Category Archives: ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ (ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΗ) ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Η «λαϊκή εντολή»: το ιδεολόγημα-φάρμακο προς πάσα νόσο

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Η φράση «λαϊκή εντολή» είναι η αγαπημένη επωδός στα περισσότερα αριστερά κείμενα, καταγγελίες, ανακοινώσεις-δηλώσεις κλπ., γραπτά ή προφορικά. Από την άλλη, είναι εξίσου προσφιλής στους λόγους τόσο των δεξιών όσο και των κεντρόων-σοσιαλδημοκρατών, κάθε είδους πολιτικάντηδων και αστικών κομμάτων. Το ερώτημα που τίθεται είναι: έχει κάποιο πραγματικό νόημα και περιεχόμενο αυτή η έννοια ή είναι κενή; Είναι δηλαδή ένα ιδεολόγημα κατάλληλο για την διαχείριση του πλήθους και τις πολιτικάντικες τακτικές και χειρισμούς ή προσθέτει κάτι ουσιαστικό στην υπόθεση της κοινωνικής-ταξικής συνείδησης και της χειραφέτησης του κόσμου;

Ιδιαίτερα όσον αφορά το πρόσφατο δημοψήφισμα στη Βρετανία, αλλά και στον ελλαδικό χώρο τον προηγούμενο χρόνο, η «λαϊκή εντολή» χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για να στηρίξει μια «αριστερή» ή «ριζοσπαστική» κριτική στην κυβέρνηση η οποία επικεντρώνεται στο πώς η εξουσία χρησιμοποιεί κάθε είδους τερτίπια για να παραβιάζει και να ακυρώνει τη «λαϊκή βούληση» – άλλη μια διφορούμενη και αόριστη έννοια. Εδώ όμως προκύπτει μια αντίφαση: δηλαδή το 60 ή 80 % είναι λαϊκή βούληση και το υπόλοιπο 40 ή 20 δεν είναι; Επομένως πρόκειται για μια έννοια με καθαρά ιδεολογικό περιεχόμενο, χωρίς πραγματική βάση και χωρίς επαναστατική «υπεραξία». Έτσι προκύπτει ότι διάφοροι «αριστεροί» και «επαναστάτες» κάνουν πολιτική και κοινωνικές παρεμβάσεις με όρους αστικής δημοκρατίας, δηλαδή αναπαράγοντας την κυρίαρχη ιδεολογία. Ή, για να δούμε την κατά κανόνα πολύπλοκη και σύνθετη πραγματικότητα, το 51% είναι λαϊκή εντολή και το 49% όχι; Και αν η αποχή είναι 20, 30 ή και 40%, αυτό το ποσοστό δεν αποτελεί έκφραση της «λαϊκής βούλησης»;

Το να επικεντρώνεις τον λόγο σου σε τέτοιες αφηρημένες και παραπλανητικές έννοιες σημαίνει ότι βάζεις σε δεύτερη μοίρα ή αποσιωπάς τα πραγματικά και σημαντικά ζητήματα, όπως το τι εκφράζει ιδεολογικά ένα εκλογικό αποτέλεσμα, ποιες πολιτικές και πρακτικές εξυπηρετεί, με γνώμονα πάντα τα ζητήματα που αφορούν στην όξυνση και καλλιέργεια της ταξικής και επαναστατικής συνείδησης. Έτσι, όταν συμφέρει την πολιτικάντικη πρακτική μας ένα εκλογικό αποτέλεσμα, τότε το βάζουμε ως προμετωπίδα στην προπαγάνδα μας, ενώ όταν δε μας συμφέρει, το αγνοούμε ή το υποβαθμίζουμε ή ακόμη το λοιδορούμε. Συνεπώς δεν εστιάζεται η σκέψη, η κριτική και η δράση στο τι συνέπειες έχουν οι διάφορες τάσεις του «λαού», της κοινωνίας, είτε πλειοψηφικές είτε μειοψηφικές. Αν δηλαδή η πλειοψηφία του κόσμου θέλει ένα φασιστικό ή δικτατορικό καθεστώς αυτό πρέπει να γίνει σεβαστό; Εξάλλου στο όνομα αυτών των δύο ιδεολογημάτων («λαϊκή βούληση-εντολή») ανδρώνεται το καθεστώς Ερντογάν και πάνω εκεί στηρίζει το επιχείρημά του υπέρ της θανατικής ποινής. Οπότε κριτήριο του λόγου και της δράσης δεν μπορεί να είναι το «τι θέλει η πλειοψηφία» αλλά το τι είναι σωστό και εποικοδομητικό για τη χειραφέτηση των ανθρώπων και της κοινωνίας.

Ένα από τα αδύνατα στοιχεία της δημοκρατίας, τα οποία την καθιστούν τρωτή στους εχθρούς της και ευθύνονται για την κρίση της, είναι ακριβώς ότι εκθειάζει και εξιδανικεύει την πλειοψηφία και την εκλογική διαδικασία. Αυτό όμως δεν ταυτίζεται ούτε με την ωρίμαση της κοινωνικής συνείδησης ούτε και με την ελευθερία, την ισότητα ή τη δικαιοσύνη, παρά μόνο με μια τυπική, κοινότοπη, συμβατική και επιφανειακή τελικά εκδοχή τους. Είναι γνωστό ότι οι εκλογές συχνά γίνονται σε κλίμα φανατισμού, πλύσης εγκεφάλου και χειραγώγησης-ελέγχου της κοινής γνώμης, μέσα από εκβιαστικά διλήμματα και ψεύτικες υποσχέσεις προς τους «ψηφοφόρους». Δεν αφορούν σε μια εμβάθυνση του διαλόγου, της αντιπαράθεσης, της κριτικής σκέψης και προσέγγισης των ζητημάτων που αφορούν την κοινωνία. Και δεν λύνουν ουσιαστικά κανένα πρόβλημα. Έτσι ο λαϊκισμός, που συνδέεται στενά με τις εκλογές και τη μαζική-τυπική και παρηκμασμένη δημοκρατία, κυριαρχεί δεξιά και αριστερά.

Αυτό που χρειάζεται πραγματικά είναι η ουσιαστική εμβάθυνση της δημοκρατίας και η εδραίωση της συλλογικής συνείδησης και ελευθερίας, με στόχο την υπέρβαση της ίδιας της δημοκρατίας προς την αταξική κοινωνία της απόλυτης ελευθερίας, δικαιοσύνης, ισότητας και αδελφότητας-οικουμενικότητας. Οι εκλογές (όπως εξάλλου τα δημοψηφίσματα) και η «λαϊκή βούληση-εντολή», από μόνες τους, είναι έννοιες κενές περιεχομένου, όπου συνιστούν στην πράξη μεθόδους καταπίεσης και χειραγώγησης της κοινωνίας και των ατόμων. Η πραγματική ελευθερία αγκαλιάζει όλη την κοινωνία και κάθε άτομο χωριστά (σε μια διαλεκτική σχέση σύνθεσης), είναι μια ανώτερη κατάσταση της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης.Συνεπώς οι γραφειοκρατικές διαδικασίες, οι ιεραρχικοί θεσμοί, και οι εξουσιαστικές λειτουργίες ακυρώνουν αυτές τις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου. Η πραγματική ελευθερία εκδηλώνεται άναρχα, χωρίς διαμεσολαβήσεις, κατακερματισμούς, διαχωρισμούς, δυϊσμούς και διαμεσολαβήσεις. Είναι άμεση, αυθόρμητη και διαπνέει-διαπερνά κάθε ανθρώπινη και κοινωνική εκδήλωση, δράση, σχέση και δημιουργία-επίτευγμα της ανθρώπινης διάνοιας.

Στο βαθμό που η δημοκρατία στηρίζεται στις εκλογές και σε μια επίφαση ελευθερίας (της έκφρασης, βασικά, που σημαίνει ότι εγώ καταναλώνω ή φοράω ό,τι θέλω, διασκεδάζω όπως μου αρέσει, με μόνο κριτήριο την αυτοπροβολή μου και την ανάδειξη ενός κοινωνικού στάτους – πραγματικού ή όχι), τότε έχει κοντά ποδάρια απέναντι στους εχθρούς της: ακροδεξιούς, χουντικούς ή φονταμενταλιστές. Γιατί η επίφαση ελευθερίας έγκειται στον κατακερματισμό της κοινωνίας (του όλου), στον ατομισμό και τον εγωισμό, στοιχείο που αποδυναμώνει το συλλογικό στοιχείο, την ενότητα των ανθρώπων, και τη δύναμη που πηγάζει από αυτήν την ενότητα και το συλλογικό πνεύμα του εκάστοτε πολιτισμού. Ζούμε λοιπόν σε μια ψευδαίσθηση ελευθερίας και δημοκρατίας, με ταυτόχρονη ουσιαστική καταπίεση της ανθρώπινης ύπαρξης και ψυχής, βιώνουμε την αλλοτρίωση από τον εαυτό, την ετερονομία αντί την αυτονομία, την εξουσία αντί την πραγματική ελευθερία, την καταπίεση και την ιεραρχία, τον υλισμό, τον ανταγωνισμό που συνθλίβει το άτομο, την αποξένωση και την παρακμή.

Γι’ αυτό και οι διάφορες ιδεολογίες-κοσμοθεωρίες (κοσμικές ή μεταφυσικές- θρησκευτικές) που στηρίζονται αξιακά στην ενότητα-κοινότητα των ανθρώπων, σε πνευματικές και όχι υλικές αξίες, έχουν αυξανόμενη αίγλη, ειδικά στους νέους που έχουν μπουχτίσει από την υποκρισία του καπιταλιστικού «παραδείσου», που ουσιαστικά είναι μια χρυσωμένη υπαρξιακή κόλαση. Κοσμοθεωρίες που προωθούν την ελπίδα-υπόσχεση για μια υπαρξιακή ανάταση και ψυχοπνευματική γαλήνη, σε μια ανώτερη κατάσταση στη γη ή/και στον ουρανό, την πίστη σε μια ανώτερη αρχή ή θεό ως τη μόνη και πραγματική δύναμη που μπορεί να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από τα τεράστια δεινά του, τον πόνο, την πείνα, την εξαθλίωση, τους φόβους του, τις αγωνίες του, την κατάθλιψή του. Κι έτσι βλέπουμε όλο και περισσότερους νέους ανθρώπους που έχουν μεγαλώσει στα «καλά» και στις «ανέσεις» της αστικής ζωής-κοινωνίας να τα φτύνουν και να αφιερώνονται σε μια κατάσταση έπαρσης και ανάτασης, όπως αυτοί τη βιώνουν. Μια μεταφυσική έξαρση που οδηγεί στον πόλεμο ενάντια στη δυτική κουλτούρα, δημοκρατία και τρόπο ζωής. Έτσι εξηγείται επαρκώς, νομίζω, η άνοδος και η αίγλη τόσο της ακροδεξιάς (φασισμός-ναζισμός, εθνικισμός, ρατσισμός, ξενοφοβία) όσο και του φονταμενταλισμού.

Συμπέρασμα; Χρειάζονται νέες έννοιες, νέες ιδέες και αντιλήψεις, νέα ψυχολογία, τρόπος σκέψης και δράσης, με γνήσιο επαναστατικό περιεχόμενο, κι όχι λόγοι-ταμπέλες από μια παλιά εποχή.

Μια παρέμβαση

Από τον Θανάση Χαλκιά

Εύστοχη κριτική σχετικά με τις ψευδοέννοιες που χρησιμοποιεί η εξουσία προκειμένου να χειραγωγήσει τους υπηκόους της. Διαβάζοντας το κείμενο, μου ήρθε στο νου συνειρμικά ένα παλιό κείμενο του Νώντα Κούκα, περί δημοκρατίας και ψηφοφορίας. Αν θυμάμαι καλά, σε αυτό αναφερόταν ότι η ουσία της δημοκρατίας δεν είναι η ψηφοφορία αλλά το αντίστροφο: η ουσία μια διαδικασίας ψήφου οφείλει να είναι η δημοκρατία. Αυτό με τη σειρά του, οδηγεί στο συμπέρασμα πως, όπως ακριβώς μόνο ήδη ελεύθερα άτομα μπορούν να ζήσουν σε κατάσταση ελευθερίας, έτσι και η πραγματική δημοκρατία προκειμένου να υφίσταται γνήσια, χρειάζεται άτομα με ήδη κατακτημένη δημοκρατική συνείδηση. Άραγε οι πολίτες της «δημοκρατικής»  Δυσης – Ευρώπης και Αμερικής – είναι τέτοια άτομα; Σαφώς και όχι. Παρόλα αυτά έχουν το δικαίωμα της ψήφου και γι’ αυτό τον λόγο οι εκλογές έχουν μετατραπεί σε μια ρουτίνα όπως η επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ που εξυπηρετεί μόνο τα παιχνίδια των κάθε λογής εξουσιαστικών κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Οι ψηφοφορίες λοιπόν, είτε πρόκειται για δημοψηφίσματα είτε για εκλογές κατάντησαν ένα ξερό κέλυφος χωρίς ίχνος δημοκρατίας μέσα τους. Ακόμα χειρότερα, βλέπουμε μπροστά μας φασίστες, εθνικιστές και ακροδεξιούς (Ερντογάν, Τραμπ, Πούτιν, Λεπέν και λοιποί παρόμοιοι) να επικαλούνται τη λαϊκή νομιμοποίηση – που συχνά αποτυπώνεται σε μεγάλα ποσοστά ψήφων – προκειμένου να δικαιολογήσουν τον αυταρχισμό τους.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι στην περίπτωση του Brexit, ο λαός με την ψήφο του νίκησε το κατεστημένο, τις τράπεζες, το Σίτι, τα μήντια κλπ. που ήταν όλοι εναντίον. Δεν έχουν όμως καταλάβει ότι οι καιροί άλλαξαν (ή μήπως πάντα ήταν έτσι τα πράγματα;) και το κεφάλαιο όταν τα πράγματα ζορίζουν είναι ικανό να κάνει «επαναστάσεις». Χθες παγκοσμιοποίηση, αύριο εθνική περιχαράκωση κοκ., αφού για τον καπιταλισμό δεν υπάρχουν ταμπού ούτε ιερές αγελάδες. Ναι, το Brexit μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες για πολλές επιμέρους καπιταλιστικές συνιστώσες, όμως σε τελική ανάλυση μπορεί να σηματοδοτήσει την αρχή μιας καπιταλιστικής αναδιοργάνωσης. Άλλωστε μιλάμε για την Αγγλία: οι πατέρες του καπιταλισμού έχουν την ευθύνη και την πρωτοβουλία. Άλλωστε μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι είναι δυνατόν μια καπιταλιστική εξουσία, όσο δημοκρατικό προσωπείο κι αν διαθέτει, να θέτει σε δημοψηφίσματα θεμελιακά για την ύπαρξή της ζητήματα.

Αυτά περί δημοκρατίας, λαϊκής βούλησης και εξουσίας.

26/7/2016

Οι συνειδητές διαδικασίες και δυνάμεις της ιστορίας

(Συνέχεια του κειμένου «Η διάλυση να είναι δημιουργική»)

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Οι κοινωνικές διεργασίες ως συνειδητή συλλογική δράση

Ας έρθουμε τέλος και στο συνειδητό κομμάτι της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ολοκλήρωσης και μετεξέλιξης. Εδώ σίγουρα κομβικό ρόλο παίζει η γερμανική κοινωνία, λόγω συγκεκριμένων ιστορικών γεγονότων και παραγόντων. Οι δυνάμεις και οι παράγοντες αυτοί έχουν να κάνουν με το ναζιστικό παρελθόν της χώρας και το πώς αυτή προχώρησε ως κοινωνία συλλογικά και με πρωτοποριακές μεθόδους και διαδικασίες στην αποναζιστικοποίησή της.

Η εν λόγω ιστορική διαδικασία αποναζιστικοποίησης έγινε με τον πιο ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό τρόπο στη Γερμανία, τόσο σε βάθος όσο και σε πλάτος, συγκριτικά με άλλες χώρες και κοινωνίες. Η γερμανική κοινωνία εξελίχτηκε έτσι σε μια σύγχρονη και πρωτοποριακή κοινωνία, για τα δεδομένα της Ευρώπης και όχι μόνο, μια ανοικτή κοινωνία με διευρυμένες ελευθερίες και δικαιώματα. Ακόμη και οι κρατικές λειτουργίες συμβαδίζουν ή/και βοηθούν στην εξέλιξη της κοινωνίας: συμβάλλουν  στη συλλογική υπευθυνότητα, ενώ πάνε κόντρα στον παρασιτισμό του δημοσίου ή την ιδιωτική αυθαιρεσία. Πρόκειται δηλαδή για μια πολυπολιτισμική, ανεκτική και αντιρατσιστική-αντιφασιστική κοινωνία, με εξελιγμένη συλλογική συνείδηση. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η γερμανική κοινωνία τείνει προς μια μετα-καπιταλιστική μετεξέλιξη-ματασχηματισμό, προς μια νέα μορφή και δομή (κοινωνικές σχέσεις, διεργασίες και συλλογικές νοοτροπίες) που την καθιστά όχι κλασική καπιταλιστική κοινωνία. Ένα μετα-καπιταλιστικό (και μετα-κρατικό) κοινωνικό-πολιτισμικό μόρφωμα αναδύεται, αν δεν είναι ήδη μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική εξέλιξη και αναβάθμιση της κοινωνικής συνείδησης.

Αυτός ο συνειδητός εν πολλοίς μετασχηματισμός γίνεται τόσο από τα «κάτω» όσο και από τα «πάνω», και αυτό είναι κάτι πολύ κρίσιμης σημασίας. Η ιθύνουσα τάξη, οικονομική και πολιτική, στο μεγαλύτερο μέρος της έχει επιδιώξει και υποστηρίξει συνειδητά αυτόν τον κοινωνικό και πολιτισμικό-πνευματικό μετασχηματισμό. Το ίδιο και η μεσαία τάξη, οι διανοούμενοι και τα κόμματα. Η διαδικασία αποναζιστικοποίησης έγινε και γίνεται μέχρι σήμερα με αδιαπραγμάτευτο τρόπο, ακόμη και απόλυτο και σκληρό ορισμένες φορές: γόνοι ναζιστών αποκηρύσσουν το σόι τους και το παρελθόν τους, αποχωρίζονται από τις οικογένειές τους και αλλάζουν όνομα, προπαγανδίζοντας δημόσια την αντιναζιστική κάθαρση και θωράκιση, και την ανοικτότητα της κοινωνίας. Και ακόμη πιο ενδιαφέρον: η ενοποίηση της Γερμανίας συνέδεσε την παραπάνω διαδικασία αποναζιστικοποίησης με αυτήν της αποσταλινοποίησης από την άλλη πλευρά, την ανατολική. Η όσμωση των κοινωνιών, των πολιτικών και πνευματικών δυνάμεων των άλλοτε αντίπαλων μπλοκ ενδυνάμωσε την ιστορική εξέλιξη και διαδικασία μετάλλαξης και ανανέωσης της κοινωνίας. Αυτές οι πολύ θετικές και σημαντικές εξελίξεις, στους κόλπους της καπιταλιστικής κοινωνίας-συστήματος  δεν μπορεί να μην ενδιαφέρουν τους επαναστάτες και να μην τις βλέπουν, γιατί τότε δεν βλέπουν μπροστά από τη μύτη τους. Συνιστούν επαναστατικές διαδικασίες στο επίπεδο του πολιτισμού και της κοινωνικής συνείδησης, με την έννοια ότι δημιουργούν ένα υπόβαθρό που δυνητικά λειτουργεί ως καταλύτης για μια επαναστατική κοινωνική αλλαγή, όταν βέβαια συνυπάρξουν με  άλλες εξίσου σημαντικές προϋποθέσεις και ιστορικές διαδικασίες: όξυνση της ταξικής συνείδησης, αποδόμηση του καπιταλισμού, επαναστατικές δράσεις-κινήματα. (Ο Μπακούνιν έπεσε μέσα όταν πρόβλεψε ότι η επανάσταση θα γίνει στη Ρωσία. Μήπως όμως ο Μαρξ, βλέποντάς το μακροσκοπικά-ιστορικά, θα αποδειχτεί τελικά προφήτης;)

Η σύνθεση των δύο αυτών ιστορικών κινήσεων ανοίγει νέες προοπτικές για την ταξική συνείδηση και πάλη

Έχουμε τον κομβικό ιστορικό συνδυασμό δύο σημαντικών ιστορικών εξελίξεων. Από τη μια  την αυθόρμητη και ασυνείδητη ολοκλήρωση, τη σπειροειδή ανέλιξη του καπιταλισμού, την παγκοσμιοποίηση και ολοκλήρωσή του με ατμομηχανή τη γερμανική οικονομία (και όχι την υπεροχή της ως κρατική-πολιτική δύναμη). Και, από την άλλη, τη συνειδητή αποναζιστικοποίηση και ανανέωση-ανασυγκρότηση της γερμανικής κοινωνίας. Αυτή η ιστορική σύνθεση-ανέλιξη δυνητικά δημιουργεί προοπτικές προς ανατρεπτικές κατευθύνσεις. Έτσι λοιπόν, αν διαχυθούν και εξαπλωθούν στην Ευρώπη και στον κόσμο οι αντιναζιστικές-αντιρατιστικές, πολυπολιτισμικές και εν γένει προοδευτικές τάσεις και νοοτροπίες (που εδραιώνονται αλλά συνεχώς εμβαθύνονται και αναζωογονούνται) μέσα στην ίδια την γερμανική κοινωνία (μέσα από την ίδια την εξέλιξη του καπιταλισμού σε ανώτερες σφαίρες-διαστάσεις), αυτό θα οδηγήσει σε νέες εξελίξεις και αναβάθμιση της κοινωνικής συνείδησης. Θα εξαρτηθεί βέβαια από τις δυνατότητες αυτών που αντιπαλεύουν αυτήν την εξέλιξη, αλλά οπωσδήποτε καταλυτικό ρόλο θα έχει και η θέση που θα πάρουν οι επαναστατικές δυνάμεις.

Για τους αριστερούς στρουθοκαμήλους που ονειρεύονται ότι η διάλυση της ΕΕ είναι μια ήττα της αστικής τάξης και του κεφαλαίου, αρκεί να πούμε ότι το ίδιο ονειρεύονται και άλλες εθνικές αστικές τάξεις και χώρες, γιατί τους βολεύει – η εξουσία θα ανασυνταχθεί, έχει σχέδιο και εναλλακτική για το ενδεχόμενο διάλυσης της ΕΕ και αυτό επιθυμούν οι περισσότερες αστικές τάξεις – την αναδίπλωση σε εθνικό επίπεδο. Είναι αφέλεια να πιστεύεις ότι η κρίση και η αποτυχία ενός «σχεδίου» του κεφαλαίου οδηγεί στην αποδυνάμωση της εξουσίας της αστικής τάξης, ιδιαίτερα όταν η αστική τάξη έχει συσσωρεύσει τεράστια ιστορική πείρα και επιστημονική γνώση. Οι κρίσεις αναζωογονούν και ενδυναμώνουν το σύστημα. Μόνο όταν η ταξική-κοινωνική συνείδηση αναβαθμιστεί μπορεί η κρίση να είναι μοιραία για τον καπιταλισμό.  Η αστική τάξη της Βρετανίας έκανε την κίνησή της. Λογικά θα ακολουθήσουν κι άλλες. Οι δυνάμεις της αντίστασης και του ανταγωνισμού τι θέση θα πάρουν; Τι θα πράξουν;

10/7/2016

Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Τι θα φέρει η πιθανή διάλυση της ΕΕ; Θα λειτουργήσει καταλυτικά προς την απελευθέρωση της ανθρωπότητας μέσα από μια επαναστατική ενότητα, μια νέα παγκοσμιότητα-οικουμενικότητα-καθολικότητα; Ή θα ενισχύσει τον τοπικισμό-εθνικισμό-ρατσισμό-φασισμό; Η παρούσα κατάσταση των κοινωνιών δείχνει μάλλον ότι κυριαρχεί η δεύτερη προοπτική. Ότι το σύνθημα «έξω από την ΕΕ» και «να διαλυθεί τώρα η λυκοφιλία των αφεντικών – η ΕΕ», ενδυναμώνουν το στρατόπεδο του συντηρητισμού και της αντιδραστικής αναδίπλωσης και ανασυγκρότησης του καπιταλισμού. Σε εθνικό και τοπικό πια επίπεδο. Διότι οι κοινωνικές, ιδεολογικές και πολιτικές δυνάμεις που συμβάλλουν στην αποδόμηση της ΕΕ είναι κατεξοχήν αντιδραστικές και αντεπαναστατικές δυνάμεις.

«Η νέα, επαναστατική κοινωνία γεννιέται μέσα στα σπλάχνα της παλιάς κοινωνίας»

Ας μην ξεχνάμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι μόνο ένας οικονομικός-τεχνοκρατικός θεσμός που εκφράζει τα συμφέροντα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Είναι επίσης – και πολύ περισσότερο – μια ιδέα πανανθρώπινη, οικουμενική και γι’ αυτό επαναστατική. Την εμπνεύστηκαν αξιόλογοι φιλόσοφοι, πολιτικοί φιλόσοφοι, σοφοί επιστήμονες και επαναστάτες. Οι άνθρωποι βαθιά μέσα τους ξέρουν ότι είναι καλύτερα να βρίσκονται ενωμένοι και να συνεννοούνται για τα μεγάλα ζητήματα της ανθρωπότητας, τα οποία έτσι κι αλλιώς είναι παγκόσμια, όπως επίσης για να πορεύονται με ειρήνη αλλά και να είναι πιο δυνατοί στις προκλήσεις του μέλλοντος. Γι’ αυτό η ιδέα της ΕΕ πάντα δελέαζε και ασκούσε αίγλη στον κόσμο. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος για τον οποίο την ιδέα αυτή εκμεταλλεύτηκαν όχι μόνο προοδευτικοί αλλά κάθε είδους εξουσιαστές, ακόμη και αυτός ο Χίτλερ. Οι ιδέες πάντως δεν πεθαίνουν εύκολα, αντιθέτως συχνά αποδεικνύονται πιο ισχυρές από τις ανθρώπινες προθέσεις ή επιδιώξεις των εξουσιών και είναι αυτές που σπρώχνουν την ιστορία μπροστά, ξετυλίγοντας νέες ιστορικές διαδικασίες, δυνατότητες και προοπτικές. Γι’ αυτό και μια αναρχική επαναστατική φιλοσοφία δεν μπορεί παρά να οραματίζεται και να παλεύει για τον διεθνισμό και φυσικά για την Ελεύθερη Ενωμένη Ευρώπη, η οποία θα γεννηθεί μέσα από τα σπλάχνα (τη δημιουργική αποδόμηση και ανασυγκρότηση) της υπάρχουσας ΕΕ.

Ναι, λοιπόν, η ΕΕ και κάθε άλλη διακρατική (κυρίως οικονομική και λιγότερο πολιτική) ένωση είναι οπωσδήποτε ενώσεις των αφεντικών-καπιταλιστών. Άλλο όμως είναι να εξελίσσεται ο καπιταλισμός προς νέες μορφές και δομές που ανοίγουν ιστορικές προοπτικές μετάβασης ή/και υπέρβασης των παλιών ιδεών-νοοτροπιών (αυτό εξάλλου έκανε σε ιστορικές περιόδους το αστικό σύστημα). Πρόκειται για μια εξέλιξη θετική και εν δυνάμει επαναστατική-υπερβασιακή-απελευθερωτική. Και άλλο είναι το πισωγύρισμα σε παλιές προκαταλήψεις και –ισμούς. Το κλείσιμο της σκέψης σε στενά όρια, εθνικά σύνορα, σε κάθε είδους σκουριασμένες και αραχνιασμένες παρωπίδες είναι μια αρνητική-αντιδραστική εξέλιξη – και άρα αντεπαναστατική. Βέβαια το προς τα πού θα πάει η κρίση και η διαδικασία αποδόμησης της καπιταλιστικής ΕΕ, θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες, από την εξέλιξη κυρίως της ιδεολογίας και της συλλογικής συνείδησης, από τα «κάτω».

Όταν λέω για άνοιγμα προοπτικών, εννοώ ότι η διαδικασία «εκδίπλωσης» και ανάπτυξης-μετασχηματισμού του παγκόσμιου καπιταλισμού, πέρα από τα αρνητικά στοιχεία στο επίπεδο της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, κυοφορεί και θετικές εξελίξεις, όπως και κάθε προοδευτική  ιστορική διαδικασία στον ταξικό πολιτισμό (διότι η ιστορία δεν είναι γραμμική – υπάρχουν και οπισθοδρομήσεις). Αυτό είναι αυτονόητο όχι μόνο για τη μαρξιανή αλλά και για κάθε γνήσια επαναστατική σκέψη. Έτσι όταν καταγγέλλεις για βαρβαρότητα την ΕΕ ή την «παγκοσμιοποίηση», επέκταση και επικράτηση του καπιταλισμού σε πλανητικό επίπεδο, δε λες κάτι το καινούριο και εποικοδομητικό για την κοινωνική ανατροπή-επανάσταση. Είναι σα να λες ότι είτε είσαι μέσα στη φυλακή είτε έξω είναι το ίδιο, αφού η κοινωνία είναι φυλακή. Το να είσαι έξω όμως σου δίνει τη δυνατότητα να κάνεις περισσότερα πράγματα, ανοίγει προοπτικές. Δικό σου θέμα βέβαια είναι το πώς θα εκμεταλλευτείς αυτές τις προοπτικές και τις όποιες ευκαιρίες.

Οι ασυνείδητες ιστορικές δυνάμεις και εξελίξεις της κοινωνικοοικονομικής δομής

Ο καπιταλισμός σύμφωνα με τη μαρξιανή ανάλυση εξελίσσεται σε ανώτερες σφαίρες, σε νέες ποιότητες και σχέσεις, οι οποίες δημιουργούν (εν μέσω βαρβαρότητας, βέβαια, αφού δε μιλάμε ότι γίνεται αγγελική η κοινωνία, έτσι ξαφνικά) νέες δυνατότητες και ρήγματα στην κυρίαρχη ιδεολογία και την εξουσία, ενώ παράλληλα εξελίσσεται και η συλλογική συνείδηση. Έτσι η ιστορική εξέλιξη έχει ένα ασυνείδητο κομμάτι. Δηλαδή ο καπιταλισμός μετασχηματίζεται με ασυνείδητες διαδικασίες, που ξεφεύγουν ακόμη και από τις προθέσεις των εξουσιαστών και της αστικής τάξης. Στη σημερινή φάση παγκοσμιοποίησης, μπορεί η Γερμανία να είναι η ισχυρότερη οικονομία στην Ευρώπη και να επωφελείται από την ΕΕ, όμως αυτό είναι κάτι θεμελιακό για τον καπιταλισμό. Θα μπορούσε να είναι μια άλλη χώρα στη θέση της, ατμομηχανή της καπιταλιστικής οικονομίας. Το να λέμε ωστόσο ότι ζούμε σε μια «γερμανική Ευρώπη» είναι απλοϊκό και αφελές, στο βαθμό που παραγνωρίζει τις σύνθετες δομές και σχέσεις που συνθέτουν τον παγκόσμιο καπιταλισμό και συγκεκριμένα τις αλληλεξαρτήσεις στον ευρωπαϊκό χώρο.

Έτσι η τάση της Γερμανίας να μπει μπροστά στην εξέλιξη του ευρωπαϊκού καπιταλισμού οδηγεί ασυνείδητα σε εξελίξεις, με γνώμονα φυσικά το ενστικτώδες κίνητρο του κέρδους και της δομικής ολοκλήρωσής της. Οι εν λόγω εξελίξεις ωστόσο έχουν σίγουρα και ευνοϊκές προοπτικές για την προοδευτική κοινωνική αλλαγή και την αναβάθμιση της κοινωνικής συνείδησης. Οπωσδήποτε, η ενοποίηση αγορών φέρνει και σταδιακή ενοποίηση και επικοινωνία ανθρώπων, λαών και πολιτισμών, το άνοιγμα των συνόρων, έστω σε επίπεδο διαχείρισης, που όμως έχει σημαντική συμβολική σημασία.

Χαρακτηριστική είναι η στάση της Γερμανίας στο μεταναστευτικό ζήτημα: η μόνη πραγματικά φιλελεύθερη (με την πολιτική σημασία) και αντι-ξενοφοβική στάση. Όλες οι άλλες χώρες και εθνικές αστικές τάξεις κλείστηκαν στο καβούκι τους. Αν και για τους στρουθοκαμήλους, αριστερά και δεξιά, αυτή ήταν μια επιλογή προώθησης των καπιταλιστικών συμφερόντων για την εκμετάλλευση εργατικού δυναμικού, φτηνού και εξειδικευμένου. Σωπάστε καλέ! Κι εγώ που νόμιζα ότι το έκανε η Μέρκελ για την ψυχή της μαμάς της! Κι όμως, αυτή η κίνηση είναι ακριβώς στην κατεύθυνση που περιέγραψα παραπάνω: οπωσδήποτε θετική σε σύγκριση με το κλείσιμο των συνόρων, την ξενοφοβική και ρατσιστική αντίδραση κυβερνήσεων και κοινωνιών-λαών. Και πάλι οι αφελείς ή κακοπροαίρετοι βγήκαν και είπαν: «είδατε, το έπαιξε καλή η Γερμανία, αλλά αμέσως μετά το όχι των άλλων κρατών έκανε την πάπια, οποία υποκρισία!»… ή κάπως έτσι τέλος πάντων. Είναι η γνωστή τακτική του να προσαρμόζω την πραγματικότητα στο εγκεφαλικό μου σχήμα. Η απάντηση: εδώ ακριβώς φαίνεται ότι η Γερμανία δεν κάνει ό,τι θέλει, άρα πού είναι η γερμανική Ευρώπη;

Κατά συνέπεια ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι η ενοποίηση και η διασύνδεση που φέρνει ο σύγχρονος παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός δεν είναι προτιμότερη από τον κατακερματισμό, τον τοπικισμό, τον εθνικισμό και την επιστροφή στο παλιό κράτος έθνος με τα κλειστά σύνορα, την ξενοφοβία και τον ρατσισμό; Διότι μπορεί παράλληλα με την παγκοσμιοποίηση-διεθνοποίηση του εξουσιαστικού συστήματος να συνυπάρχουν και ο τοπικισμός, ο έλεγχος του πληθυσμού και η εξουσία σε μικροεπίπεδο (τοπικό-αυτοδιοικητικό, εθνικό), όμως και πάλι αυτό δεν είναι κάτι το καινούριο. Οι αντινομίες ανέκαθεν υπήρχαν σε κάθε κοινωνική δομή και ιστορική διαδικασία, πόσο μάλλον στον καπιταλισμό που είναι φύσει και θέσει αντινομικός, στηρίζεται στις αντιφάσεις του και εξελίσσεται μέσω αυτών. Σημασία έχει το ποιες τάσεις θα κυριαρχήσουν τελικά, ποιες δυνάμεις θα αναδειχτούν και αν θα αναπτυχθούν προς θετική κατεύθυνση οι περιβόητες παραγωγικές δυνάμεις, ώστε συγκρουόμενες με τις παραγωγικές σχέσεις να οδηγήσουν στον κοινωνικοοικονομικό μετασχηματισμό και τελικά στην ανατροπή του καπιταλισμού. Εξάλλου η νέα επαναστατική συνθήκη δεν θα προκύψει εκ του μηδενός, αλλά μέσα στα σπλάχνα της καπιταλιστικής κοινωνίας: όχι ως δια μαγείας, αλλά λόγω ιστορικών πιέσεων, αντιφάσεων και αναγκαιοτήτων.

Συνεπώς, το να υποστηρίζουν οι αριστεροί και δεξιοί στρουθοκάμηλοι το πισωγύρισμα και το κλείσιμο σε εθνικές οικονομίες, ως λύση στην εκμετάλλευση και την παγκοσμιοποίηση – και πολύ περισσότερο ως επαναστατική προοπτική – είναι τουλάχιστον παράλογο και πολύ επιζήμιο για την υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης. Οι παλιές αστικές δυνάμεις και τάξεις, όπως η αγγλική, επιθυμούν την αναδίπλωση. Το ερώτημα είναι αν θα τα καταφέρουν και αυτό αφορά και τη στάση και θέση των κινημάτων και των επαναστατών.

Συνεχίζεται…

7/7/2016

Η αφή

Από την Ιακωβίνα Ισδραχάι

Ο όρος «κοινωνικοποίηση» περιγράφει τη διαδικασία ομαλής ένταξης, αποδοχής ρόλων και εντέλει ενσωμάτωσης του ατόμου στην κοινωνία. Αφορά σε ένα δικτυωτό πλέγμα σχέσεων που επεκτείνεται ορίζοντας χώρους παραγωγής, διαμόρφωσης και συντήρησης της κανονικότητας, με απώτερο σκοπό  τον εγκλεισμό του σώματος εντός της, προκειμένου την εγγραφή , αναπαραγωγή , και διαρκή διασπορά της, ορίζοντας ταυτόχρονα το μη αποδεκτό, μη κανονικό, μη ηθικό.

Ένα κοινωνικοποιημένο οικόσιτο ζώο, ας πούμε ένας σκύλος, όταν στο χώρο που ζει έρχονται επισκέπτες, εφόσον δεν τους γνωρίζει είναι πιθανό να τους «επεξεργαστεί», αντλώντας πληροφορίες γι’ αυτούς, μυρίζοντάς τους. Στη συνέχεια παραμένει συνήθως ατάραχος στη θέση του, ενώ  εύκολα αφήνεται στα χάδια των επισκεπτών, υποδεικνύοντας μάλιστα και τα μέρη του σώματός του στα οποία τα επιθυμεί : Ανασηκώνει το κεφάλι προσφέροντας το λαιμό του ή ξαπλώνει στο πάτωμα προσφέροντας την κοιλιά του.

Από την άλλη μεριά, ένας κοινωνικοποιημένος άνθρωπος όπως  ο οικοδεσπότης του παραδείγματος, πόσο εύκολα θα αφηνόταν στα χάδια των καλεσμένων του, και αυτοί με τη σειρά τους θα έδειχναν την ίδια επιθυμία/ προθυμία για επαφή με τον άνθρωπο που τους προσκάλεσε στο σπίτι του και με τον οποίο προφανώς συνδέονται με κάποια σχέση (φιλική, συγγενική, επαγγελματική κλπ).

Αν και στους ίδιους ανθρώπους, η επιθυμία του σκύλου για χάδια, όπως και η δική τους πρόθεση προς αυτόν φαίνεται απολύτως «κανονική», δεν ισχύει το ίδιο και για τη μεταξύ τους επαφή, που συνήθως περιορίζεται στις  διηγήσεις της γλώσσας. Τα πράγματα αλλάζουν μόνο στην περίπτωση που ο επισκέπτης έχει το ρόλο του «ερωτικού συντρόφου» οπότε και η σωματική επαφή επιβεβαιώνει την κανονικότητα των ρόλων  και της σχέσης.

Αν υποθέσουμε ότι είναι δυνατή  η αποσύνδεση της αφής από τη μνήμη: Εντός πολιτισμού των κοινωνικοποιημένων ανθρώπων, κάτι τέτοιο  θα «μεταφραζόταν» μάλλον σε αναπηρία, εφόσον δεν θα επέτρεπε την απαραίτητη εκείνη συνείδηση της διάρκειας που επιβεβαιώνει/ αναγνωρίζει την κανονικότητα του υλικού κόσμου. Η αφή ως μοναδική εμπειρία, αποδεσμευμένη από τη φλυαρία των συνδέσεων, θα μπορούσε να παραμείνει μία αίσθηση προκειμένου τον διαχωρισμό/ ορισμό/ μορφών της ύλης, και εγγραφών κοινωνικής  κανονικότητας, εντός τρισδιάστατου πλαισίου,  ή θα μας επέτρεπε το πέρασμα σε μία μετα-εμπειρική πραγματικότητα, ενός ρευστού και ασχημάτιστου κόσμου, απουσία ρόλων και συναισθημάτων ενοχής, φόβου ή ντροπής; Πώς θα λειτουργούσε η συνείδηση προκειμένου την άντληση της απτικής πληροφορίας και πώς θα εννοιολογούσε το περιβάλλον, την κίνηση, την οργάνωση, και βέβαια την ολότητα του ατομικού και κατ’ επέκταση του κοινωνικού σώματος;

6/6/2016

Οι πιστοί του τέρατος

Από τον Θανάση Χαλκιά

Ένα από τα μεγαλύτερα βαρίδια που κουβαλάει πάνω του ο σημερινός άνθρωπος είναι η φανατική του προσκόλληση στη συνήθεια, την παράδοση, στο γνωστό και τετριμμένο, σε ό,τι τέλος πάντων ονομάζουμε κοινά παραδεκτό. Αυτή η διαπίστωση έρχεται σε αντίθεση με την βαθιά ιδεολογικοποιημένη κοινή αντίληψη περί εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού μέσω μιας συνεχούς και μονοσήμαντης κίνησης προς τα μπρος, προς ό,τι ονομάζουμε πρόοδο. Αυτό συμβαίνει γιατί στην πραγματικότητα εκείνο που «προοδεύει» και εξελίσσεται είναι  ο πολιτισμός της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης ο οποίος, όπως η ιστορία έχει δείξει,  μπορεί και χρησιμοποιεί προς όφελός του όλα τα παράγωγα του ανθρώπινου πνεύματος – ιδέες, γνώσεις, τεχνολογία – προκειμένου να αναπαραχθεί. Ο μέσος άνθρωπος, εμφορούμενος από την κοινή λογική, αποτελεί το πιο σίγουρο μέσο για την διαιώνιση αυτή.

Δεν αποτελεί αντίφαση το γεγονός πως όλη η πορεία του πολιτισμού σημαδεύεται από την εμφάνιση κάθε τόσο νέων ιδεών που ωθούν τα πράγματα προς τα εμπρός όταν εμφανίζονται αδιέξοδα σε οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Πάντα κάποια φωτισμένα μυαλά εισάγουν καινά δαιμόνια, αλλά κάθε τι το καινούργιο παραμένει σε αναμονή, αναστέλλεται ή ακόμα  καταστέλλεται και δεν εγγράφεται στο σώμα του πολιτισμού παρά μόνο όταν ο μέσος νους το κάνει αποδεκτό ως  νέο γνωστικό σχήμα για την περιγραφή της πραγματικότητας  αντικαθιστώντας το αντίστοιχο παλιό.

Επειδή ο μέσος άνθρωπος είναι η ψυχή και το αίμα του πολιτισμού είναι λογικό ότι η νόηση και συνακόλουθα η παντός είδους υλική της εκδήλωση μέσω της καθημερινής ζωής, αποικίζεται  από το εκάστοτε πολιτισμικό μοντέλο. Τούτο σημαίνει πως δεν υπάρχει πτυχή της ανθρώπινης ζωής που να μην εκπορεύεται από αυτό: η λεγόμενη «κοινή λογική», οι σκέψεις, τα συναισθήματα, η ηθική μας, οι ψυχολογικές μας ανάγκες, οι γλωσσικές έννοιες, ακόμα και η φαντασία μας.

Υπ’ αυτή την έννοια λοιπόν δεν είμαστε απλώς «υπηρέτες» ή οπαδοί του πολιτισμού στον οποίο ζούμε – και εν προκειμένω του δυτικού πολιτισμού – αλλά είμαστε φανατικοί πιστοί του. Καθημερινά ομνύουμε πίστη στο τέρας αυτό. Ας μην νομίσουμε όμως ότι πρόκειται για κανένα πρωτόγονο και βάρβαρο «θρησκευτικό δόγμα». Ο δυτικός πολιτισμός είναι τόσο «πολιτισμένος» που μας αφήνει να τον αμφισβητήσουμε, να τον καταγγείλουμε ακόμα και να ταχθούμε εναντίον του, στο τέλος όμως μας κρατάει δεμένους, ψυχή τε και σώματι στο άρμα του.  Δεν είναι ότι δεν προκαλεί  δυσαρέσκεια έως και δυστυχία (αν και όχι  σε όλους από μας), – βλέπε το σχετικό φροϋδικό έργο « ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας». Είναι ότι τον αντιμετωπίζουμε ως κάτι το εξωτερικό το οποίο απλώς μας περιβάλλει χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι είμαστε φορείς του.  Αυτό μπορεί να εξηγεί το γεγονός ότι στη διάρκεια της ιστορίας σημειώθηκαν πάμπολλες εξεγέρσεις απέναντι σε επιμέρους εκδηλώσεις της εξουσίας, ο πυρήνας της όμως παρέμενε αλώβητος και επέστρεφε μέσω των ίδιων των εξεγερμένων.

Η κατάσταση φαίνεται ζοφερή. Είμαστε λοιπόν καταδικασμένοι ή μήπως μπορούμε να σπάσουμε αυτά τα δεσμά; Θα μπορούσαμε, αλλά οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος μας: εμείς οι «πολιτισμένοι» δυτικοί, ως γνήσια τέκνα του Διαφωτισμού, απόλυτα διαποτισμένοι από έναν εργαλειακού τύπου ορθολογισμό, είμαστε μαθημένοι να δίνουμε αιωνίως  μάχες απέναντι σε εξωτερικούς εχθρούς. Είμαστε αδιόρθωτα κατακτητικοί απέναντι σε όλα τα άλλα πλάσματα της φύσης και γενικότερα θεωρούμε τον εαυτό μας ως την κορωνίδα στην ιεραρχική – πάντα – κατάταξη όλων των μορφών ζωής. Αυτή η μανία για κυριαρχία άλλωστε χαρακτηρίζει ανέκαθεν όλο το φάσμα της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης των κοινωνιών μας – πως το είπε ο Αριστοτέλης; : «πολίτης είναι αυτός που είναι ικανός να άρχει και να άρχεται»…

Αφού λοιπόν αυτός ο πολιτισμός μας κατέχει με ένα τρόπο τόσο ολοκληρωτικό, μόνο η ολική του άρνηση μπορεί να αποτελέσει λύση. Δεν είναι νοητό όμως αυτή η άρνηση να  παρουσιάζεται ως ένα εξωτερικό πρόταγμα το οποίο πρέπει να ακολουθήσουμε. Δεν μπορεί να τεθεί βολονταριστικά, ούτε να αποτελεί μια ηθική επιταγή, ούτε μια επιλογή με κριτήρια ωφελιμιστικά, ούτε πολύ περισσότερο μια ψυχολογική ανάγκη. Είναι μάλλον μια άρνηση λογικής – άρα και γνήσια συναισθηματικής – τάξης, με πηγή εσωτερική.

Στο σημείο αυτό η κοινή λογική αντιδρά λυσσαλέα και ζητά επίμονα να ορίσουμε τον τρόπο, τη διαδικασία, τα στάδια της μετάβασης από τον «εδώ και τώρα πολιτισμό» στην άρνησή του. Αυτό δεν γίνεται. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να δώσουμε μια αναλογία: άραγε όταν ονειρευόμαστε συνεχίζουμε να είμαστε  ο εαυτός μας όπως στο ξύπνιο μας ή είμαστε κάποιος άλλος; Είμαστε εδώ ή στο «επέκεινα»; Δεν είναι άραγε μια κατάσταση στην οποία ένας άλλος εαυτός μας εμφανίζεται να δρα σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, όπου αίτια και αιτιατά μπερδεύονται, ο χρόνος κυλά ακανόνιστα, η ατομική ταυτότητα αλλοιώνεται και η γλώσσα παίρνει μορφή και ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας;

Βέβαια, απαραίτητη προϋπόθεση για να εμφανιστεί αυτό του «αλλού»  είναι να θέλουμε να ονειρευτούμε.

3/6/2016

Στον πολιτισμό του ροφού ΙΙ

Από την Ιακωβίνα Ισδραχάι

Στον πυρήνα του  προηγούμενου κειμένου υπάρχει η ιδέα ενός πιθανού μετασχηματισμού της ανθρώπινης σωματικότητας/ανατομίας/ (συνεπαγόμενης και της ψυχολογίας/ εγώ), σε μια πιο ρευστή μορφή : την απελευθέρωση από το πρωτόγονο σύνορο του φύλου βάσει επιλογής συμβίωσης, προκειμένου την συντήρηση/ οικονομία. Μέσω αυτής της ιδέας διατυπώνονται ερωτήσεις ως προς τους μετασχηματισμούς/ μορφές, που θα πυροδοτούσε μια τέτοια προοπτική στην ανθρώπινη συνείδηση και κατ’ επέκταση σε κυρίαρχες ανθρώπινες έννοιες/ εκδηλώσεις.
Ο ροφός είναι μόνο η αφορμή και όχι πρόταση ταύτισης. Στο κείμενο δεν υπάρχει πουθενά η ιδέα του ζωοκεντρισμού, καθώς αυτό που πρωτίστως ενδιαφέρει είναι η πηγή της ανθρώπινης ψευδαίσθησης προς άρση του ανθρωποκεντρισμού υπέρ ολιστικής και όχι «μερικής» νέας θεώρησης. Γι αυτό τον λόγο τονίζεται ότι ακόμη και αυτή η δυνατότητα του ροφού για επιλογή φίλου, είναι μια ανθρώπινη ερμηνεία/ οπτική. Ο ίδιος ο ροφός είναι πιθανό να μην έχει καν τη μορφή που εμείς βλέπουμε ως προς το μέγεθος, το χρώμα, τα ανατομικά χαρακτηριστικά, τη σεξουαλικότητα και την πρόθεση. Αντίστοιχα, ό,τι αποκαλούμε πραγματικό,(συμπεριλαμβανομένου και του φύλου) είναι πιθανό, να είναι μια καθαρά ανθρώπινη επινόηση, η οποία απέκτησε σάρκα και οστά λόγω της παρουσίας και πολιτισμικής κυριαρχίας του ανθρώπινου είδους στον πλανήτη.
Βάσει αυτής της οπτικής, το κείμενο υποστηρίζει ότι μία πηγή της ψευδαίσθησης είναι η συστροφή από το άμεσο/ μοναδικό των αισθήσεων στο αναστοχαστικό/ εμπειρικό των συναισθημάτων, το πέρασμα ουσιαστικά από το Είναι στο ιστορείν. Ως προς αυτή τη θέση επαναθέτει τα αρχικά του ερωτήματα ως προς την αξία τους σε έναν πολιτισμό ρευστών συνόρων.
Τέλος, αν και δεν διευκρινίζεται, το κείμενο όταν μιλάει για το ανθρώπινο ον ως μέρος της τροφικής αλυσίδας, υπέρ Κοσμοδικίας,θεωρεί αποδέκτη αυτής τον Δυτικό πολιτισμό/ άνθρωπο, τον καταναλωτή ειδών super market, αυτόν που δεν συμβιώνει αλλά καλλιεργεί/ παράγει τα πλάσματα που τρώει (ζωικά, φυτικά, πλαστικά). Η «τάδε πρωτόλεια» κοινωνία, προς το παρόν εξαιρείται από αυτή την υπόθεση. Ωστόσο, και αυτό το παράδειγμα λειτουργεί ως αφορμή, και όχι ως πρόταση, προκειμένου το πέρασμα σε μια άλλη κυρίαρχη έννοια, αυτήν της Δικαιοσύνης η οποία φαίνεται ότι καλύπτει μία ακόμη πηγή της ψευδαίσθησης : το συναίσθημα του φόβου που νομιμοποιεί στο είδος το «μονοπώλιο της βίας», καθιστώντας την οικονομία του ανοικονόμητη ως προς την οικόσφαιρα. Άλλωστε η ίδια η έννοια «περιβάλλον» αναδεικνύει τον εχθρικό χαρακτήρα που αναγνωρίζει ο άνθρωπος τόσο στο φυσικό όσο και στο κοινωνικό περί αυτού σύστημα, εφόσον «βάλλεται» από αυτό. Η υπόθεση του κειμένου περί της ένταξης του ανθρώπου στην τροφική αλυσίδα επιθυμεί να αναδείξει την πιθανότητα απεγκλωβισμού του από το «περιβάλλον», κατά την εξίσωσή του με άλλα είδη στον βρόχο ζωής/ θανάτου, και την ένταξή του σε έναν συνειδησιακά και ηθικά διευρυμένο, ασχηματοποίητο χώρο, απουσία χρόνου.

Σε κάθε ερμηνευτική προσπάθεια τέλος, καλό είναι φέρνουμε στο μυαλό μας τη ρήση Wittgenstein :«Τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του ανθρώπινου μυαλού. Όσα ξέρω είναι αυτά για τα οποία έχω λέξεις.» και να προσπαθούμε να τα περάσουμε.

27/5/2016

Στον πολιτισμό του ροφού

Από την Ιακωβίνα Ισδραχάι

Ας υποθέσουμε ότι ζούμε στον πολιτισμό του ροφού. Το υπέροχο αυτό πλάσμα, επιλέγει συχνά να ζει μόνο του, και προσεγγίζει ή συγκροτεί κοινότητες κατά την αναπαραγωγική του περίοδο, στη διάρκεια της οποίας ,  ανάλογα την κοινότητα  και τις ελλείψεις της σε φύλα , επιλέγει μεταξύ θηλυκής (που είναι η αρχική μορφή του) και αρσενικής φύσης. Θα ήταν άραγε σε θέση το ανθρώπινο είδος, κατά την εποχή του ροφού, να υιοθετήσει  αυτή του την πρακτική; Τι θα σήμαινε αυτό για την συνείδηση  του ανθρώπου; Πώς θα επιδρούσε/ μετασχημάτιζε  έννοιες όπως οικονομία, κοινωνία/ κοινότητα,  συναισθήματα,  ατομικό εγώ ως ψυχή και σώμα,  σεξουαλικότητα, σύνορο, άμεση εμπειρία,  ηθική (ως αποτίμηση της πράξης),  λόγος/γλώσσα, Ζωή;

Βέβαια η προσέγγιση στις πρακτικές του ροφού είναι ανθρωποκεντρική, καθώς η πραγματικότητα περιορίζεται κατά την «οπτικοποίησή» της από τις αισθήσεις (και τα συναισθήματα). Στον ανθρώπινο πολιτισμό οι εκδηλώσεις των ζώων ερμηνεύονται βάσει ανθρώπινης εμπειρίας /επιστήμης. Όσο κι αν επιθυμούν να αποκαλύψουν την πραγματικότητά τους, φιλτράρονται  εντός του περιοριστικού πλαισίου που αποτελεί το πεδίο παραγωγής γνώσης προκειμένου να ορισθεί και αφομοιωθεί η εικόνα του κόσμου στην ανθρώπινη συνείδηση.

Ωστόσο ίσως να μην είναι  οι αισθήσεις το κυρίαρχο φίλτρο  στον περιορισμό της ελεύθερης θέασης του Όλου, αλλά τα συναισθήματα ως συστροφή της εμπειρίας από άμεση/ μοναδική σε έμμεση/ αναστοχαστική . Κι αν είναι αυτή η πρώτη συστροφή που χρειάζεται να  αποσυστραφεί, πόσο θα συμβάλει σε αυτό ο πολιτισμός του ροφού;

Κι ακόμη, με δεδομένη τη διαδρομή και τις πρακτικές του ανθρώπινου πολιτισμού, θα ήταν συμβατό, ( σύμφωνα και με την ανθρώπινη καθολική Ιδέα της Δικαιοσύνης),  προκειμένου την Κοσμοδικία,  στον πολιτισμό του ροφού ο άνθρωπος να αποτελούσε μέρος της διατροφικής αλυσίδας;  Πόσο ευάλωτο θα ένιωθε το είδος, πώς θα ιεραρχούσε τις ανάγκες του και ποια θα έθετε ως προτεραιότητα;  Θα ήταν άραγε μια τέτοια θέση σύνδεσης της ανθρώπινης υπόστασης με τη  βρώση, εντός τροφικής αλυσίδας, η κορύφωση της Δικαιοσύνης, ή η Κοσμοδικία αφορά στην απεμπλοκή του δυνητικού,  ικανή να οδηγήσει προς μία διευρυμένη αντίληψη, έως τον απεγκλωβισμό από την έννοια περιβάλλον και την αποδοχή μιας οικονομίας της ενσωμάτωσης  συμβίωσης συμπάθειας και ρευστότητας συνόρων.

Κατά πόσο ο πολιτισμός του ροφού θα συνέβαλε στην αποκαθήλωση του «κοινού νου»,  των «υλικών αναγκών», της «επιβίωσης», και στην ανάδειξη της χωρίς σύνορα Ύπαρξης,  ως ασχηματοποίητη  συμβολή Ύλης και Πνεύματος, Ζωής και Θανάτου;

Ποιος  χρειάζεται  τον πολιτισμό του ροφού;

24/5/2016

Σχόλια-κριτική στο κείμενο «Η συστημική κρίση του καπιταλισμού, τα μνημόνια και η ανατροπή τους»

Από την Άννα Γκίκα

Ένα πρώτο σχόλιο για το άρθρο σας αγαπητοί.

Στο πρώτο μέρος του κειμένου, καθίσταται  νομίζω φανερό ότι  λέξεις όπως «καπιταλισμός», «σύστημα», «εξουσία», «πλούτος» «κεφάλαιο» «επαναστατικά κινήματα», «αυτoοργάνωση» ,κλπ, κλπ, χρειάζεται να λείψουν από τα κείμενα   και να αντικατασταθούν με την περιγραφή τους αλλά εκτός κλισέ. Όπως διάβαζα το κείμενο ένιωσα ότι αυτές οι λέξεις είναι πια τόσο οικείες που δεν σημαίνουν τίποτα, τόσο οικείες που δεν τρομάζουν, ή κινούν, αντίθετα παρέχουν την ασφάλεια του «ριζικού». Προσοχή λοιπόν φίλοι, χρειάζεται να επανεμφανιστεί το ανοίκειο προκειμένου την αφύπνιση της έννοιας, διαφορετικά γίνεται μάλλον  μιμιδιακός ο λόγος και ως προς την κριτική του στον καπιταλισμό και  ως προς τις επαναστατικές πρoτάσεις του  Είναι όλα τόσο γνωστά που και χωρίς να δοκιμαστούν πραγματικά δεν λένε πια τίποτα…

Το δεύτερο, αν και πολύ μικρότερο, είναι to the point.

Αυτό δεν είναι οικονομία?

Λίγα σχόλια ακόμη…

 «Μιλάμε για κοινωνικό έλεγχο της οικονομίας, μέσα από παραγωγικούς και καταναλωτικούς συνεταιρισμούς και λαϊκές συνελεύσεις. Αυτό συνιστά μια αποφασιστική φάση για την κατάργηση του καπιταλισμού. Θα πρέπει με πολιτικές αποφάσεις και κοινωνική απαίτηση-πίεση να καταργηθεί μια και καλή το τζογαδόρικο κεφάλαιο {…} Το μαζικό κατέβασμα διαρκείας στους δρόμους είναι ζωτικής-καθοριστικής σημασίας. Μαζί με τις απεργίες διαρκείας, οι οποίες για να επιβιώσουν πρέπει να δημιουργηθεί ένα δίκτυο ανταλλαγών των αγαθών και βασικών υπηρεσιών όπως η υγεία μεταξύ των ανθρώπων που κινητοποιούνται. Ειδικά η απεργία και το μπλοκάρισμα των λειτουργιών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, των χρηματιστηρίων, η εισαγωγή αυτών των χρημάτων στην πραγματική οικονομία. Αν δεν είναι δυνατό σε μια περίοδο να γίνονται απεργίες, οι εργαζόμενοι μπορούν να ζητούν να πληρώνονται σε είδος (π.χ. στα σούπερ μάρκετ με τρόφιμα) ώστε να συντηρούνται και να τα ανταλλάζουν με άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες άλλων εργαζομένων και ανέργων-αέργων. Έτσι το χρήμα καταργείται ή περιορίζεται δραστικά. Απειλή για τον καπιταλισμό και την εξουσία θα ήταν η ανάπτυξη μαζικών επαναστατικών κινημάτων πολιτικής ανυπακοής σε πολλά επίπεδα. Άρνηση πληρωμής φόρων, άρνηση κατανάλωσης-μποϊκοτάζ προϊόντων, αυτοδιαχείριση χώρων και τομέων της παραγωγής, αντιμιλιταριστικά κινήματα, κινήματα ελευθεριακής αγωγής και ανατρεπτικής παιδείας, δράσεις ενάντια στο τζογαδόρικο κεφάλαιο, αποχή από τις εκλογές, δημιουργία κοινωνικών οργάνων αυτοδιεύθυνσης-αυτοδιαχείρισης στην εργασία, στην παραγωγή, στις υπηρεσίες. Αναδιοργάνωση της οικονομίας-παραγωγής με έμφαση στον πρωτογενή-δευτερογενή τομέα, στην πραγματική παραγωγική οικονομία. Κινητοποιήσεις και αγώνες όχι όμως με τα τετριμμένα μερικά και ρεφορμιστικά αιτήματα που δε συγκινούν πλέον καμιά ξύπνια και επαναστατημένη συνείδηση: αλλά με ολιστικά-ανατρεπτικά αιτήματα και στόχο την κοινωνική εκτροπή προς διαδικασίες και εγχειρήματα αυτοοργάνωσης-αυτοδιεύθυνσης-άρνησης του υπάρχοντος.»

Όλα τα παραπάνω, ως πρακτικές αντίστασης, έχουν κατά κάποιον τρόπο «εκδηλωθεί» και συνδεθεί ήδη με τη «Συνέλευση της Πλατείας», τις «Συνελεύσεις Γειτονιάς», το «κίνημα δεν πληρώνω», τα «συλλογικά εγχειρήματα» αγρού, λαϊκής αγοράς όπως η λαϊκή Ζίκος», αυτομόρφωσης,  ιατρείων και φαρμακείων κοινωνικής αλληλεγγύης, κινημάτων σωτηρίας φύσης και ζώων κλπ, κλπ…Από την «εξέγερση του Δεκέμβρη»(2008) και με κορύφωση τα πρώτα «μνημόνια»(2010-2011), όλα αυτά παίζουν ως συζήτηση και βιάζονται να «εδαφοποιηθούν» ως «πρακτική σωτηρίας »    Ωστόσο, αν  θεωρείτε (όπως φαίνεται στο κείμενό σας) ότι η αποτυχημένη υλοποίηση μιας ιδέας δεν αποτελεί λόγο απόρριψής της, θα πρέπει να την ορίσετε εκ νέου προκειμένου την ανάδειξη του πυρήνα της σκέψης που τη διέπει. Χρειάζεται να ξεφύγει από το συμβολισμό της πράξης, από τον τρόπο δηλαδή που εκδηλώθηκαν οι ως άνω πρακτικές μέσω των «κινημάτων» της τελευταίας δεκαετίας και να περάσει στην συνειδητή  πράξη.  Χρειάζεται αποσυστροφή  των νοημάτων πριν την επανακυκλοφορία αυτών των προτάσεων.

Τέλος, νομίζω ότι σιγά, σιγά πρέπει να εντάξουμε στα κείμενα μας και άλλα πλάσματα (έμβια και άβια) προκειμένου το ανοίκειο να εισβάλει  σε κάθε γωνιά του επιστητού.

Κι αν μου έρθουν κι άλλα θα σας ενημερώσω.

Εξαιρετικό το κείμενό σας παιδιά, με έβαλε σε σκέψεις.

23/5/2016

Η συστημική κρίση του καπιταλισμού, τα μνημόνια και η ανατροπή τους

Από τους Δημήτρη Φασόλη και Θανάση Χαλκιά

Ως γνωστόν, η παγκόσμια οικονομική κρίση ξέσπασε λόγω της τεράστιας φούσκας που δημιουργήθηκε από τον χρηματοπιστωτικό τομέα της καπιταλιστικής οικονομίας, με αιχμή την αγορά κατοικίας. Και όπως γινόταν πάντα στον καπιταλισμό, οι ζημιές, οι επισφάλειες και τα χρέη του ιδιωτικού τομέα πέρναγαν στον δημόσιο τομέα. Έτσι το βάρος του χρέους περνά στις πλάτες της κοινωνίας, μέσω της υφαρπαγής  του δημόσιου πλούτου και τη φορολογική αφαίμαξη των λαϊκών στρωμάτων. Η υπερδιόγκωση της τραπεζικής και χρηματιστικής αγοράς σε τίτλους κατοικίας, οφείλεται βασικά στην ίδια την εξέλιξη της αστικής οικονομίας, στην υπερδιόγκωση και αυτονόμηση του τζογαδόρικου κεφαλαίου από  την «πραγματική» οικονομία.

Η μόνη διέξοδος από τον φαύλο κύκλο της καπιταλιστικής κρίσης είναι η αμφισβήτηση και η άρνηση του ίδιου του συστήματος. Η αμφισβήτηση και η απομυθοποίησή του, της ικανότητάς του να λύνει τα προβλήματα επιβίωσης των ανθρώπων και να εξασφαλίζει την πρόοδο και την ευημερία των κοινωνιών. Η συνειδητοποίηση ότι η εξουσία και ο καπιταλισμός μόνο καταστροφή εργασίας, φυσικών πόρων, περιβάλλοντος, των ζωικών ειδών – της ζωής γενικά – φέρνουν. Και πόλεμο, φυσικά. Ή, τουλάχιστον, εκεί καταλήγουν πάντα, λόγω των αντιφάσεων και αντινομιών που διέπουν τη λειτουργία και τη δομή τους.

Κομβικό σημείο είναι να πολεμηθεί και ο σάπιος, αντικοινωνικός, παρασιτικός, αντιπαραγωγικός και αντι-οικονομικός τζογαδόρικος καπιταλισμός: το χρηματιστικό και πιστωτικό κεφάλαιο. Το χρηματιστήριο, οι χρηματοπιστωτικές φούσκες, οι οφσόρ εταιρείες και η σκοτεινή δράση τους. Μόνο ένα παγκόσμιο, επαναστατικό κοινωνικό κίνημα αντίστασης και ανυπακοής θα μπορούσε να απαιτήσει και να πετύχει την κατάργηση του τζογαδόρικου κεφαλαίου. Και παράλληλα, να καταφέρει τη διαγραφή του δημόσιου χρέους των λαών και την κατάργηση των μνημονίων.  Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να καταργηθεί αυτόματα και χωρίς ενδιάμεσες διαδικασίες η καπιταλιστική οικονομία ή οι τράπεζες – τουλάχιστον όχι, όσο η ταξική και εν γένει η κοινωνική συνείδηση παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Οι τράπεζες είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της οικονομίας (αυτό δε σημαίνει ότι χρειάζονται τόσες πολλές και σίγουρα πρέπει να υπόκεινται σε κοινωνικό έλεγχο). Εξάλλου εκεί αποταμιεύονται και οι λαϊκές καταθέσεις.

Επομένως οι λαοί και τα κοινωνικά κινήματα πρέπει να πιέσουν τις κυβερνήσεις για ριζικές-επαναστατικές πολιτικές αποφάσεις. Το δημόσιο χρέος κάθε χώρας θα πρέπει να διαγραφεί αμοιβαία, άμεσα. Ή να αποπληρωθεί, όπως βέβαια και γενικότερα οι κοινωνικές δαπάνες, όχι από τα ίδια και τα επενδυτικά κεφάλαια τραπεζών και επιχειρήσεων αλλά από τα ιδιωτικά κέρδη και πλούτη. Να μη σπαταληθούν δηλαδή δημόσια αγαθά και δημόσιος πλούτος, τα οποία είναι απαραίτητα για τη λειτουργία της οικονομίας, αλλά ιδιωτικά κεφάλαια και πολυτελή αγαθά. Και δε μιλάμε εδώ για το πέρασμα της οικονομίας σε κρατικό και συγκεντρωτικό έλεγχο – δε θέλουμε έναν νέο σταλινισμό-κρατισμό. Μιλάμε για κοινωνικό έλεγχο της οικονομίας, μέσα από παραγωγικούς και καταναλωτικούς συνεταιρισμούς και λαϊκές συνελεύσεις. Αυτό συνιστά μια αποφασιστική φάση για την κατάργηση του καπιταλισμού. Θα πρέπει με πολιτικές αποφάσεις και κοινωνική απαίτηση-πίεση να καταργηθεί μια και καλή το τζογαδόρικο κεφάλαιο. Η κατάργηση του παρασιτικού κεφαλαίου, που δημιουργεί συνεχώς χρηματοπιστωτικές φούσκες και διεθνείς κρίσεις που πλήττουν τα κατώτερα στρώματα, είναι κρίσιμο βήμα περιορισμού του καπιταλισμού, επιβράδυνσής του, μια ριζική δομική αλλαγή που θα αλλάξει τη μορφή της οικονομίας και της ίδιας της κοινωνίας και του πολιτισμού. Η μετατροπή της παραγωγικής οικονομίας σε κοινοτική-αυτοδιευθυνόμενη είναι μια διαδικασία που θα ακολουθήσει.

Αυτήν την ριζική αλλαγή ίσως τη δεχτούν και κάποιοι πιο σοφοί και ανθρωπιστές πλούσιοι, το να πληρώσουν αυτοί δηλαδή από το πλεόνασμα και τη χλιδή τους τα χρέη και τα δημόσια ελλείμματα που τεχνηέντως δημιουργήθηκαν. Υπάρχουν έξυπνοι άνθρωποι της ελίτ που καταλαβαίνουν  τι διακυβεύεται αλλά δεν έχουν το θάρρος να πάνε κόντρα στην ίδια τους την τάξη και στα ιδεολογικά στερεότυπα. Εξάλλου η κυρίαρχη ιδεολογία του καπιταλισμού είναι τόσο ισχυρή που είναι αποδεκτή και από τις μάζες και τους φτωχούς του πλανήτη. Βέβαια το να γίνει κάτι τέτοιο είναι δύσκολο, στο βαθμό που σήμερα το παραγωγικό με το παρασιτικό κεφάλαιο είναι στενά διαπλεκόμενα μεταξύ τους. Όμως γι’ αυτό χρειάζεται κοινωνική εγρήγορση και ανατρεπτικά κινήματα. Οι άνθρωποι πρέπει να ξυπνήσουν και να συνειδητοποιήσουν ότι ο καπιταλισμός είναι ένα απόστημα, ένα καρκίνωμα στον κοινωνικό ιστό και στην πραγματική οικονομία.

Πώς ξηλώνεται όμως το τζογαδόρικο κεφάλαιο και η «οικονομία» του; Το μαζικό κατέβασμα διαρκείας στους δρόμους είναι ζωτικής-καθοριστικής σημασίας. Μαζί με τις απεργίες διαρκείας, οι οποίες για να επιβιώσουν πρέπει να δημιουργηθεί ένα δίκτυο ανταλλαγών των αγαθών και βασικών υπηρεσιών όπως η υγεία μεταξύ των ανθρώπων που κινητοποιούνται. Ειδικά η απεργία και το μπλοκάρισμα των λειτουργιών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, των χρηματιστηρίων, η εισαγωγή αυτών των χρημάτων στην πραγματική οικονομία. Αν δεν είναι δυνατό σε μια περίοδο να γίνονται απεργίες, οι εργαζόμενοι μπορούν να ζητούν να πληρώνονται σε είδος (π.χ. στα σούπερ μάρκετ με τρόφιμα) ώστε να συντηρούνται και να τα ανταλλάζουν με άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες άλλων εργαζομένων και ανέργων-αέργων. Έτσι το χρήμα καταργείται ή περιορίζεται δραστικά.

Απειλή για τον καπιταλισμό και την εξουσία θα ήταν η ανάπτυξη μαζικών επαναστατικών κινημάτων πολιτικής ανυπακοής σε πολλά επίπεδα. Άρνηση πληρωμής φόρων, άρνηση κατανάλωσης-μποϊκοτάζ προϊόντων, αυτοδιαχείριση χώρων και τομέων της παραγωγής, αντιμιλιταριστικά κινήματα, κινήματα ελευθεριακής αγωγής και ανατρεπτικής παιδείας, δράσεις ενάντια στο τζογαδόρικο κεφάλαιο, αποχή από τις εκλογές, δημιουργία κοινωνικών οργάνων αυτοδιεύθυνσης-αυτοδιαχείρισης στην εργασία, στην παραγωγή, στις υπηρεσίες. Αναδιοργάνωση της οικονομίας-παραγωγής με έμφαση στον πρωτογενή-δευτερογενή τομέα, στην πραγματική παραγωγική οικονομία. Κινητοποιήσεις και αγώνες όχι όμως με τα τετριμμένα μερικά και ρεφορμιστικά αιτήματα που δε συγκινούν πλέον καμιά ξύπνια και επαναστατημένη συνείδηση: αλλά με ολιστικά-ανατρεπτικά αιτήματα και στόχο την κοινωνική εκτροπή προς διαδικασίες και εγχειρήματα αυτοοργάνωσης-αυτοδιεύθυνσης-άρνησης του υπάρχοντος.

Γιατί, διαφορετικά, το να κατεβαίνεις στους δρόμους από «επαναστατική» ρουτίνα-συνήθεια ή «υποχρέωση» δεν λέει και δεν επιφέρει τίποτε θετικό για την υπόθεση της απελευθέρωσης και της επανάστασης.

Και με το σχολείο του συστήματος, τι γίνεται;

Όλα αυτά όμως θα αποτύχουν με βεβαιότητα, καθόσον ταυτόχρονα στις σχολικές αίθουσες προετοιμάζονται εντατικά τόσο τα «ανώτερα» όσο και τα «κατώτερα» κοινωνικά στρώματα, για μια  καλή δουλίτσα, πολλά λεφτά και άνετη ζωή. Εδώ λοιπόν, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα:  πώς είναι δυνατόν όταν έχεις  μάθει τόσα χρόνια, ψυχή τε και σώματι, στον ανταγωνισμό, τη βαθμοθηρία, στην αναπαραγωγή των κυρίαρχων ρόλων και ιδεολογίας, μέσα από την υπακοή, να κατέβεις στους δρόμους και να δράσεις γνήσια συλλογικά; Το πολύ που μπορεί να κάνεις είναι να κινητοποιηθείς για «συλλογικές» οικονομίστικες και συντεχνιακές διεκδικήσεις,  του τύπου ο ένας κλάδος εναντίον του άλλου και όλοι μαζί να ζητιανεύουν από το κράτος. Από αυτή την άποψη το δημόσιο-ιδιωτικό σχολείο έχει πετύχει το σκοπό του και δεν χρειάζεται οποιαδήποτε μεταρρύθμιση.

Αυτό που σίγουρα χρειάζεται είναι η αντικατάστασή του ως περιεχόμενο και ουσία. Αυτό σημαίνει ότι όποια γνώση παράγεται σε αυτή τη νέα διαδικασία δεν έχει κανένα κοινό τόπο με οτιδήποτε διδάσκεται σ το σημερινό σχολείο, δηλαδή την αναπαραγωγή ηθικών αξιών, πληροφοριών, εθίμων, στερεοτύπων και συνηθειών του υπάρχοντος. Μια γνήσια παιδεία αντιπροσωπεύει την εσωτερική, πνευματική διάσταση ενός επαναστατικού εγχειρήματος, η οποία πρέπει να συμβαδίζει με την εξωτερικότητά του: κινητοποιήσεις, δράσεις, κοινωνικά αιτήματα. Ως τέτοια, ανοίγει τη σκέψη και τη συνείδηση προς ένα αναβαθμισμένο ανθρώπινο ον.

20/5/2016

Η «χελώνα», το «ποδήλατο» και ο ανθρώπινος πολιτισμός

Από τον Θανάση Χαλκιά

Με τι θα μπορούσε να παρουσιάσει κανείς την κατάσταση και την πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού; Έχει άραγε μια προκαθορισμένη πορεία ή μήπως υπάρχει ένας ανώτερος σκοπός προς τον οποίο πρέπει να οδεύει; Και αυτό το πρέπει είναι ένα «πρέπει» ηθικής-δεοντολογικής  τάξης; ή μια Ηθική Πράξη– με ήτα κεφαλαίο; Με άλλα λόγια έχει σκοπό η ύπαρξη του ανθρώπινου πολιτισμού, και αν ναι, τι πρέπει να κάνουμε για την κατανόησή του;

Αν η απάντηση είναι απλώς η αναπαραγωγή, η διαιώνιση και η επέκταση του είδους, τότε δε μιλάμε για ένα πεπρωμένο φωτεινό, που να ανταποκρίνεται στη βαρύτητα του παραπάνω ερωτήματος. Δυστυχώς, σε αυτό το περιορισμένων απαιτήσεων πλαίσιο, ο άνθρωπος ανταποκρίνεται μια χαρά (καταφέρνει και επιτυγχάνει μια μίζερη επιβίωση).

Προφανώς και δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Αν ήταν αυτό, δε θα παρατηρούσαμε αυτή την δυστυχία, την κατάθλιψη και τη ματαίωση που επικρατεί στον σύγχρονο πολιτισμό, πίσω από τη βιτρίνα της υλικής ευμάρειας. Γιατί είμαστε λοιπόν πλασμένοι;

Ας πάμε στις τρεις και μία διαστάσεις που συνθέτουν το εμπειρικό μας υλικό: αυτές αρκούν για την επίτευξη των περιορισμένων απαιτήσεων της επιβίωσης. Γι’ αυτό όταν δεν έχουμε υψηλές απαιτήσεις, δε ζητάμε κάτι πέρα από αυτό που πιάνουμε, αισθανόμαστε, αγγίζουμε, βλέπουμε κλπ. Για το κάτι παραπάνω όμως πρέπει να επεκταθούμε σε περισσότερες διαστάσεις. Δεν είναι εύκολο να αναπαρασταθεί αυτό το «πέταγμα» του νου προς τα «πάνω». Οι τρεις και μια διαστάσεις είναι σα να κινείσαι με ένα όχημα βιδωμένο στο έδαφος, το οποίο, αν και είναι πολύ ευσταθές, δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά, ούτε έχει πολλές επιλογές κατεύθυνσης, ταχύτητας κλπ. Για να πας πιο μακριά, χρειάζεσαι ένα σύστημα με περισσότερους βαθμούς ελευθερίας. Σαν το ποδήλατο, το οποίο έχει χοντρικά πέντε βαθμούς ελευθερίας που μπορούν να περιγραφούν με δέκα διαστάσεις: το τιμόνι, η μπροστινή ρόδα, η πίσω ρόδα με την αλυσίδα και το γρανάζι, το αριστερό και το δεξί πετάλι. Όλο αυτό αντιπροσωπεύει ένα σύστημα το οποίο είναι ταυτόχρονα και ευσταθές και ασταθές. Ευσταθές γιατί ισορροπείς και ασταθές, γιατί κανονικά δε θα ’πρεπε να ισορροπείς. Δεν είναι εύκολο να μάθεις ποδήλατο, αλλά άπαξ και το μάθεις δεν το ξεχνάς. Σε κάθε περίπτωση πάντως, πρέπει να συνεχίσεις να κινείσαι, αλλιώς το σύστημα θα καταρρεύσει – κοινώς, θα φας τα μούτρα σου.

Ίσως αυτό συμβαίνει και με τον ανθρώπινο πολιτισμό. Για να φτάσει μακριά, θα πρέπει να ξεφύγει από τον κλασικό τρόπο κίνησης και να υιοθετήσει μια νέα συνείδηση που θα κινείται  σε περισσότερες διαστάσεις και με περισσότερους βαθμούς ελευθερίας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξεφεύγουμε από την κοινή λογική και τα τετριμμένα αιτήματα της υλικής αναπαραγωγής. Εξάλλου η σύγχρονη επιστήμη μας δείχνει τον δρόμο μέσω των συγκλονιστικών ανακαλύψεων της κβαντικής φυσικής και των μαθηματικών. Η αλήθεια είναι ότι ο μέσος άνθρωπος είναι κολλημένος στον πρώτο τρόπο κίνησης, σαν μια χελώνα που κινείται αργά και δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά. Επιπλέον κουβαλάει στο καβούκι της προκαταλήψεις, δεισιδαιμονίες και μια φτωχή, περιορισμένη ύπαρξη, που ό,τι ονομάζουμε «πολιτισμό» σήμερα την επικυρώνει.

Πρέπει λοιπόν να μάθουμε «ποδήλατο», αν θέλουμε να πάμε μακριά, δηλαδή ουσιαστικά να ανοίξουμε το μυαλό και τη συνείδησή μας σε περαιτέρω διαστάσεις.

13/5/2016