Category Archives: ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ (μέρος ΙΙ)

Από τον Νώντα Κούκα
Η διαρθρωτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αυτή αποβλέπει στη μείωση των διαφορών που υπάρχουν στις χώρες-μέλη στην απασχόληση, στην παραγωγικότητα, στο εισόδημα και σε άλλους οικονομικούς δείκτες. Οι διαφορές αυτές συνιστούν σοβαρό εμπόδιο για την ενοποίηση και δημιουργούν κίνδυνο διατάραξης της συνοχής και της ενότητας της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Για τη μείωση των διαφορών έχουν θεσπιστεί πολιτικές που αποβλέπουν στην αποτελεσματικότερη κατανομή των πόρων και στην προαγωγή της κοινωνικής δικαιοσύνης. Για την υλοποίησή τους έχουν δημιουργηθεί τα Διαρθρωτικά Ταμεία.
Η διαρθρωτική πολιτική της Ένωσης συνοψίζεται σε πέντε στόχους:
Στόχος 1. Η προώθηση της αναπτυξιακής διαδικασίας και της προσαρμογής περιοχών που παρουσιάζουν οικονομική υστέρηση, συγκεκριμένα ολόκληρης της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας, και τμημάτων ορισμένων άλλων χωρών.
Στόχος 2. Μετατροπή της οικονομικής βάσης των περιοχών που παρουσιάζουν βιομηχανική παρακμή, ιδίως περιοχών στην Κεντρική και Βορειοδυτική Ευρώπη, καθώς και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Στόχος 3. Καταπολέμηση της μακροχρόνιας ανεργίας των ατόμων άνω των 25 ετών.
Στόχος 4. Επαγγελματική ένταξη των ατόμων κάτω των 25 ετών.
Στόχος 5. Αναδιάρθρωση και προσαρμογή της παραγωγής, της μεταποίησης και της εμπορίας των γεωργικών προϊόντων και των προϊόντων δασοκαλλιέργειας, και στην προώθηση της ανάπτυξης των αγροτικών περιοχών.
Σχετικά με τα προγράμματα που χρηματοδοτούνται από τα Διαρθρωτικά Ταμεία, σπουδαία θεωρείται η τήρηση τεσσάρων αρχών.
1. Η αρχή της επικουρικότητας: να υπάρχει συνεργασία της Ένωσης και των εθνικών και περιφερειακών αρχών.
2. Η αρχή της διαφάνειας: να υπάρχει διαφάνεια στην Ένωση και σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, σε όλα τα στάδια λήψης αποφάσεων.
3. Η αρχή της αποτελεσματικότητας: να επιτυγχάνεται το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα με τους δεδομένους πόρους. Και
4. Η αρχή της προσθετικότητας: η επιχορήγηση της Ένωσης να αποτελεί καθαρή αύξηση των διατιθέμενων πόρων για κάθε πρόγραμμα.
Ένα από τα διαρθρωτικά ταμεία είναι το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ), το οποίο αποτελεί το κυριότερο όργανο άσκησης κοινωνικής πολιτικής, ιδιαίτερα στον τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης και της απασχόλησης. Ο σκοπός είναι η καταπολέμηση της μακροχρόνιας ανεργίας, η προώθηση της επαγγελματικής ένταξης των νέων, η ενίσχυση της επαγγελματικής επιμόρφωσης του εργατικού δυναμικού και η ανάληψη ενεργειών για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας ή παροχή βοήθειας σε άνεργα άτομα για την ίδρυση δικών τους επιχειρήσεων. Συνήθως το Ταμείο καλύπτει το 60-70% του κόστους των σχετικών προγραμμάτων, ανάλογα με το πρόγραμμα.
Ένα άλλο ταμείο είναι το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), το οποίο στοχεύει στον μετριασμό των περιφερειακών ανισοτήτων που οφείλονται στο χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης ορισμένων περιοχών ή στην ύπαρξη σε αυτές βιομηχανιών που φθίνουν. Το Ταμείο συμβάλλει οικονομικά στην πραγματοποίηση επενδύσεων ή στη δημιουργία υποδομής στις περιοχές αυτές και στην ανάληψη ενεργειών που προωθούν την οικονομική ανάπτυξή τους. Καλύπτει συνήθως το 50-55% του κόστους των σχετικών προγραμμάτων.
Το τρίτο ταμείο είναι το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων –Τμήμα Προσανατολισμού. Τούτο αποσκοπεί στη αναδιάρθρωση των καλλιεργειών και στην ανάπτυξη των γεωργικών περιοχών που υστερούν. Επιχορηγεί διάφορες γεωργικές, αλιευτικές, δασοκομικές και άλλες ενέργειες. Οι επιχορηγήσεις του είναι συνήθως ίσες με το 25% του κόστους των σχετικών προγραμμάτων.
Τώρα και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων – που έχει αρμοδιότητα τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση πάγιων επενδύσεων και αποτελεί ανεξάρτητο μη κερδοσκοπικό οργανισμό και η πολιτική του χαράσσεται από το Συμβούλιο Υπουργών – αποτελεί επίσης σημαντικό όργανο άσκησης διαρθρωτικής πολιτικής. Οι πόροι της Τράπεζας προέρχονται από συνεισφορές των χωρών-μελών και από κεφάλαιο αντλούμενα από τη διεθνή κεφαλαιαγορά. Η Τράπεζα χορηγεί μακροχρόνια δάνεια σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, επιχειρήσεις ή δημόσιους φορείς, για χρηματοδότηση έργων υποδομής, έργων που συμβάλλουν στην ενεργειακή αυτάρκεια της Ένωσης ή στην προστασία του περιβάλλοντος κ.ά. Τα δάνεια μπορούν να καλύψουν έως και 50% του κόστους των προγραμμάτων.
Διαρθρωτική πολιτική ασκήθηκε για την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία και με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ), που θεσπίστηκαν το 1985 για να βοηθηθεί η ανάπτυξη και η προσαρμογή ορισμένων μεσογειακών περιοχών της Ευρώπης. Η διάρκεια των ΜΟΠ κάλυψε την περίοδο από το 1986-1992.
Το μεγάλο φαγοπότι – η αρχή του τέλους
Σε αυτό το σημείο οφείλουμε να σημειώσουμε τους τεράστιους πακτωλούς χρημάτων που κατασπαταλήθηκαν την περίοδο αυτή από τους επιτήδειους στην Ελλάδα. Οι εγχώριοι ημέτεροι έστησαν ένα τεράστιο πανελλαδικό πάρτι στο οποίο έλαβαν μέρος όλοι (αλλά όχι βέβαια ισότιμα) σχεδόν οι Έλληνες, από την κορυφή μέχρι τη βάση της κοινωνικής-πελατειακής βαθμίδας. Ήταν η απαρχή της γνωστής περιόδου των παχιών αγελάδων (και των απανταχού ανά την επικράτεια «μανωλάδων»), αλλά συγχρόνως και η απαρχή μιας προαναγγελθείσης νέμεσης που κλείνει την τωρινή εφιαλτική κοινωνική και οικονομική κατάσταση, στην οποία έχει εγκλωβιστεί ολόκληρη η Ελλάδα. Μοναχική εξαίρεση η ελαχιστότατη εκείνη κοινωνική μερίδα που ούτε τότε ούτε τώρα καταδέχτηκε να συμμετάσχει στο εν λόγω ανόητο όργιο συβαριτικού εκφυλισμού των πάντων.
Μόνο τούτη η «συνήθης ύποπτη» προλεταριακή στρωμάτωση, που εξ αντικειμένου δεν έχει ούτε εξ αντανακλάσεως πρόσβαση στην εξουσία, μπορεί να εξαιρεθεί από το συνολικό έγκλημα που διαπράχτηκε τότε στην ήδη απισχνασμένη οικονομία• και που νομοτελειακά έφτασε μέχρι εδώ που έχει φτάσει τώρα, από τη στιγμή που έπαψε να ρέει απρόσκοπτα ο πακτωλός ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Συνθήκη του Μάαστριχτ
Με τη Συνθήκη αυτή θεσπίστηκε το Ταμείο Συνοχής για να συμβάλει οικονομικά σε ορισμένα έργα σε χώρες που έχουν κατά κεφαλή προϊόν μικρότερο από το 90% του κοινοτικού μέσου όρου. Τέτοιες χώρες είναι η Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία και Ιρλανδία. Για τις χώρες αυτές εγκρίθηκε το 1992 ένα Πρόγραμμα Σύγκλισης, γνωστό ως Δεύτερο Πακέτο Delors, με το οποίο προβλέπεται σημαντική μεταφορά πόρων από την Ένωση στις οικονομικά ασθενέστερες χώρες κατά την περίοδο 1993-1997, για να διευκολυνθεί η προετοιμασία για τη συμμετοχή τους στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. (Βέβαια, για την Ελλάδα άλλη μία μεγάλη ευκαιρία για μεγάλο φαγοπότι.)
ΥΓ: Δυστυχώς, η σημερινή οικονομική, κοινωνική και πολιτική συνθήκη δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι και ό,τι πιο ευχάριστο έχουμε σκεφτεί. Ένα GREXIT όχι μόνο, φυσικά, δεν έχει αποφευχθεί αλλά, αντιθέτως, είναι (μάλλον) επί θύραις (αν δε συμβεί το «θαύμα»).

Ας ξαναθυμηθούμε ένα παλαιότερο κείμενο με τίτλο Προς ένα Επαναστατικό Διαφωτισμό, όπου γράφαμε: «… Όποιος αυτή τη στιγμή μιλάει μονάχα για μια «άλλη Ευρώπη» ή για μια «επανάσταση» που θα ξεκινήσει από μια χώρα της Ευρώπης και θα ξεσηκώσει τις υπόλοιπες χώρες, είναι «παθολογικά» ψεύτης, δηλαδή όχι συνειδητός απατεώνας αλλά γνήσιος αφελής που πιστεύει ακράδαντα την ανοησία του. Διότι αποτελεί μέγα σφάλμα εάν τώρα πια δεν μιλάμε για επανάσταση στη Δύση• σε ολόκληρη τη Δύση με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Οι ίδιοι οι “πολίτες” της Δύσης θα πρέπει να υποχρεώσουν τις κυβερνήσεις τους να ζητήσουν συγγνώμη για τον πάλαι ποτέ “απεγκλωβισμό” της δύσης (λέγε με αποικιοκρατία). Οι ίδιοι οι “πολίτες” της Δύσης οφείλουν να πληροφορηθούν και να κατανοήσουν την αιματοχυσία που αυτή προκάλεσε στο όνομα μιας “πολιτισμένης” ανθρωπότητας. Και να απαιτήσουν έναν “καινούριο” διαφωτισμό μέσα στον “παλιό” διαφωτισμό, στο όνομα της ελευθερίας του Ανθρώπου και της Φύσης…».
Και ο ΣΥΡΙΖΑ, ατυχέστατα, μίλησε για «επανάσταση» σε μία μόνο χώρα. Τώρα η Ελλάδα δεν έχει απλά και μόνο αδιέξοδη (οικονομική) κρίση, αλλά Σύνδρομο κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Και το θέμα είναι ότι συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο: βλέπει κοντόφθαλμα φίλους εκεί όπου δεν υπάρχουν και δε βλέπει εχθρούς εκεί όπου υπάρχουν…
20/7/2015

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ (μέρος Ι)

Από τον Νώντα Κούκα
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Οικονομική και Νομισματική Ένωση αποτελούν μορφές οικονομικής ενοποίησης
Όταν υποστηρίζουμε ή όταν απορρίπτουμε μορφές και διαδικασίες που αφορούν στην ίδια τη ζωή μας, καλό είναι να γνωρίζουμε τις βασικές έννοιες μέσω των οποίων αυτές προσδιορίζονται. Ειδικότερα δε, όταν η υποστήριξη ή η εναντίωση γίνεται σημαία επαναστατικών ή «επαναστατικών» δράσεων. Πέρα όμως από κάθε αμφιβολία, οι νουνεχείς άνθρωποι απαγορεύεται να ψηφίζουν, είτε με «ναι» είτε με «όχι», όταν είναι εντελώς ανενημέρωτοι σε ύψιστες κοινωνικές και οικονομικές επιλογές, που σφραγίζουν το μέλλον τόσο των ίδιων όσο και των παιδιών των παιδιών τους.
Ας αρχίζουμε λοιπόν να ενημερωνόμαστε. Η διαίρεση της διεθνούς αγοράς σε επιμέρους εθνικές αγορές προκύπτει από την ύπαρξη περιορισμών στις διεθνείς συναλλαγές. Άλλωστε, αυτό προβλεπόταν από το στάτους των εθνικών κρατών και των οικονομιών τους. Έτσι όμως περιορίζεται η δυνατότητα για ορθολογική εξειδίκευση των χωρών με βάση το συγκριτικό τους πλεονέκτημα• η υλοποίηση οικονομιών μεγάλης κλίμακας παραγωγής στις μικρές χώρες, σε ορισμένους τουλάχιστον κλάδους• καθώς και η μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας των επιμέρους εθνικών οικονομιών αλλά και της ίδιας της παγκόσμιας οικονομίας. Αρκετά νωρίς, ορισμένες χώρες επιδίωξαν να μειώσουν τούτα τα προβλήματα λαμβάνοντας μέτρα για τη διεύρυνση της εθνικής τους αγοράς μέσω μιας κάποιας μορφής οικονομικής ενοποίησης.
Μορφές οικονομικής ενοποίησης
Η πιο απλή μορφή που μπορεί να πάρει η ενοποίηση ενός μέρους της οικονομίας κάποιας χώρας με τη διεθνή οικονομία, είναι η δημιουργία μιας ελεύθερης ζώνης στη χώρα. Μέσα σε αυτήν μπορούν να εισάγονται ελεύθερα και δίχως επιβαρύνσεις χρηματικά κεφάλαια, πρώτες ύλες και ημικατεργασμένα προϊόντα, για χρησιμοποίηση στην παραγωγή προϊόντων, και τα οποία στη συνέχεια εξάγονται ελεύθερα δίχως να υπόκεινται σε τοπικούς φόρους ή σε άλλες ανάλογες επιβαρύνσεις. Με τη δημιουργία τέτοιων ζωνών, κάποιες χώρες – όπως για παράδειγμα η Ιρλανδία – κατόρθωσαν να αξιοποιήσουν καλύτερα το εργατικό δυναμικό τους και μια σειρά άλλων πλεονεκτημάτων τους.
Πιο προηγμένη μορφή οικονομικής ενοποίησης αποτελεί η δημιουργία από ομάδα χωρών μιας ζώνης ελεύθερων συναλλαγών (ή «ζώνης ελεύθερου εμπορίου»). Οι χώρες-μέλη καταργούν τους περισσότερους δασμούς στις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές• όμως, η καθεμιά τους διατηρεί το δικό της δασμολόγιο για τις εισαγωγές από χώρες που δεν είναι μέλη της ζώνης ελεύθερων συναλλαγών. Αυτό δημιουργεί πρόβλημα γιατί τα προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες στις χώρες-μέλη θα μπαίνουν στη ζώνη από χώρες-μέλη που έχουν τους χαμηλότερους δασμούς. Έτσι, οι χώρες με χαμηλούς δασμούς θα εισπράττουν όλους τους δασμούς για τις εισαγωγές που προορίζονται για ολόκληρη τη ζώνη, ενώ οι χώρες-μέλη με υψηλότερους δασμούς δεν θα μπορούν να εισπράξουν δασμούς για προϊόντα από τρίτες χώρες που τα παραλαμβάνουν μέσω των χωρών με χαμηλούς δασμούς. Είναι απαραίτητη η δημιουργία πολύπλοκου μηχανισμού για να εποπτεύει τη διακίνηση μέσα στη ζώνη των εισαγόμενων προϊόντων, την αναδιανομή των εσόδων από δασμούς μεταξύ των χωρών-μελών κ.ά.
Με τη δημιουργία μιας ζώνης ελεύθερων συναλλαγών αυξάνεται η εξειδίκευση των οικονομικών των χωρών-μελών, διότι η κάθε χώρα-μέλος σταματάει ή μειώνει την παραγωγή προϊόντων που, έπειτα από την κατάργηση των δασμών, τη συμφέρει αφού της έρχεται φτηνότερο να τα εισάγει από άλλες χώρες-μέλη. Αντίστοιχα αυξάνει την παραγωγή προϊόντων που μπορεί να παράγει φθηνότερα από τις άλλες χώρες-μέλη, καθώς και τις εξαγωγές τους σε αυτές. Οι εισαγωγές από τρίτες χώρες μειώνονται, γιατί γι’ αυτές εξακολουθούν να επιβάλλονται δασμοί, οπότε ορισμένα προϊόντα είναι τώρα φθηνότερο να εισάγονται χωρίς δασμούς από χώρες-μέλη. Τα κρατικά έσοδα από δασμούς μειώνονται σημαντικά. Οι τιμές των προϊόντων στις αγορές των χωρών-μελών μειώνονται και η κατανάλωσή τους αυξάνεται.
Μια βαθμίδα παραπάνω οικονομικής ενοποίησης συνιστά η δημιουργία τελωνειακής ένωσης μεταξύ χωρών. Τούτη αποτελεί συμφωνία για την κατάργηση των δασμών στις συναλλαγές μεταξύ των χωρών-μελών και για υιοθέτηση από αυτές ενός κοινού εξωτερικού δασμολογίου για τις εισαγωγές τους από τρίτες χώρες. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται το πρόβλημα που αναφέρθηκε παραπάνω. Όσο για τα υπόλοιπα, όπως και στην περίπτωση της ζώνης ελεύθερων συναλλαγών, αυξάνεται η εξειδίκευση και το εξωτερικό εμπόριο (εισαγωγές και εξαγωγές) των χωρών-μελών λόγω της κατάργησης των δασμών στις μεταξύ τους συναλλαγές, επηρεάζονται αρνητικά οι εισαγωγές από τρίτες χώρες, αφού σε αυτές εξακολουθούν να επιβάλλονται δασμοί, μειώνονται οι τιμές των προϊόντων, αυξάνεται η κατανάλωσή τους, μειώνονται τα κρατικά έσοδα από δασμούς κλπ.
Ανεβαίνοντας τη σκάλα, πληρέστερη μορφή οικονομικής ενοποίησης είναι η κοινή αγορά, με την οποία όχι μόνο καταργούνται οι δασμοί για το εμπόριο μεταξύ χωρών-μελών και υιοθετείται κοινό εξωτερικό δασμολόγιο για εισαγωγές από τρίτες χώρες, αλλά επιπλέον καθιερώνεται και η αρχή της ελεύθερης διακίνησης των παραγωγικών συντελεστών (εργασίας, κεφαλαίου κ.ά.) μεταξύ των χωρών-μελών. Λόγω της ελεύθερης διακίνησής τους, η αποδοτικότητα των διαφόρων παραγωγικών συντελεστών, αναμένεται να αυξηθεί, αφού μπορούν να πάνε και να απασχοληθούν στη χώρα-μέλος στην οποία η παραγωγικότητά τους θα είναι μεγαλύτερη.
Τέλος, η ανώτατη βαθμίδα οικονομικής ενοποίησης είναι η οικονομική και νομισματική ένωση, που έχει όλα τα χαρακτηριστικά της κοινής αγοράς, αλλά προϋποθέτει επίσης και την εναρμόνιση των κυριότερων κατηγοριών οικονομικής πολιτικής (π.χ. νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, δημοσιονομικής πολιτικής κ.ά.) που εφαρμόζουν οι χώρες-μέλη, τη χρησιμοποίηση κοινού νομίσματος ή τουλάχιστον την καθιέρωση μόνιμων σταθερών ισοτιμιών μεταξύ των νομισμάτων των χωρών-μελών, τη δημιουργία ορισμένων κοινών θεσμικών οργάνων (π.χ. τη δημιουργία μιας κοινής κεντρικής τράπεζας) κ.ά.
Τα έσοδα και οι δαπάνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Οι τρεις κύριες πηγές εσόδων της Ένωσης είναι ο ΦΠΑ των χωρών μελών, από τον οποίο παίρνει 1,4 εκατοστιαίες μονάδες, οι εισπράξεις των χωρών-μελών από δασμούς επιβαλλόμενους σε εισαγωγές από τρίτες χώρες και οι εισπράξεις τους από αντισταθμιστικές εισφορές επιβαλλόμενες σε εισαγωγές γεωργικών προϊόντων. Από τα έσοδα των τελευταίων δύο κατηγοριών των χωρών-μελών η Ένωση παίρνει το 90%. Η σημαντικότερη πηγή εσόδων είναι ο ΦΠΑ.
Ο προϋπολογισμός της Ένωσης αντιπροσωπεύει λίγο περισσότερο από το 1% του Ακαθάριστου Κοινοτικού Προϊόντος. Σχεδόν τα δύο τρίτα των δαπανών αφορούν στη γεωργία και την αλιεία, ενώ σχετικά μικρό ποσοστό των δαπανών σχετίζονται με την κοινωνική και την περιφερειακή πολιτική. Από τον προϋπολογισμό καλύπτεται και το κόστος λειτουργίας των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, των χιλιάδων επιτροπών κ.ά.
13/7/2015

Η ΕΥΡΩΠΗ ΝΑ ΥΠΕΡΒΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ

Από τον Νώντα Κούκα

Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, το μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης στην Ευρώπη έκλινε προς την ιδέα μιας αυταρχικής ανασυγκρότησης της ηπείρου υπό γερμανική ηγεσία. Η πιθανότητα που θα ανέτρεπε την κληρονομιά των Βερσαλλιών, εκ μέρους μιας δυνητικής Νέας Τάξης, ήταν καλοδεχούμενη και υπερέβαινε κατά πολύ τόσο τους φιλοναζιστές όσο και τους φασίστες εξτρεμιστές. Ο θαυμασμός για την οικονομική ανάκαμψη της Γερμανίας μετρίαζε την καχυποψία απέναντι στη δύναμή της.

Η συναίνεση στη βρετανική αντίληψη περί ελευθερίας συνυπήρχε με τη δυσπιστία απέναντι στους «πλουτοκράτες» του Σίτυ του Λονδίνου. Αυτοί, καθώς υπερασπίζονταν τον χρυσό κανόνα και το laissez- faire, είχαν καταδικάσει μεγάλο μέρος της Ευρώπης στην ύφεση, αποτυγχάνοντας στην εξεύρεση μιας διεξόδου από αυτή. Ενδεικτικά, η κόμισσα Γουόλντεκ παρατηρούσε: «αυτοί οι λαοί της Ευρώπης είχαν αδιαφορήσει οι ίδιοι για τη δημοκρατία, που τους τη διαφήμιζαν με διανοητικά επιχειρήματα περί ελευθερίας της σκέψης και ελευθερίας του λόγου, αλλά που στο επίπεδο της καθημερινής τους ζωής σήμαινε κυρίως ελευθερία να δυστυχήσουν. Είδα ότι στην ευρωπαϊκή ήπειρο δεν ξεπερνούσαν το 10% εκείνοι που νοιάζονταν για τις ατομικές ελευθερίες ή που είχαν τόσο ζωτικό ενδιαφέρον γι’ αυτές, ώστε να αγωνιστούν για τη διατήρησή τους» .

Προς το τέλος του 1940, ο Χέρμαν Νοϋμπάχερ, κατοπινό δεξί χέρι του Χίτλερ στα Βαλκάνια, εκμυστηρεύτηκε σε κάποιον αμερικανό δημοσιογράφο το λαμπρό μέλλον που περίμενε την Ευρώπη μετά τον πόλεμο: «η οικονομική οργάνωση των Βαλκανίων από τη Γερμανία είναι το πρώτο βήμα για τη συγκρότηση όλης της ευρωπαϊκής ηπείρου ως ενιαίου Grobraum που, αντί για τις επιμέρους χώρες, θα αποτελεί την οικονομική μονάδα του μέλλοντος. Ένα κοινό πλάνο θα κανονίζει την παραγωγή μέσα στον ευρωπαϊκό Grobraum» .

Από αυτό το ηπειρωτικό μπλοκ θα αποκλείονταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία. Έτσι η Ευρώπη θα γινόταν αυτάρκης. Ο χρυσός κανόνας και το laissez- faire τής μετά τις Βερσαλλίες τάξης πραγμάτων θα αντικαθίσταντο από ανταλλαγές σε είδος και από τον σχεδιασμό της παραγωγής σε ηπειρωτική κλίμακα, επεκτείνοντας έτσι τη γερμανική εμπορική πολιτική της δεκαετίας του 1930.

Η ιδέα της «οργάνωσης» της Ευρώπης σε μια μεγάλη ηπειρωτική οικονομία ήταν αντικείμενο συζήτησης και πριν και μετά το 1939. Όμως, η ναζιστική σκέψη για τη διεθνή οικονομία δεν παρείχε κάτι ανάλογο προς τη φιλελεύθερη θεωρία της αμοιβαίας ωφέλειας που προσέφερε η αγορά. Μερικές φορές, το καθεστώς ισχυριζόταν πως οι εταίροι της Γερμανίας θα ωφελούνταν από τη συνεργασία μαζί της• εξάλλου, κάπως έτσι είχε συμβεί ως έναν βαθμό στη δεκαετία του 1930, και δεν ήταν κάτι το εντελώς ανέφικτο, ιδίως έπειτα από τα δεινά με τα οποία είχε συνδεθεί ο διεθνής καπιταλισμός στη δεκαετία του 1920.

Πάντως γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρο ότι ο πρωταρχικός οικονομικός ρόλος της Ευρώπης θα ήταν να υποστηρίζει τη Γερμανία. Τα οικονομικά οφέλη θα διανέμονταν ευρύτερα μόνον εφόσον η εξασφάλιση της οικονομικής ευμάρειας της υπόλοιπης ηπείρου εξυπηρετούσε αυτόν τον ρόλο. Χώρες όπως η Ελλάδα και η Ρουμανία δεν άργησαν να καταλάβουν πως είχαν ανταλλάξει την τυραννία του Σίτυ του Λονδίνου με τον ασφυκτικό κλοιό του Βερολίνου.

Η εμφατική απόφαση της ναζιστικής γερμανίας ήταν να οργανώσει την Ευρώπη ιεραρχικά, με τη Γερμανία στην κορυφή της πυραμίδας, σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Κοντολογίς, η έννοια της Grobraumwirtschaft – μια ευρύτερη περιφερειακή οικονομία με τη Γερμανία στην καρδιά της, που είχε προκύψει σε συσχετισμό με την ιδέα του γερμανικού δόγματος Μονρόε. Κάτω από ορισμένη προοπτική, παρουσίαζε αναλογίες με τη μεταπολεμική Κοινή Αγορά. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για την εξαρχής κοντόφθαλμη και στενόμυαλη αντίληψη για οικονομική ένωση της Ευρώπης, που τονίστηκε ακόμα περισσότερο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Γι’ αυτό λοιπόν, οφείλουμε να είμαστε πολύ φειδωλοί στις προτροπές να ηγηθεί η σημερινή Γερμανία της Ευρώπης, όπως παραδείγματος χάρη ζητεί ο σημερινός υπουργός Οικονομικών Γιάν(ν)ης Βαρουφάκης. Όσοι σύγχρονοι γερμανοί γνωρίζουν την ιστορική, βαριά κληρονομιά τους κάνουν πολύ καλά που δεν αποφασίζουν να αναχθούν στην ανώτερη οικονομική και πολιτική κλίμακα της Ευρώπης.

Τόσο η Ελλάδα, με το γνωστό οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει, όσο και οι υπόλοιποι λαοί, του Νότου ιδίως, πρέπει να αποφασίσουν τι είδους συμπεριφορά θέλουν από τη Γερμανία. Γιατί, από τη μια μεριά την καταγγέλλουν ότι προσπαθεί να φτιάξει μια «γερμανική Ευρώπη», ενώ συγχρόνως την ίδια στιγμή τη μέμφονται επειδή δεν ηγείται της Ευρώπης. Με αυτά που γράφουμε, δεν θέλουμε βεβαίως να υποστηρίξουμε άκριτα τη γερμανική πολιτική• απλώς, καταδεικνύουμε την αλλοπρόσαλλη οικονομική και νομισματική ένωση της Ευρώπης, η οποία στερείται ουσιαστικά κοινωνική και πολιτική βαθιά σκέψη. Εξού, και η ολωσδιόλου διαφορετική στάση απέναντι στην περίφημη «δημοσιονομική εξυγίανση» (που είναι δημοσιονομική ευταξία για τους γερμανούς), ενώ για τους υπόλοιπους μεταφράζεται σε σκληρή και τσιγγούνικη λιτότητα.

Δύο ξένες νοοτροπίες στην ίδια Ευρωπαϊκή Ένωση: ιδού ο οικονομικός φορμαλισμός (οικονομισμός) σε όλο του το μεγαλείο…

17/6/2015

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΛΑΦΡΟΤΗΤΑ: ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗ «ΜΟΝΑΔΙΚΗ» ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Από τον Νώντα Κούκα

Το πληθωριστικό και το αντιπληθωριστικό κενό της οικονομίας

Στην οικονομία η συνολική ζήτηση προϊόντος δεν είναι συνήθως ίση με τη συνολική προσφορά προϊόντος στο επίπεδο πλήρους απασχόλησης των παραγωγικών συντελεστών. Πολλές φορές η συνολική ζήτηση είναι μεγαλύτερη από ό,τι μπορεί να ικανοποιήσει η οικονομία με όλο το προϊόν που μπορεί να παράγει με πλήρη απασχόληση των πόρων της. Τότε λέμε πως υπάρχει πληθωριστικό κενό στην οικονομία, που είναι ίσο με την υπερβάλλουσα ζήτηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις δημιουργείται πρόβλημα πληθωρισμού.

Άλλες φορές πάλι, η συνολική ζήτηση δεν είναι αρκετά μεγάλη για να απορροφάται όλο το προϊόν που μπορεί να παράγεται με πλήρη απασχόληση των παραγωγικών συντελεστών της οικονομίας. Τότε λέμε πως υπάρχει αντιπληθωριστικό κενό, που είναι ίσο με το έλλειμμα ζήτησης. Στις περιπτώσεις αυτές δημιουργείται πρόβλημα ανεργίας, υποαπασχόλησης των παραγωγικών πόρων, χαμηλού εισοδήματος κ.ά.

Όταν στην οικονομία συμβαίνει ένα από τα παραπάνω, το κράτος μπορεί να παρέμβει για να μειώσει την υπερβολική συνολική ζήτηση προϊόντος ή για να αυξήσει την ανεπαρκή ζήτηση, ανάλογα με το αν το πρόβλημα είναι η ύπαρξη πληθωριστικού ή αντιπληθωριστικού κενού. Ένας από τους βασικούς τρόπους παρέμβασης είναι η άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής (υπάρχουν βέβαια και άλλοι τρόποι κρατικής παρέμβασης: νομισματική και πιστωτική πολιτική).

Η άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής

Η δημοσιονομική πολιτική του κράτους αποβλέπει στη μεταβολή των μεγεθών του κρατικού προϋπολογισμού (: α) δημόσιες δαπάνες για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, β) μεταβιβαστικές πληρωμές του Δημοσίου, γ) άμεσοι φόροι, δ) έμμεσοι φόροι) για τη σταθεροποίηση του εισοδήματος και του προϊόντος της οικονομίας στο επίπεδο της πλήρους απασχόλησης χωρίς πληθωρισμό. Τι γίνεται όμως όταν η ανεργία έχει εγκατασταθεί ήδη στην οικονομία;

Τότε η κυβέρνηση εφαρμόζει μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική για να τονώσει τη συνολική ζήτηση, με μείωση των φορολογικών συντελεστών και αύξηση των κρατικών δαπανών. Έτσι λοιπόν, ο κρατικός προϋπολογισμός – αν προηγουμένως ήταν ισοσκελισμένος – τώρα θα παρουσιάσει έλλειμμα. Τουναντίον, αν είχε ήδη έλλειμμα τώρα αυτό θα αυξηθεί.

Για να καλύψει το έλλειμμα το κράτος, οφείλει να δανειστεί είτε από το εσωτερικό είτε από το εξωτερικό. Δανείζεται από τράπεζες, ντόπιες και ξένες, από το ευρύ κοινό πουλώντας του ομόλογα ή έντοκα γραμμάτια, από άλλους φορείς. Ο δανεισμός σημαίνει μια επιβάρυνση για το κράτος επειδή θα πρέπει να πληρώνει τόκους για τα δάνειά του.

Τώρα, αν αντί για ανεργία υπάρχει πρόβλημα πληθωρισμού και η κυβέρνηση κρίνει πως πρέπει να εφαρμόσει ένα δημοσιονομικό πρόγραμμα λιτότητας, αυξάνοντας τους φορολογικούς συντελεστές και μειώνοντας τις κρατικές δαπάνες, ενδέχεται ο κρατικός προϋπολογισμός να παρουσιάσει πλεόνασμα. Τούτο το πλεόνασμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη σταδιακή εξόφληση των κρατικών δανείων.

Το δημόσιο χρέος

Εάν ο προϋπολογισμός του κράτους παρουσιάζει ελλείμματα για μεγάλα χρονικά διαστήματα και εξαιτίας αυτών το κράτος παίρνει διαρκώς δάνεια, το δημόσιο χρέος αυξάνεται πολύ. Τότε το βάρος της εξυπηρέτησής του, δηλαδή της πληρωμής των τόκων και της εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων δανείων, γίνεται πάρα πολύ μεγάλο. Αυτή τη στιγμή, σε τέτοια δεινή κατάσταση βρίσκεται η ελληνική οικονομία.

Πέρα από τις φαντασιοκοπίες και τις διάφορες φαιδρές θεωρίες συνωμοσίας (περί «ξένου δακτύλου» κ.λπ κ.λπ.), μια ανέκαθεν ανύπαρκτη και αντιπαραγωγική ελληνική οικονομία, έχει φτάσει στο χείλος του γκρεμού, έπειτα από τη διαρκή λεηλασία του δημοσίου κορβανά μέσω τεχνητών εσαεί κρατικών ελλειμμάτων. Μια φούχτα Ελλήνων πλουσίων έχει στήσει πανέξυπνη φάμπρικα. Δημιουργεί συνεχώς τεράστια ελλείμματα, αγοράζει ομόλογα και εισπράττει υπέρογκα κέρδη. Το κόλπο είναι γνωστό ήδη από την εποχή του Δούκα της Ορλεάνης Φιλίππου του Β΄, στη Γαλλία (δες Μαρξ, Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία).

Η πληρωμή τόκων απορροφάει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των δημόσιων εσόδων και το κράτος υποχρεώνεται να συνάπτει νέα δάνεια προκειμένου να εξοφλήσει εκείνα που λήγουν και να πληρώνει και τους τόκους. Εύκολη λεία λοιπόν το διεφθαρμένο ελληνικό κράτος για τους Έλληνες καπιταλιστές και τους πολιτικούς τους σμπίρους.

Και ιδού το σημερινό αποτέλεσμα: λόγω της μεγάλης ανάγκης δανεισμού του κράτους, τα επιτόκια παραμένουν υψηλά, γιατί αλλιώς το κράτος δεν μπορεί να βρει τα δάνεια που χρειάζεται. Η οικονομία «στραγγίζεται» από χρηματικά κεφάλαια, τα οποία κατευθύνονται στο κράτος, ενώ ο ιδιωτικός τομέας υποφέρει από έλλειψη τέτοιων κεφαλαίων για επενδύσεις∙ βρίσκει δε και το ύψος των επιτοκίων δανεισμού υπερβολικά μεγάλο και ασύμφορο για νέες επενδύσεις. Οι μεγάλες πληρωμές του κράτους για τόκους στο εσωτερικό τροφοδοτούν τον πληθωρισμό και δημιουργούν και άλλα προβλήματα. Η κατάληξη; Ο αναπόφευκτος δανεισμός από το ΔΝΤ και τους επάρατους «ξένους»…

Ποια είναι η λύση;

Εντέλει, το θέμα με την ελληνική οικονομία αποτελεί σίγουρα ΤΟ παράδοξο!! Υπάρχει συγχρόνως τόσο πληθωριστικό όσο και αντιπληθωριστικό κενό. Κατά συνέπεια, και η παρέμβαση για την καταστολή του γιγαντιαίου δημόσιου χρέους δε συνάδει βεβαίως με την (αντίθετη) παρέμβαση για την ανάκαμψη και την ύφεση της ανεργίας και της κρίσης γενικότερα. Η λύση λοιπόν είναι αναγκαστικά η διαχρονική και αστείρευτη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας από τους ευρωπαίους εταίρους;… (Εξάλλου, το ίδιο το εθνικό ελληνικό κράτος οφείλει τόσο την ύπαρξή του όσο και τη διαιώνισή του στην ιδεολογία του «φιλελληνισμού», ιστορικά τεκμηριωμένο.)

Πράγματι, τουλάχιστον προς το παρόν, μόνο κάτι τέτοιο φαίνεται στον ορίζοντα. Άλλωστε, υπ’ αυτήν την έννοια λέμε πως η ελληνική οικονομία αποτελεί μια τελείως ιδιάζουσα περίπτωση στην Ευρωζώνη και έχει τυπική μόνο σχέση με τις υπόλοιπες οικονομίες της Μεσογείου.

25/5/2015

Η ΠΑΡΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

(το παρόν κείμενο δεν αφορά στους σύγχρονους «αγιάννηδες» των καπιταλιστικών μητροπόλεων)

Από τον Νώντα Κούκα

Όπως έχουμε γράψει και αλλού, η σύγχρονη ταξική κοινωνία μπορεί να ανεχτεί την αλλοτριωμένη «ελεύθερη εκλογή» (ακόμη και την αμεσοδημοκρατική) λαϊκών αντιπροσώπων, όπως ανέχεται την αλλοτριωμένη «σεξουαλική απελευθέρωση», την αλλοτριωμένη κατανάλωση, τις αυξήσεις των μισθών που δεν υπερβαίνουν τις αυξήσεις στην παραγωγικότητα της εργασίας, την αποικιακή «ελευθερία», όπου τα «γεγονότα της οικονομικής ζωής» διαιωνίζουν τη διαίρεση του κόσμου σε «έχοντες» και «μη έχοντες».
Ο σύγχρονος καπιταλισμός όχι μόνον ανέχεται αυτές τις «αμφισβητήσεις», αλλά τις μετατρέπει και σε «μοχλούς» της επέκτασης και της διαιώνισής του. Προσπαθεί, κοντολογίς, να καταστείλει τις πρωτογενείς, αυθόρμητες αρνήσεις και αντιδράσεις, πρώτα διαστρέφοντάς τες και ύστερα αφομοιώνοντάς τες μέσα στο σύστημα, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο τα αιτήματα της εργατικής τάξης αφομοιώνονται μέσα στην οικονομία της καταναλωτικής τάξης.

Η έννοια της παραοικονομίας

Συνήθως, ως παραοικονομία ή υπόγεια οικονομία χαρακτηρίζεται η οικονομική δραστηριότητα που δεν καταγράφεται στους εθνικούς λογαριασμούς και στις υπόλοιπες επίσημες στατιστικές. Παρεμπιπτόντως, οι εθνικοί λογαριασμοί δείχνουν την αξία του προϊόντος που παρήχθη σε ένα χρονικό διάστημα, τη συνολική κατανάλωση και τη συνολική επένδυση, τις μεταβολές των διαφόρων οικονομικών μεγεθών από τον προηγούμενο χρόνο κ.ά. Τα βασικά οικονομικά μεγέθη που υπολογίζονται με τους εθνικούς λογαριασμούς είναι: το εθνικό προϊόν, το εγχώριο προϊόν, το εθνικό εισόδημα, το εγχώριο εισόδημα, η εθνική δαπάνη, η εγχώρια δαπάνη, το προσωπικό εισόδημα και το προσωπικό διαθέσιμο εισόδημα.
Πίσω τώρα στην παραοικονομία, κυριότερη ένδειξη του φαινομένου είναι η εμφάνιση καταναλωτικών δαπανών υπερβολικά υψηλών σε σχέση με τα επίσημα καταγραφόμενα εισοδήματα. Η παραοικονομία αναφέρεται και ως άτυπη ή ανεπίσημη οικονομία. Όμως, οι δύο όροι έχουν διαφορετική σημασία. Η άτυπη οικονομία περιλαμβάνει οικονομικές δραστηριότητες που δεν λαμβάνονται υπόψη στους εθνικούς λογαριασμούς. Διότι παρουσιάζουν προβλήματα εκτίμησης της αξίας τους που οφείλονται στο ότι αυτές διεξάγονται για τα νοικοκυριά από τα μέλη τους ή για κοινωφελή ιδρύματα, εκκλησίες, πολιτικά κόμματα ή άλλους φορείς, εθελοντικά δίχως αμοιβή.
Εξαιρώντας αυτές, όλες οι άλλες οικονομικές δραστηριότητες πρέπει να υπολογίζονται στους εθνικούς λογαριασμούς. Όσες δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτούς επειδή αποκρύπτονται, αποτελούν την παραοικονομία ή υπόγεια οικονομία. Να σημειωθεί εδώ πως κάποιοι δίνουν στην παραοικονομία ευρύτερο ορισμό και εντάσσουν σε αυτήν όλες τις οικονομικές δραστηριότητες που δεν μετρώνται, δηλαδή και την άτυπη οικονομία. Επειδή όμως ο ευρύτερος τούτος ορισμός παρουσιάζει προβλήματα, δεν γίνεται δεκτός από τους περισσότερους οικονομολόγους.
Η παραοικονομία περιλαμβάνει δραστηριότητες που, αν και είναι νόμιμες, ωστόσο λαμβάνουν χώρα παράνομα. Παραδείγματος χάρη, την παραγωγή και πώληση προϊόντων χωρίς την έκδοση τιμολογίων ή την παροχή υπηρεσιών δίχως έκδοση σχετικής απόδειξης. Περιλαμβάνει όμως και δραστηριότητες που είναι παράνομες, όπως π.χ. την παραγωγή και πώληση ναρκωτικών ουσιών.
Λοιπόν, σύμφωνα με όσα μέχρι τώρα ειπώθηκαν, η συνολική δραστηριότητα σε μια οικονομία μπορεί να διακριθεί σε δραστηριότητα στην επίσημη οικονομία, δραστηριότητα στην άτυπη ή ανεπίσημη οικονομία και δραστηριότητα στην παραοικονομία, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει νόμιμες ή παράνομες δραστηριότητες.

Παράγοντες που συντελούν στην παραοικονομία

Η αύξηση των φορολογικών συντελεστών και η διόγκωση των φορολογικών βαρών θεωρείται ο κυριότερος παράγοντας που συντελεί στην αύξηση της παραοικονομίας. Οι υψηλοί φόροι, ιδίως οι υψηλοί οριακά φορολογικοί συντελεστές, δημιουργούν κίνητρα για απόκρυψη των εισοδημάτων και ωθούν προς την αναζήτηση της απασχόλησης και την ανάπτυξη δραστηριότητας στην παραοικονομία. Η μεγάλη επέκταση του δημόσιου τομέα έχει συνέπεια τη διόγκωση των φορολογικών βαρών και τη σημαντική ενθάρρυνση της παραοικονομίας.
Άλλος παράγοντας που ενθαρρύνει σοβαρά την παραοικονομία είναι η έκταση και η σοβαρότητα των κρατικών παρεμβάσεων για την προστασία του κοινωνικού συνόλου ή ορισμένων ομάδων, π.χ. των εργαζομένων. Όσο αυξάνονται οι παρεμβάσεις, τόσο ενισχύεται η παραοικονομία. Ιδιαίτερη επίδραση έχουν οι παράγοντες που συνδέονται με την αγορά εργασίας, π.χ. το ύψος των εργοδοτικών εισφορών και άλλων επιβαρύνσεων, οι ώρες εργασίες ανά εβδομάδα, το μέγεθος της ανεργίας κ.ά. Οι υψηλές εργοδοτικές επιβαρύνσεις κάνουν συμφέρουσα για τις επιχειρήσεις την απασχόληση αδήλωτων συνταξιούχων, «παράνομων» μεταναστών κ.ά. Ο περιορισμός των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας διευκολύνει την ανάπτυξη συνήθως αδήλωτης δεύτερης δραστηριότητας, ιδίως όταν το εισόδημα από την κύρια απασχόληση είναι χαμηλό. Όταν υπάρχει ύφεση και ανεργία οι ασθενέστερες επιχειρήσεις πιέζονται να μειώσουν το κόστος τους και τείνουν να απασχολούν άτομα που δεν τα δηλώνουν στις αρχές. Λόγω δε της ανεργίας είναι ευκολότερο να βρουν άτομα που δέχονται να εργάζονται στην παραοικονομία.
Όμως, από τους πιο σοβαρούς παράγοντες της παραοικονομίας τείνει να εξελιχθεί η οικονομική διαφθορά μεταξύ των πολιτικών και των συνεργατών τους, καθώς και σημαντικού μέρους των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα που κατέχουν θέσεις που τους επιτρέπουν να χρηματίζονται. Το φαινόμενο αυτό είχε αυξηθεί στην ελληνική οικονομία με δραματικό ρυθμό τέτοιο, ώστε να καταλήξει στο ήδη γνωστό κοινωνικό καρκίνωμα. Ανάλογη (και συμπληρωματική) σημασία έχει επίσης και η δραματική αύξηση παράνομων δραστηριοτήτων – όπως το εμπόριο όπλων και ναρκωτικών, η πορνεία, οι συμμορίες «προστασίας», ληστείες κ.λπ.
Καταληκτικά, σοβαρούς παράγοντες για την παραοικονομία αποτελούν το νομικό και θεσμικό καθεστώς που προσδιορίζουν τις συνέπειες που υφίστανται όσοι συλλαμβάνονται για ανάπτυξη δραστηριοτήτων στην παραοικονομία∙ οι πιθανότητες ανακάλυψης και τιμωρίας τους που επηρεάζονται από το βαθμό οργάνωσης των σχετικών υπηρεσιών και την πολιτική βούληση για πάταξη της παραοικονομίας∙ καθώς και η αντίληψη των ατόμων και της κοινωνίας για τη φορολογική ευθύτητα και τη συμμόρφωση προς τους στοιχειωδέστερους κανόνες της πολιτείας: στο μη διαχωρισμό σε «αφελείς» εργαζομένους και συνταξιούχους που φορολογούνται, από τη μία και «έξυπνους» φοροφυγάδες συμπολίτες (;) τους, από την άλλη.
Όταν οι νομικές συνέπειες για τους παραβάτες είναι αυστηρές, και η κοινωνική αποδοκιμασία τους έντονη (αναγκαία και ικανή συνθήκη για την πάταξη της φοροδιαφυγής-λαμογιάς), και όταν οι πιθανότητες ανακάλυψής τους και τιμωρίας τους είναι υψηλές, αποθαρρύνεται η παραοικονομία. Όταν, τουναντίον, επικρατεί κλίμα διαφθοράς και σκανδάλων στον πολιτικό κόσμο και στους κρατικούς λειτουργούς, το επίπεδο φορολογικής ηθικής των πολιτών και η διάθεση συμμόρφωσής τους προς τους κανόνες της αλληλεγγύης μειώνονται, οπότε δημιουργείται πρόσφορο έδαφος για την παραοικονομία.

10-5-2014

Η «οικονομική επιστήμη» στο μικροσκόπιο του άτεγκτου Λόγου

Η «οικονομική επιστήμη» στο μικροσκόπιο του άτεγκτου Λόγου

Από τον Νώντα Κούκα

Οι φιλοσοφικές ρίζες της Οικονομίας

Όπως έχουμε γράψει και αλλού, η λεγόμενη «οικονομική επιστήμη» δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια φαινομενολογική εκδήλωση της ταξικής οικονομίας, στη βάση της οποίας τοποθετείται το ίδιο το δόγμα της ταξικής προκατάληψης. Με άλλα λόγια να το πούμε, πρόκειται για μια τυπολογική έρευνα, που ενδύεται αυθαίρετα τον επιστημονικό μανδύα. Και λέμε «αυθαίρετα», επειδή δεν ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής, η έρευνα αυτή, τη σχέση της οικονομίας με την ιδεολογία∙ δηλαδή την ψευδή συνείδηση που παράγει η αθέατη δομή των «παραγωγικών σχέσεων». Η οποία ερμηνεύεται, τελικά, με την υπόδειξη ποιος κατέχει αληθινά τα μέσα παραγωγής και άρα την οικονομία αυτή καθεαυτή.
Επομένως, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για την οικονομία ως επιστήμη αυτή καθεαυτή. Τώρα, όμως, για να είμαστε και ειλικρινείς, ούτε τις υπόλοιπες «κοινωνικές επιστήμες» (κοινωνιολογία, ανθρωπολογία, ψυχολογία και κατ’ επέκταση όλες τις λεγόμενες «επιστήμες του ανθρώπου») δεν μπορούμε να τις εκλαμβάνουμε σοβαρά ως επιστήμες αυτές καθεαυτές. Αφού, και αυτές, όπως και η οικονομική επιστήμη, όταν αποχωρίστηκαν από τη μήτρα τους, τη φιλοσοφία, αυτομάτως αλώθηκαν από την (ταξική) ιδεολογία.
Αναγκαία λοιπόν προκύπτει από τα προηγούμενα, πως μόνο η φιλοσοφία (και η φιλοσοφία των μαθηματικών, ως ανωφερής αφαίρεση της φυσικής γλώσσας και άρα με πολύ λιγότερη ιδεολογία από αυτήν) με την ανυποχώρητη και ωμή της κριτική, που «σπάει τα νεύρα» των κάθε λογής τεχνικών της εξουσίας με τα καθώς πρέπει ιδεολογήματά τους, μπορεί να αποκαλύψει την ιδεολογική πλάνη. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο πως – μιας και μιλούμε για την οικονομία – όλοι οι πραγματικά μεγάλοι ερευνητές της οικονομίας ήταν και φιλόσοφοι.
Η φιλοσοφία λοιπόν ήταν αυτή που αποκάλυψε στον «κοινό νου» πως η «βάση» σε κάθε σύστημα – δηλαδή η ίδια η δομή του – επηρεάζει με αόρατο τρόπο τους τρόπους της εκάστοτε μορφοποίησής του, κατά τη διάρκεια των ιστορικών μετασχηματισμών του. Έτσι παραδείγματος χάρη, η οικονομία και οι μορφές που αυτή παίρνει κατά διάρκεια των μετασχηματισμών της, στις μέχρι τώρα γνωστές κοινωνίες της ιστορικής ανθρωπότητας, υπαγορεύεται έμμεσα – πλην απολύτως αυστηρώς – από την βάση της, δηλαδή από τη δομή της εκάστοτε ιστορικής κοινωνικής τάξης που ελέγχει τα μέσα παραγωγής – άρα και τις ίδιες τις παραγωγικές σχέσεις (: δουλοκτησία, φεουδαρχία, καπιταλισμός).
Αυτό το «κάτι» (η δομή, η «βάση», το σταθερό στοιχείο) μετατοπίζεται διαρκώς, αλλά πάντοτε αναλλοίωτο, στο χώρο και στο χρόνο. Και κουμαντάρει τόσο το Φαντασιακό (τον ιδιωτικό «χώρο») όσο και το Συμβολικό (τον δημόσιο «χώρο»), έτσι ώστε να προκαλούνται – συμμετρικώς – οι μετασχηματισμοί στην εξελικτική διαδοχή των ταξικών κοινωνικοοικονομικών συστημάτων.
Η τυπική επιστήμη
Έχουμε όμως πει, ότι σεβόμαστε τα τακτικά και περιοδικά φαινόμενα, επειδή ναι μεν δεν είναι η βαθιά επιστήμη, είναι όμως τυπικά «επιστημονικά», αφού μέσω αυτών θα προχωρήσουμε στην αποκάλυψη και διατύπωση των ουσιαστικών τους νόμων που τα διέπουν. Έτσι λοιπόν, δεν μπορούμε παρά να δεχθούμε καταρχάς την ισχύ της «τυπικής επιστήμης», ακριβώς για να τη γνωρίσουμε, να την απομυθοποιήσουμε – όπου και όποτε πρέπει – και τελικά να την αποκαθάρουμε ριζικά. Πράγμα που ίσως σημαίνει και την ολική της κατάργηση, μέσω της ολιστικής της προσέγγισης.
Κάτι τέτοιο, όπως γίνεται φανερό, πρεσβεύει την ίδια την κατάργηση της (ιδεολογικής) δικτατορίας των επονομαζόμενων «γνωστικών αντικειμένων», που ουσιαστικά δεν είναι παρά η εκδήλωση της ιδεολογικής κατάτμησης που έχει υποστεί ο καθολικός Λόγος.
Ας προχωρήσουμε λοιπόν να ερευνήσουμε τυπικά, αλλά με φιλοσοφικό μάτι (ένα μάτι που φοβούνται και εχθρεύονται όλες οι εξουσιαστικές ιδεολογίες, κρυφές ή φανερές), τι συμβαίνει με όλα αυτά τα «περίεργα» που αφορούν στη λεγόμενη «οικονομική επιστήμη» και που ακούμε και βλέπουμε καθημερινά γύρω μας.
Κοινωνική οικονομική επιστήμη

Η οικονομία αποτελεί ένα πολύπλοκο και πολύπλευρο σύστημα. Η θεωρητική και η εφαρμοσμένη οικονομική (επιστήμη), καθώς συγκροτούν τον ευρύτερο κλάδο της κοινωνικής οικονομικής επιστήμης, εξετάζουν την κοινωνική πλευρά του συστήματος αυτού.
Η κοινωνική οικονομική επιστήμη έχει αντικείμενο την κοινωνική οικονομία και ασχολείται με τα οικονομικά φαινόμενα, όπως αυτά εμφανίζονται στο πλαίσιο μιας κοινωνικής ομάδας.
Έτσι, λοιπόν, φαίνεται πως όταν μιλάμε για κοινωνική οικονομία, εννοούμε δύο πράγματα: i) Μια (ανθρώπινη) κοινωνία. ii) Το σύνολο των σε αλληλεξάρτηση οικονομικών ενεργειών που λαμβάνουν χώρα στην κοινωνία αυτή.
Από τις δύο παραπάνω διαπιστώσεις προκύπτει ότι: η κοινωνική οικονομία δεν αποτελεί ένα σύνολο μηχανικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Απεναντίας, συνιστά μια δομή από σύνθετες οικονομικές ενέργειες, που αλληλεπιδρούν η μία επάνω στην άλλη. Το σύστημα λοιπόν των αλληλεξαρτήσεων αυτών είναι τόσο πολύπλοκο, ώστε η γενική του λειτουργία εμφανίζεται ως κάτι το αυτόνομο. Αλλά, συγχρόνως, εξαρτάται από τις επιμέρους λειτουργίες και των μικρότερων μονάδων, εξ όσων αποτελούν τον «μηχανισμό» του συστήματος.
Κατά συνέπεια οι οικονομικές σχέσεις, που διέπουν την οικονομία, προκύπτουν από τον καταμερισμό των παραγωγικών έργων, από τη διάδοση του εμπορίου και από την εξάπλωση του χρήματος ως κοινού ανταλλακτικού μέσου. Και εντέλει, τούτες ακριβώς οι στενές σχέσεις εκφράζουν τον ίδιο τον οργανικό χαρακτήρα της κοινωνικής οικονομίας και όχι οποιοδήποτε δεοντολογικό αξίωμα.
Ας περιγράψουμε λοιπόν σχηματικά τη θεωρητική κοινωνική οικονομική. Είναι ο κλάδος της κοινωνικής οικονομικής, ο οποίος ερευνά τα διάφορα οικονομικά φαινόμενα που συμβαίνουν στην οικονομική ζωή των ανθρώπων που διαβιούν σε κοινωνίες. Οικονομικά φαινόμενα, τα οποία εμφανίζουν ρυθμικότητα και κανονικότητα∙ δηλαδή, τα τυπικά οικονομικά φαινόμενα.
Δύο είναι τα κυριότερα προβλήματα που δημιουργούνται από τον κοινωνικό καταμερισμό των έργων και από τη συνεργασία και την αλληλεξάρτηση όλων των παραγόντων, οι οποίοι – είτε έμμεσα είτε άμεσα – μετέχουν στην παραγωγή του κοινωνικού προϊόντος: α) Το πρόβλημα της διεύθυνσης της κοινής αλλά καταμερισμένης παραγωγής. β) Το πρόβλημα της διενέργειας της διανομής του προϊόντος αυτής.
Οι τρεις γνωστοί – μέχρι τώρα – τρόποι οργάνωσης των οικονομιών
Οι κυριότεροι τρόποι οργάνωσης και μορφοποίησης στην ιστορική οικονομική δραστηριότητα των ανθρώπων, μέχρι τώρα, είναι βασικά τρεις (3).
1. Οικονομίες που κατευθύνονται από την παράδοση. 2. Οικονομίες που κατευθύνονται από την κεντρική εξουσία. 3. Οικονομίες που λειτουργούν στη βάση του μηχανισμού της αγοράς.
Α Οι οικονομίες που κατευθύνονταν από την παράδοση αποτελούν τον παλαιότερο τύπο οργάνωσης ενός οικονομικού συστήματος. Η παραγωγή και η διανομή των αγαθών και των υπηρεσιών διεκπεραιώνονταν με βάση διαδικασίες που είχαν καθοριστεί από πολύ παλιά. Διαδικασίες τις οποίες διαιώνιζαν η παράδοση που είχε δημιουργηθεί και οι ποινές που είχαν καθιερωθεί από τα ήθη, τα έθιμα ή τους νόμους της κοινωνίας.
Βασικό ρόλο στην παραγωγή έπαιζε η κληρονομική διαδοχή στα επαγγέλματα, δηλαδή το ότι τα παιδιά όφειλαν κατά κανόνα να ακολουθούν το επάγγελμα του πατέρα τους. Μάλιστα, αυτή η αρχή σε ορισμένες αρχαίες κοινωνίες – Αίγυπτο, Ινδία κ.ά. – είχε πάρει χαρακτήρα και θρησκευτικού κανόνα. Το σύστημα αυτό το διέκρινε η σταθερότητα, αφού πάντα θα υπήρχαν κάποιοι που θα ασκούσαν την κάθε οικονομική δραστηριότητα. Όμως, από την άλλη, αυτό έπασχε από έλλειψη δυναμισμού και προσαρμογής, εφόσον δεν μπορούσε να αφομοιώσει τις ανάγκες των κοινωνιών που αλλάζουν. Η δύναμη της παράδοσης εμπόδιζε την εξέλιξη και οι παραδοσιακές κοινωνίες απέβαλλαν τις μεγάλες και γρήγορες οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές. Οι παραδοσιακές κοινωνίες, συνεπώς, υπήρξαν κυρίως κοινωνίες με μικρή τεχνολογική ή άλλη κοινωνική ή τεχνολογική εξέλιξη.
Κατά τον ίδιο τρόπο η παράδοση ήταν εκείνη που επίσης καθόριζε και το πώς γινόταν η διανομή του προϊόντος μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Δηλαδή καθόριζε τι έπαιρνε ο αρχηγός του κράτους (ο Φαραώ, ο βασιλιάς, ο αυτοκράτορας κ.λπ.), τι έπαιρναν οι γαιοκτήμονες και οι καλλιεργητές ή τι έπαιρναν οι δούλοι που συνήθως υπήρχαν σε αυτές τις κοινωνίες, κοκ.
Οι αμιγώς παραδοσιακές κοινωνίες αποσύρθηκαν σταδιακά από το ιστορικό προσκήνιο. Αιτία ήταν ο άνεμος που άρχιζε να πνέει τόσο στις ευρωπαϊκές χώρες όσο και στη Βόρεια Αμερική, λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων και των ευρύτερων κοινωνικών αλλαγών από τον 18ο αιώνα και μετά. Παρ’ όλα αυτά, διατηρούνται ορισμένα στοιχεία της παράδοσης ακόμα και στις σημερινές κοινωνίες που επηρεάζουν εν μέρει την κατανομή των λειτουργιών και τη γενικότερη οικονομική συμπεριφορά πολλών ατόμων και κοινωνικών ομάδων.
Β Οι οικονομίες που κατευθύνονται από την κεντρική εξουσία μπορεί να επικαλύπτουν ορισμένες φορές, ως τρόπος οργάνωσης, την παραδοσιακή οικονομική και κοινωνική οργάνωση. Τέτοιες περιπτώσεις υπήρξαν η αρχαία Αίγυπτος, η αρχαία Ρώμη και η μεσαιωνική Κίνα. Σε αυτές οι φαραώ ή οι αυτοκράτορες ασκούσαν σημαντική οικονομική εξουσία με την οποία μπορούσαν να κινητοποιήσουν τεράστια ποσότητα παραγωγικών πόρων για την κατασκευή, παραδείγματος χάριν, πυραμίδων ή άλλων ναών στην Αίγυπτο, την κατασκευή τεράστιων δημόσιων έργων στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, την κατασκευή του σινικού τείχους στην Κίνα, καθώς και για την επίτευξη και άλλων στόχων που οι ίδιοι έθεταν.
Στη διάρκεια του εικοστού αιώνα οικονομίες που κατευθύνονταν από κεντρική εξουσία ήταν κυρίως οικονομίες που λειτούργησαν με κεντρικό προγραμματισμό. Κοντολογίς, οι οικονομίες των χωρών των επονομαζόμενων του υπαρκτού σοσιαλισμού. Σε αυτές το κράτος έλεγχε τους παραγωγικούς πόρους που είχαν «κοινωνικοποιηθεί», και καθόριζε μέσω διαφόρων υπηρεσιών προγραμματισμού τις ποσότητες των αγαθών και των υπηρεσιών που έπρεπε να παραχθούν σε ορισμένη χρονική περίοδο. Ανατίθετο δε στις επιμέρους κρατικές επιχειρήσεις το μέρος της παραγωγής που έπρεπε να πραγματοποιήσει η καθεμιά. Εξαιτίας της αδυναμίας των χωρών αυτών να ικανοποιήσουν τόσο τις οικονομικές όσο και τις ευρύτερες κοινωνικές ανάγκες των πολιτών τους, το οικονομικό σύστημα που εφάρμοζαν απέτυχε και κατέρρευσε. Στις μέρες μας βρίσκεται στο επώδυνο στάδιο της αντικατάστασής του από το σύστημα της (λεγόμενης) ελεύθερης οικονομίας.
Γ Οι οικονομίες που λειτουργούν με βάση τον μηχανισμό της αγοράς εμφανίστηκαν τον 18ο αιώνα. Μέχρι τότε υπήρχαν μόνο οικονομίες που λειτουργούσαν με βάση την παράδοση ή και την αυταρχική παρέμβαση. Στον εν λόγω όμως αιώνα διαμορφώθηκε και τρίτος τρόπος οργάνωσης του οικονομικού συστήματος, που έγινε γνωστός ως μηχανισμός της αγοράς ή σύστημα της αγοράς. Με αυτόν τον τρόπο μια κοινωνία μπορούσε να επιλύσει τα οικονομικά προβλήματα της παραγωγής και της κατανομής του κοινωνικού προϊόντος της, δίχως να χρειάζεται η παράδοση ή η καθοδήγηση από κάποια κεντρική εξουσία. Κάθε μέρα ήταν δυνατό να λαμβάνονται εκατομμύρια μεμονωμένων αποφάσεων από επιμέρους παραγωγούς, εργαζόμενους, καταναλωτές και άλλους, δίχως να προκύπτει χάος. Οι αποφάσεις αυτές έπρεπε να λαμβάνονται με βάση τις τιμές που διαμορφώνονται στις χιλιάδες απρόσωπες αγορές προϊόντων και παραγωγικών συντελεστών.
Κατά τον Άνταμ Σμιθ (Adam Smith) – τον μεγάλο σκωτσέζο φιλόσοφο που πρώτος ανέλυσε και περιέγραψε το σύστημα της αγοράς όπως αυτό διαμορφωνόταν στην εποχή του για να μπορέσει αυτό να λειτουργήσει σωστά – ο καθένας που συμμετέχει στην οικονομική δραστηριότητα (παραγωγός, εργάτης, κεφαλαιούχος, καταναλωτής κ.λπ.) πρέπει να επιδιώκει να ικανοποιήσει, όσο γίνεται περισσότερο, τα οικονομικά του οφέλη. Δηλαδή, να επιδιώκει το ατομικό του συμφέρον. Έτσι θα οδηγείται να κάνει εκείνο που χρειάζεται περισσότερο η κοινωνία και για το οποίο είναι επομένως αυτή διατεθειμένη να πληρώσει περισσότερο.
Προς αποφυγήν όμως της εκμετάλλευσης από οποιοδήποτε άτομο ή τάξη θα πρέπει να υπάρχει έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στις χιλιάδες παραγωγούς, εργάτες καταναλωτές ή άλλους φορείς της οικονομικής ζωής. Για παράδειγμα, αν ένας παραγωγός προσπαθήσει να πουλήσει το προϊόν του σε υπερβολική τιμή, οι υπόλοιποι παραγωγοί θα τον ανταγωνιστούν, προσφέροντας το δικό τους προϊόν σε χαμηλότερη τιμή. Με τον τρόπο αυτόν η οικονομία μιας χώρας αναμένεται ότι θα μπορεί να λειτουργεί μέσα σε ορισμένα κοινωνικώς αποδεκτά πλαίσια, σαν να κατευθύνεται από ένα αόρατο χέρι.
Και τώρα τι γίνεται;
Το σύστημα της αγοράς μπόρεσε να ισχύσει όπως σχεδόν το περιέγραψε ο Άνταμ Σμιθ στις οικονομίες των δυτικών χωρών κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Μετέπειτα όμως, αν και με αρκετές τροποποιήσεις, εμφάνιζε ανά τακτές περιόδους σοβαρές αρρυθμίες και βαθιές κρίσεις στη λειτουργική του δομή. Στις μέρες μας δε, όλοι λίγο πολύ βιώνουμε στο πετσί μας τι σημαίνει δομική βλάβη στη λειτουργία ενός (οικονομικού) συστήματος. Κάθε σοβαρός δομιστής (αν βέβαια ακόμα υπάρχουν τέτοιοι) καταλαβαίνει σε τι περιπέτεια έχει μπει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Και σίγουρα γνωρίζει πόσο σκληρή και επώδυνη είναι η λύση της αποδόμησης-μεταδόμησης, που είναι και η μοναδική υπέρβαση μιας ιστορικής δομής που καταρρέει ήδη∙ και αφορά σε ολόκληρη τη γήινη συνθήκη…

Το σύγχρονο τέλμα: οι σημερινές κοινωνίες και τα οικονομικά τους προβλήματα που πρέπει να λύσουνε
Με όποιο σύστημα και αν λειτουργεί μια οικονομία, οφείλει καταρχήν να υποδεικνύει λύσεις σε ορισμένα βασικά προβλήματα. Τα προβλήματα κατά βάση είναι τα ίδια, μόνο που οι λύσεις οι οποίες επιδιώκονται και οι τρόποι (μεθοδεύσεις) για την επίτευξη των λύσεων αυτών διαφέρουν ανάλογα με το οικονομικό σύστημα της κάθε κοινωνίας. Τα κυριότερα βασικά προβλήματα οικονομικής οργάνωσης είναι τα παρακάτω:
1. Κάθε κοινωνία – με οποιοδήποτε σύστημα και αν λειτουργεί – πρέπει να αποφασίζει με ποιον τρόπο θα δαπανά τους περιορισμένους της παραγωγικούς πόρους. Με άλλα λόγια, τι αγαθά και τι υπηρεσίες θα πρέπει να παράγει και σε ποιες ποσότητες (π.χ. μηχανήματα, σπίτια, δρόμους, είδη διατροφής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, εκπαιδευτικές υπηρεσίες κ.λπ.), για να ικανοποιούν οι πολίτες, όσο καλύτερα γίνεται, τις υλικές τους ανάγκες με τα περιορισμένα παραγωγικά μέσα που διαθέτει η κοινωνία.
Στις οικονομίες της λεγόμενης «ελεύθερης αγοράς» οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δίνονται κυρίως από τους αγοραστές και τους πωλητές των διαφόρων προϊόντων, στις χιλιάδες απρόσωπες αγορές για επιμέρους προϊόντα, και συμπληρωματικά μόνο από το κράτος. Αντίθετα στις οικονομίες που λειτουργούσαν με κεντρικό προγραμματισμό, η κρατική εξουσία αποφάσιζε τι και πόσο θα παραγόταν.
Κάθε κοινωνία πρέπει επίσης να αποφασίζει αν η παραγωγή θα διεκπεραιώνεται κυρίως από ιδιωτικές επιχειρήσεις, από δημόσιες επιχειρήσεις, από συνεταιριστικές επιχειρήσεις ή αν θα πραγματοποιείται από μικρές ή από μεγάλες επιχειρήσεις, στη βάση άλλων μορφών συλλογικής οργάνωσης, κοκ.
2. Από το παραγόμενο προϊόν μιας χώρας ο κάθε κάτοικος παίρνει ένα μέρος∙ άλλος μικρό και άλλος μεγάλο. Τούτο συνήθως εξαρτάται από το εισόδημά του. Πώς όμως προσδιορίζεται το εισόδημα του καθενός; Στις λεγόμενες «ελεύθερες οικονομίες», το εισόδημα κυρίως προσδιορίζεται από το είδος της δουλειάς που κάνει ο καθένας και την αμοιβή που παίρνει για τη δουλειά αυτή∙ από το αν έχει ακίνητα, μετοχές, ομολογίες ή άλλα περιουσιακά μέσα και από τις αποδόσεις τους∙ από το αν εισπράττει σύνταξη, επιδόματα κ.ά.
Ένα μέρος του εισοδήματος το παίρνει το κράτος, για να καλύπτει το κόστος των κρατικών λειτουργιών και να το μετατρέπει στις λεγόμενες «βασικές υπηρεσίες»: εθνική άμυνα, δημόσια τάξη, δικαιοσύνη, εκπαίδευση, κοινωνική πρόνοια, συγκοινωνίες κ.ά. Στις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», στις οποίες δεν υπήρχε ατομική ιδιοκτησία των παραγωγικών μέσων, η κύρια πηγή εισοδήματος για τους εργαζόμενους ήταν η αμοιβή της εργασίας τους – ή η σύνταξη για τους απόμαχους της δουλειάς, την οποία μάλιστα καθόριζε το κράτος.
3. Κάθε κοινωνία οφείλει να προσδιορίζει το τμήμα εκείνο των πόρων της που θα ξοδεύει τόσο για την ικανοποίηση τωρινών αναγκών της όσο και για τις μελλοντικές της ανάγκες. Κοινωνίες που δείχνουν μεγαλύτερη πρόνοια για την ευημερία των επόμενων γενεών, δαπανούν τους φυσικούς τους πόρους με οικονομία και φειδώ, ώστε να μείνουν επαρκείς ποσότητες πόρων και τις επόμενες δεκαετίες.
Αποταμιεύουν υψηλό ποσοστό του εισοδήματός τους για την κατασκευή υλικού κεφαλαίου που θα αυξήσει μελλοντικά της παραγωγική ικανότητα της οικονομίας. Επενδύουν επίσης στην εκπαίδευση των νέων κ.λπ. Κοντολογίς, δέχονται να μειώνουν τις τωρινές ανάγκες τους, σε σχέση με τους πραγματικούς πόρους τους, προκειμένου να είναι σε θέση και οι επόμενες γενεές να ικανοποιούν τις δικές τους ανάγκες σε επιθυμητό βαθμό.
4. Τέλος, και ίσως αυτό να είναι το επιμύθιο σε όλα τα προηγούμενα, όλες οι σύγχρονες κοινωνίες κινούνται με ραγδαίους ρυθμούς. Έτσι, συμβαίνουν συνεχώς σοβαρές και απρόβλεπτες αλλαγές: στον διεθνή ανταγωνισμό, στις ποσότητες των πόρων που υπάρχουν, στις προτιμήσεις των καταναλωτών, στην τεχνολογία κ.λπ.
Κατά συνέπεια, πρέπει η οικονομία να διαθέτει την απαραίτητα ευελιξία για την ανώδυνη προσαρμογή της, κάθε φορά, στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται. Αν παρουσιάζει σοβαρή δυσκαμψία και λειτουργικές αρρυθμίες, τότε δεν θα είναι σε θέση να εξασφαλίζει την ικανοποιητική χρησιμοποίηση των παραγωγικών της πόρων σε όλες τις χρονικές περιόδους.

5/5/2014

Η αβάσταχτη ελαφρότητα: δημοσιονομική πολιτική στη «μοναδική» ελληνική οικονομία

Από τον Νώντα Κούκα

Tο κράτος μπορεί να παρέμβει για να μειώσει την υπερβολική συνολική ζήτηση προϊόντος ή για να αυξήσει την ανεπαρκή ζήτηση, ανάλογα με το αν το πρόβλημα είναι η ύπαρξη πληθωριστικού ή αντιπληθωριστικού κενού.

Το πληθωριστικό και το αντιπληθωριστικό κενό της οικονομίας
Στην οικονομία η συνολική ζήτηση προϊόντος δεν είναι συνήθως ίση με τη συνολική προσφορά προϊόντος στο επίπεδο πλήρους απασχόλησης των παραγωγικών συντελεστών. Πολλές φορές η συνολική ζήτηση είναι μεγαλύτερη από ό,τι μπορεί να ικανοποιήσει η οικονομία με όλο το προϊόν που μπορεί να παράγει με πλήρη απασχόληση των πόρων της. Τότε λέμε πως υπάρχει πληθωριστικό κενό στην οικονομία, που είναι ίσο με την υπερβάλλουσα ζήτηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις δημιουργείται πρόβλημα πληθωρισμού.
Άλλες φορές πάλι, η συνολική ζήτηση δεν είναι αρκετά μεγάλη για να απορροφάται όλο το προϊόν που μπορεί να παράγεται με πλήρη απασχόληση των παραγωγικών συντελεστών της οικονομίας. Τότε λέμε πως υπάρχει αντιπληθωριστικό κενό, που είναι ίσο με το έλλειμμα ζήτησης. Στις περιπτώσεις αυτές δημιουργείται πρόβλημα ανεργίας, υποαπασχόλησης των παραγωγικών πόρων, χαμηλού εισοδήματος κ.ά.
Όταν στην οικονομία συμβαίνει ένα από τα παραπάνω, το κράτος μπορεί να παρέμβει για να μειώσει την υπερβολική συνολική ζήτηση προϊόντος ή για να αυξήσει την ανεπαρκή ζήτηση, ανάλογα με το αν το πρόβλημα είναι η ύπαρξη πληθωριστικού ή αντιπληθωριστικού κενού. Ένας από τους βασικούς τρόπους παρέμβασης είναι η άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής (υπάρχουν βέβαια και άλλοι τρόποι κρατικής παρέμβασης: νομισματική και πιστωτική πολιτική).
Η άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής
Η δημοσιονομική πολιτική του κράτους αποβλέπει στη μεταβολή των μεγεθών του κρατικού προϋπολογισμού (: α) δημόσιες δαπάνες για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, β) μεταβιβαστικές πληρωμές του Δημοσίου, γ) άμεσοι φόροι, δ) έμμεσοι φόροι) για τη σταθεροποίηση του εισοδήματος και του προϊόντος της οικονομίας στο επίπεδο της πλήρους απασχόλησης χωρίς πληθωρισμό. Τι γίνεται όμως όταν η ανεργία έχει εγκατασταθεί ήδη στην οικονομία;
Τότε η κυβέρνηση εφαρμόζει μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική για να τονώσει τη συνολική ζήτηση, με μείωση των φορολογικών συντελεστών και αύξηση των κρατικών δαπανών. Έτσι λοιπόν, ο κρατικός προϋπολογισμός – αν προηγουμένως ήταν ισοσκελισμένος – τώρα θα παρουσιάσει έλλειμμα. Τουναντίον, αν είχε ήδη έλλειμμα τώρα αυτό θα αυξηθεί.
Για να καλύψει το έλλειμμα το κράτος, οφείλει να δανειστεί είτε από το εσωτερικό είτε από το εξωτερικό. Δανείζεται από τράπεζες, ντόπιες και ξένες, από το ευρύ κοινό πουλώντας του ομόλογα ή έντοκα γραμμάτια, από άλλους φορείς. Ο δανεισμός σημαίνει μια επιβάρυνση για το κράτος επειδή θα πρέπει να πληρώνει τόκους για τα δάνειά του.
Τώρα, αν αντί για ανεργία υπάρχει πρόβλημα πληθωρισμού και η κυβέρνηση κρίνει πως πρέπει να εφαρμόσει ένα δημοσιονομικό πρόγραμμα λιτότητας, αυξάνοντας τους φορολογικούς συντελεστές και μειώνοντας τις κρατικές δαπάνες, ενδέχεται ο κρατικός προϋπολογισμός να παρουσιάσει πλεόνασμα. Τούτο το πλεόνασμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη σταδιακή εξόφληση των κρατικών δανείων.
Το δημόσιο χρέος
Εάν ο προϋπολογισμός του κράτους παρουσιάζει ελλείμματα για μεγάλα χρονικά διαστήματα και εξαιτίας αυτών το κράτος παίρνει διαρκώς δάνεια, το δημόσιο χρέος αυξάνεται πολύ. Τότε το βάρος της εξυπηρέτησής του, δηλαδή της πληρωμής των τόκων και της εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων δανείων, γίνεται πάρα πολύ μεγάλο. Αυτή τη στιγμή, σε τέτοια δεινή κατάσταση βρίσκεται η ελληνική οικονομία.
Πέρα από τις φαντασιοκοπίες και τις διάφορες φαιδρές θεωρίες συνωμοσίας (περί «ξένου δακτύλου» κ.λπ κ.λπ.), μια ανέκαθεν ανύπαρκτη και αντιπαραγωγική ελληνική οικονομία, έχει φτάσει στο χείλος του γκρεμού, έπειτα από τη διαρκή λεηλασία του δημοσίου κορβανά μέσω τεχνητών εσαεί κρατικών ελλειμμάτων. Μια φούχτα Ελλήνων πλουσίων έχει στήσει πανέξυπνη φάμπρικα. Δημιουργεί συνεχώς τεράστια ελλείμματα, αγοράζει ομόλογα και εισπράττει υπέρογκα κέρδη. Το κόλπο είναι γνωστό ήδη από την εποχή του Δούκα της Ορλεάνης Φιλίππου του Β΄, στη Γαλλία (δες Μαρξ, Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία).
Η πληρωμή τόκων απορροφάει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των δημόσιων εσόδων και το κράτος υποχρεώνεται να συνάπτει νέα δάνεια προκειμένου να εξοφλήσει εκείνα που λήγουν και να πληρώνει και τους τόκους. Εύκολη λεία λοιπόν το διεφθαρμένο ελληνικό κράτος για τους Έλληνες καπιταλιστές και τους πολιτικούς τους σμπίρους.
Και ιδού το σημερινό αποτέλεσμα: λόγω της μεγάλης ανάγκης δανεισμού του κράτους, τα επιτόκια παραμένουν υψηλά, γιατί αλλιώς το κράτος δεν μπορεί να βρει τα δάνεια που χρειάζεται. Η οικονομία «στραγγίζεται» από χρηματικά κεφάλαια, τα οποία κατευθύνονται στο κράτος, ενώ ο ιδιωτικός τομέας υποφέρει από έλλειψη τέτοιων κεφαλαίων για επενδύσεις∙ βρίσκει δε και το ύψος των επιτοκίων δανεισμού υπερβολικά μεγάλο και ασύμφορο για νέες επενδύσεις. Οι μεγάλες πληρωμές του κράτους για τόκους στο εσωτερικό τροφοδοτούν τον πληθωρισμό και δημιουργούν και άλλα προβλήματα. Η κατάληξη; Ο αναπόφευκτος δανεισμός από το ΔΝΤ και τους επάρατους «ξένους»…
Ποια είναι η λύση; Εντέλει, το θέμα με την ελληνική οικονομία αποτελεί σίγουρα ΤΟ παράδοξο!! Υπάρχει συγχρόνως τόσο πληθωριστικό όσο και αντιπληθωριστικό κενό. Κατά συνέπεια, και η παρέμβαση για την καταστολή του γιγαντιαίου δημόσιου χρέους δε συνάδει βεβαίως με την (αντίθετη) παρέμβαση για την ανάκαμψη και την ύφεση της ανεργίας και της κρίσης γενικότερα. Η λύση λοιπόν είναι αναγκαστικά η διαχρονική και αστείρευτη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας από τους ευρωπαίους εταίρους;… (Εξάλλου, το ίδιο το εθνικό ελληνικό κράτος οφείλει τόσο την ύπαρξή του όσο και τη διαιώνισή του στην ιδεολογία του «φιλελληνισμού», ιστορικά τεκμηριωμένο.)
Πράγματι, τουλάχιστον προς το παρόν, μόνο κάτι τέτοιο φαίνεται στον ορίζοντα. Άλλωστε, υπ’ αυτήν την έννοια λέμε πως η ελληνική οικονομία αποτελεί μια τελείως ιδιάζουσα περίπτωση στην Ευρωζώνη και έχει τυπική μόνο σχέση με τις υπόλοιπες οικονομίες της Μεσογείου.

ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΜΑΗ 2014