Category Archives: ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ – ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Χόκινγκ: Ο πλανήτης και το ανθρώπινο είδος κινδυνεύουν από εξαφάνιση, από τον πλούτο και το χρήμα

Φωτογραφία: RAMON DE LA ROCHA/EPA/ΑΠΕ
Φωτογραφία: RAMON DE LA ROCHA/EPA/ΑΠΕ

Ένα συγκλονιστικό άρθρο έγραψε ο πασίγνωστος επιστήμονας Στίβεν Χόκινγκ, στο οποίο και αναλύει τον ρόλο που παίζει ο πλούτος και το χρήμα στον σύγχρονο άνθρωπο και εντοπίζει τους κινδύνους που έχει η «στενόμυαλη» αντιμετώπιση τους στην εποχή μας.

Το πόνημα του Βρετανού φυσικού που δημοσιεύεται στην εφημερίδα «The Guardian» προτείνει μια νέα αφήγηση/κοσμοθεωρία που θα διασφαλίσει το μέλλον του πλανήτη μας και του ανθρώπινου είδους, που σε κάθε άλλη περίπτωση, όπως τονίζει ο Χόκινκ, κινδυνεύουν με εξαφάνιση.

Ολόκληρο το άρθρο:

«Έχουν τα χρήματα σημασία; Μήπως ο πλούτος μας κάνει πιο πλούσιους; Αυτά μπορεί να φαίνονται κάπως περίεργα ως ερωτήματα για έναν φυσικό, όπως είμαι εγώ, αλλά θα προσπαθήσω να απαντήσω πως σχετίζονται.

Η απόφασή του δημοψηφίσματος της Βρετανίας είναι μια υπενθύμιση ότι όλα συνδέονται μεταξύ τους και ότι, αν θέλουμε να κατανοήσουμε τη θεμελιώδη φύση του σύμπαντος, θα ήταν πολύ ανόητο να αγνοήσουμε το ρόλο που παίζει ο πλούτος και το χρήμα στην κοινωνία μας.

Έχω υποστήριξε κατά τη διάρκεια της εκστρατείας πριν το δημοψήφισμα πως θα ήταν λάθος για τη Βρετανία να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είμαι λυπημένος για το αποτέλεσμα, αλλά αν έχω μάθει ένα μάθημα στη ζωή μου, αυτό είναι να κάνω το καλύτερο με αυτό που έχω.

Τώρα λοιπόν πρέπει να μάθουμε να ζούμε εκτός της ΕΕ, αλλά για να διαχειριστεί με επιτυχία το μέλλον, θα πρέπει να κατανοήσουμε γιατί ο βρετανικός λαός έκανε αυτήν την επιλογή.

Πιστεύω ότι ο πλούτος, ο τρόπος που τον αντιλαμβανόμαστε και ο τρόπος που τον μοιράζομαστε, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφασή τους.

Όπως δήλωσε και η ίδια η νέα πρωθυπουργός, Τερέζα Μέι, στην πρώτη της ομιλία: «Πρέπει να μεταρρυθμίσουμε την οικονομία μας κατά τέτοιο τρόπο που θα επιτρέψει σε περισσότερους ανθρώπους να μοιραστούν την ευημερία της χώρας».

Όλοι γνωρίζουμε ότι τα χρήματα είναι σημαντικά. Ένας από τους λόγους που πίστευα ότι θα ήταν λάθος να εγκαταλείψει η Βρετανία την ΕΕ είχε σχέση με τις επιχορηγήσεις/επιδοτήσεις.

Οι Βρετανοί επιστήμονες χρειάζονται όλα αυτά τα χρήματα που λαμβάνουν μέχρι σήμερα, και μία σημαντική πηγή της εν λόγω χρηματοδότησης είναι εδώ και πολλά χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Χωρίς αυτές τις επιδοτήσεις, πολύ σημαντικό επιστημονικό και ερευνητικό έργο δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Υπάρχουν ήδη άλλωστε κάποια πρότζεκτ Βρετανών επιστημόνων που έχουν παγώσει και θα πρέπει σύντομα η κυβέρνηση μας να αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό.

Τα χρήματα είναι επίσης σημαντικά γιατί είναι απελευθερωτικά για τους ανθρώπους. Έχω μιλήσει και στο παρελθόν για την ανησυχία μου ότι οι περικοπές των κρατικών δαπανών στη Βρετανία θα μειώσουν ακόμη περισσότερο την υποστήριξη που παρέχεται σε μαθητές με αναπηρία, υποστήριξη καθοριστική και για την δική μου καριέρα.

Στην περίπτωσή μου, φυσικά, τα χρήματα όχι απλώς βοηθήσαν την επαγγελματική σταδιοδρομία μου, αλλά είναι επίσης αυτά που με κράτησαν  κυριολεκτικά ζωντανό.

Γι ‘αυτό και θα ήμουν το τελευταίο πρόσωπο που θα επέκρινε τη σημασία του χρήματος. Ωστόσο, αν και ο πλούτος έχει παίξει ένα σημαντικό, πρακτικό ρόλο στη ζωή μου, έχω μια διαφορετική σχέση με αυτό, απ’ ότι έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι.

Το να πληρώσω δηλαδή για τη φροντίδα μου ως άνθρωπος με σοβαρή αναπηρία είναι ασφαλώς ζωτικής σημασίας, η απόκτηση όμως μιας περιουσίας δεν είναι.

Δεν ξέρω καν τι θα έκανα αν αποκτούσα ένα άλογο κούρσας, ή μια «Ferrari», ακόμα και αν μπορούσα οικονομικά να τα αντέξω. Γι ‘αυτό και βλέπω τα χρήματα ως διαμεσολαβητή, ως ένα μέσο για έναν σκοπό – είτε πρόκειται για ιδέες, είτε για την υγεία, είτε για την ασφάλεια – αλλά ποτέ ως αυτοσκοπό.

Είναι ενδιαφέρον ότι πολλοί θεωρούσαν αυτήν τη στάση -μέχρι πρόσφατα- ως μια προβλέψιμη εκκεντρικότητα ενός ακαδημαϊκού του Κέμπριτζ, ενώ τώρα όλο και πιο πολλοί την αποδέχονται. Οι άνθρωποι αρχίζουν να αμφισβητούν την αξία του πλούτου.

Και θέτουν ουσιαστικά ερωτήματα: Είναι η γνώση ή η εμπειρία πιο σημαντικά από τα χρήματα; Μπορεί ο πλούτος να σταθεί εμπόδιο στο δρόμο της εκπλήρωσης; Μπορεί στα αλήθεια να μας ανήκει κάτι, ή είμαστε απλά παροδικοί κάτοχοι;

Αυτά τα ερωτήματα οδηγούν σε μια σημαντική αλλαγή στη συμπεριφορά μας, η οποία με τη σειρά της εμπνέει κάποιες πρωτοποριακές μορφές επιχειρήσεων, καθώς και νέες ιδέες. Αυτά έχουν ονομαστεί χαρακτηριστικά «Cathedral Projects», ως μια ισοδύναμη, σύγχρονη αναφορά στις μεγάλες, καθολικές εκκλησίες, που κατασκευάστηκαν ως μέρος της προσπάθειας της ανθρωπότητας να γεφυρώσει τον ουρανό με τη γη και να φτάσει στον Θεό.

Αυτές οι ιδέες ξεκίνησαν μέσα από μια γενιά, με την ελπίδα ότι η επόμενη θα αναλάβει τις προκλήσεις που παρουσιάζονται.

Ελπίζω και πιστεύω ότι οι άνθρωποι θα αγκαλιάσουν ακόμη περισσότερο αυτές τις ιδέες στο μέλλον, γιατί βιώνουμε πια ιδιαίτερα επικίνδυνες στιγμές.

Ο πλανήτης μας και η ανθρωπότητα ως είδος, αντιμετωπίζει πολλαπλές προκλήσεις. Αυτές οι προκλήσεις είναι παγκόσμιες και πολύ σοβαρές – η αλλαγή του κλίματος, η παραγωγή τροφίμων, ο υπερπληθυσμός, ο αποδεκατισμός των άλλων ειδών, οι επιδημικές νόσοι, η μόλυνση των ωκεανών κτλ.

Τέτοια ζητήματα απαιτούν από εμάς να συνεργαστούμε, σε ένα κοινό όραμα και με μια συνεργατική λογική που θα διασφαλίσει ότι η ανθρωπότητα θα επιβιώσει.

Θα πρέπει για αυτό να προσαρμοστούμε, να επανεξετάσουμε, να αναπροσανατολιστούμε και να αλλάξουμε κάποιες από τις θεμελιώδεις παραδοχές μας σχετικά με το τι εννοούμε με τον όρο πλούτο, ιδιοκτησία, «δικό μου» και «δικό σου». Ακριβώς όπως μαθαίνουμε στα παιδιά να μοιράζονται.

Αν αποτύχουμε, οι δυνάμεις που συνέβαλαν στο Brexit, ο φθόνος και ο απομονωτισμός, όχι μόνο στη Βρετανία αλλά σε όλο τον κόσμο, που τροφοδοτείται από έναν στενόμυαλο ορισμό του πλούτου και από την αποτυχία μας να τον κατανέμουμε πιο δίκαια, τόσο στο εθνικό επίπεδο, όσο και πέραν των εθνικών συνόρων, θα ενισχυθούν.

Αν συμβεί τελικά αυτό, δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος για τη μακροπρόθεσμη προοπτική του είδους μας.

Αλλά μπορούμε και θα τα καταφέρουμε. Οι άνθρωποι είναι ένα ον ατέλειωτα πολυμήχανο, αισιόδοξο και ευπροσάρμοστο. Πρέπει να διευρύνουμε τον ορισμό του πλούτου και να συμπεριλάβουμε σε αυτόν τις γνώσεις, τους φυσικούς πόρους και το ανθρώπινο δυναμικό.

Την ίδια στιγμή πρέπει να μάθουμε να τον μοιραζόμαστε με περισσότερη δικαιοσύνη.

Αν το κάνουμε αυτό, τότε δεν υπάρχει κανένα όριο σε εκείνα που οι άνθρωποι μπορούν να επιτύχουν από κοινού.»

ΠΗΓΗ: http://www.iefimerida.gr/news/285382/i-krisimoteri-evdomada-gia-tin-ispania-kyvernisi-i-kalpes-ola-ta-senaria

 

Advertisements

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ

Από τον Νώντα Κούκα

Η φιλοσοφική-φυσική επιστήμη του εικοστού πρώτου αιώνα

Η ανεπανάληπτη φιλοσοφική-επιστημονική επανάσταση που ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνα, και συνεχίστηκε κατόπιν, έφερε τα πάνω κάτω στην κλασική επιστημονική σκέψη της μηχανιστικής-εμπειριστικής επιστήμης του 18ου -19ου αιώνα. Εννοούμε βέβαια τη Θεωρία της Σχετικότητας, την Κβαντοθεωρία, καταρχήν, αλλά και τη Θεωρία των Μη Γραμμικών Δυναμικών Συστημάτων («Θεωρία του Χάους», επί το λαϊκότερον), στη συνέχεια, καθώς και στα γενικότερα επιτεύγματα της κυβερνοπληροφορικής και της γνωσιακής επιστήμης. Η επανάσταση αυτή – και ιδιαίτερα η θεωρία της σχετικότητας και η κβαντομηχανική – έπληξε την ίδια την καρδιά της μηχανικής φυσικής (: κλασική δυναμική) και τα ίδια τα σπλάχνα του εμπειρισμού ως γνωσιολογικού ρεύματος· κυρίως δε, του πρώτου ρεύματος του θετικισμού (A. Comte, J. S. Mill, H. T. Bucle και H. Spencer), και του υποτιθέμενου «δεύτερου θετικισμού» (R. Avenarius, E. Mach και F. W. Οstwald), που ήταν «διαφορετικός» από τον πρώτο θετικισμό. Παρεμπιπτόντως, ο «τρίτος θετικισμός» είναι η «Σχολή της Βιέννης» (M. Schlick, R. Carnap, O. Neurat και J. A. Ayer), γνωστός επίσης και ως νεοθετικισμός ή λογικός θετικισμός, αρκετά «διαφορετικός» και από τους δύο προηγούμενους θετικισμούς.

Οι αντιπρόσωποι όλων των κλάδων του θετικισμού, και ειδικά ο Μαχ (Mach), θεωρούσαν τον David Hume ως τον πρόδρομό τους. Ο ίδιος ο Αϊνστάιν, όταν ήταν νεαρός, είχε επηρεαστεί πολύ από τον δεύτερο θετικισμό, όπως φάνηκε αργότερα, όταν δούλευε επάνω στις θεωρίες της σχετικότητας, ειδική και γενική. Ένα από τα σπουδαιότερα έργα του Avenarius, Η Κριτική της Καθαρής Εμπειρίας, δημοσιεύτηκε το 1889/90. Ο Αϊνστάιν ήλθε σε επαφή με το έργο αυτό στο πλαίσιο των συναντήσεών του με τους φίλους του (Solvine και Habicht), με τους οποίους είχε ιδρύσει την ακαδημία «Όλυμπος». Η ανάγνωση μερικών κεφαλαίων του βιβλίου αυτού και η συζήτηση με τους φίλους του πρέπει να είχαν ενισχύσει με κάποιο τρόπο τις θετικιστικές απόψεις που είχε ασπαστεί από τους Mach και Ostwald).

Εξάλλου, κατά την περίοδο των συναντήσεων της ακαδημίας του Ολύμπου, ο Αϊνστάιν μελέτησε εμπεριστατωμένα την Πραγματεία για την Ανθρώπινη Φύση του Hume. Επίσης, συζητούσε με τους φίλους του το Σύστημα Λογικής του J. S. Mill, ειδικά το τρίτο κεφάλαιο που είχε θέμα την επαγωγική μέθοδο. Με αυτόν τον τρόπο, ο Αϊνστάιν γνώρισε τους εκπροσώπους του «πρώτου θετικισμού». Σταδιακά, άρχισε να απομακρύνεται και να ασκεί ισχυρή κριτική συνολικά στον θετικισμό και στην επαγωγική του μέθοδο.

Τελικά, ο Αϊνστάιν απέρριψε οριστικά τον θετικισμό, όταν έκανε την τελική διατύπωση της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας. Ήδη το 1914, προτού η γενική θεωρία της σχετικότητας λάβει την τελική της διατύπωση, στον εναρκτήριο λόγο του που εκφώνησε όταν γινόταν μέλος της Πρωσικής Ακαδημίας των Επιστημόνων, ο Αϊνστάιν μίλησε για την παραγωγική/απαγωγική [Deduktion] διαδικασία ως βασική μέθοδο της θεωρητικής φυσικής. Σύμφωνα με αυτόν, η εργασία του θεωρητικού φυσικού διεκπεραιώνεται σε δύο φάσεις. Στην πρώτη, ο θεωρητικός φυσικός ανακαλύπτει τις αρχές και τα βασικά αξιώματα∙ ενώ, στη δεύτερη φάση, δημιουργεί μια θεωρία χρησιμοποιώντας την παραγωγή/απαγωγή ως βασικό εργαλείο. [Σημείωση του συγγραφέα: Αυτή ακριβώς είναι η παραγωγική μέθοδος – από το όλον στο μέρος ή από το γενικό στο ειδικό. Στον αντίποδα βρίσκεται η επαγωγική μέθοδος – από το μέρος στο όλον ή από το ειδικό στο γενικό. Η διάκριση αυτή οφείλει να είναι σχηματική επειδή ο κάθε λογικός (επιστήμονας) γνωρίζει πόσες ουσιώδεις παγιδεύσεις ελλοχεύουν σε τούτη την απλοποιημένη σχηματοποίηση. Η εν λόγω όμως εκλαΐκευση-απλούστευση είναι απαραίτητη, τουλάχιστον για όποιον θέλει να μυηθεί στην τυπική λογική.]

Επιστρέφοντας στον Αϊνστάιν, μόνο με την παραγωγή/απαγωγή η αναπτυσσόμενη θεωρία μπορούσε να ελέγχεται πειραματικά. Ο ουσιαστικός ρόλος της παραγωγής/απαγωγής υπογραμμίστηκε επίσης στην ομιλία του το 1918 προς τιμήν των εξηκοστών γενεθλίων του Planck. Οι απόψεις που προσέγγιζαν τις ιδέες που ο Popper θα ανέπτυσσε αργότερα, διατυπώθηκαν από τον Αϊνστάιν σε ένα πολύ σπουδαίο άρθρο, όχι όμως πολύ γνωστό (δεν αναφέρεται σε καμία λίστα των έργων του). Δημοσιεύτηκε στην ημερήσια εφημερίδα του Βερολίνου «Berliner Tageblatt», τα Χριστούγεννα του 1919. Του είχε ζητηθεί από τους εκδότες να εκφράσει τις πολιτικές απόψεις του για τη δύσκολη κατάσταση της Γερμανίας ύστερα από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Επιδέξια, ο Αϊνστάιν έστειλε ένα άρθρο με ουδέτερο πνεύμα, υπό τον τίτλο «Induktion und Deduktion in der Physik» («Επαγωγή και Παραγωγή στη Φυσική»), που κατέληγε έτσι:

  • Σε αυτήν την ανήσυχη εποχή προσφέρω στον αναγνώστη αυτό το μικρό αντικειμενικό και δίχως πάθος άρθρο, γιατί είμαι της γνώμης ότι με μια ήρεμη προσήλωση στους αιώνιους στόχους, που είναι κοινοί σε όλους τους μορφωμένους ανθρώπους, σήμερα μπορούμε να βοηθήσουμε τις πολιτικές εξελίξεις πιο αποτελεσματικά, παρά με εκτιμήσεις και δηλώσεις σαφώς πολιτικοποιημένες.

Ειρήσθω εν παρόδω, ας αναφερθεί αυτό. Είναι, ελπίζουμε, ευνόητο γιατί κάνουμε όλη αυτήν τη μνεία στον άνθρωπο που εισήγαγε τη νέα φυσική (Θεωρία Σχετικότητας – Κβαντική) του εικοστού πρώτου αιώνα, μόλις στις αρχές του εικοστού αιώνα. Διότι ακριβώς αυτό έκανε. Εκταμίευσε από το μέλλον και έφερε στο παρόν θεωρητικά δεδομένα για τα οποία δεν υπήρχαν ακόμη ούτε τα γλωσσικά ούτε τα επιστημονικά εργαλεία που θα μπορούσαν να τα αποκωδικοποιήσουν. Κατά συνέπεια, έμπαιναν επίσημα πλέον από την κεντρική πύλη τόσο η νέα Θεωρία της Γνώσης όσο και τα νέα μαθηματικά, αφού πια θα έπρεπε να εξελιχθούν για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στα επαναστατικά κελεύσματα της νέας φυσικής. Άρα, εισέβαλε δυναμικά και πάλι αναγεννημένη η ίδια η Φιλοσοφία. Με δεδομένο λοιπόν πως οι μεθοδολογικές παρατηρήσεις που εκφράστηκαν στο εν λόγω άρθρο θα επηρέαζαν σημαντικά τα έργα του Αϊνστάιν προς την επαναστατική γνωσιολογία εννοιών όπως ο «χώρος», ο «χρόνος» – αλλά και ο «αιθέρας», το «πεδίο» -, ας τις παραθέσουμε συνοπτικά εν συντομία.

Στο πρώτο μέρους του άρθρου ο Αϊνστάιν εκφράστηκε υπέρ της άποψης που είχε ήδη υποστηρίξει όντας ακόμη υπό την επιρροή του J. S. Mill:

  • Η πιο απλή αναπαράσταση που μπορεί να φανταστεί κανείς για τη δημιουργία μιας πειραματικής επιστήμης είναι με την επαγωγική μέθοδο. Μεμονωμένα γεγονότα επιλέγονται και ομαδοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να παρουσιάζεται καθαρά μια μεταξύ τους κανονική σύνδεση. Ταξινομώντας αυτές τις κανονικότητες, μπορούμε να αποκτήσουμε πάλι πιο γενικές, ώστε να επεξεργαστούμε ένα σύστημα, περισσότερο ή λιγότερο ενιαίο, για το διαθέσιμο σύνολο μεμονωμένων γεγονότων. Το ενιαίο αυτό σύστημα πρέπει να είναι τέτοιο ώστε η αναδρομική σκέψη, αρχίζοντας από τις έτσι αποκτημένες γενικότητες, να μπορεί πάλι να αναπαράγει τα μεμονωμένα γεγονότα με αντίστροφη συλλογιστική.

Για τον Αϊνστάιν η αρχή των εμπειρικών επιστημών που παρουσιάστηκε σε αυτό το εδάφιο δεν αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα, διότι στις φυσικές επιστήμες τα σημαντικότερα επιτεύγματα σημειώθηκαν με τη χρησιμοποίηση της ακριβώς αντίθετης μεθόδου από εκείνη της επαγωγής.

  • Ήδη, μια σύντομη ματιά στις πραγματικές εξελίξεις αποδεικνύει ότι τα μεγάλα άλματα της επιστημονικής γνώσης έγιναν με αυτόν τον τρόπο μόνο μερικώς. Πράγματι, εάν ο ερευνητής προσεγγίσει τα πράγματα δίχως κάποια προκαθορισμένη γνώμη, πώς θα μπορούσε να επιλέξει ανάμεσα στις αμέτρητες περιπτώσεις της πιο περίπλοκης εμπειρίας, τα γεγονότα που αρκούν για να φανερωθούν οι λογικές διασυνδέσεις; Ο Γαλιλαίος δεν θα μπορούσε ποτέ να βρει τον νόμο της ελεύθερης πτώσης, δίχως τη γνώση ότι οι πτώσεις των σωμάτων που παρατηρούμε στην πράξη περιπλέκονται από την αντίσταση του αέρα, και συνεπώς οφείλουμε να δούμε τις περιπτώσεις στις οποίες τούτη η αντίσταση παίζει τον μικρότερο δυνατό ρόλο.
  • Τα άλματα της επιστημονικής γνώσης γεννήθηκαν με τρόπο σχεδόν διαμετρικά αντίθετο από εκείνον της επαγωγής. Η διαισθητική κατανόηση του ουσιαστικού τμήματος ενός μεγάλου συνόλου εμπειρικών δεδομένων οδηγεί τον ερευνητή στη διατύπωση ενός ή περισσότερων υποθετικών γενικών νόμων. Από τον βασικό νόμο (σύστημα αξιωμάτων) εξηγούνται τα παραγωγικά/απαγωγικά συμπεράσματα. Αυτά τα συμπεράσματα, που συχνά συνάγονται από τον βασικό νόμο διαμέσου περίπλοκων αναπτύξεων και υπολογισμών μπορεί να συγκριθούν με την εμπειρία, δίνοντας έτσι ένα κριτήριο για την αποδοχή του βασικού νόμου. Όλοι μαζί οι βασικοί νόμοι (αξιώματα) και τα συμπεράσματα αποτελούν εκείνο που ονομάζεται «θεωρία».
  • Κάθε ειδήμων επιστήμονας ξέρει ότι οι μεγαλύτεροι πρόοδοι στη γνώση της φύσης, για παράδειγμα η θεωρία της βαρύτητας του Νεύτωνα, η θερμοδυναμική, η κινητική θεωρία των αερίων, η σύγχρονη ηλεκτροδυναμική κ.λπ., γεννήθηκαν όλες με αυτόν τον τρόπο, και στη θεμελίωσή τους πρέπει να αποδίδεται λόγω αρχής αυτός ο υποθετικός χαρακτήρας. Έτσι είναι σίγουρο ότι ο ερευνητής αρχίζει πάντα από τα εμπειρικά δεδομένα των οποίων η σύνδεση αποτελεί σκοπό του έργου. Όμως, δεν προσεγγίζει το θεωρητικό του σύστημα με τρόπο μεθοδικό και επαγωγικό, αλλά μένοντας έτσι πιστός στα δεδομένα μάλλον διαμέσου μιας διαισθητικής επιλογής μεταξύ των θεωριών που βασίζονταν στα αξιώματα.     

Στα μόλις εκτεθέντα εδάφια μπορεί κανείς να αναγνωρίσει την παρουσία στοιχείων «αντιεπαγωγισμού» και «υποθετισμού» στις επιστημολογικές απόψεις του Αϊνστάιν. Τούτες οι ιδέες προανάγγελλαν τον «αντιεπαγωγισμό» και τον «υποθετισμό» του Popper. Επίσης, η παρατήρηση ότι η σύγκριση μεταξύ της εμπειρίας και των κεκτημένων με επαγωγικό τρόπο συμπερασμάτων από επιλεγμένους νόμους (αξιώματα) θα μπορούσε μόνο να επικυρώσει τους νόμους χωρίς να αποκλείει άλλες θεωρίες βασισμένες σε διαφορετικά αξιώματα, όπου θα γινόταν μέρος της επεξεργασίας του Popper. Ο Αϊνστάιν προλάμβανε επιπλέον τις ιδέες του Popper όταν έλεγε ότι μια θεωρία μπορούσε πάντοτε να θεωρηθεί εσφαλμένη, αλλά και ποτέ δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί αληθινή. Παραθέτουμε και ένα εδάφιο που αιτιολογεί την προηγούμενη δήλωση:

  • Έτσι μια θεωρία μπορεί κάλλιστα να αναγνωριστεί ανακριβής εάν στα συμπεράσματά της υπάρχει ένα λογικό σφάλμα, ή μη ενδιαφέρουσα εάν ένα γεγονός δεν συμφωνεί με τα πορίσματά της. Αντίθετα, η αλήθεια μιας θεωρίας δεν μπορεί ποτέ να αποδειχθεί, διότι δεν μπορεί ποτέ κανείς να ξέρει εάν και στο μέλλον δεν θα αντιβαίνει σε κάποια εμπειρία που θα αντικρούει τα συμπεράσματά της. Και θα είναι πάντα υπό σκέψιν άλλα και διαφορετικά λογικά συστήματα ικανά να συνδέουν τα ίδια γεγονότα. Εκτός όταν υπάρχουν δύο θεωρίες και οι δύο συμβιβάσιμες με το σύνολο των γεγονότων, δεν υπάρχει καν ένα κριτήριο για την προτίμηση της μιας ή της άλλης, διαφορετικό από τη διαισθητική εικόνα του ερευνητή. Πρέπει να καταλαβαίνουμε ότι οι διορατικοί ερευνητές, αν και γνωρίζουν τέλεια θεωρίες και γεγονότα, μπορεί να είναι ένθερμοι οπαδοί αντίθετων θεωριών.  

 

Η φιλοσοφία του κβαντικού παράγοντα

 

«Όποιος δεν συγκλονίζεται από την κβαντική θεωρία, δεν την καταλαβαίνει»

Niels Bohr

 

Κατά τη δεκαετία του 1920 πραγματοποιήθηκε μια επανάσταση στην κλασική φυσική που άφησε άφωνη την επιστημονική κοινότητα. Αυτή, γνωστή ως κβαντική θεωρία, εστίασε – για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία της επίσημης δυτικής επιστήμης – την προσοχή στη σχέση ανάμεσα στον παρατηρητή και τον εξωτερικό κόσμο. Σήμερα πια, η κβαντική θεωρία αποτελεί τον στυλοβάτη της σύγχρονης φυσικής. Παρέχει το πλέον επαρκές, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, επιστημονικό τεκμήριο σε ό,τι αφορά στον ιδιαίτερο ρόλο που παίζει η συνείδηση στην ουσία της φυσικής πραγματικότητας.

Λαμβάνοντας κανείς υπόψη του ότι η κβαντική θεωρία μετράει αρκετές δεκαετίες ζωής, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι οι εκπληκτικές της ιδέες άργησαν τόσο πολύ να φτάσουν στο ευρύ κοινό. Εν πάση περιπτώσει, γίνεται ολοένα και πιο αντιληπτό ότι η θεωρία εμπεριέχει εκπληκτικά συναρπαστικές ιδέες τόσο για τη φύση του νου όσο και για την πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου. Πολλοί σύγχρονοι ερευνητές εντοπίζουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στις δέσμες ιδεών που συγκροτούν γενικώς την κβαντική θεωρία και τον ανατολικό μυστικισμό, όπως το Ζεν. Πέρα όμως από τις οποιεσδήποτε θρησκευτικές του πεποιθήσεις, κανείς δεν μπορεί να αγνοεί τον κβαντικό παράγοντα.

Η αληθινή αλλόκοτη φύση της κβαντικής θεωρίας αναδύθηκε ευθύς αμέσως μετά την αποδοχή της. Η εν λόγω θεωρία προέκυψε από τις προσπάθειες να περιγραφεί η συμπεριφορά των ατόμων και των συστατικών τους. Συνεπώς, αφορά κατά κύριο λόγο τον μικρόκοσμο. Οι φυσικοί γνώριζαν από καιρό πως ορισμένες διαδικασίες, όπως η ραδιενέργεια, φαίνονταν τυχαίες και απρόβλεπτες. Ενώ μεγάλος αριθμός ραδιενεργών ατόμων υπακούει στους νόμους της στατιστικής, είναι αδύνατο να προβλεφθεί η στιγμή κατά την οποία θα διασπαστεί ένας συγκεκριμένος ατομικός πυρήνας. Τούτη η θεμελιώδης αβεβαιότητα εκτείνεται σε όλα τα ατομικά και υποατομικά φαινόμενα. Το κεντρικό νόημα της παραδοξότητας της κβαντικής θεωρίας, με λίγα λόγια, αποκωδικοποιείται ως εξής: για να με εξηγήσετε και να με καταλάβετε, απαιτώ τη ριζική αναθεώρηση της κοινής λογικής σας.

Η κβαντομηχανική είναι ο πιο παράξενος τομέας ολόκληρης της επιστήμης. Από τη σκοπιά από την οποία βλέπουμε καθημερινώς τη ζωή πάνω στη Γη, τίποτε δεν βγάζει νόημα στην κβαντική θεωρία∙ τη θεωρία γύρω από τους νόμους της φύσης που διέπουν την αυτοκρατορία του πολύ μικρού – καθώς επίσης και ορισμένα μεγάλα συστήματα, όπως είναι οι υπεραγωγοί. [Οι υπεραγωγοί είναι ειδική κατηγορία υλικών. Σε αυτούς παρατηρείται πως όταν ψυχθούν κάτω από μία συγκεκριμένη «κρίσιμη» θερμοκρασία, δεν εκλύεται καθόλου θερμότητα, καθώς διαρρέονται από ρεύμα – δηλαδή παρουσιάζουν μηδενική ηλεκτρική αντίσταση. Επίσης, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, δεν επιτρέπουν τη διέλευση μαγνητικών δυναμικών γραμμών μέσα από τη μάζα τους. Δηλαδή εμφανίζουν τέλειο διαμαγνητισμό (φαινόμενο Meissner).] Βεβαίως, σχεδόν το ίδιο ακατάληπτη για τη γήινη συνθήκη είναι και η θεωρία της σχετικότητας του Einstein∙ η θεωρία των πολύ μεγάλων μαζών και των πολύ υψηλών ταχυτήτων στο διάστημα. Η γεωμετρικοποίηση του χωροχρόνου (λέγε με καμπυλότητα) και η έκφρασή της ως δομής με το πεδίο της βαρύτητας, είναι αδύνατο να συλληφθεί και να οπτικοποιηθεί από την τρισδιάστατη κοινή λογική.

Η ίδια η λέξη «κβάντο» υποδηλώνει ένα μικρό πακέτο ενέργειας – ένα πολύ μικρό πακέτο (από το λατινικό quandum: πόσο;). Έτσι, η κβαντομηχανική, όπως αποκαλείται η κβαντική θεωρία, έχει να κάνει με τους βασικούς θεμέλιους λίθους της ύλης: τα βασικά στοιχειώδη σωματίδια, από τα οποία αποτελούνται τα πάντα στη φύση. Αυτά τα σωματίδια περιλαμβάνουν άτομα, μόρια, νετρόνια, πρωτόνια, ηλεκτρόνια, κουάρκ, όπως επίσης και φωτόνια (οι βασικές μονάδες του φωτός). Όλα αυτά τα αντικείμενα – αν μπορούμε πράγματι να τα χαρακτηρίσουμε αντικείμενα – είναι κατά πολύ-πολύ μικρότερα από οτιδήποτε μπορεί να δει το ανθρώπινο μάτι. Η είσοδος σε τούτον τον παράξενο κόσμο θα μπορούσε να προσφέρει μια εμπειρία τόσο εξωτική και αλλόκοτη όσο και οι περιπέτειες της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων.

Κατά βάση, ξεχνάμε κάθε γνωστό κανόνα συμπεριφοράς στον ονειρικό κβαντικό κόσμο: τα σωματίδια είναι κύματα και τα κύματα είναι σωματίδια. Δηλαδή, μια ακτίνα φωτός είναι τόσο ένα ηλεκτρομαγνητικό κύμα που διαδίδεται στο σύμπαν, όσο και μια ροή μικροσκοπικών σωματιδίων που κατευθύνονται με ταχύτητα προς τον παρατηρητή∙ με την έννοια πως κάποια κβαντικά πειράματα ή φαινόμενα αποκαλύπτουν την κυματική φύση του φωτός, ενώ άλλα τη σωματιδιακή φύση του ίδιου φωτός – αλλά ποτέ και τις δύο πλευρές ταυτοχρόνως. Και παρ’ όλα αυτά, προτού παρατηρήσουμε μια ακτίνα φωτός, είναι και κύμα και ροή σωματιδίων.

Στον χώρο της κβαντικής τα πάντα είναι ασαφή: κυριαρχεί ένα χαρακτηριστικό αβεβαιότητας σε όλες τις οντότητες με τις οποίες ασχολείται∙ είτε είναι φως, ηλεκτρόνια, άτομα ή κουάρκ. Αυτή η αβεβαιότητα είναι γνωστή ως η αρχή της απροσδιοριστίας/αβεβαιότητας. Μπορούμε να προβλέψουμε μόνο την πιθανότερη τοποθεσία όπου βρίσκεται ένα σωμάτιο, όχι την ακριβή του θέση. Και ποτέ δεν είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε με μεγάλη ακρίβεια ούτε τη θέση ούτε την ορμή του. Κοντολογίς, οι επιστημονικές προβλέψεις για τα αποτελέσματα είναι στατιστικές στη φύση τους και δίδονται με χρήση πιθανοτήτων. Επιπλέον, δεν υπάρχουν «κρυφές μεταβλητές» (όπως θα ήθελε ο Einstein), οι οποίες, αν γίνονταν γνωστές, θα διέλυαν την ομίχλη που σκεπάζει τον κβαντικό κόσμο. Άρα, το μαγικό, το ασαφές και το συγκαλυμμένο, αποτελούν το αναπόσπαστο χαρακτηρολογικό γνώρισμα στη δομή της κβαντοθεωρίας – την οντολογική αοριστία∙ η απάντηση στην οποία είναι η φιλοσοφία και τα μαθηματικά.

Κι αν ακόμη, όποιος διαβάζει τώρα δα τούτο το έργο δεν έχει πειστεί τελείως για την επιστράτευση της οντολογίας – και όχι απλά της επιστημολογίας – για την ερμηνεία της κβαντομηχανικής, ας συνεχίσει την ανάγνωση. Διότι ποια εξήγηση μπορεί να δοθεί για τη μυστηριώδη υπέρθεση καταστάσεων των κβαντικών συστημάτων; Ένα φωτόνιο (ένα κβάντο φωτός) ή ένα ηλεκτρόνιο (ένα αρνητικώς φορτισμένο στοιχειώδες σωματίδιο) μπορεί να βρεθεί σε μια υπέρθεση δύο ή περισσότερων καταστάσεων. Δεν μιλάμε πλέον για «εδώ» ή «εκεί»∙ στον παράξενο κβαντικό κόσμο μιλάμε για «εδώ» και «εκεί». Ένα φωτόνιο, τμήμα μια ροής φωτός που πέφτει σε ένα πέτασμα με δύο τρύπες, μπορεί να περάσει και από τις δύο τρύπες την ίδια στιγμή, αντί για την επιλογή της μιας ή της άλλης τρύπας, όπως φυσιολογικά θα αναμενόταν. Το ηλεκτρόνιο που βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τον πυρήνα, πιθανώς βρίσκεται σε πολλές τοποθεσίες ταυτοχρόνως.

Όμως, το φαινόμενο που δημιουργεί τη μεγαλύτερη κατάπληξη στον ονειρικό κόσμο των κβάντων είναι το φαινόμενο που ονομάζεται εναγκαλισμός. Δύο σωματίδια που μπορεί να βρίσκονται πολύ μακριά το ένα από το άλλο, ακόμα και εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά, είναι κατά έναν παράξενο τρόπο συνδεδεμένα μεταξύ τους. Η παραμικρή παραλλαγή στο ένα από αυτά αμέσως προκαλεί μια αλλαγή στο άλλο. [Ωστόσο, παρατηρήστε ότι η αιτιότητα συνιστά μια λεπτή και περίπλοκη έννοια στην κβαντομηχανική.]

Ελπίζουμε πως ο «άπιστος» αναγνώστης πείστηκε. Πριν όμως αρχίσουμε να καταδυόμαστε στα βαθιά ύδατα της «κβαντωμένης γνωσιοθεωρίας», χαριτολογώντας γαρ, και στα αφρισμένα κύματα της φιλοσοφίας και των μαθηματικών, καθώς και στις βαθιές δομές της σύγχρονης γνωσιολογίας (- γνωσιακής επιστήμης), ας συμπληρώσουμε στα προηγούμενα και τα εξής: είναι σαφές ότι η κβαντική θεωρία αποτελεί κατεξοχήν κλάδο πρακτικό της φυσικής. Ως τέτοιος έδωσε λαμπρά τεχνολογικά επιτεύγματα: πυρηνική ενέργεια, τρανζίστορ, ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, ακτίνες λέιζερ αλλά και τους υπεραγωγούς. Εξήγησε εν ριπή οφθαλμού τη δομή των ατόμων και των πυρήνων, τους χημικούς δεσμούς, τις μηχανικές και θερμικές ιδιότητες των στερεών, την ηλεκτρική αγωγιμότητα, την παγερότητα των άστρων που έχουν καταρρεύσει, και πολλά άλλα σημαντικά φυσικά φαινόμενα.

Σήμερα η θεωρία έχει διεισδύσει στους περισσότερους τομείς επιστημονικής έρευνας – τουλάχιστον στις φυσικές επιστήμες. Διδάσκεται εδώ και τρεις γενιές στα πανεπιστήμια ως βασικό μάθημα των θετικών επιστημών, ενώ εφαρμόζεται με πολλούς πρακτικούς και τετριμμένους τρόπους στη μηχανική. Κοντολογίς, η κβαντική θεωρία – όσον αφορά στις καθημερινές της εφαρμογές – συγκροτεί ένα βασικό κλάδο της φυσικής. Ο οποίος συνοδεύεται από μια τεράστια πληθώρα αποδεικτικών στοιχείων που προκύπτουν όχι μόνο από τις σχετικές συσκευές που συναντάμε στο εμπόριο αλλά και από εξαιρετικά προσεκτικά και λεπτά επιστημονικά πειράματα. Έτσι λοιπόν, οι περισσότεροι επαγγελματίες κβαντομηχανικοί φυσικοί εκτελούν απλώς τη δουλειά τους έχοντας πάψει να αναλογίζονται τις αλλόκοτες φιλοσοφικές προεκτάσεις της ίδιας της κβαντικής θεωρίας. Οποία έκπτωσις! Ο θρίαμβος της ιδεολογίας της κοινής λογικής και του θετικισμού της επί της «γνωσιοθεωρίας» του δυτικού πολιτισμού.

Από την άλλη, η όμορφη μαθηματική θεωρία του χώρου του Hilbert, της αφηρημένης άλγεβρας και της θεωρίας των πιθανοτήτων – που είναι τα μαθηματικά εργαλεία για τον χειρισμό των κβαντικών φαινομένων – επιτρέπουν την πρόβλεψη σε αποτελέσματα πειραμάτων σε ένα εκπληκτικό επίπεδο ακρίβειας. Αλλά δεν οδηγούν επουδενί σε μια κατανόηση των διαδικασιών που κρύβονται πίσω από το φαινόμενο αυτό. Μοιάζει σαν να είναι πέρα από το ανθρώπινο όριο η γνήσια κατανόηση για ό,τι πραγματικά διαδραματίζεται μέσα στο μυστηριώδες κουτί ενός κβαντικού συστήματος. Σύμφωνα με μια ερμηνεία της κβαντομηχανικής, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το κουτί μόνο για να προβλέψουμε τα αποτελέσματα. Και τούτες οι προβλέψεις είναι απλά στατιστικές στη φύση τους.

Χρειάζεται επομένως και άλλη εξέλιξη ο μαθηματικός φορμαλισμός; Ναι, αλλά με τη σημαντική υπόμνηση: χρειάζεται επίσης επανάκαμψη και υποχρεωτική εξέλιξη και ο φιλοσοφικός στοχασμός μαζί με τον μαθηματικό φορμαλισμό. Διότι το θέμα της ερμηνείας δεν εντοπίζεται στη «γλώσσα» αλλά στο νόημα των εξισώσεων που εκφράζονται μέσα από αυτήν τη γλώσσα. Κάπως εκλαϊκευτικά, τούτο σημαίνει: μετατόπιση της εξηγητικής προσπάθειας από τον συνήθη οριζόντιο μαθηματικό φορμαλισμό της επιστημολογίας, προς τον κάθετο μαθηματικό δομισμό της οντολογίας. Ή από τον επιστημονισμό προς τη φιλοσοφική επιστήμη. Έτσι πια, μπαίνουμε αισίως στο μεγάλο ταξίδι της εξερεύνησής μας.

1/4/2016

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (Ή ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ)

 Από τον Νώντα Κούκα

Τελικά, το τέλος της ιστορίας είναι το τέλος της φυσικής – τουλάχιστον όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Πιστεύαμε πως η φύση συνιστά μια αυτόνομη, sui generis, οντότητα που εξηγείται από «αντικειμενικούς» νόμους και τους οποίους περιγράφει η φυσική με τη βοήθεια μαθηματικών εργαλείων. Ας όψεται και πάλι ο (ιδεαλιστικός) θετικισμός… Τώρα πια είμαστε σχεδόν σίγουροι πως η φύση δεν είναι τίποτε άλλο παρά το «άλλοθι» των μαθηματικών.

Ειδικότερα, η φύση αποτελεί το ενδιαίτημα στο οποίο εγκαταβιώνουν οι «φοβεροί» και «τρομεροί» μαθηματικοί τύποι του (δεύτερου) κβαντικού κόσμου. Να το πούμε πιο ποιητικά (άρα, και πιο εύστοχα); Οι εξωτικές μαθηματικές εξισώσεις παίρνουν πνοή και δίνουν νόημα («ζωή») ως Πληροφορία Ανταποδοτική. Δημιουργούν δηλαδή τη σκηνή και τη ράμπα του κόσμου, έτσι όπως τον αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας.

Ο θεμελιώδης αυτός μετασχηματισμός, η φοβερή αυτή μετατροπή μέσω της οποίας οι εξωφρενικοί μαθηματικοί τύποι σαρκώνονται και γίνονται «ζωή», μεταφράζεται από τη μυστηριώδη δύναμη της βαρύτητας. Τούτη σε κοσμικό επίπεδο αποδίδεται ως γεωμετρική παραμόρφωση του χωροχρονικού τετραδιάστατου συνεχούς∙ ενώ στο κοινωνικό πεδίο μπορεί να αποδοθεί ως ιδεολογία.

5/12/2013

 

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΚΥΡΙΑ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΒΑΝΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ (ΚΑΚΘ) παρακαλούμε να μη γίνονται αναπαραγωγές κειμένων ανυπόγραφες

Από τον Νώντα Κούκα

Θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στα κύρια αινίγματα της κβαντικής θεωρίας (ΚΑΚΘ) που θέτει ο μαθηματικός και φυσικός Collin Bruce (Κόλιν Μρους) στο έργο του Πολλοί κόσμοι της κβαντικής θεωρίας.

ΚΑΚΘ 1

Απόκοσμοι κβαντικοί δεσμοί μοιάζουν να συνεπάγονται είτε ότι υπάρχουν σήματα ταχύτερα από το φως είτε ότι τοπικά γεγονότα δεν εξελίσσονται αμέσως με μονοσήμαντο τρόπο, σε κάθε άκρο του δεσμού.

ΚΑΚΘ 2

Απόκοσμοι κβαντικοί δεσμοί μοιάζουν να συνεπάγονται είτε ότι υπάρχουν υπερφωτεινά σήματα είτε ότι τα κβαντικά γεγονότα είναι αληθινά τυχαία.

Απάντηση: Παρατηρούμε ότι το ΚΑΚΘ 1 και το ΚΑΚΘ 2 είναι ερωτήματα συσχετιστικά μεταξύ τους. Έτσι η απάντηση είναι μία: αν αποδεχθούμε και κατανοήσουμε το γεγονός της ύπαρξης του πραγματικού δεύτερου κόσμου, του κβαντικού κόσμου, τότε ο γρίφος λύνεται. Ο εν λόγω κόσμος είναι ένα υπερ-νοήμον σύμπαν που πληροφορεί με συμβατική νόηση το οικείο μας τρισδιάστατο σύμπαν. Τούτο σημαίνει πως το συγκεκριμένο δίλημμα τόσο του ΚΑΚΘ 1 όσο και του ΚΑΚΘ 2 αποτελεί τη συνέπεια της εμπλοκής της συνείδησης του παρατηρητή-επιστήμονα.

Η εκκρεμότητα του «είτε/είτε» είναι ψυχολογικής τάξης και όχι λογικής (όπου κανονικά ανήκει). Διηγείται ακριβώς τη μεσοβέζικη συνείδηση του παρατηρητή ανάμεσα στο «εγώ» του – που κατοικεί στο μακροσκοπικό σύμπαν – και στον «εαυτό», που εκπέμπει σήματα από το κβαντικό σύμπαν. Κοντολογίς, το δίλημμα προκύπτει από την ψευδαίσθηση της ατομικής, υλικής συνείδησης του παρατηρητή. Η υπέρβαση του διλήμματος μπορεί να επιτευχθεί με την (ενεργειακή) κοινωνική/κοσμική συνείδηση του επιστήμονα παρατηρητή.

ΚΑΚΘ 3

Γιατί το σύμπαν μοιάζει να αναλώνει μια τόσο μεγάλη ποσότητα προσπάθειας εξερευνώντας πιθανές εκβάσεις γεγονότων, πράγματα που θα μπορούσαν να συμβούν, αλλά τελικά δεν συνέβησαν;

ΚΑΚΘ 4

Γιατί η πραγματικότητα μοιάζει να είναι ο κόσμος σε μια και μοναδική υλική δομή, όταν τα κύματα- οδηγοί θα έπρεπε να υφαίνουν μια ακόμη πιο μπερδεμένη πολλαπλότητα δομών;

Απάντηση: Και αυτά τα δύο ερωτήματα συνάπτονται συσχετιστικά μεταξύ τους. Η απάντηση λοιπόν και στα δύο ερωτήματα είναι η εξής: η προθεσιακότητα που (πρέπει να) διακρίνει την υπερπληροφορία η οποία διέπει ένα υπερνοήμον σύμπαν. Ο απλός νοήμων παρατηρητής του οικείου ορατού σύμπαντος, διαθέτει απλή προθετικότητα και όχι προθεσιακότητα. Αλλά η απλή προθετικότητα δεν μπορεί να κατανοήσει την προθεσιακότητα του σύμπαντος: απέραντη α-νόητη πληροφορία, για ελαχιστότατες μονάδες νοήματος.

Να γιατί η (ορατή) πραγματικότητα φαίνεται να χρειάζεται τόσο μεγάλη ποσότητα προσπάθειας, ώστε να προσλάβει μια ειδική δομή και όχι μια μπερδεμένη πολλαπλότητα δομών, μολονότι  η αλήθεια είναι ότι η πραγματική πραγματικότητα δεν τη χρειάζεται.

Το κλειδί λοιπόν για την απάντηση στα τέσσερα κύρια αινίγματα της κβαντικής θεωρίας, είναι  η θεωρία της πληροφορίας, από την οποία εκταμιεύεται η ψηφιακή φιλοσοφία που αντιλαμβάνεται το ορατό σύμπαν ως σύμπαν-υπολογιστή. Δηλαδή ένα ολιστικό σύμπαν τριών κόσμων. Αλλά για αυτούς του κόσμους θα μιλήσουμε περισσότερο σε επόμενα σημειώματα.

29/11/2013

Από την ψευδαίσθηση της «ύπαρξης» στην αίσθηση της ύπαρξης

Από τον Νώντα Κούκα

Ο όρος «προθεσιακότητα» συνάπτεται άμεσα με τον οντολογικό όρο «συνείδηση» – και όχι με τη συνείδηση τινός, που είναι όρος της φαινομενολογίας. Αυτό σημαίνει πως και οι όροι «αίσθηση/ψευδαίσθηση» δεν εμπίπτουν στην επικράτεια της ψυχολογίας αλλά της λογικής. Έτσι, η κοινή λογική, που είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ψυχολογική κυρίως θέαση του κόσμου, συγχέει και αναμειγνύει τον υποκειμενικό (ψυχολογικό) ιδεαλισμό με τον αφελή ρεαλισμό. Για αυτό, δεν μπορεί να ανεχθεί την ανεξαρτησία της συνείδησης ως πληροφορίας από τη συνειδητή ροή της, που είναι η εντροπία της.

Κοντολογίς, αδυνατεί να διακρίνει την τάξη/βεβαιότητα της συμμετρικής πληροφορίας από την αταξία/αβεβαιότητα της θρυμματισμένης πληροφορίας – δηλαδή του περιεχομένου της που ρέει στον χωροχρόνο. Η επέκταση αυτής της σύγχυσης επιφέρει αναγκαστικά την ταύτιση της άυλης πληροφορίας με τον υλικό της φορέα, με το μέσον της, που κατ’ ανάγκη είναι υλοενεργειακό πύκνωμα-μάζα.

Η πραγματικότητα της συμμετρικής πληροφορίας είναι αντικειμενική, με την έννοια πως αυτή «κείται» καταρχήν στην υλική της εγγραφή σε χωροχρονικό υλικό. Κατά συνέπεια, η πληροφορία ως περιεχόμενο προϋπάρχει της πληροφορίας ως περιέχοντος. Με άλλα λόγια, η πληροφορία, ως καθολική συνείδηση, προϋπάρχει της πληροφορίας ως συνείδησης τινός.

Τώρα μπορούμε να πούμε ότι η ολιστική πληροφορία της συνείδησης αναφέρεται στον χώρο, ενώ η θρυμματισμένη πληροφορία της επιμέρους συνείδησης τινός ανήκει στον χρόνο. Βέβαια, στο ψυχολογικό κομμάτι του «εγώ» μας, όπου κυριαρχεί η κίνηση, ο χωροχρόνος είναι αδιάσπαστος και ενιαίος. Άρα, και η ίδια η πληροφορία φαίνεται αδιάσπαστη και ενιαία.

Το αποτέλεσμα είναι το εξής: αυτό το περίεργο αμάλγαμα ιδεαλιστικού ρεαλισμού ή ρεαλιστικού ιδεαλισμού δεν είναι άλλη παρά η ίδια η σύσταση της περιβόητης ιδεολογίας του θετικισμού. Ο θετικισμός αποτελεί όντως ιδεολογία. Τούτο σημαίνει πως κατά βάση ψυχολογικοποιεί τις έννοιες της ύπαρξης και της αίσθησης. Μια πέτρα θεωρούμε ότι έχει ύπαρξη. Ενώ ένα υποκειμενικό αίσθημα φοβίας θεωρούμε πως διαθέτει «ύπαρξη». Τα εισαγωγικά στη δεύτερη περίπτωση αμφισβητούν την αντικειμενική ύπαρξη της φοβίας, σε αντίθεση με την ύπαρξη της πέτρας που δεν αμφισβητείται. Εδώ, έχουμε την επιλεκτική εκδοχή ότι η μια ύπαρξη είναι πιο «αντικειμενική» από την άλλη.

Γιατί όμως η ύπαρξη της πέτρας είναι πιο αποδεκτή από την «ύπαρξη» της φοβίας; Πρώτα απ’ όλα επειδή η πέτρα είναι υλικό σώμα, ενώ η φοβία αποτελεί έτσι απλά μια «ιδέα». Έπειτα, η φοβία λέμε μεν πως δεν μπορεί να είναι αντικειμενική (αλλά όμως αποδεχόμαστε πως είναι υπαρκτή), διότι δεν αντιστοιχείται (στην πραγματικότητα) – δεν υπάρχει δηλαδή αλήθεια στην εκδήλωσή της, άρα δεν υπακούει στην αρχή της αιτιότητας.

Τώρα όσον αφορά στην πρώτη ένσταση, στο αν δηλαδή μια υλική πληροφορία είναι πιο πραγματική από μια άυλη, τότε πραγματικά δεν σκαμπάζουμε γρυ από θεωρία της πληροφορίας. Διότι όπως γράψαμε, κάθε ολιστική πληροφορία έχει ανάγκη από ένα υλικό φορέα για να μεταδοθεί. Έτσι η πέτρα πληροφορεί με την «πετρότητά» της, ενώ η φοβία μου/σου/του πληροφορεί μέσω του σώματός μου/σου/του. Άρα η ύπαρξη της καθαυτό πληροφορίας «πέτρα» και της καθαυτό πληροφορίας «φοβία» είναι  της ίδιας τάξης (ισοδυναμεί) ως προς την αντικειμενικότητά τους.

Όμως αλλάζει κάτι πολύ σημαντικό. Και αυτό είναι η αίσθηση. Στην περίπτωση της πέτρας, η ίδια δεν αισθάνεται την ύπαρξή της (ουσιαστικά, εμείς «ονομάζουμε»-προβάλλουμε την πέτρα ως ένα αντικείμενο αν-αίσθητο). Αυτό σημαίνει πως ναι μεν υπάρχει αλλά εμείς δεν γνωρίζουμε γιατί για παράδειγμα βρέθηκε εκεί και όχι αλλού ή γιατί έχει αυτό το μέγεθος, το χρώμα, το υλικό και οτιδήποτε άλλο. Ενώ στην περίπτωση της φοβίας μας ίσως μπορέσουμε να εντοπίσουμε και να αξιολογήσουμε την αλήθεια ή το ψεύδος της. Αν δηλαδή η φοβία μας είναι αίσθηση ή ψευδαίσθηση. Πάντως σημειώνουμε εδώ πως όταν λέμε ψευδαίσθηση, δεν εννοούμε κάτι τελείως ανύπαρκτο αλλά πιο πολύ κάτι που υπάρχει που όμως εμείς το αντιλαμβανόμαστε τελείως αλλοιωμένο ή παραποιημένο απ’ ό,τι πραγματικά αυτό είναι.

Επομένως, αυτό που μας μπερδεύει στην εννοιολόγηση της έννοιας «ύπαρξη» είναι το γεγονός πως στην πληροφορία «πέτρα» ο φορέας της είναι αντί-στοιχος, ενώ στην περίπτωση της πληροφορίας «φοβία» ο φορέας είναι σύν-στοιχος. Ή, για να το πούμε πιο απλά, στη δεύτερη περίπτωση ο φορέας είμαστε εμείς οι ίδιοι, ενώ στην πρώτη ο φορέας είναι έξω από εμάς, απέναντί μας.

Μπορούμε όμως να αποκλείσουμε ότι και μια πέτρα μπορεί να έχει εσώτερες αντηχήσεις πληροφορίας; Ίσως πείτε βιαστικά ότι αποκλείεται κάτι τέτοιο, διότι σε αυτήν την περίπτωση κάτι θα φαινόταν. Ο αντίλογος είναι πως και στην περίπτωση τόσο του ανύπαρκτου όσο και του υπαρκτού κινδύνου, οι αντιδράσεις σας συνήθως δεν διαφέρουν. Και στις δύο περιπτώσεις, τόσο στην αίσθηση όσο και στη ψευδαίσθηση η φαινομενολογική εποπτεία τους είναι ισοδύναμη.

Έτσι και με την πέτρα. Μπορεί να μην κινείται, να μην αναπνέει, να μην μιλάει αλλά όλα αυτά σε τίποτε δεν μπορούν να μας διαβεβαιώσουν πως δεν θα μπορούσε να συνειδητοποιήσει την ανυπαρξία της ως ύπαρξη. Έτσι ακριβώς όπως κι εσείς με τη φοβία σας. Μπορείτε κάλλιστα να περάσετε ολόκληρη τη ζωή σας μες στη ψευδαίσθησή σας, ανυποψίαστος και αθώος, αν δεν σας υποψιάσει κάποιος άλλος.

Εντέλει, αυτό που θέλουμε να πούμε είναι πως η ύπαρξη δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ίδια η προθετικότητα της ανυπαρξίας να ξεπεράσει τον εαυτό της. Όμως, η προθετικότητα της ύπαρξης δεν αρκεί ως πληροφορία, αν δεν μετασχηματιστεί σε προθεσιακότητα. Τούτη μεταφράζεται ως μετάλλαξη συνείδησης: πέρασμα από την ψευδαίσθηση της «ύπαρξης» στην αίσθηση της ύπαρξης. Μέχρι τότε, η απλή ύπαρξη κρίνεται οντολογικώς ανύπαρκτη και επιστημολογικώς ψευδαίσθηση, λίαν επιεικώς

15/11/2013

Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Από τον Νώντα Κούκα

Το ερώτημα που ταλανίζει τη σύγχρονη φυσική είναι εάν υπάρχει ο χρόνος ή όχι. Όμως, έτσι όπως τίθεται το εν λόγω ερώτημα, τείνει να γίνει παραπλανητικό. Το θέμα δεν είναι η ύπαρξη αλλά η αίσθηση του χρόνου. Η διαφορά ανάμεσα στην ύπαρξη και στην αίσθηση είναι και θεμελιώδης και χαώδης. Διότι κάτι μπορεί να υπάρχει και, συγχρόνως, να μην έχει αίσθηση της ύπαρξής του.

Αλλά και το αντίστροφο μπορεί να συμβαίνει: κάτι μπορεί να μην αισθάνεται την «ύπαρξή του». Η πέτρα, για παράδειγμα, υπάρχει αλλά, κατά πάσα πιθανότητα, δεν το αισθάνεται. Από την άλλη μεριά, και ένα φοβικό συναίσθημα, που δεν ανταποκρίνεται σε καμία πραγματικότητα, δεν μπορεί να τεκμηριώσει την αντικειμενική του ύπαρξη.

Στην πρώτη περίπτωση βέβαια, έχουμε ένα ορατό και απτό «αντικείμενο», την πέτρα, που θεωρείται αυτονόητο ότι είναι «άψυχη» – και άρα δεν προκαλεί πρόβλημα όταν λέμε πως δεν αισθάνεται την ύπαρξή του. Στην δεύτερη περίπτωση όμως, το παράδειγμα είναι μια άυλη και μη ορατή φοβία η οποία δεν υπακούει (σαν παράλογη που είναι) στην αρχή αιτίου-αιτιατού.

Πρόκειται κοντολογίς για έναν ά-λογο φόβο ο οποίος προκύπτει από έναν ανύπαρκτο κίνδυνο. Στο κάτω-κάτω της γραφής ποτέ δεν έχει παρατηρηθεί να πέφτει ο ουρανός στο κεφάλι ενός ανθρώπου. Κι όμως, κάποιοι άνθρωποι φοβούνται αυτόν τον ανύπαρκτο κίνδυνο.

Τούτο σημαίνει πως το αίσθημα βιώνεται, δίχως αναγκαστικά να υπάρχει αντικειμενικός (πραγματικός) λόγος ύπαρξής του. Άρα, ένα βίωμα μπορεί να βιώνεται, καταρχήν, διττά: τόσο ως υπαρκτικό όσο και ως ανύπαρκτο. Βέβαια, το αποτέλεσμα για το υποκείμενο του βιώματος είναι το ίδιο: η αντίληψη της εμπειρίας που έχει. Μόνο που στην πρώτη περίπτωση μπορούμε να μιλάμε για αίσθηση, ενώ στη δεύτερη για ψευδαίσθηση.

Πάντως, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε πως και στις δυο περιπτώσεις παράγεται ορατό και μετρήσιμο αποτέλεσμα – το ευχάριστο ή δυσάρεστο συναίσθημα του υποκειμένου που βιώνει την αίσθηση ή την ψευδαίσθηση.

Η παραπάνω συλλογιστική καταδεικνύει το σοβαρότατο έλλειμμα που εμφιλοχωρεί στην επιστημολογική μεθοδολογική έρευνα, αν παραγκωνίζει τη θεμελιώδη μεταβλητή – την προθεσιακότητα. Ο όρος «προθεσιακότητα» υπερβαίνει εξ αντικειμένου τόσο τις στενές προθέσεις όσο και τη στεγνή προθετικότητα μιας επιμέρους ύπαρξης.

Η ύπαρξη απλά παραπέμπει στην πρόθεση ή όχι της εννοιολόγησής της: τόσο η πέτρα όσο και η παράλογη φοβία – για δύο διαφορετικούς φαινομενολογικά λόγους – δεν έχουν αίσθηση της ύπαρξής τους. Μόνο υπάρχουν. Όμως η αίσθηση της ψευδαίσθησης, δηλαδή η συνειδητοποίηση πως η φοβία ουσιαστικά είναι ανύπαρκτη (δηλαδή παράλογη) είναι ουσιαστικά η ίδια η συνείδηση της ύπαρξής της. Το ίδιο και με την πέτρα. Αν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την ανυπαρξία της ως ύπαρξη, τότε αυτομάτως θα αισθανόταν την ύπαρξή της.

Άρα, τόσο η υλική και ορατή πέτρα όσο και η άυλη και αόρατη φοβία είναι, υπό το κράτος του όρου προθεσιακότητα, οντολογικά ανύπαρκτες και επιστημολογούμενες κρίνονται ως ψευδαίσθηση.

Εν κατακλείδι, ο χρόνος είτε υπάρχει ως ψευδαίσθηση είτε όχι (είτε δηλαδή δεν υπάρχει ως ψευδαίσθηση) δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επίμονη ψευδαίσθηση που όλοι μας έχουμε για αυτόν. Μονάχα αν ο ίδιος αισθανόταν την ύπαρξή του, αν δηλαδή ο χρόνος ανταλλάσσεται με την προθεσιακότητά του ως χρόνου, τότε μόνο ο χρόνος θα μεταφράζεται ως κατανόηση – και ως τίποτε λιγότερο ή περισσότερο. Όμως εν τοιαύτη περιπτώσει, η κατανόηση υπερβαίνει κάθε ερώτημα για την ύπαρξη ή όχι του χρόνου και ανάγει τον χρόνο σε απόλυτο αξίωμα της αλήθειας ως μετασχηματισμένης συνείδησης.

Τώρα όμως πια θα μιλάγαμε για την ίδια την κοσμική συνείδηση.

11/11/2013

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Από τον Νώντα Κούκα

Όπως ήδη έχουμε γράψει, η σχετικοποίηση του χρόνου, στο πλαίσιο του χωροχρονικού συνεχούς, επιφέρει την απολυτοποίηση του χώρου. Η ερώτηση που ακολουθεί είναι αναγκαίως συνεπής: πώς άραγε θα φαίνεται τούτη η αντίστροφη αναλογία στα μάτια ενός παρατηρητή; Αλλά και η απάντηση που ακολουθεί μπορεί να είναι αναγκαίως συνεπής, εάν και μόνο εάν διαιρεθεί σε δύο υποαπαντήσεις: α) στα μάτια ενός εξωτερικού παρατηρητή, η εν λόγω αντίστροφη αναλογία θα φαινόταν να μοιάζει σαν διαστολή του χώρου∙ β) ενώ ένας συμμετοχικός παρατηρητής θα βίωνε αυτή τη διαστολή του χώρου μέσω της ίδιας της αύξησης της ηλικίας του. Άρα, ένας παρατηρητής με συνείδηση και αυτοσυνειδησία, από τη μια μεριά θα παρατηρούσε τη διαστολή του σύμπαντος και από την άλλη θα μετρούσε τη μείωση του ιδιοχρόνου του προς την ελαχιστοποίησή του – προς τον θάνατό του.

Οι παράλληλες αυτές διαδικασίες, εξεταζόμενες ως προς τη φαινομενολογική τους «εποπτεία», παρουσιάζονται ως συσχετιστικές: αύξηση του βαθμού αταξίας (ή αβεβαιότητας), δηλαδή αύξηση της εντροπίας τόσο ως συμπεριφορά του σύμπαντος (διαστολή) όσο και στη συμπεριφορά του βιολογικού σώματος προς τη γήρανσή του. Όμως, προβαίνοντας σε ειδητικές παραλλαγές διαπιστώνουμε άλλα πράγματα.

1) Η διαστολή του σύμπαντος, δηλαδή η αύξηση της εντροπίας του, δεν συνάδει με την αύξηση της εντροπίας του υλικού παράγοντα της ανθρώπινης ύπαρξης. Και αυτό επειδή, όπως είπαμε, η γήρανση οφείλεται σε μείωση του χωροχρόνου – και άρα της εντροπίας του υλικού σώματος, ενώ στην περίπτωση του σύμπαντος η διαστολή του οφείλεται σε αύξηση του χώρου του. Έτσι, ποιητικά μιλώντας, ενώ στον ουρανό έχουμε αύξηση της εντροπίας, στη Γη παρατηρούμε μείωση της εντροπίας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στα έμβια όντα. Κατά συνέπεια, η αύξηση της εντροπίας στη διαστολή του κοσμικού χωροχρόνου είναι αντιστρόφως ανάλογη με την εντροπία στη γήινη κλίμακα του χωροχρόνου.

2) Αυτό έχει ως άμεση (αλλά και έμμεση) συνέπεια την ανεξάρτητη συμπεριφορά του ανθρώπινου εγκεφάλου, ο οποίος – πάντα σε γήινη κλίμακα χωροχρόνου – δεν αυξάνει σχεδόν καθόλου την εντροπία του, παρότι ολόκληρη η υλική σκευή του σώματος τείνει προς την αταξία. Άρα, ο εγκέφαλος κατατείνει, μέσω της αύξησης της ενέργειας του υπόλοιπου βιολογικού σώματος, στην παραγωγή ολοένα και περισσότερης πληροφορίας. Να διευκρινίσουμε πως η εντροπία, δηλαδή η κατανάλωση ενέργειας, είναι και αυτή αντιστρόφως ανάλογη με την πληροφορία εντός του γήινου χωροχρόνου: ψηλότερη εντροπία, χαμηλότερη πληροφορία και αντίστροφα.

3) Φαίνεται λοιπόν πως ο εγκέφαλος ως πληροφορία μετέχει του κοσμικού χώρου, ενώ ως ενέργεια συμμετέχει στην αύξηση της εντροπίας που λαμβάνει χώρα στον γήινο χωροχρόνο. Ίσως, με αυτόν τον τρόπο, εξισορροπώντας το γήινο με το ουράνιο, ρυθμίζει καταλυτικά το φαινόμενο της ζωής.

4) Τέλος, εάν συμβαίνει έτσι, διακριβώνεται ξεκάθαρα ο συμμετοχικός ρόλος της συνείδησης (με την ευρύτερη έννοιά της) στη διαστολή του κοσμικού χώρου, η οποία όπως την αναλύσαμε δεν είναι παρά η διακύμανση του χωροχρόνου από την ψευδαίσθηση του χρόνου, δηλαδή του ορατού σύμπαντος, προς την αλήθεια του άχρονου χρόνου, δηλαδή του αόρατου σύμπαντος.

8 Νοεμβρίου 2013

ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΗΛΘΑΝ

Από τον Νώντα Κούκα

 

Πρώτα απ’ όλα, θέλω να ευχαριστήσω την/τον IMAREVI που θέλησε να μου παραχωρήσει ένα φιλόξενο βήμα, προκειμένου να εκθέτω ελεύθερα τις απόψεις μου. Στο εξής, ανοίγει ένας καινούριος κύκλος κειμένων μου, τα οποία θα εστιάζουν κυρίως στην επαναστατική κοσμολογική σκέψη. Μια σκέψη που πράγματι συναιρεί σε μία και μοναδική την κατατεμαχισμένη και κατατμημένη φιλοσοφική και επιστημονική γνώση.

Ξεκινάμε με ένα κείμενο που αφορά στην έννοια του χρόνου.

Η ασύλληπτη έννοια του χρόνου

Ο χρόνος, πριν από την έλευση της θεωρίας της σχετικότητας, αποτελούσε όντως έννοια. Τώρα πια, έπειτα από τη θεωρία της σχετικότητας, είναι κοινό μυστικό πως ο χρόνος δεν αποτελεί μια έννοια αλλά μια λογική σύζευξη δύο εννοιών – του χώρου και του χρόνου ως χωροχρόνου. Λέμε δηλαδή, όταν θέλουμε να αποδώσουμε την έννοια του χρόνου, ότι αυτός είναι άρρηκτα συνδεμένος με τον χώρο. Αλλά και για τον χώρο λέμε ακριβώς το ίδιο: ο χώρος είναι άρρηκτα συνδεμένος με τον χρόνο. Το παρασημαινόμενο τούτης της αναγκαστικής σύζευξης είναι καταλυτικό διότι, κατά  βάση, η έννοια του χρόνου (όπως βεβαίως και του χώρου) είναι πλέον ετεροκαθοριζόμενη – σαν να κατανοούμε δηλαδή τον χρόνο μέσω του χώρου (και του χώρου μέσω του χρόνου).

Έτσι όμως, και οι δύο αυτές έννοιες, ο χώρος και ο χρόνος, φαίνονται σαν να εξατμίζονται, να εξαχνώνονται. Και σε ό,τι αφορά στον χώρο, τούτος εύκολα γίνεται αντιληπτός, μιας και οι τρεις διαστάσεις του είναι άμεσα ορατές. Τι γίνεται όμως με τον χρόνο η έμμεση αντίληψη του οποίου ήταν ανέκαθεν προβληματική; Τώρα πια, τα μόνα ίχνη του που απέμειναν είναι δύο: ένα εξωτερικό (δείκτες του ρολογιού) και ένα εσωτερικό (το επίμονο αίσθημα που έχουμε για αυτόν). Κοντολογίς, παλαιότερα υπήρχε ένα παγκόσμιο-καθολικό ρολόι που φρόντιζε να το κουρδίζει τέλεια ο θεός. Ενώ τώρα πια, την ώρα συντονίζει διεθνώς, αλλά συμβατικά, το Γκρίνουιτς.

Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο ο χρόνος να μετατραπεί σε ένα φάντασμα. Απεναντίας, από την εν λόγω υποβάθμιση του χρόνου ο χώρος καρπούται υπεραξία, με αποτέλεσμα να γίνει ελαστικότερος – τόσο ως έννοια όσο και ως περιεχόμενο. Για παράδειγμα, οι επιστήμονες που ασχολούνται με τη σχετική θεωρία μιλάνε για γεωμετρικοποίηση – δηλαδή για καμπυλότητα – του χώρου (εξ ου και η έννοια της βαρύτητας). Αλλά και η φαινομενολογική αντίληψη του χωροχρόνου, ως ενιαίας οντότητας, προσδίδει υπεραξία στην έννοια του χώρου εις βάρος της έννοιας του χρόνου. Μπορούμε να δείξουμε για παράδειγμα με ποιον τρόπο ένα ρολόι στον υψηλότερο όροφο ενός κτηρίου επιταχύνεται – σε αντίθεση με ένα ρολόι στον χαμηλότερο όροφο που δουλεύει πιο αργά. Ή μια βέργα η οποία φαίνεται να έχει μικρότερο μήκος, όταν αυξάνεται η ταχύτητά της σε σχέση με τον παρατηρητή.

Δείχνουμε λοιπόν έναν χρόνο λάστιχο και μια πραγματικότητα όχι σταθερή και άκαμπτη. Φαίνεται λοιπόν πως ο χώρος και ο χρόνος είναι ποσότητες που επηρεάζονται από τα σώματα και τις δυνάμεις. Όταν κάποιο σώμα κινείται ή μια δύναμη δρα, το γεγονός επιδρά στον χώρο και στον χρόνο και μεταβάλλει την καμπυλότητά τους. Και αντίστροφα όμως, η καμπυλότητα του χώρου και του χρόνου επιδρά στον τρόπο με τον οποίο κινούνται τα σώματα και στον τρόπο με τον οποίο δρουν οι δυνάμεις. Ο χώρος και ο χρόνος όχι μόνο επηρεάζουν, αλλά και επηρεάζονται από οτιδήποτε συμβαίνει μέσα στον σύμπαν. Η καμπυλότητα του χωροχρόνου οδηγεί στην αντίληψη ενός σύμπαντος πεπερασμένου μεν δίχως όμως άκρα, σύμφωνα με τον Χόκινγκ.

Αφού λοιπόν ο χρόνος είναι σχετικός και εξαρτάται τόσο από το πεδίο βαρύτητας όπου γίνεται η παρατήρηση όσο και από την ταχύτητα του παρατηρούμενου σώματος, η μόνη σταθερή έννοια που μπορούμε να αποδώσουμε σε αυτόν είναι η ελαστικότητά του. Τούτη όμως, στην πραγματικότητα, δεν είναι άλλη παρά ο τανυσμός (το ξεχείλωμα) του χώρου. Άλλωστε, η σχετικοποίηση ως μέγεθος του ενός μέλους μιας διττής (και άρα αντίστροφης) υπόστασης είναι ευθέως αντίστροφο με το μέγεθος του έτερου μέλους της. Δηλαδή όσο σχετικοποιείται το ένα μέλος της, ο χρόνος, τόσο απολυτοποιείται το άλλος μέλος της, ο χώρος. Αυτή είναι η συνθήκη εκ των ων ουκ άνευ για να μπορεί να υπάρξει ο χωρόχρονος ως πληροφορία. Ο χώρος είναι η πληροφορία, ενώ ο χρόνος η εντροπία της όταν σπάει η συμμετρία της πληροφορίας. Εμείς ως ανθρώπινα όντα κινούμαστε στον χωρόχρονό της.

Θα επανέλθουμε.

1 Νοεμβρίου 2013

Η απάντηση της Ιστορίας είναι φιλοσοφική

Από τον Νώντα Κούκα

Τα μεγάλα επιστημολογικά ερωτήματα  
Λίγες είναι οι επιτυχημένες θεωρίες που προκαλούν επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο – τούτο στην επιστημονική «διάλεκτο» ονομάζεται αλλαγή παραδείγματος. Τέτοιες περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, ήταν οι θεωρίες του Μαρξ και του Αϊνστάιν.
Ο Μαρξ με τη θεωρητική του ανάλυση για το Κεφάλαιο αποκάλυψε και έδειξε το μυστικό της γένεσης του καπιταλιστικού συστήματος, που δεν είναι άλλο παρά η μίσθωση της εργασιακής δύναμης σε ένα αφεντικό. Αυτή ακριβώς η σχέση παράγει την «αόρατη» υπεραξία που αποτελεί ακριβώς τη λυδία λίθο του καπιταλισμού. Και βέβαια ως γνωστόν ο Μαρξ ήταν φιλόσοφος.
Ο Αϊνστάιν με τη θεωρία του για τη Σχετικότητα, έδειξε πως δεν είναι απαραίτητος ο αιθέρας προκειμένου να διαδίδονται διαμέσου του τα κύματα του φωτός. Τούτο οδηγεί άμεσα σε εντυπωσιακά ανατρεπτικά συμπεράσματα: Πρώτον, πως μια δέσμη φωτός διαδίδεται με την ίδια ταχύτητα είτε κινούμαστε προς την πηγή του φωτός είτε απομακρυνόμαστε από αυτήν∙ και εν συνεχεία, ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα, πως ο χρόνος ρέει πιο αργά για διαφορετικούς παρατηρητές. Και βέβαια ως γνωστόν ο Αϊνστάιν ήταν φιλόσοφος.
Η επαναστατική θεωρία της κβαντικής μηχανικής
Αναμφίβολα, σε όλες αυτές τις ρηξικέλευθες και επιτυχημένες θεωρίες το επιστέγασμα είναι η κβαντομηχανική επανάσταση. Τούτη ασφαλώς δεν μπορεί να λαθεύει, έτσι δεν είναι; Η προβλεπτική ισχύς της είναι αναμφισβήτητη. Ισχύει εδώ και ενενήντα σχεδόν χρόνια και αποτελεί σήμερα τη βάση ενός μεγάλου τμήματος της σύγχρονης επιστήμης.
Φυσικά, οποιοσδήποτε έχει μάθει μερικά πράγματα σχετικά με την κβαντική μηχανική θα ομολογήσει πόσο παράξενος είναι ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τον μικροσκοπικό κόσμο η θεωρία αυτή.
Εν πάση περιπτώσει, η καθιερωμένη συλλογιστική έχει ως εξής: ο μαθηματικός φορμαλισμός είναι σωστός. Εκείνο που δεν κατανοούμε σωστά είναι το νόημα των εξισώσεων, και αυτό είναι θέμα φιλοσοφίας και όχι φυσικής. Σήμερα οι περισσότεροι φυσικοί πιστεύουν πως, αν και υπάρχουν πολλές διαφορετικές ερμηνείες της κβαντικής μηχανικής που ισχύουν όλες εξίσου, ωστόσο το βαθύτερο μαθηματικό πλαίσιο είναι σωστό και το ποια ερμηνεία επιλέγει ο καθένας αποτελεί καθαρά θέμα προσωπικού γούστου.
Δεν έχει σημασία αν θεωρείται σωστή η ερμηνεία της Κοπεγχάγης κατά την οποία τίποτε δεν υπάρχει έως ότου παρατηρηθεί∙ ή η ερμηνεία των πολλών κόσμων όπου το Σύμπαν διαχωρίζεται σε έναν άπειρο αριθμό από αντίγραφά του∙ ή η ερμηνεία του Bohm (Μπομ) στην οποία τα σήματα διαδίδονται ταχύτερα από το φως∙ ή ακόμη, πιο πρόσφατα, τη συναλλακτική ερμηνεία όπου τα σήματα διαδίδονται προς τα πίσω στο χρόνο. Δεν υπάρχει πείραμα μέσω του οποίου να είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ αυτών των ανταγωνιστικών θεωριών. Το μόνο για το οποίο είμαστε βέβαιοι είναι πως η κβαντική μηχανική δεν διαθέτει μια απλή, σύμφωνα με την κοινή λογική, εξήγηση.
Το να πούμε λοιπόν πως το νόημα των μαθηματικών εξισώσεων που περιγράφουν την πραγματικότητα στο πλέον θεμελιώδες επίπεδο δεν είναι σημαντικό, και πως πρέπει να ασχοληθούμε μόνο με τους αριθμούς που προκύπτουν από την επίλυση αυτών των εξισώσεων, είναι μια υπεκφυγή. Διότι αποτελεί κοινό στρουθοκαμηλισμό ή – έστω σιωπηρή – αποδοχή πως τάχα όλες οι ερμηνείες της κβαντικής μηχανικής είναι σωστές.
Η φύση συμπεριφέρεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο και αυτό που πρέπει να μας απασχολήσει είναι το γεγονός πως δεν έχουμε ακόμη ανακαλύψει τι ακριβώς συμβαίνει. Φέρ’ ειπείν, το Σύμπαν ή διαχωρίζεται σε πολλά αντίγραφα του εαυτού του ή όχι. Ίσως κάποιος πει πως μπορούμε έστω κάποτε να το μάθουμε∙ ίσως κάποιος άλλος να ισχυριστεί ότι ποτέ δεν θα μπορέσουμε να διαπιστώσουμε τι πραγματικά συμβαίνει. Το σίγουρο όμως είναι ένα: πως οπωσδήποτε κάτι συμβαίνει.
Η απάντηση
Η απάντηση είναι ήδη κατατεθειμένη σε ένα σύντομο κείμενο δύο μόλις σελίδων, που πιθανόν χρονολογείται από το καλοκαίρι του 1796. Πρόκειται για το περίφημο «Παλαιότερο πρόγραμμα συστήματος του Γερμανικού ιδεαλισμού». Η σχετική φιλολογική μελέτη έχει αποφανθεί ότι το κείμενο γράφτηκε από το χέρι του νεαρού Χέγκελ, παρότι οι ιδέες που εκφράζονται απεικονίζουν περισσότερο τις ιδέες του νεαρού Σέλινγκ και, σε μικρότερη έκταση, τις ιδέες του μεγάλου Γερμανού ποιητή Γιόχαν Κριστόφ Φρίντριχ Χέλντερλιν [Johann Christoph Friedrich Hӧlderlin].
Ας διαβάσουμε λοιπόν την μπροστινή όψη του φύλλου:
Μία ηθική. […] Συνεπώς – εάν η φιλοσοφία παρέχει τις Ιδέες και η εμπειρία τα δεδομένα – μπορούμε εν τέλει να επιτύχουμε τη μεγάλη φυσική που αναμένω από μελλοντικές εποχές. Η τωρινή φυσική μας δεν φαίνεται ότι θα μπορούσε να ικανοποιήσει ένα δημιουργικό πνεύμα όπως είναι το δικό μας, ή το οποίο θα όφειλε να είναι όπως το δικό μας.
Από τη φύση περνώ στο ανθρώπινο έργο (Menschenwerk). Ξεκινώντας από την ιδέα της ανθρωπότητας – θέλω να δείξω ότι δεν υφίσταται  ιδέα του κράτους, επειδή το κράτος είναι κάτι μηχανικό όπως εξίσου δεν υφίσταται η ιδέα μιας μηχανής.
Μόνο ό,τι αποτελεί αντικείμενο της ελευθερίας καλείται Ιδέα. Πρέπει, συνεπώς, να υπερβούμε επίσης το κράτος! – διότι κάθε κράτος δεν μπορεί παρά να μεταχειρίζεται τους ελεύθερους ανθρώπους ως εξαρτήματα μιας μηχανής∙ και τούτο δεν είναι επιτρεπτό∙ πρέπει λοιπόν να εκλείψει. […]

Τι να κάνουμε

Στην εισαγωγή της θεωρίας της κοινωνικής συνείδησης (φιλοσοφία της οικονομίας – κύκλος ii, μάθημα 1ο) αναφέρθηκε πως ο γονότυπος του τύπου της οικονομίας «ζει» μέσα στην κοινωνική συνείδηση (τύπος ιστορία). Και, συγχρόνως, οροθετεί την «αντικειμενική» από την πραγματική καθαυτό οικονομία. Ειδικότερα, ξεχωρίζει σαφέστατα την «αντικειμενική» οικονομία, ως ανεστραμμένη πραγματικότητα, από την καθαυτό οικονομία ως θετική και μη ιδεολογικοποιημένη πραγματικότητα. Δυστυχώς, καθώς επικρατεί η εκμεταλλευτική «αντικειμενική» οικονομία, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι εμείς οι ίδιοι κοιτάζουμε άμεσα τον εαυτό μας∙ ενώ στην πραγματικότητα είναι σαν να κοιταζόμαστε όλοι μέσα από (παραμορφωτικούς) καθρέπτες.
Ο σύγχρονος κόσμος
Δεν απέχουμε καθόλου από την αλήθεια αν ισχυριστούμε ότι ο σύγχρονος κόσμος είναι στην πραγματικότητα ένας κόσμος ανεστραμμένος. Ακόμη και σήμερα, παρότι υπάρχει πια τεκμηριωμένη πληροφορία που οδηγεί σε ασύλληπτες ανατροπές, η επιστήμη διατείνεται για την αντικειμενική γνώση μιας αντικειμενικής φύσης που διέπεται από αντικειμενικούς νόμους, ενώ δεν υπάρχει ορατό αντικείμενο δίχως βλέμμα∙ δεν υπάρχει αντικειμενικότητα δίχως υποκείμενο. Τελικά, δεν υπάρχει εφικτή επιστήμη δίχως ιδέα.
Τα ταξικά εκπαιδευτικά συστήματα διδάσκουν πως οι επιστημονικοί κανόνες και οι νόμοι αποτελούν φυσικές πραγματικότητες, αρχικές και αντικειμενικές, ενώ δεν είναι παρά μόνον ιδεατές έννοιες, εννοιολογικά πλέγματα. Ύδατα, δηλαδή, που δεν υπάρχουν στη φύση, αλλά που ο άνθρωπος παράγει και τυποποιεί βασιζόμενος στην εμπειρία που πηγάζει από την ζωντανή υποκειμενικότητα∙ εμπειρία δίχως την οποία η φύση δεν θα είχε καμία έννοια.
Ήταν ξεκάθαρη λοιπόν η επιτακτική ανάγκη για τη φαινομενολογική αναγωγή της «εκμεταλλευτικής οικονομίας», με σκοπό την ειδητική της αναγωγή (τύπος της οικονομίας), για αυτό και την επιχειρήσαμε. Η  φαινομενολογική μετατροπή αποβλέπει από τη μια στην επιστροφή στα ίδια τα πράγματα, ενάντια στην εμμονή της κριτικής και την τυραννία του θετικισμού. Από την άλλη, στοχεύει στο ξεπέρασμα της εσφαλμένης διχοτομίας υποκειμένου/αντικειμένου – μέσω των ειδητικών παραλλαγών που προϋποθέτουν λογική ανάλυση/σύνθεση με φαντασία – προς τη θεμελίωση μιας θεωρίας της κοινωνικής συνείδησης.
Οι σκόπελοι του ψυχολογισμού και του λογικισμού
Η φαινομενολογική στάση αντιπαλεύει τις δύο επάρατες στάσεις που είναι όμως σύμφυτες με την ανθρώπινη ψευδαίσθηση: τον ψυχολογισμό και τον λογικισμό.
Ο ψυχολογισμός έχει διαποτίσει τόσο πολύ τον τρόπο που βλέπουμε, ώστε συγχέουμε «αυθόρμητα» το προφανές του πράγματος με το αίσθημα του προφανούς∙ τη διαίσθηση της ουσίας με την υποκειμενική βεβαιότητα∙ την ουσία όπως την αντιλαμβάνεται η σκέψη με την ψυχολογική δημιουργία.
Το ατόπημα του ψυχολογισμού εντοπίζεται στο ότι ψάχνει την προέλευση στις αρχές των πραγμάτων, ότι εντάσσει την ουσία σε πράξεις εμπειρικής παραγωγής. Όταν ζητάμε να «εξηγήσουμε» – δηλαδή να αναφερθούμε σε κάτι άλλο (απλή αναγωγή) – καταδικάζουμε τον εαυτό μας να μην μπορεί πλέον να αντιληφθεί το νόημα. Όταν προάγουμε αυτόν τον τρόπο καταλήγουμε να εξηγήσουμε τις πραγματικότητες με το αντίθετό τους (το καλό με το κακό, τη δικαιοσύνη με το συμφέρον, την αρετή με το ελάττωμα κ.λπ.). Κοντολογίς, η ειδητική μετατροπή αντιτίθεται ριζικά στην εμπειρική μετατροπή. Οφείλουμε να περιγράφουμε και όχι να «εξηγούμε».
Ο λογικισμός είναι η δεύτερη παρενέργεια της ανθρώπινης ιδεολογίας. Η ουσίες δεν είναι καθόλου το αποτέλεσμα ενός συμβολισμού ή ενός μορφολογικού συνδυασμού. Τούτο το λάθος – πολύ συχνό στους ασχολούμενους με τη λογική και τους μαθηματικούς – οφείλεται στο γεγονός πως έχουν ξεχάσει την αρχική σχέση της λογικής με τον λόγο. Η λογική, εφόσον δημιουργηθεί, δεν είναι παρά μια αφαίρεση που τείνει να μεταβληθεί σε αντικείμενο. Όμως, η διάκριση της ύλης από τη μορφή είναι ψυχολογική, δεν υπάρχει στο αρχικό στάδιο της ουσίας. Για αυτό δεν πρέπει να στηριζόμαστε σε αυτήν για να θεμελιώσουμε ριζικά τη γνώση της ουσίας.
Συνοψίζοντας, η φαινομενολογική στάση είναι το «leap» (αλματικό) βλέμμα που τόσο πολύ έχουμε ανάγκη σήμερα. Η ουσία, τα ίδια δηλαδή τα πράγματα, δεν αποκτάται δίχως κόπο. Για να την δούμε πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την ειδητική παραλλαγή. Εγχείρημα κατά το οποίο η φαντασία κάνει να ποικίλλουν ελεύθερα οι χαρακτήρες του αντικειμένου μέχρι να εντοπιστούν αυτοί των οποίων η κατάργηση θα προκαλούσε την κατάργηση του αντικειμένου (π.χ. κυρτότητα για ένα τρίγωνο, την εκτιμώμενη επιφάνεια για ένα χρώμα). Η ουσία αποκαλύπτεται σε αυτό το μη μεταβλητό.
Αλλά όμως, η καθεστωτική εκπαίδευση περί άλλα, επίτηδες, τυρβάζει…