοητό όμως αυτή η άρνηση να  παρουσιάζεται ως ένα εξωτερικό πρόταγμα το οποίο πρέπει να ακολουθήσουμε. Δεν μπορεί να τεθεί βολονταριστικά, ούτε να αποτελεί μια ηθική επιταγή, ούτε μια επιλογή με κριτήρια ωφελιμιστικά, ούτε πολύ περισσότερο μια ψυχολογική ανάγκη. Είναι μάλλον μια άρνηση λογικής – άρα και γνήσια συναισθηματικής – τάξης, με πηγή εσωτερική.

Στο σημείο αυτό η κοινή λογική αντιδρά λυσσαλέα και ζητά επίμονα να ορίσουμε τον τρόπο, τη διαδικασία, τα στάδια της μετάβασης από τον «εδώ και τώρα πολιτισμό» στην άρνησή του. Αυτό δεν γίνεται. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να δώσουμε μια αναλογία: άραγε όταν ονειρευόμαστε συνεχίζουμε να είμαστε  ο εαυτός μας όπως στο ξύπνιο μας ή είμαστε κάποιος άλλος; Είμαστε εδώ ή στο «επέκεινα»; Δεν είναι άραγε μια κατάσταση στην οποία ένας άλλος εαυτός μας εμφανίζεται να δρα σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, όπου αίτια και αιτιατά μπερδεύονται, ο χρόνος κυλά ακανόνιστα, η ατομική ταυτότητα αλλοιώνεται και η γλώσσα παίρνει μορφή και ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας;

Βέβαια, απαραίτητη προϋπόθεση για να εμφανιστεί αυτό του «αλλού»  είναι να θέλουμε να ονειρευτούμε.

3/6/2016

Στον πολιτισμό του ροφού ΙΙ

Από την Ιακωβίνα Ισδραχάι

Στον πυρήνα του  προηγούμενου κειμένου υπάρχει η ιδέα ενός πιθανού μετασχηματισμού της ανθρώπινης σωματικότητας/ανατομίας/ (συνεπαγόμενης και της ψυχολογίας/ εγώ), σε μια πιο ρευστή μορφή : την απελευθέρωση από το πρωτόγονο σύνορο του φύλου βάσει επιλογής συμβίωσης, προκειμένου την συντήρηση/ οικονομία. Μέσω αυτής της ιδέας διατυπώνονται ερωτήσεις ως προς τους μετασχηματισμούς/ μορφές, που θα πυροδοτούσε μια τέτοια προοπτική στην ανθρώπινη συνείδηση και κατ’ επέκταση σε κυρίαρχες ανθρώπινες έννοιες/ εκδηλώσεις.
Ο ροφός είναι μόνο η αφορμή και όχι πρόταση ταύτισης. Στο κείμενο δεν υπάρχει πουθενά η ιδέα του ζωοκεντρισμού, καθώς αυτό που πρωτίστως ενδιαφέρει είναι η πηγή της ανθρώπινης ψευδαίσθησης προς άρση του ανθρωποκεντρισμού υπέρ ολιστικής και όχι «μερικής» νέας θεώρησης. Γι αυτό τον λόγο τονίζεται ότι ακόμη και αυτή η δυνατότητα του ροφού για επιλογή φίλου, είναι μια ανθρώπινη ερμηνεία/ οπτική. Ο ίδιος ο ροφός είναι πιθανό να μην έχει καν τη μορφή που εμείς βλέπουμε ως προς το μέγεθος, το χρώμα, τα ανατομικά χαρακτηριστικά, τη σεξουαλικότητα και την πρόθεση. Αντίστοιχα, ό,τι αποκαλούμε πραγματικό,(συμπεριλαμβανομένου και του φύλου) είναι πιθανό, να είναι μια καθαρά ανθρώπινη επινόηση, η οποία απέκτησε σάρκα και οστά λόγω της παρουσίας και πολιτισμικής κυριαρχίας του ανθρώπινου είδους στον πλανήτη.
Βάσει αυτής της οπτικής, το κείμενο υποστηρίζει ότι μία πηγή της ψευδαίσθησης είναι η συστροφή από το άμεσο/ μοναδικό των αισθήσεων στο αναστοχαστικό/ εμπειρικό των συναισθημάτων, το πέρασμα ουσιαστικά από το Είναι στο ιστορείν. Ως προς αυτή τη θέση επαναθέτει τα αρχικά του ερωτήματα ως προς την αξία τους σε έναν πολιτισμό ρευστών συνόρων.
Τέλος, αν και δεν διευκρινίζεται, το κείμενο όταν μιλάει για το ανθρώπινο ον ως μέρος της τροφικής αλυσίδας, υπέρ Κοσμοδικίας,θεωρεί αποδέκτη αυτής τον Δυτικό πολιτισμό/ άνθρωπο, τον καταναλωτή ειδών super market, αυτόν που δεν συμβιώνει αλλά καλλιεργεί/ παράγει τα πλάσματα που τρώει (ζωικά, φυτικά, πλαστικά). Η «τάδε πρωτόλεια» κοινωνία, προς το παρόν εξαιρείται από αυτή την υπόθεση. Ωστόσο, και αυτό το παράδειγμα λειτουργεί ως αφορμή, και όχι ως πρόταση, προκειμένου το πέρασμα σε μια άλλη κυρίαρχη έννοια, αυτήν της Δικαιοσύνης η οποία φαίνεται ότι καλύπτει μία ακόμη πηγή της ψευδαίσθησης : το συναίσθημα του φόβου που νομιμοποιεί στο είδος το «μονοπώλιο της βίας», καθιστώντας την οικονομία του ανοικονόμητη ως προς την οικόσφαιρα. Άλλωστε η ίδια η έννοια «περιβάλλον» αναδεικνύει τον εχθρικό χαρακτήρα που αναγνωρίζει ο άνθρωπος τόσο στο φυσικό όσο και στο κοινωνικό περί αυτού σύστημα, εφόσον «βάλλεται» από αυτό. Η υπόθεση του κειμένου περί της ένταξης του ανθρώπου στην τροφική αλυσίδα επιθυμεί να αναδείξει την πιθανότητα απεγκλωβισμού του από το «περιβάλλον», κατά την εξίσωσή του με άλλα είδη στον βρόχο ζωής/ θανάτου, και την ένταξή του σε έναν συνειδησιακά και ηθικά διευρυμένο, ασχηματοποίητο χώρο, απουσία χρόνου.

Σε κάθε ερμηνευτική προσπάθεια τέλος, καλό είναι φέρνουμε στο μυαλό μας τη ρήση Wittgenstein :«Τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του ανθρώπινου μυαλού. Όσα ξέρω είναι αυτά για τα οποία έχω λέξεις.» και να προσπαθούμε να τα περάσουμε.

27/5/2016

Στον πολιτισμό του ροφού

Από την Ιακωβίνα Ισδραχάι

Ας υποθέσουμε ότι ζούμε στον πολιτισμό του ροφού. Το υπέροχο αυτό πλάσμα, επιλέγει συχνά να ζει μόνο του, και προσεγγίζει ή συγκροτεί κοινότητες κατά την αναπαραγωγική του περίοδο, στη διάρκεια της οποίας ,  ανάλογα την κοινότητα  και τις ελλείψεις της σε φύλα , επιλέγει μεταξύ θηλυκής (που είναι η αρχική μορφή του) και αρσενικής φύσης. Θα ήταν άραγε σε θέση το ανθρώπινο είδος, κατά την εποχή του ροφού, να υιοθετήσει  αυτή του την πρακτική; Τι θα σήμαινε αυτό για την συνείδηση  του ανθρώπου; Πώς θα επιδρούσε/ μετασχημάτιζε  έννοιες όπως οικονομία, κοινωνία/ κοινότητα,  συναισθήματα,  ατομικό εγώ ως ψυχή και σώμα,  σεξουαλικότητα, σύνορο, άμεση εμπειρία,  ηθική (ως αποτίμηση της πράξης),  λόγος/γλώσσα, Ζωή;

Βέβαια η προσέγγιση στις πρακτικές του ροφού είναι ανθρωποκεντρική, καθώς η πραγματικότητα περιορίζεται κατά την «οπτικοποίησή» της από τις αισθήσεις (και τα συναισθήματα). Στον ανθρώπινο πολιτισμό οι εκδηλώσεις των ζώων ερμηνεύονται βάσει ανθρώπινης εμπειρίας /επιστήμης. Όσο κι αν επιθυμούν να αποκαλύψουν την πραγματικότητά τους, φιλτράρονται  εντός του περιοριστικού πλαισίου που αποτελεί το πεδίο παραγωγής γνώσης προκειμένου να ορισθεί και αφομοιωθεί η εικόνα του κόσμου στην ανθρώπινη συνείδηση.

Ωστόσο ίσως να μην είναι  οι αισθήσεις το κυρίαρχο φίλτρο  στον περιορισμό της ελεύθερης θέασης του Όλου, αλλά τα συναισθήματα ως συστροφή της εμπειρίας από άμεση/ μοναδική σε έμμεση/ αναστοχαστική . Κι αν είναι αυτή η πρώτη συστροφή που χρειάζεται να  αποσυστραφεί, πόσο θα συμβάλει σε αυτό ο πολιτισμός του ροφού;

Κι ακόμη, με δεδομένη τη διαδρομή και τις πρακτικές του ανθρώπινου πολιτισμού, θα ήταν συμβατό, ( σύμφωνα και με την ανθρώπινη καθολική Ιδέα της Δικαιοσύνης),  προκειμένου την Κοσμοδικία,  στον πολιτισμό του ροφού ο άνθρωπος να αποτελούσε μέρος της διατροφικής αλυσίδας;  Πόσο ευάλωτο θα ένιωθε το είδος, πώς θα ιεραρχούσε τις ανάγκες του και ποια θα έθετε ως προτεραιότητα;  Θα ήταν άραγε μια τέτοια θέση σύνδεσης της ανθρώπινης υπόστασης με τη  βρώση, εντός τροφικής αλυσίδας, η κορύφωση της Δικαιοσύνης, ή η Κοσμοδικία αφορά στην απεμπλοκή του δυνητικού,  ικανή να οδηγήσει προς μία διευρυμένη αντίληψη, έως τον απεγκλωβισμό από την έννοια περιβάλλον και την αποδοχή μιας οικονομίας της ενσωμάτωσης  συμβίωσης συμπάθειας και ρευστότητας συνόρων.

Κατά πόσο ο πολιτισμός του ροφού θα συνέβαλε στην αποκαθήλωση του «κοινού νου»,  των «υλικών αναγκών», της «επιβίωσης», και στην ανάδειξη της χωρίς σύνορα Ύπαρξης,  ως ασχηματοποίητη  συμβολή Ύλης και Πνεύματος, Ζωής και Θανάτου;

Ποιος  χρειάζεται  τον πολιτισμό του ροφού;

24/5/2016

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΩΣ ΛΟΓΙΚΗ, ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΗ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΩΝ ΕΣΚΑΜΜΕΝΩΝ

Από τον Νώντα Κούκα

Πρόλογος

Αγνοώντας τους αρνητικούς αριθμούς, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε, όπως ο Πέρσης ποιητής και μαθηματικός Ομάρ Καγιάρ, την εξίσωση χ3 + 2χ + 5 = 0 ουσιωδώς διαφορετική από την εξίσωση χ3 + 2χ = 5, καθώς το 5 βρίσκεται στο άλλο μέρος της εξίσωσης. Μόλις όμως γνωρίσουμε τον κόσμο των αρνητικών αριθμών, καταλαβαίνουμε εύκολα πως η εξίσωση χ3 + 2χ + 5 = 0 ταυτίζεται με την εξίσωση χ3 + 2χ = 5. Αυτό ήταν και το μεγάλο πρόβλημα των ευρωπαίων μαθηματικών της Αναγέννησης. Καθώς η ιδέα των αρνητικών αριθμών δεν είχε γίνει ακόμα αποδεκτή, υπήρχαν πολλοί διαφορετικοί τύποι κυβικής εξίσωσης που έχρηζαν ανάλυσης. Ο ίδιος ο Ομάρ Καγιάρ είχε καταλάβει πως, χωρίς τους αρνητικούς αριθμούς, υπήρχαν 14 είδη κυβικής εξίσωσης.

Έτσι, μια μέθοδος επίλυσης που δούλευε για την εξίσωση χ3 = 5χ + 1, θα έπρεπε να παραχωρήσει τη θέση της σε μια άλλη, προκειμένου να επιλυθεί μια εξίσωση όπως η χ3 + 4χ = 1. Σήμερα φυσικά, οι μαθηματικοί, με τους αρνητικούς αριθμούς στη φαρέτρα τους, απλώς ξαναγράφουν την χ3 + 4χ = 1 ως χ3 = -4χ + 1 και την επιλύουν ακριβώς όπως και την χ3 = 5χ + 1, αντικαθιστώντας μόνο το 5 με το -4. Με λίγα λόγια, δίχως τους αρνητικούς αριθμούς οι ευρωπαίοι μαθηματικοί ταλανίζονταν για την εύρεση ενός εναλλακτικού τρόπου, προκειμένου να σπάσουν τα διαφορετικά αυτά είδη κυβικής εξίσωσης.

Το ίδιο συνέβη αργότερα με τους μιγαδικούς αριθμούς και έπειτα με τους τετραδικούς, τους οκταδικούς, τους τετραοκταδικούς και τους οκτωοκταδικούς – άργησαν κι αυτοί να περάσουν στο οπλοστάσιο των μαθηματικών. Και δεν ξεχνάμε να αναφέρουμε επίσης την έκπληξη που επέφεραν στο μαθηματικό κατεστημένο τόσο η θεωρία ομάδων του Γκαλουά όσο και η περίφημη άλγεβρα των ομάδων Λι. Όλες λοιπόν αυτές οι μοναδικές «στιγμές» των ιδεών της μαθηματικής περιπέτειας τι άλλο διηγούνται πέρα από την ίδια την ακραία λογική – αυτή που δεν μπορεί να πλαισιωθεί σε καμία μα καμία (κοινή) λογική;

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο έκανε αλλού αιώνες και αλλού πάρα πολλά χρόνια για να εδραιωθεί στο κεφάλι της συντηρητικής πλειονότητας των μαθηματικών. Και ίσως θα αργούσε ακόμα περισσότερο αν δεν επιβαλλόταν από τη θεωρητική φυσική.

Η λογική ως συμβολικός δημόσιος χώρος

Η Ελευθερία, αν μπορεί κανείς να την περιγράψει, δεν είναι παρά η αέναη και αδιάλειπτη κίνηση προς την υπέρβαση των εσκαμμένων. Η τυπική/συμβολική λογική είναι εξ ορισμού περιοριστική. Γειώνει και τετραγωνίζει το ανθρώπινο πνεύμα στις ιστορικές και στις κοινωνικές του συμβάσεις. Το εργαλείο της είναι η γλώσσα, κυρίως, που πειθαναγκάζει τη σκέψη να κινείται μονοσήμαντα στον τρισδιάστατο χώρο. Παράγει και αναπαράγει την ιδεολογία της κυρίαρχης εξουσιαστικής διεύθυνσης των εκάστοτε ιστορικών κοινωνιών. Όμως, από την άλλη μεριά, είναι αυτή η γλώσσα που οργανώνει και βάζει τάξη τόσο στο «χάος» του περιβάλλοντος χώρου όσο και στο «χάος» της εσώτερης υπόστασης του ανθρώπου.

Γι’ αυτό τον λόγο, εντάσσουμε τη λογική στον έναν από τους τρεις κύκλους της Τριπλέτας (που έχουμε παλιότερα δηλώσει στη Φιλοσοφία της Οικονομίας) – στον Συμβολικό κύκλο του δημόσιου χώρου.

Τα μαθηματικά ως φαντασιακός-ιδιωτικός χώρος

Τα μαθηματικά, πάλι, εκφράζονται βέβαια με συμβολική γλώσσα (διότι πώς αλλιώς θα μπορούσαν να λειτουργήσουν στον δημόσιο χώρο;), όμως πίσω και κάτω από τη (δημόσια) γλώσσα τους ελλοχεύει η φαντασία και το φαντασιακό, δηλαδή η ίδια η διαίσθηση και η ενόραση. Το concept της μαθηματικής γλώσσας κινείται προς την αντίθετη φορά της λογικής. Απογειώνει και εκτοξεύει το ανθρώπινο πνεύμα πάνω από ιδεολογίες και σύνορα. Γι’ αυτό άλλωστε και ο μεγάλος πανεπιστήμων Λάιμπνιτς επιθυμούσε διακαώς μια καθολική μαθηματική γλώσσα, σε μια ενωμένη ανθρωπότητα. Φυσικά, ακόμη και τα μαθηματικά υπόκεινται στους ιστορικούς και κοινωνικούς περιορισμούς των μαθηματικών υποκειμένων που τα ασκούν.

Έτσι, η σύμφυτη ανθρώπινη στενομυαλιά και ο επίκτητος κοινωνικός συντηρητισμός είναι προφανώς η αιτία για την οποία οι μεγάλοι δημιουργοί των ιδεών της ανθρώπινης γνώσης φροντίζουν να κρύψουν επιμελώς αρκετή πληροφορία από το έργο τους, όταν αυτό είναι πολύ πιο προχωρημένο από την εποχή τους. Για παράδειγμα, αναφέρουμε έναν από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς όλων των εποχών, τον Γκάους (την «αλεπού»), ο οποίος απέκρυψε επιμελώς τη σύλληψή του για τη γεωμετρία των μιγαδικών αριθμών, φοβούμενος «τις κραυγές των Βοιωτών» όπως έλεγε ο ίδιος. Φοβήθηκε δηλαδή την κατακραυγή και τη λοιδορία από τους διακεκριμένους, αλλά στενόμυαλους, συναδέλφους του οι οποίοι ήταν ακόμη αυστηρά προσκολλημένοι σε τύπους και εξισώσεις. Αλλά και στο πιο πρόσφατο παρελθόν, ο μεγάλος λογικολόγος και φιλόσοφος Γκέντελ ήταν ένας από αυτούς που δεν εμπιστευόταν το συντηρητικό ακαδημαϊκό καταστημένο της εποχής του.

Πάντως, για να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, οι περισσότεροι από τους λίγους γνήσιους μαθηματικούς (και όχι βέβαια οι πάμπολλοι απλοί διεκπεραιωτές των μαθηματικών) υπήρξαν δηλωμένοι αντικομφορμιστές και ανυπότακτοι επιστήμονες, επειδή τα ίδια τα μαθηματικά είναι κατά βάση τόσο υπερβατικά όσο ακριβώς χρειάζεται για να ανατρέπεται η τυπική/συμβολική λογική. Για όλα λοιπόν αυτά έχουμε εντάξει τα Μαθηματικά στον έτερο κύκλο της Τριπλέτας, σε αυτόν του «Φανταστικού», δηλαδή στον ιδιωτικό χώρο (υπό την ευρύτερη βέβαια έννοιά του).

Η φυσική ως ο πραγματικός κύκλος της Τριπλέτας

Τέλος, η φυσική, τουλάχιστον ίσαμε σήμερα, βρισκόταν στη δύσκολη, στη στενόχωρη κατάσταση να προσπαθεί να συμβιβάσει τον πραγματισμό της συμβολικής λογικής με τη φαντασιακή υπέρβαση των υπερυψωμένων και υψιπετών μαθηματικών. Βέβαια, καθώς η λογική, όπως έχουμε πει αλλού, εξυπηρετούσε στην ακραία της μορφή τα μαθηματικά, είναι σχετικά αλήθεια πως η φυσική ξεπερνούσε κουτσά στραβά μέχρι τώρα τη εν λόγω δύσκολη κατάστασή της. Τώρα όμως πια, η φυσική μάλλον κατάλαβε ότι έχει πια σχηματιστεί η εξής αρχή που την αφορά ανυπερθέτως: η ακραία λογική ουσιαστικά δεν είναι η τυπική λογική που όλοι γνωρίσαμε: είναι η υπερβολική λογική ως φόδρα των μαθηματικών. Είναι δηλαδή τα Μαθηματικά του Λόγου (ερμηνεύοντας κατά γράμμα αυτή τη φόδρα).

Έτσι, η μοντέρνα φυσική αναλαμβάνει τον δυσκολότερο ίσως ρόλο στην ιστορία της: ανάβει τα φώτα της εκ νέου και αποτελεί τον φάρο που θα προσανατολίσει την ιστορία προς τον μετασχηματισμό των σύγχρονων κοινωνικών καταναγκασμών, που έχει επιβάλει η ιστορική εξουσία στον διαχρονικό ανθρώπινο – και όχι μόνο – καμβά. Και κυρίως, όπως και τότε που έδινε τον τόνο σε κάθε ιστορική καμπή στους μετασχηματισμούς των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, οφείλει και τώρα να δώσει τον τόνο σε μια διαφορετική οργάνωση των κοινωνικών και πολιτικών πραγμάτων, που τόσο πολύ έχει ανάγκη η σύγχρονη ιστορική συνείδηση.

ΥΓ: Η συνείδηση είναι το φάντασμα της ύπαρξης και αντιστρόφως: η ύπαρξη είναι το όνειρο της συνείδησης. Ειδικότερα, η συνείδηση είναι η ψυχο-λογία της ύπαρξης και η ύπαρξη είναι η ψυχο-λογία της συνείδησης, όπου ψυχολογία ίσον το ελάχιστο υπόλοιπο ανάμεσα στις ομοταγείς έννοιες: «φάντασμα» και «όνειρο». Αλλά θα τα ξαναπούμε…

22/1/2016

BABYLON MAKES THE RULES

[ή ο δυτικός ταξικός πολιτισμός φτιάχνει τους νόμους (που τον συμφέρουν)]

Από τον Νώντα Κούκα

Πιο παλιά λέγαμε, ως κοινωνικοί επιστήμονες, πως το σχολείο κατέχει κεντρική θέση στους μηχανισμούς αναπαραγωγής της κοινωνίας. Και εννοούσαμε βέβαια πως το σχολείο διαμορφώνει και αναπαράγει την εθνική ταυτότητα τόσο μέσα από τη διδασκαλία της ιστορίας όσο και μέσα από τα σύμβολα γενικότερα (τελετές, εθνικές επέτειοι, συμβολικές χρονολογίες κ.λπ). Επίσης, αναρωτιόμασταν, αν δίνονται σε όλους ίσες δυνατότητες πρόσβασης στη γνώση που παρέχεται. Ένα υπερεκτιμημένο όμως ψευδο-ερώτημα που, πέραν του ότι αποπροσανατολίζει την κοινή γνώμη περί «καλών» ή «κακών» σχολείων και άρα «καλών» ή «κακών» εκπαιδευτικών, θέτει και στο απυρόβλητο την ίδια τη λεγόμενη «γνώση» που παρέχεται, αφού προσπερνά το πραγματικό ερώτημα, «τι είναι γνώση;». Έτσι καλλιεργείται η ψευδαίσθηση της απόλυτης και αντικειμενικής «γνώσης», που τάχα μόνο η «επίσημη» εκπαίδευση παρέχει. Τέλος, λέγαμε επιπλέον, ως κοινωνιολόγοι, πως οι τίτλοι σπουδών είναι εγγυήσεις «νοημοσύνης», οι οποίοι ήρθαν να αντικαταστήσουν τους παλαιούς τίτλους ευγενείας (που χαρακτήριζαν τη φεουδαρχική κοινωνία) ή, ακόμη, τους τίτλους ιδιοκτησίας.

[Φιλοσοφία της Οικονομίας – κύκλος I]

Ο δοτός ρόλος της επιστήμης

Η επιστήμη, θεωρητικά τουλάχιστον, οφείλει να ασχολείται με την αναζήτηση της αλήθειας. Σήμερα όμως, στην πραγματικότητα, ενδιαφέρεται περισσότερο για την αναζήτηση του μεγαλύτερου κέρδους, προς όφελος της απανταχού εξουσίας και σε βάρος των απλών και αδαών ανθρώπων (δηλαδή, των καθημερινών ανθρώπων που δεν εμπλέκονται στα τερτίπια της εξουσίας), που είναι ανίκανοι να προβούν σε εποικοδομητικές αλλαγές.

Ο πρωταρχικός εχθρός για την πρόοδο της γνώσης είναι η ίδια η δομή της επιστήμης: σχεδόν πάντοτε αποδείχθηκε άκαμπτη ενώπιον των αλλαγών. Μόνιμα εξαρτάται από τα συμφέροντα της εκάστοτε εξουσίας και με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, προσπαθεί να αποκομίσει οφέλη από τη γοητεία που ασκεί στην κοινωνία. Διότι ο άνθρωπος, φύσει και θέσει, φοβάται οτιδήποτε δεν γνωρίζει. Και αυτόν ακριβώς τον φόβο έρχεται να διασκεδάσει (δηλαδή να διαλύσει) η επιστήμη.
Όμως, ο ρόλος της, ως «σοφού πατέρα» – αποκλειστικού κατόχου της αλήθειας στις μέρες μας – τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής. Νέες ασύλληπτες ανατροπές στην παραδοσιακή γνώση οδηγούν τις γενιές των νέων επιστημόνων στην απογαλάκτισή τους από το επιστημονικό και ακαδημαϊκό κατεστημένο. Αρχίζουν ίσως να κατανοούν πως η γνώση ανθεί μόνο όπου και όταν οι ανακαλύψεις της δεν σχετίζονται με την εξουσία και τον πλούτο.

Πράγματι, υπήρξαν περίοδοι στην ιστορία της γνώσης κατά τις οποίες ομάδες ανθρώπων με εκπληκτικές διαισθητικές ικανότητες πέτυχαν να ενώσουν τις γνώσεις, την ευφυΐα και τις δυνάμεις τους και να δημιουργήσουν, να παράξουν γνώση δίχως ιδιαίτερα εμπόδια. Στις υπόλοιπες περιόδους η γνώση υπήρξε στατική, εξουσιαστική και απλά θεραπαινίδα των αφεντικών της.

Κατά «παράδοξο» τρόπο, όλοι οι διαισθητικοί φιλόσοφοι-επιστήμονες που προήγαγαν τη γνήσια γνώση, πήγαν κόντρα στην κοινή λογική της επίσημης επιστήμης. Κοινή λογική που επιβάλλουν οι κανόνες που φτιάχνει ο ίδιος ο δυτικός ταξικός πολιτισμός για τους υπηκόους του. Έτσι, για να αναφερθούμε μόνο στα πιο πρόσφατα παραδείγματα, από τους τρεις «θεωρητικούς της υποψίας» – όπως είθισται να τους ονομάζουμε – Μαρξ, Νίτσε, Φρόυντ, έως τους γνωστούς φυσικούς-μαθηματικούς (με φιλοσοφικές προεκτάσεις) Μπορ, Αϊνστάιν, Πλανκ, Χάιζεμπεργκ, τον μεγάλο Γκέντελ (με το περίφημο θεώρημά του της Μη Πληρότητας κ.ά., όλοι τους συνέβαλαν στο να απομυθοποιηθεί και να αποδομηθεί η υποκριτική ιδεολογία του δυτικού πολιτισμού, που λογίζεται τάχα ως «επιστημονική γνώση».

Σήμερα βιώνουμε την αρχή του τέλους ή το τέλος της αρχής;…

Τι έχουμε σήμερα στον επίσημο χώρο της επιστημονικής γνώσης; Το βαρύγδουπο τίποτε. Για παράδειγμα, ας πάρουμε την ιατρική που φαντάζει παντοδύναμη και που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένας γίγαντας με πήλινα πόδια. Γιατί η πικρή αλήθεια λέει πως η ιατρική βρίσκεται ακόμη, παρά τις φαινομενικές της επιτυχίες, σε εξαιρετικά στοιχειώδη επίπεδα γνώσης, αφού η πρόοδός της ανακόπτεται από την ίδια της την εγκληματική πλεονεξία.

Οι κολοσσιαίες, πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρίες συνεχώς παράγουν νέες χρυσοφόρες πατέντες συνθετικών φαρμάκων, τα οποία όμως ελάχιστη σχέση έχουν με την πραγματική εξέλιξη: η φαρμακευτική απόκτησε πλούτη και δύναμη παρεμβαίνοντας μονάχα σε ένα από τα στοιχεία της ανθρώπινης ύπαρξης. Σε εκείνο που εκδηλώνεται μέσω χημικών αντιδράσεων – και που προφανώς προσφέρει τα μεγαλύτερα κέρδη μέσω της χρήσης φαρμάκων.
Τρέμουν λοιπόν οι πολυεθνικές των φαρμάκων μη χάσουν την εξουσία και τα πλούτη τους. Για αυτό έχουν τοποθετήσει τους υποστηρικτές τους σε νευραλγικά σημεία εξουσίας και πληροφοριών για να «εξευτελίζουν» με κάθε τρόπο ό,τι δεν προέρχεται από τους δικούς τους κόλπους.

Το ίδιο παρατηρείται και στη θεωρητική φυσική για παράδειγμα. Ιλιγγιώδη ποσά ξοδεύονται για την έρευνα και την υποτιθέμενη ανακάλυψη της λεγόμενης Θεωρίας των Πάντων. Η θεωρία που υπόσχεται ότι θα ερμηνεύσει με ένα απλό και κομψό μαθηματικό τύπο ολόκληρο το σύμπαν. Φυσικά, άλλοι στόχοι επιδιώκονται με την εν λόγω έρευνα, αλλότριοι και ξένοι προς την ίδια τη γνώση της βαθιάς δομής του σύμπαντος. Επειδή ακριβώς δεν μπορεί να επιλυθεί καμία βασική εξίσωση, αν προηγουμένως δεν γνωσθεί η πρωταρχική και κυριότερη μεταβλητή της.

Στην προκειμένη περίπτωση, καμία θεωρία των πάντων δεν μπορεί να υπάρξει, αν προηγουμένως δεν ανακοινωθεί η θεωρία της κοινωνικής συνείδησης, που είναι όρος sine qua non (δηλαδή, εκ των ων ουκ άνευ) για αυτήν. Εννοείται βέβαια, πως οι όποιες ανακαλύψεις από το πείραμα του CERN σε βάθος χρόνου, θα αφορούν πρωτίστως στα υπερκέρδη των πολυεθνικών εταιριών που σχετίζονται με τον έλεγχο της υψηλής τεχνολογίας και τεχνογνωσίας.

Κατά συνέπεια, τι μπορούμε σήμερα εμείς να πούμε και να κάνουμε; Σήμερα λοιπόν, κανονικά μιλώντας και πράττοντας, όλοι σχεδόν οι χρήσιμοι μύθοι, όλοι δηλαδή οι ιδεολογικοί κανόνες της δυτικής κυριαρχίας, κυριολεκτικά καταρρίπτονται. Είναι μπροστά μας σωριασμένοι, αλλά ακόμα εμείς δεν έχουμε ανοίξει τα μάτια μας για να τους δούμε. Οι δύο βασικοί πυλώνες του πολιτισμού της κυριαρχίας και του καταναγκασμού – η Εκκλησία και η Επιστήμη – έχουν φθαρεί ανεπανόρθωτα και έχουν σχεδόν διαλυθεί.

Η αλλαγή στη γνώση του κόσμου, οδηγεί όχι μόνο τον δυτικό αλλά και τον δυτικότροπο άνθρωπο να «επαναστατήσει» κατά των παραδοσιακών φερέφωνων της αλήθειας: η ασφυκτική επιρροή της Εκκλησίας είναι λιγότερο πρόδηλη και η Επιστήμη αρχίζει να πέφτει θύμα της ίδιας της πλεονεξίας της. Τα όριά της είναι πλέον ορατά διά γυμνού οφθαλμού και αρχίζει να προκαλεί σύγχυση και δυσπιστία ακόμη και μεταξύ των ίδιων των αντιπροσώπων της.

Επιμύθιο

Σε ένα τέτοιο τοπίο, πραγματικά τι νόημα έχουν αιτήματα για ένα καλύτερο δημόσιο πανεπιστήμιο και για μια καλύτερη δωρεών παιδεία; Ποιο δυτικό ή δυτικότροπο πανεπιστήμιο μπορεί να διδάξει, ακόμη και αν το θέλει, μια επίσημη επιστήμη που ήδη είναι εκτός τόπου και χρόνου και καταρρέει; Και επίσης, η (γνήσια) παιδεία ανήκει κάπου – δηλαδή έχει ιδιοκτήτη – έτσι ώστε να εκλιπαρούμε, αυτός ο ιδιοκτήτης να μας την προσφέρει γενναιόψυχα, με δημόσιο τρόπο, και να μας τη χαρίσει;

Όχι βέβαια… Η γνήσια γνώση είναι φυσική, όπως ο αέρας, και πρέπει να μεταδίδεται και να διαδίδεται στις κοινωνίες και τους πολιτισμούς της τόσο φυσικά και απρόσκοπτα όπως αυτός. Τα υπόλοιπα είναι εξουσιαστικά παιχνίδια εξουσιοφρενών υπηκόων που τους έχουν μάθει να διψούν για ψευδεπίγραφους φεουδαρχικούς τίτλους (λέγε με πτυχίο – μεταπτυχιακό – διδακτορικό ή οποιουσδήποτε άλλους τίτλους).

ΥΓ. : Όποιος δειλιάζει μπροστά στην πραγματική Επανάσταση, μπορεί μεν να προβαίνει ακόμη και σε βίαιες ευλογοφανείς εξεγέρσεις – και ίσως να τις κερδίζει. Πάντα όμως, στην πραγματικότητα, θα χάνει τη γνήσια επανάσταση: θα παραμένει δηλαδή ουσιαστικά ένας αντεπαναστάτης ώς τη στιγμή που, ενδεχομένως, θα καταφέρει να μη φοβάται την επανάσταση:
Αυτό που σκεφτόμαστε είναι πιο σημαντικό και ίσως πιο επαναστατικό από αυτό που κάνουμε, αν αυτό που κάνουμε στην πραγματικότητα υπαγορεύεται από τους ίδιους τους κανόνες που φτιάχνει η εξουσία.

CRY BLOOD AFRICA, CRY BLOOD

Μπορεί η ιστορία να γράφεται συνήθως από τους νικητές, όμως μερικά ιστορικά γεγονότα – όσο υποκειμενικά κι αν τα διαβάζει κάποιος – είναι αδύνατον να αμφισβητηθούν και μένουν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη του χώρου και του χρόνου. Για παράδειγμα, το Ολοκαύτωμα των Εβραίων από τους ναζί εγκληματίες είναι πέραν πάσης αμφισβήτησης και στηλιτεύει αιώνια το όνειδος της φασιστικής και ναζιστικής ιδεολογίας. Αλλά, και το όνειδος του δουλεμπορίου, αν δεν είναι το ολοκαύτωμα της Αφρικής από τους δυτικούς αποικιοκράτες, τότε τι άλλο μπορεί να είναι; Από τα τέλη του 16ου έως και το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, δηλαδή για πάνω από τριακόσια χρόνια, δώδεκα εκατομμύρια άνθρωποι μεταφέρθηκαν βίαια από την Αφρική στον Νέο Κόσμο, δηλαδή στην Αμερική, για να καταλήξουν δούλοι στις νέες κτήσεις των Ευρωπαίων.
Βρετανοί, Γάλλοι, Ισπανοί, Πορτογάλοι και Ολλανδοί αποικιοκράτες είναι υπεύθυνοι για το φρικτό «maafa», λέξη που στη γλώσσα σουαχίλι σημαίνει «ολοκαύτωμα» και «μεγάλη καταστροφή», ενώ και οι μελετητές της αφρικανικής ιστορίας εξακολουθούν να τη χρησιμοποιούν, οσάκις αναφέρονται στο τραγικό γεγονός της δουλείας. Αρκεί μόνο να αναφέρουμε τη διαβόητη ολλανδική εταιρεία των Δυτικών Ινδιών – WIC – που ιδρύθηκε το 1602. Το 1640 μετέφερε «μόνο» τρεις χιλιάδες σκλάβους τον χρόνο. Λόγο αργότερα, το 1660, ο αριθμός των σκλάβων που μετέφερε ανήλθε σε εκατοντάδες χιλιάδες. Παράλληλα, η WIC κατόρθωσε να θέσει υπό τον έλεγχό της ολόκληρη σχεδόν την Ακτή των Σκλάβων στη Δυτική Αφρική. Από εκεί τα πλοία της σάλπαραν για τον νέο κόσμο φορτωμένα με ανθρώπινες υπάρξεις προορισμένες κατευθείαν για την ίδια την κόλαση…

CARICOM: GET UP STAND UP, STAND UP FOR YOUR RIGHTS

Η Καραϊβική, κόντρα στους πρώην ευρωπαίους αποικιοκράτες – αυτή είναι με λίγα λόγια η κεντρική ιδέα της κίνησης της διακρατικής κοινότητας δεκαπέντε χωρών της Καραϊβικής, που ζητάει να αποζημιωθούν για τη δική τους «maafa», για το δικό τους «ολοκαύτωμα» που προξένησε το καθεστώς δουλείας στους προγόνους τους και κατ’ επέκταση σε αυτούς. Πιο συγκεκριμένα, δια στόματος του Ραλφ Γκονσάλβεζ, Πρωθυπουργού του Αγίου Βικεντίου και Γρεναδίνων και νέου προέδρου της CARICOM, οι δεκατέσσερις από τις δεκαπέντε χώρες που την απαρτίζουν ζητούν αποζημίωση ύψους πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ από τρεις ευρωπαϊκές χώρες – τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Ολλανδία – με την αιτιολογία πως τόσο η φτώχεια όσο και η απουσία οποιασδήποτε προοπτικής ανάπτυξης είναι οι δύο καταστάσεις που αντιμετωπίζουν ως άμεσες επιπτώσεις της δουλείας.

Η διεκδίκηση της αποζημίωσης στηρίζεται σε δύο άξονες: από τη μια, στην αποζημίωση για την εξόντωση από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις των αυτοχθόνων κατοίκων των νησιών και, από την άλλη, στην αποζημίωση για προβλήματα υγείας που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι σημερινοί κάτοικοι των νησιών αυτών. «Ακόμη και σήμερα, μεταξύ των ατόμων αφρικανικής καταγωγής η συχνότητα εμφάνισης διαβήτη και υπέρτασης είναι μεγαλύτερη από οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου», ανέφερε ο Γκονσάλβες από το βήμα του ΟΗΕ αφότου ανακοίνωσε την πρόθεση των χωρών που εκπροσωπεί να ζητήσει αποζημίωση για το δικό τους «ολοκαύτωμα».

Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

Ο λόγος της απαίτησης αποζημίωσης είναι και προφανής και εύλογος: όλοι όσοι δεν αντιμετώπισαν τις απάνθρωπες συνθήκες της δουλείας, άφησαν πίσω τους πιο υγιείς απογόνους. Η δουλεία λοιπόν δεν συνιστά ένα «στιγμιαίο» και «άπαξ», αλλά ένα διαρκές έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, για δύο διαφορετικούς αλλά και συγχρόνως παράλληλους λόγους. Ο ένας είναι αυτή καθεαυτή η πράξη της ολοκληρωτικής υποδούλωσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ο δεύτερος λόγος είναι η ολέθρια συνέπεια αυτής της πράξης – το δουλεμπόριο. Η άμεση συνέπεια και της δουλείας και του δουλεμπορίου αποδεικνύεται καταλυτική και σε βάθος χρόνου. Διότι ακόμη και αν οι σκλάβοι σπάσουν τα δεσμά τους, οι απόγονοί τους – για γενιές ολάκερες – θα είναι έρμαια της τραγικής τους μοίρας για πάρα πολύ καιρό ακόμη.

Η Δύση πρέπει να αναγνωρίσει τη ρατσιστική της ιστορία – η οποία της επέτρεψε να ευημερήσει πάνω στο νωπό αίμα των λαών και των εθνοτήτων που τόσο στυγνά κατέκτησε, λεηλάτησε και εντέλει εξαφάνισε – και να ζητήσει συγνώμη. Όμως, ακόμη και σήμερα η Δύση δεν έχει πάψει να εκμεταλλεύεται υπογείως το επικερδές σύγχρονο δουλεμπόριο, ενώ επισήμως το καταδικάζει. Από τη μια μεριά, κλείνει τα σύνορά της και διώκει τους μετανάστες βαφτίζοντάς τους «λαθρομετανάστες». Από την άλλη μεριά, η υποκριτική της αυτή στάση γαλουχεί τους πολίτες της να μισούν και να εχθρεύονται όχι μόνο τους παράτυπους αλλά και τους «νόμιμους» μετανάστες, τους οποίους φυσικά χρησιμοποιούν ανενδοίαστα για δουλειές που εν πολλοίς οι ίδιοι απαξιώνουν να κάνουν – και την ίδια στιγμή όμως τους μέμφονται ότι τους παίρνουν τάχα τη δουλειά τους. Ολόκληρο αυτό το σχιζοειδές ψυχολογικό σχήμα έχει οδηγήσει στη ζοφερή σύγχρονη πραγματικότητα που όλοι μας βιώνουμε: ολάκερη σχεδόν η ευρωπαϊκή ήπειρος απειλείται ανοιχτά πια από την εγκαθίδρυση της ξενοφοβίας του ρατσισμού και, πολύ φοβούμαστε, οσονούπω του φασισμού-ναζισμού.

Με αυτήν την έννοια λοιπόν, λέμε «τον φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον». Κοντολογίς, ο φασισμός έχει βαθιές ιστορικές ρίζες στην Ευρώπη και δεν είναι απλώς απόρροια των οικονομικών κρίσεων και των πολεμικών επεισοδίων της. Άρα, πιθανόν, ο φασισμός και ο ναζισμός να μην είναι η ιστορική εξαίρεση αλλά ο ιστορικός κανόνας της «σκοτεινής ηπείρου» που ακούει στο όνομα Ευρώπη.

[Αθήνα 14/10/2013]

12/1/2015

Η ΑΣΥΜΜΕΤΡΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Από τον Νώντα Κούκα

Η Εμπειρία, η αφέλεια και η αθωότητα της αριστεράς

Δίχως να παραγνωρίζουμε τους ιστορικούς αγώνες και τις θυσίες πολλών αριστερών, κατά την ταπεινή μας άποψη, η ίδια η αριστερά σπανίως επέδειξε την ικανότητα να διακρίνει εκείνο που είναι σημαντικό από εκείνο που δεν είναι. Με άλλα λόγια, κατά κανόνα στερήθηκε την (ιστορική) εμπειρία. Αν και τούτη η θέση φαίνεται παράδοξη, μπορούμε εντούτοις να τη δικαιολογήσουμε, αφού (ιστορική) εμπειρία σημαίνει: δεξιότητα στο να προσδιορίζεται η ακριβής θέση σε κάθε πράγμα που βρίσκεται μέσα σε αυτό το ακαθόριστο που συνιστά ο περίπλοκος κόσμος.

Καλό είναι να μην μπερδεύουμε τις έννοιες, ακόμη και όταν αυτές αλληλοεπικαλύπτονται. Γνωρίζουμε καλά πως η εμπειρία δεν μπορεί ποτέ να αντικαταστήσει το ταλέντο• εντούτοις, την προτιμάμε πάντα από την αφέλεια ή την αθωότητα. Τις περισσότερες φορές η αθωότητα είναι ψεύτικη, ενώ η εμπειρία είναι αδιαπραγμάτευτη σαν ένα γεγονός.

Αν θέλουμε να διατυπώσουμε το νόημα της εμπειρίας με συνοπτικότερο τρόπο, θα μπορούσαμε να γράψουμε απλά ότι: εμπειρία είναι το όνομα που δίνουμε στα λάθη μας• αν και μόνο αν, μαθαίνουμε πράγματι πολλά από τις αποτυχίες μας. Το θέμα όμως σε αυτόν τον ορισμό είναι ότι τις περισσότερες φορές δίνεται προσοχή στο πρώτο σκέλος και παραβλέπεται το δεύτερο. Έτσι, το νόημα της εμπειρίας εκπίπτει σε ένα κοινότοπο και ανόητο «χρησμό».

Με όλο τον σεβασμό, γιατί έπειτα από τόσα χρόνια ιστορικής εμπειρίας η αριστερά επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη; Ο νοών νοείτω… Δυστυχώς, σε αυτήν την περίπτωση προκύπτει η αφέλεια που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια προσποιητή αθωότητα. Όπως όμως και να έχει το πράγμα, η εικόνα-έννοια που αποδίδει τούτη την έλλειψη της εμπειρίας μοιάζει με την εικόνα εκείνου που θέλει να εκτιμήσει έναν ζωγραφικό πίνακα, αλλά πάντοτε τον κοιτάει με δύο τρόπους: είτε κολλάει τη μύτη του πάνω σε αυτόν είτε στέκεται υπερβολικά μακριά, μη μπορώντας έτσι να κοιτάξει τις λεπτομέρειές του. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν θα μπορέσει ποτέ να εδραιώσει την ορθή εμπειρία του πίνακα.

Η εμπειρία έχει κάτι το μοναδικό: έρχεται όταν παρέρχεται• άρα, εμπεριέχει αναγκαίως την έννοια της ορθής απόστασης. Αυτό συνεπάγεται πως η εμπειρία οικοδομείται από μόνη της• διαθέτει επαρκή αυτονομία τόσο από την «πείρα» όσο και από την απειρία. Και αυτό που λέμε είναι σπουδαίο. Διότι η πείρα ενδέχεται, αφενός, να οδηγήσει σε υπέρμετρη βαρύτητα (φανατισμό, μισαλλοδοξία, δογματισμό) και διαρκή ανησυχία• αφετέρου, σε υπερβολική ελαφρότητα (αμφιδέξια αριστερά, οπορτουνισμό, φαβιανισμό) και αδιαφορία.

Η συμμετρική έννοια της Εμπειρίας αποδίδεται μονάχα με την έννοια της Επικοινωνίας/Μέθεξης, που και αυτή διακρίνεται για το Όριο που θέτει. Επικοινωνία λοιπόν σημαίνει Εμπειρία• και Εμπειρία σημαίνει Επικοινωνία. Το όριο της επικοινωνίας, μαζί με την απόσταση της εμπειρίας ξαναβάζουν τα πράγματα στη θέση τους. Εντάξει, η αριστερά (ομολογουμένως;) μπορεί να μην έχει ταλέντο• με το χέρι όμως στην καρδιά, διαθέτει έστω γνήσια εμπειρία;…

Ας μη λησμονούμε ότι μάλλον ο σταλινισμός προϋπάρχει του Στάλιν, σαν μια ασύμμετρη αριστερά.

7/1/2015