Category Archives: ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ – ΘΕΩΡΙΑ

ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ ΣΤΟ «ΤΕΛΟΣ» ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Από τον Νώντα Κούκα

 

Το «τέλος» της Ιστορίας, η Επανάσταση και η Επιστήμη

 

Αυτά τα τρία, αθροιζόμενα/πολλαπλασιαζόμενα παραπέμπουν κατευθείαν στην Έννοια της Επαναστατικής Φυσικής (της «τρομακτικής φυσικής»), η οποία είχε αυτούσια προεξαγγελθεί ήδη από το 1796 στο αποκαλούμενο «παλαιότερο πρόγραμμα συστήματος του γερμανικού ιδεαλισμού. Πρόκειται για ένα σύντομο κείμενο, γραμμένο στις δύο πλευρές ενός φύλλου χαρτιού, που χρονολογείται (πιθανόν) από το καλοκαίρι του 1796. Η φιλολογική μελέτη έχει αποφανθεί πως το κείμενο γράφτηκε από το χέρι του νεαρού Χέγκελ, παρότι οι ιδέες που εκφράζονται απεικονίζουν περισσότερο εκείνες του νεαρού Σέλινγκ και, σε μικρότερη έκταση, εκείνες του μεγάλου γερμανού ποιητή Γιόχαν Κριστόφ Φρίντριχ Χέλντερλιν (Johann Christoph Friedrich Hӧlderlin). Ιδού τι γράφει στο εδάφιο που μας ενδιαφέρει (μπροστινή όψη):

Συνεπώς, εάν η φιλοσοφία παρέχει τις ιδέες και η εμπειρία τα δεδομένα, μπορούμε εντέλει να επιτύχουμε τη μεγάλη φυσική που αναμένω από μελλοντικές εποχές. Η τωρινή φυσική μας δεν φαίνεται ότι θα μπορούσε να ικανοποιήσει ένα δημιουργικό πνεύμα όπως είναι το δικό μας, ή το οποίο θα όφειλε να είναι όπως το δικό μας. 

Ήδη λοιπόν η υπέρβαση του τέλους της Ιστορίας είχε συνδεθεί, από το 1797, με την επανάσταση της φυσικής∙ μιας φυσικής όμως που θα εξήρε ανυπερθέτως το «Πνεύμα» – την ίδια δηλαδή την Κοσμική-Κοινωνική Συνείδηση. Αλλά το κόκκινο νήμα, που συνδέει το ξεπέρασμα της (προϊ-) ιστορίας με τη Φυσική (της Συνείδησης) κάπου κόπηκε με την ολοκληρωτική επικράτηση του (ιδεαλιστικού) θετικισμού σε όλα τα επιστημονικά πεδία. Η (μεταφυσική) ιδεολογία του «κοινού νου» και της «κοινής λογικής» επικυριάρχησε ακόμη και πάνω στα όποια εναπομείναντα ψήγματα της φιλοσοφικής σκέψης∙ αποτέλεσμα: η ίδια η Φιλοσοφία να μετασχηματιστεί σε ένα ανέξοδο «γλωσσικό παιχνίδι» της γλωσσανάλυσης.

Σε τούτο το ζοφερό τοπίο, της υφέρπουσας αντι-επιστημονικής σκέψης, εμφανίζεται η διάνοια του Αϊνστάιν και αρχίζει να ψηλαφεί το κομμένο νήμα της φυσικής. Η θεωρία της σχετικότητας είναι η αρχή του τέλους για τον θετικισμό. Αμέσως μετά η Κβαντική σαρώνει τα πάντα. Όλοι οι μεγάλοι «καταραμένοι» φυσικοί – Μαγιοράνα, Ντιράκ, Πάουλι, Μπορ, Μπομ κ.ά. – έχουν κάτι να ξηλώσουν από το μονολιθικό οικοδόμημα που πέρναγε για φυσική. Παράλληλα, με την «τρομακτική φυσική», ο Γκέντελ βάζει την ταφόπλακα στον θετικισμό-επιστημονισμό, δείχνοντας πως η ανθρώπινη διαίσθηση μπορεί άλλοτε να ταυτίζεται με τη (βαθιά) Αλήθεια (π.χ. η διαίσθησή μας για τα μαθηματικά), και άλλοτε μπορεί να είναι μια επίμονη ψευδαίσθηση (π.χ. ο διαισθητικός χρόνος). Επιπλέον, οι περιβόητες «θεωρίες του χάους» συνδέονται στενά με το «μέγα μυστήριο» του δεύτερου νόμου της θερμοδυναμικής. Εκείνης της περίεργης ποιοτικής ποσότηταςποσοτικής ποιότητας), που ακούει στο όνομα Εντροπία και αποτελεί ίσως τον βασικότερο νόμο του Σύμπαντος.

Όλοι μας λοιπόν, ειδήμονες και μη, βιώνουμε το τέλος της Ιστορίας ως τέλος της Φυσικής. Πρόκειται για ένα παρατεταμένο τέλος, που δυστυχώς προξενεί τεράστια ζημιά στην εξέλιξη της συνείδησης σε πνεύμα. Ολάκερο αυτό το κομφούζιο από «θεωρίες», υποθέσεις και εικοτολογίες που, τάχα, προσπαθούν να ερμηνεύσουν την κβαντική θεωρία (και τη φύση γενικότερα), κόντρα και στο «ξυράφι» του Όκαμ και στην «οικονομία» του Λάιμπνιτς, αρκεί για να καταδειχθεί το τέλμα και το αδιέξοδο.

 

Τίποτε τελικά δεν είναι ό,τι φαίνεται       

  

Εκείνο που, διαισθητικά τουλάχιστον, γνωρίζουμε καλά είναι πως το Σύμπαν «κρύβει» «περισσότερη» (δηλαδή ποιοτικότερη) πληροφορία από εκείνη που προβάλλει. Για αυτό και παρατηρείται πάντοτε ένα έλλειμμα στην ερμηνεία του. Αν θέλουμε να εννοήσουμε τη βαθιά δομή του σύμπαντος, ας θυμηθούμε πώς το είχε θέσει ο Ντιράκ: «Το αντίθετο μιας ορθής δήλωσης είναι μια εσφαλμένη δήλωση. Όμως, το αντίθετο μιας βαθιάς αλήθειας μπορεί κάλλιστα να είναι μια άλλη βαθιά αλήθεια». Δυστυχώς, όπως έχουμε γράψει, η ιδεολογία της κοινής λογικής, μαζί με το θετικιστικό πνεύμα που ταλαιπώρησε και εγκλώβισε τον ίδιο τον δυτικό πολιτισμό (ιδίως στη βιομηχανική του εκδοχή), δεν άφησαν να τεθούν τα σωστά ερωτήματα. Διότι, όταν μπαίνουν τα σωστά ερωτήματα, δίνονται και σωστές απαντήσεις. Ενώ, τελείως αντίθετα, στα λανθασμένα ερωτήματα δίνονται λανθασμένες απαντήσεις.

Ολάκερη η θεωρία της γνώσης του δυτικού πολιτισμού – από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη (φιλοσοφία του Είναι), συνεχίζοντας με τον Καρτέσιο και την πρώτη επιστημολογία του (φιλοσοφία του Νοείν – Σκέπτομαι άρα υπάρχω), και καταλήγοντας στη γλωσσολογική καμπή του Βιτγκενστάιν του Κύκλου της Βιέννης και των υπόλοιπων θετικιστών της γλώσσας (φιλοσοφία της γλώσσας-γλωσσανάλυση) – στηρίχθηκε στο δίπολο Υποκείμενο-Αντικείμενο. Ουσιαστικά, τόσο η γνωσιολογία όσο και η επιστημολογία, προβάλλουν τη γνώση που προσκτάται ένα υποκείμενο ως εξωτερικός-αμέτοχος παρατηρητής, εν μέσω μιας λογικής κατασκευής που έχει δημιουργήσει – και την έχει ονομάσει «Φύση».

Με φόντο λοιπόν τον εν λόγω καμβά της Λογικής Κατασκευής, έπλεξε και τη θεωρία περί την αλήθεια – για το πώς δηλαδή γνωρίζουμε τον κόσμο. Σύμφωνα με αυτήν οι τρόποι πρόσκτησης της γνώσης είναι οι εξής: ιδεαλισμός (αντικειμενικός/υποκειμενικός), ρεαλισμός (αφελής/κριτικός), φαινομενισμός (καντιανή διδασκαλία) και φαινομενολογία (που όμως είναι μέθοδος). Από τις παραπάνω γνωσιολογικές σχολές, μόνο η φαινομενολογία θέτει το ζήτημα της συνείδησης, και πώς αυτή σημασιοδοτεί το αντικείμενο της γνώσης. Με αυτόν τον τρόπο, η έρευνα μετατοπίζεται από τη μηχανιστική έρευνα του υποκειμένου επί του αντικειμένου, στην ίδια τη συνείδηση του υποκειμένου και στην έρευνά της. Και το τονίζουμε: ο Γκέντελ είχε καταλάβει την αξία της φαινομενολογικής μεθόδου, που προέκυπτε από την ασύμμετρη – ξαφνική – σχέση της με το υπόλοιπο γνωσιολογικό-οντολογικό ρεύμα της δυτικής φιλοσοφίας.

Καταρχήν, τόσο ο Γκέντελ όσο και ο Φρέγκε (πρωτύτερα) θεωρούσαν πως για να αποκτήσει κανείς γνώση των πρώτων εννοιών, δεν αρκεί να κατανοήσει τις σχέσεις τους με άλλες πρώτες έννοιες, αλλά πρέπει να καταλάβει τις ίδιες με τη βοήθεια της λεγόμενης «διαίσθησης». Ας εκληφθεί, παρακαλώ, η διαίσθηση ως κβαντική κατάρρευση στο νου. Ο Γκέντελ έλεγε πως ιδανικά η μεταφυσική πρέπει να παριστάνεται από μια μικρή ομάδα πρώτων αξιωμάτων. (σ.σ.: Να διευκρινίσουμε βέβαια πως ο – τεχνικός – όρος μεταφυσική στη φιλοσοφία παραπέμπει στην εξέταση του όλου.) Αυτό βέβαια δεν συνεπάγεται κατά κανέναν τρόπο πως ο Γκέντελ θεωρούσε ότι το σημαντικό περιεχόμενο των πρώτων εννοιών μπορεί να δειχτεί μέσα από τις ακριβείς αξιωματικές τους σχέσεις με άλλες έννοιες. Κάτι τέτοιο θα ταίριαζε σε έναν (τίμιο) θετικιστή και όχι στον Γκέντελ που ήταν ρεαλιστής. Για παράδειγμα, αυτή η περιγραφή ταιριάζει στους «έμμεσους ορισμούς» που υιοθέτησε ο Χίλμπερτ, ο οποίος θεωρούσε πως οι σημασίες των «πρώτων εννοιών» σε ένα αξιωματικό σύστημα περιγράφονται ικανοποιητικά από τις σχέσεις τους με άλλες έννοιες. Στη γεωμετρία, για παράδειγμα, μια γραμμή ορίζεται από τη σχέση της με σημεία και επίπεδα. Τουναντίον, ο Γκέντελ (όπως και ο Φρέγκε) απέρριπτε – όπως είπαμε – ρητά τούτη την αρχή∙ και πρότεινε την κατανόηση των ιδίων των πρώτων εννοιών με τη βοήθεια της λεγόμενης «διαίσθησης».

Όπως έχουμε γράψει και αλλού, ο Γκέντελ ήταν τόσο εξοικειωμένος με τις ιδέες του Καντ, ώστε ναι μεν απέρριπτε την «κριτική» του κατά μεγάλο μέρος, όχι όμως στο σύνολό της. Μάλιστα, αν κανείς μελετήσει το πολυσέλιδο προσχέδιο του κειμένου του για τον Αϊνστάιν, με τίτλο «Μερικές παρατηρήσεις για τη σχέση της γενικής σχετικότητας με την καντιανή φιλοσοφία», θα διαπιστώσει πως ο Γκέντελ είχε κατανοήσει σε βάθος τον Καντ και πως ήταν ακριβώς χάρη σε αυτό που κατόρθωσε να καταστήσει ολοφάνερη την εξόφθαλμη, αλλά απαρατήρητη μέχρι τότε, σχέση του καντιανού ιδεαλισμού με τη σχετικότητα του Αϊνστάιν. Στο εν λόγω δοκίμιο, γίνεται ξεκάθαρο ότι ο Γκέντελ παραδεχόταν ορισμένα στοιχεία της καντιανής φιλοσοφίας, απέρριπτε συστηματικά τον βασικό της άξονα που, εξομοιώνοντας τη γνώση με τον γνώστη αντί με το γνωστό, έδινε ένα χαρακτήρα υποκειμενισμού (και άρα, ψυχολογισμού) στη φιλοσοφία του Καντ.

Ο Γκέντελ εξάλλου ήξερε να χειρίζεται άψογα το σωστό «υλικό» των πρώτων εννοιών, που συγκροτούν τα αξιώματα της (μετά-)φυσικής. Για παράδειγμα, ο χρόνος σε σχέση με το είναι, ήταν για τον Γκέντελ μια από τις βασικότερες έννοιες. Και ακριβώς έκανε τη μεγάλη διαφορά και τον εξύψωσε σε φιλόσοφο από απλό φυσικό ή μαθηματικό της λογικής. Έτσι λοιπόν κατάλαβε γρήγορα πως η φυσική δεν μας βοηθάει να βρούμε τα βασικά γνωρίσματα της σκέψης μας για τον χρόνο, αφού, όπως υποστήριζε, συνδυάζει έννοιες δίχως να τις αναλύει. Ο μόνος τρόπος ήταν να αναπαραστήσουμε την αρχική φύση της σκέψης μας, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο. Στο σημείο αυτό, ο Γκέντελ δεν αποτάθηκε για βοήθεια στον Αϊνστάιν, αλλά προσανατολίστηκε προς τον Χούσερλ και τη φαινομενολογία, αναγνωρίζοντας ωστόσο πως το πρόβλημα του χρόνου είναι σημαντικό και δυσεπίλυτο.

Είκοσι πέντε χρόνια πάλευε ο Χούσερλ με αυτό το πρόβλημα: την έννοια του χρόνου. Ανάλογη ήταν και η εικόνα των μαθηματικών: «Ο τρόπος – έλεγε – που σχηματίζουμε μαθηματικά αντικείμενα από αυτό που μας δίνεται – το πρόβλημα της «σύστασης» – χρήζει φαινομενολογικής ανάλυσης. Όμως η σύσταση του χρόνου και των μαθηματικών αντικειμένων, είναι δύσκολη υπόθεση». Αφού οι βασικές έννοιες είναι «πρωτόγονες» (έτσι λέγονται στην «τεχνολογία» της φιλοσοφίας, και με την έννοια ότι είναι πρωτογενείς, πρώτες, όχι παλαιές ούτε υπανάπτυκτες) και το νόημά τους δεν εξαντλείται στις σχέσεις τους με άλλες έννοιες, πώς μπορούμε να μάθουμε κάτι για αυτές; Οι φιλόσοφοι είναι εραστές της ανάλυσης και για τούτο δυσπιστούν σοβαρά όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι μια έννοια είναι «πρωτόγονο». Έτσι, ο Γκέντελ υποστήριζε πως αυτό που χρειάζεται είναι «μια νοηματική διασάφηση που δεν ισοδυναμεί με ορισμό». Οι πλατωνιστές ομοϊδεάτες του, ο Πλάτων και ο Φρέγκε, δεν είχαν και πολλά να πουν για το πώς επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο.

Όμως ο Χούσερλ – ο οποίος εξαρχής σχεδόν διαφωνούσε με τον Φρέγκε αναφορικά με τις βάσεις της αριθμητικής – εργάστηκε σκληρά πάνω στο συγκεκριμένο πρόβλημα: οπότε, ο Γκέντελ καταπιάστηκε με την ανακάλυψη όλων όσα είχε βρει ο πρώτος. Ο Χούσερλ λοιπόν ονόμαζε αυτόν τον καινούριο τρόπο «φαινομενολογία». Ενώ  ο Γκέντελ τον περιέγραφε ως μια μέθοδο που μας επιτρέπει να «εστιάζουμε καλύτερα στις έννοιες που μας ενδιαφέρουν, κατευθύνοντας την προσοχή μας στο πώς δρούμε εμείς στη χρήση αυτών των εννοιών». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, έλεγε ο Γκέντελ, οδηγούμαστε σε «μια νέα συνειδητότητα που μας επιτρέπει να περιγράφουμε αναλυτικά τις βασικές έννοιες που χρησιμοποιούμε όταν σκεφτόμαστε».

Δεν είναι καθόλου εύκολο να καταλάβει κανείς σε τι ακριβώς συνίσταται η φαινομενολογική μέθοδος. Ο Γκέντελ πάλεψε χρόνια να διεισδύσει στο προστατευτικό κουκούλι που περιέβαλλε την πυκνή γραφή του Χούσερλ. Πάντως, το σίγουρο είναι ένα: ούτε ο Χούσερλ ούτε ο Γκέντελ πίστευαν πως η φαινομενολογία περιορίζεται στο να παρακολουθεί τη ροή της συνείδησης ή να χαζεύει το «περαστικό θέαμα». Αυτή η μέθοδος παραπέμπει σε έναν εμπειριστή σαν τον Χιουμ, όχι σε έναν ρεαλιστή σαν τον Χούσερλ. Ο Γκέντελ αντιμετώπιζε τη φαινομενολογία ως μια προσπάθεια να αποκαταστήσουμε την αρχική χρήση των βασικών ιδεών και αντί να επικεντρωνόμαστε στους τρόπους χρήσης ή συνδυασμού των εννοιών, όπως κάνουμε στη φυσική ή στην καθημερινή ζωή, να ξαναβρούμε αυτό που εννοούσαμε αρχικά με τις πιο βασικές μας σκέψεις.

Πρόκειται για μια επίπονη και επίμονη διαδικασία που προϋποθέτει τον προσανατολισμό της σκέψης μας στην κατεύθυνση του αναστοχασμού. Έχοντας ως δεδομένο ότι ο Γκέντελ και ο Χούσερλ (στη δεύτερη περίοδό του) ασπάζονταν τον εννοιολογικό ρεαλισμό, ο αναστοχασμός αναφέρεται στην κατανόηση του πώς αντιλαμβανόμαστε πραγματικές, αντικειμενικές έννοιες. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο καταργείται αυτομάτως ο υποκειμενισμός-ψυχολογισμός. Από την άλλη, αυτό που ο Γκέντελ θεώρησε σημαντικό στον Χούσερλ ήταν η στροφή του προς το σκεπτόμενο υποκείμενο, την πηγή της νόησης∙ και τούτο, όχι ως εναλλακτική λύση στον αντικειμενισμό, αλλά ως μια άλλη θεώρηση για το πώς μας δίνεται αυτό που αποκαλούμε αντικειμενικό. Τοιουτοτρόπως, καταργείται επίσης αυτομάτως και ο λογικισμός. Να λοιπόν, πώς η φαινομενολογική μέθοδος παρεμβάλλεται σαν μια «εναλλακτική» σφήνα (άρδην όμως διαφορετική) ανάμεσα στους δύο σκοπέλους της ανθρώπινης γνώσης: τον λογικισμό/αντικειμενισμό (επιστημονισμό) και τον υποκειμενισμό/ψυχολογισμό (θετικισμό). Κατά τον Γκέντελ, και η φαινομενολογία «όπως την εννοεί ο Καντ, αποφεύγει τόσο τα απίθανα άλματα του ιδεαλισμού προς μια νέα μεταφυσική όσο και τη θετικιστική απόρριψη κάθε μεταφυσικής».

 

Φαντάζομαι, άρα είμαι πραγματικός

 

Αν θέλουμε να ορίσουμε άμεσα και αβίαστα το τι είναι η Φυσική, τότε θα κάνουμε την εξής περιγραφή: φυσική ονομάζουμε την τραγική επιστήμη. Και κατόπιν, αν θέλουμε να ορίσουμε ποιος είναι ο γνήσιος φυσικός επιστήμονας, τότε θα πούμε: γνήσιος φυσικός επιστήμονας είναι ο τραγικός και όχι ο ματαιόδοξος επιστήμονας. Τέλος, περιγράφοντας όσο καλύτερα μπορούμε το στοιχείο εκείνο που διακρίνει τον αληθινό από τον αληθοφανή φυσικό επιστήμονα, τότε θα γράψουμε πως ο αληθινός φυσικός παράγει επιστημονική τραγωδία, ενώ ο αληθοφανής το πολύ που μπορεί να παραγάγει είναι δραματικό ρομάντζο.

Στον κόσμο της ύλης, όπου εμείς ζούμε, οι κοινωνικές αναπαραστάσεις που μας κυβερνούν είναι οι ρόλοι που είναι έτοιμοι να μας υποδεχτούν από τη μήτρα ως τον τάφο. Εδώ λοιπόν ισχύει ο σιδερένιος νόμος της κοινωνικής προκατάληψης. Ευκολότερα διασπάται το άτομο παρά το στερεότυπο. Κάθε τι, υπό καντιανούς όρους, είναι δοσμένο a priori και συνεπώς προβλεπτό. Αλλά και το απρόβλεπτο, a posteriori κατά βάση, είναι a priori συνθετικό και άρα προβλεπτό και αυτό. Οι συνέπειες αυτής της καθαρόαιμης γραμμικότητας, της κατ’ ευφημισμό εξέλιξης, είναι δύο «αρχές» που συνιστούν ταμπού ανέγγιχτο: 1) η ντετερμινιστική αρχή αιτίου-αποτελέσματος και 2) η αρχή των δυαδικών αντιθέσεων.

Οι δύο αυτές «αρχές»-ταμπού, μαζί με τη φαινόμενη κίνησή τους, συνιστούν χονδρικά ό,τι ονομάζουμε «χρόνο»-πραγματικό χρόνο. Με αυτό τον τύπο χρόνου μετράμε τον πολιτισμό και τις κοινωνίες που τον «αναλαμβάνουν». Ολόκληρη αυτή τη δομή την ονομάζουμε συνοπτικά «Ιστορία». Επομένως, μια λακωνική περιγραφή της ιστορίας θα μπορούσε να είναι η εξής: ο μετασχηματισμός του φαντασιακού σε οργανωμένες κοινωνικές αναπαραστάσεις επί τη βάσει ενός συγκεκριμένου βέλους του χρόνου. Και το ερώτημα είναι: πόθεν προκύπτει το φαντασιακό; Και η απάντηση είναι μία και μοναδική: από τη Φαντασία – από το φανταστικό. Λοιπόν: Φαντασία/Ελευθερία, φανταστικό/ελευθεριακό, πραγματικό/ κατάργηση της ελευθερίας (κοινωνική οργάνωση-ιεραρχία). Ή, αλλιώς: αόρατο-ημιορατό-ορατό∙ ή από τη φαντασία στην «πραγματικότητα», έτσι όπως την αποκωδικοποιεί η χρονομηχανή του εγκεφάλου – όπως έχουμε ξαναγράψει.

 

8/4/2016

 

ΤΑ «ΑΥΤΙΣΤΙΚΑ» ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΟΝ ΑΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

Από τον Νώντα Κούκα

«Η επινόηση φυλετικών διαχωρισμών και αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους λαούς έρχεται σε πλήρη δυσαρμονία με την επιστήμη μας. Οι λόγοι για τους οποίους γίνεται κάτι τέτοιο είναι άθλιοι. Τα Μαθηματικά δεν ξεχωρίζουν ράτσες… για τα Μαθηματικά, ολόκληρος ο κόσμος είναι μια ενιαία χώρα»

Ντάβιντ Χίλμπερτ, από την ομιλία του στο Διεθνές Συνέδριο Μαθηματικών στη Μπολόνια, το 1928.

Ο καθολικός λόγος των μαθηματικών

Ο Ρίμαν είχε ξεκινήσει μια διαδικασία αναγέννησης στη μαθηματική σκέψη και η γενιά του Χίλμπερτ έδρεψε τους καρπούς της. Ο τελευταίος, το 1897, έγραψε πως επιθυμούσε να υλοποιήσει «την αρχή του Ρίμαν, σύμφωνα με την οποία οι αποδείξεις οφείλουν να βασίζονται στη σκέψη μόνο και όχι στους υπολογισμούς».

Το επαναστατικό όραμα του Ρίμαν, αναφορικά με τα μαθηματικά, συμπυκνωνόταν στην πίστη του πως τα θεμελιώδη ερωτήματα της φυσικής θα μπορούσαν κάποτε να απαντηθούν με την αποκλειστική χρήση των Μαθηματικών.

Οι τύποι και οι εξισώσεις δεν είναι παρά το αναγκαίο κακό ενός απλού παιχνιδιού τεχνικής για να μπορεί να υπερβαίνει ο μαθηματικός τη σπατάλη ενέργειας, έτσι ώστε να φθάνει πιο ακμαίος στη σύλληψη της βαθιάς δομής των Μαθηματικών. Βέβαια, κάτι τέτοιο θυμίζει λίγο ήξεις αφήξεις, διότι η τρέχουσα αντίληψη για τη μαθηματική απόδειξη τις περισσότερες φορές καθιστά τόσο πολύ τεχνική την απόδειξη ώστε το ίδιο το νόημά της να χάνεται κάπου στον ατέρμονα δρόμο της.

Ο Ινδός «μυστικιστής» μαθηματικός Ραμουνατζάν απέδειξε ότι αρκετές φορές οι γνώσεις και οι προσδοκίες κάλλιστα μπορούν όχι μόνο να αναστείλουν την ουσιαστική πρόοδο, αλλά και να την αντιστρέψουν κατά εκατόν ογδόντα μοίρες τόσο ώστε να φαίνεται μεν προς τα «μπρος», αλλά στην πραγματικότητα να είναι τελείως προς τα «πίσω». Οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί, γαλουχημένοι με τις παραδοσιακές μεθόδους γνώσης – τις εξουσιαστικές μεθόδους γνώσης που συνάδουν βέβαια με την ιδεολογία της ιστορικά εκάστοτε άρχουσας τάξης – δεν είναι και οι πιο κατάλληλοι αναγκαστικά να κάνουν το αποφασιστικό βήμα. Αντίθετα, θα λέγαμε, η αμφισβήτηση του ακαδημαϊκού κατεστημένου, και της κάθετα ιεραρχικής διαστρωμάτωσής του, είναι αυτή που κινεί την ιστορική πρόοδο της επιστήμης στην απόλυτη τιμή της.

Ο Ρίμαν πρότεινε τη θεώρηση των δομών και των οικουμενικών ιδεών. Άλλωστε και η μεγάλη μαθηματικός Τζούλια Ρόμπινσον, όπως και ο Χίλμπερτ, τόνιζε πως τα Μαθηματικά στέκονται πάνω από κάθε είδος περιορισμών και στενόμυαλων πεποιθήσεων. Περιέγραψε τους ισχυρούς δεσμούς ανάμεσα στους μαθηματικούς λέγοντας ότι «…αποτελούμε ένα έθνος μόνοι μας, χωρίς διακρίσεις γεωγραφικής προέλευσης, ράτσας, πίστης, φύλου, ηλικίας ή ακόμη και χρόνου (οι μαθηματικοί του παρελθόντος, καθώς και εκείνοι του μέλλοντος είναι κι αυτοί συνάδελφοί μας)».

 

Η έκπτωση του Φιλοσοφικού και Επιστημονικού Λόγου

Τα σημερινά υπολογιστικά μαθηματικά – όπως και ο σημερινός επιστημονισμός, γενικότερα – δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να συγκαλύπτουν την έλλειψη πραγματικής προόδου στην υπόθεση της Γνώσης – με το γάμμα κεφαλαίο. Πράγματι μπορούμε να διατυπώσουμε άνετα πια, το εξής θεώρημα: όσο μεγαλύτερη η υπολογιστική ισχύς του υπολογιστή, τόσο πιο λίγη η παραγωγή ελλαμπτικών ιδεών του ανθρώπινου μυαλού. Αποδεικνύοντας (χρειάζεται, άραγε;) τούτο το θεώρημα, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στην Κρίσιμη Πρόταση: η Αλήθεια δεν αποδεικνύεται εκ των υστέρων. Εκ των υστέρων αποδεικνύεται μονάχα η κάλλιστη ψευδαίσθηση. Κι αυτό επειδή η Αλήθεια και η απόδειξη προϋποθέτουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες μεθοδολογίες: στην απόδειξη, πρώτα ρωτάμε και μετά απαντάμε· στην Αλήθεια, πρώτα απαντάμε και μετά ρωτάμε. Ακριβώς αυτή τη θεμελιώδη διαφορά έρχεται να συστρέψει και να συσκοτίσει η μεγάλη ψευδαίσθηση του τεχνολογικού πολιτισμού. Έχει δηλαδή καταφέρει, κυριολεκτικά, να υποκαταστήσει τη σκέψη με την υπολογιστική απόδειξη· την Αλήθεια με τον φορμαλισμό του πειράματος, της μέτρησης και της παρατήρησης.

Όσο νόμιμη και κραταιά να είναι μια απόδειξη, το μόνο που πετυχαίνει είναι να βελτιώσει τη ρουτίνα της τυπικής, βήμα προς βήμα, συλλογιστικής απόδειξης. Ο Γκέντελ έδειξε οριστικά πια, πως η Αλήθεια είναι μη αποδείξιμη αλλά και μη αποφασίσιμη. Οι επιμέρους αληθινές ψευδαισθήσεις αποδεικνύονται κι αυτές προσωρινές. Τίποτε δεν αποκλείει, ας πούμε, την κατάργηση των «πραγματικών» αριθμών – ή και της ίδιας της έννοιας του «αριθμού», έτσι όπως μέχρι τώρα την έχουμε ορίσει (όχι μόνο δεν αποκλείεται κάτι τέτοιο, αλλά είναι και αρκετά πιθανό). Όταν ό,τι κι αν κάνεις, όποιο τέχνασμα και να έχεις χρησιμοποιήσει – θεμιτό ή αθέμιτο – δε σε οδηγεί πουθενά, και συνεχίζεις να στέκεσαι μπροστά σε έναν τσιμεντένιο τοίχο, τότε αν είσαι τίμιος επιστήμονας δύο πράγματα μπορείς να κάνεις. Παραδέχεσαι την ήττα σου και κάνεις πίσω· ή επιτίθεσαι ολομέτωπα και ορμάς να τον σπάσεις, ακόμη κι αν ξέρεις ότι μπορεί να σπάσεις τα μούτρα σου και όχι αυτόν. Η μόνη ανεπίτρεπτη επιστημονικά στάση είναι να προσποιείσαι ότι δεν τρέχει τίποτε και να συνεχίζεις την «προσφορά» σου στη μεγάλη αυταπάτη…

Κάθε τίμιος φιλόσοφος-επιστήμονας και μαθηματικός οφείλει να αναγνωρίσει, πως τόσο η δυτική φιλοσοφία όσο και η δυτική επιστήμη πολύ λίγο έχουν προοδεύσει, αναφορικά με τα αιώνια ζητήματα της Γνώσης: από πού ήρθαμε, ποιοι είμαστε, πού πάμε. Τα μυστήρια της «ζωής» και του «θανάτου» παραμένουν επτασφράγιστα μυστικά, προκαλώντας πολύ δυσάρεστη και αλγεινή εντύπωση για τις δυνατότητες του σημερινού επιστημονισμού, δεδομένης της ραγδαίας (υπερτιμημένης) τεχνογνωσίας του. Παρά, λοιπόν, την υποτιθέμενη υπεροχή του δυτικού πολιτισμού στην οργανωμένη και μεθοδευμένη επιστημονική έρευνα, σε ό,τι αφορά στα θεμελιώδη τουλάχιστον γνωσιολογικά ερωτήματα, «υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα – μπορούμε να τη γνωρίσουμε – και πώς τη γνωρίζουμε», η πρόοδος είναι σχεδόν μηδενική.

Απλά. Ο επιστημονισμός έχει μετατοπίσει το ζήτημα, και συνεχίζει να το μετατοπίζει στον οριζόντιο άξονά του· έχει κοντολογίς αντικαταστήσει τη βαθιά, κάθετη δομή της γνώσης με την επιφανειακή, πλατιά φόρμα της, όπου η κατάτμησή της σε πολλά επιμέρους γνωστικά αντικείμενα προκρίνει την απόδειξη σε βάρος της Αλήθειας· τον θετικισμό/φορμαλισμό, σε βάρος της ακαριαίας σύλληψης της Διαίσθησης. Βέβαια είναι η υλική συνθήκη του ταξικού-εξουσιαστικού πολιτισμού που υπαγορεύει την ιδεολογική εξέλιξη του επιστημονισμού, που τοποθετεί το κέρδος πάνω από την ύπαρξη κάθε έμβιου όντος (ανθρώπινου και μη), καθώς και ολόκληρου του οικοσυστήματος.

Η πανουργία του επιστημονισμού

Δύο πράγματα κάνει ο επιστημονισμός σαν η εντεταλμένη υπηρεσία του σύγχρονου, δυτικού, τεχνολογικού πολιτισμού. Αφενός, παρακολουθεί άγρυπνα (μέσω της τυπικής, κρατικής-ιδιωτικής εκπαίδευσης) τις επαναστατικές καινοτόμες θεωρήσεις των μεγάλων στοχαστών, οι οποίες είναι  εν δυνάμει επικίνδυνες για τη θετικιστική κοινωνική και οικονομική οργάνωση των σύγχρονων δυτικών και δυτικότροπων κοινωνιών. Και αφετέρου, κάθε φιλοσοφική-επιστημονική θεώρηση αποστεώνεται από το βάθος της οικουμενικής ιδέας της και, ή την κρύβει κάτω από το χαλί, αφήνοντας μόνο το μικρό δαχτυλάκι της έξω από αυτό να φαίνεται· ή αν μπορεί, την εντάσσει σε μια τεχνογνωσία προς όφελός της.

Για παράδειγμα, το Θεώρημα της μη Πληρότητας. Ένα θεώρημα που ανέτρεψε την αριστοτελική λογική και προειδοποίησε για τον στραβό δρόμο που έχει πάρει ένα μεγάλο κομμάτι, τουλάχιστον, των μαθηματικών. Έτσι τα μαθηματικά, αλλά δυστυχώς και οι ίδιοι οι μαθηματικοί υπάλληλοι, προσποιούνται πως μπορεί ο κλασικός μαθηματικός υπολογισμός να συνεχίζει το έργο του ανεξάρτητα από το πλήγμα που δέχτηκε. Βέβαια κάτι τέτοιο μπορεί πράγματι να γίνεται – τα μαθηματικά εξακολουθούν να λειτουργούν. Προσοχή όμως! … Λειτουργούν σε ένα τελείως ιδεολογικοποιημένο πια περιβάλλον, σαν μια τέλεια σχεδόν ψευδαίσθηση που συσκοτίζει τη Γνώση και προάγει απεριόριστα την ιδεολογία του κυβερνητικού καπιταλισμού. Εννοείται πως το δέλεαρ που χρησιμοποιεί προς εκμαυλισμό και εκφαυλισμό ο τεχνοκρατικός επιστημονισμός, είναι η δόξα και το χρήμα που επιφέρουν τα Νόμπελ και τα διάφορα άλλα βραβεία που προσφέρονται από την εξουσία.

Εσύ, Γκάους, τι λες;

Και ξαφνικά, κάπου εκεί γύρω στα 1970, οι πρώτοι αριθμοί αναγορεύτηκαν σε θεματοφύλακες των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ποιοι, οι πρώτοι αριθμοί! … Αυτοί, στους οποίους ο Χάρντι, ο μεγάλος αυτός μαθηματικός του Κέιμπριτζ, στο φημισμένο βιβλίου του, Απολογία ενός Μαθηματικού, ομνύει πίστη, καθώς γράφει «… το 317 είναι πρώτος, όχι επειδή το πιστεύουμε ή επειδή τα μυαλά μας είναι διαμορφωμένα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αλλά γιατί έτσι είναι, γιατί η μαθηματική πραγματικότητα είναι δομημένη με αυτόν τον τρόπο». Τούτοι λοιπόν οι δομικοί λίθοι της φύσης έγιναν κυριολεκτικά, από τη μια στιγμή στην άλλη, το κλειδί που εξασφαλίζει την ασφάλεια των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ο Χάρντι, όπως και κάθε τίμιος επιστήμονας, ήταν ανέκαθεν υπερήφανος για το πόσο «άχρηστα» είναι τα Μαθηματικά, και ειδικότερα η θεωρία αριθμών, στα προβλήματα της καθημερινής ζωής:

Τα «πραγματικά» Μαθηματικά των «πραγματικών» μαθηματικών, τα Μαθηματικά του Φερμά, του Όιλερ, του Γκάους, του Άμπελ και του Ρίμαν, είναι σχεδόν τελείως «άχρηστα» (και αυτό ισχύει τόσο για τα «θεωρητικά»  όσο και για τα «εφαρμοσμένα» Μαθηματικά). Δεν είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί η ύπαρξη κανενός αληθινού επαγγελματία μαθηματικού με βάση τη «χρησιμότητα» της προσφοράς του.

Κακόμοιρε, Χάρντι, δε θα μπορούσες ποτέ να κάνεις μεγαλύτερο λάθος. Τα Μαθηματικά του Φερμά, του Γκάους και του Ρίμαν έμελλαν να μπουν στην καρδιά του εμπορικού κόσμου – να γίνουν οι ιεροί θεματοφύλακες του αγοραίου καπιταλισμού. Λοιπόν, η ασφάλεια του «ηλεκτρονικού χωριού» εξαρτάται από την κατανόηση των πρώτων αριθμών. Γι’ αυτό, ένας «προβοκάτορας» καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, ο Πίτερ Σάρνακ, είχε πει ότι: Αν ζούσε σήμερα ο Γκάους, θα ήταν χάκερ.

Θα συμφωνήσουμε και θα επαυξήσουμε: θα ήταν χάκερ και συγχρόνως θα ξαναέκρυβε πιο καλά τα καινούρια Μαθηματικά που θα ξαναέγραφε…

25/3/2016

«victimus GEGAN» (11 Οκτωβρίου 1796 – 18 Μαρτίου 2016)

Από τον Νώντα Κούκα

Αντί προοιμίου

Η πορεία της μαθηματικής σκέψης αποτελεί, αναμφισβήτητα, τον ακριβέστερο ιδεολογικό καθρέφτη όλων των φάσεων του πολιτισμού, ο οποίος λαμβάνει χώρα κατά τους ιστορικούς μετασχηματισμούς των οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεών του. Για του λόγου το αληθές, ενδεικτικά μόνο, αναφέρουμε τρεις τίμιους γίγαντες της μαθηματικής επιστήμης, τον Γκάους, τον Ρίμαν και τον Χίλμπερτ, οι οποίοι (διαισθητικά;) σηματοδότησαν την πιο λαμπρή αντίσταση ενάντια στη λαίλαπα του θετικισμού (και του νέο-θετικισμού, βέβαια) που απελευθέρωσε ο εργαλειακός «ορθολογισμός» του Διαφωτισμού.

Ο Γκάους, όπως έχουμε ήδη ξαναγράψει, απέφευγε να δημοσιοποιήσει τις μεγαλοφυείς ανακαλύψεις του και κατηγορήθηκε γι’ αυτό· ότι έτσι καθυστέρησε τις εξελίξεις των μαθηματικών κατά μισό αιώνα. Ο μεγάλος αυτός «μυστικιστής» της μαθηματικής επιστήμης, μάλλον είχε διαισθανθεί την αγαστή συνεργασία της εξουσίας με την επιστήμη γενικώς, καθώς και τη συμπαρομαρτούσα αλλοτρίωση της δεύτερης από την πρώτη. Ο μεγάλος διάδοχός του, ο Ρίμαν, ξεκίνησε κι αυτός την επαναστατική μεταστροφή των Μαθηματικών: από τα μαθηματικά των τύπων και των εξισώσεων, στα μαθηματικά των ιδεών και της αφαίρεσης. Κατόπιν ο άλλος μεγάλος μαθηματικός, ο Χίλμπερτ, ήταν αυτός που έθεσε, το 1900, τα 23 περίφημα προβλήματα που επρόκειτο να αντιμετωπίσουν οι μαθηματικοί του 20ού αιώνα. Τα εν λόγω προβλήματα προέτρεπαν τη μαθηματική κοινότητα να διερευνήσει τις θεμελιώδεις έννοιες, αντί να εστιάζει στα συγκεκριμένα ερωτήματα, όπως το Τελευταίο Θεώρημα του Φερμά.

Δυστυχώς, η τωρινή επιλογή των 7 προβλημάτων για τη νέα χιλιετία, που θα απασχολήσουν τους μαθηματικούς του επόμενου αιώνα, είναι πολύ πιο συντηρητικής νοοτροπίας από αυτά που ο Χίλμπερτ έθεσε, τον προηγούμενο αιώνα. Και το γεγονός αυτό καταδεικνύει την επιρροή της καπιταλιστικής ιδεολογίας σε ολόκληρο το σύστημα της επιστήμης (λέγε με επιστημονισμό). Ας ξετυλίξουμε όμως τα πράγματα με τη σωστή χρονολογική σειρά.

Δύο διαφωτισμοί σε μία Διαφώτιση: παιδεία vs εκπαίδευσης   

Γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα, οι μαθηματικοί του Παρισιού άρχισαν να στοιχίζονται όλο και πιο πολύ πίσω από μια χρησιμοθηρική νοοτροπία αναφορικά με την επιστήμη τους. Υπέταξαν τα μαθηματικά στην εξυπηρέτηση των αναγκών ενός βιομηχανοποιημένου κράτους που γιγαντωνόταν αλματωδώς. Ο Ναπολέων, πιστός στα κελεύσματα της επανάστασης του 1789, επέβαλε την αντίληψη που ήθελε μια μηχανική κοινωνία άψογα οργανωμένη στα πρότυπα της στρατιωτικής εκπαίδευσης. Εξού και η ίδρυση της Πολυτεχνικής Σχολής [Ecole Polytechnique] προς εξυπηρέτηση των πολεμικών του σκοπών. Αναγνώρισε ότι η εκπαίδευση θα μπορούσε να αποτελέσει κυριολεκτικά τη ραχοκοκκαλιά στην ανοικοδόμηση της εθνικής ταυτότητας της Γαλλίας. Έτσι τα σχολεία του έγιναν μεν αξιοκρατικά (έδιναν σε όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους προέλευση, τη δυνατότητα να φοιτήσουν), από την άλλη όμως ασπάστηκαν μια τελείως ιδεολογικοποιημένη αντίληψη της εκπαίδευσης που ήθελε την υποταγή της επιστήμης στην υπηρεσία του κράτους και της ραγδαία ανερχόμενης κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Ιδού λοιπόν πώς ο γαλλικός κυρίως, αλλά και ο αγγλικός, διαφωτισμός όχι μόνο βαδίζει πιστά στ’ αχνάρια της βασικής αντίθεσης/εξιλέωσης ανάμεσα στον εσωτερικό και τον εξωτερικό πολιτισμό αλλά, συγχρόνως με ένα ποιοτικό άλμα, την απογειώνει τόσο, ώστε της παραδίδει σχεδόν το κλειδί για να κλειδαμπαρώσει άπαξ διά παντός την ίδια την ιστορία· δηλαδή, να κατοχυρώσει εσαεί την ιστορική της προοπτική.

Στην άλλη πλευρά των συνόρων, η κατάσταση ήταν τελείως διαφορετική. Ο φιλόσοφος και επιστήμων Βίλχελμ φον Χούμπολντ – που έγινε, το 1809, υπουργός παιδείας της Πρωσίας (κράτος της Βόρειας Γερμανίας) – ήταν στην κυριολεξία ο αντίποδας του Ναπολέοντα. Θεωρούσε την επιστημονική γνώση αυτοσκοπό και επιθυμούσε διακαώς τον εξοβελισμό των χρησιμοθηρικών εφαρμογών στη διδασκαλία των επιστημών. Ένθερμος υποστηρικτής των νέο-ανθρωπιστικών σπουδών ο Χούμπολντ, τόσο ως δημόσιος λειτουργός όσο και ως βαθυστόχαστος άνθρωπος, υλοποίησε επανάσταση μακροπρόθεσμης προοπτικής: τα προηγούμενα εκπαιδευτικά μοντέλα απέβλεπαν στη δημιουργία ικανών δημοσίων υπαλλήλων, προς δόξαν της Πρωσίας. Στο εξής τα πράγματα της εκπαίδευσης θα επαναπροσδιορίζονταν άρδην, με έμφαση προς την παιδεία· θα ικανοποιούσαν κυρίως τις ανάγκες του ατόμου και όχι του κράτους.

Σε όλη την Πρωσία και το γειτονικό κρατίδιο του Ανόβερου ιδρύθηκαν νέα σχολεία, που ονομάστηκαν Γυμνάσια, οι καθηγητές των οποίων δεν ήταν πια κληρικοί – όπως παλιά – αλλά απόφοιτοι των νέων πανεπιστημίων και των πολυτεχνικών σχολών που είχαν αρχίσει να ιδρύονται παντού την ίδια περίοδο. Το περίφημο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου – που ιδρύθηκε το 1810, κατά τη διάρκεια της γαλλικής κατοχής – για πρώτη φορά υιοθέτησε, παράλληλα με τη δραστηριότητα της διδασκαλίας, και αυτήν της έρευνας. Ο Χούμπολντ δήλωνε: «Η πανεπιστημιακή διδασκαλία δεν μας προσφέρει μόνο τη δυνατότητα να κατανοήσουμε την ενότητα της επιστήμης αλλά και την προοπτική της».

Για πρώτη φορά η μελέτη των μαθηματικών θα καταλάμβανε σημαντική θέση στα προγράμματα των νέων γυμνασίων και πανεπιστημίων. Οι φοιτητές ενθαρρύνονταν να σπουδάζουν Μαθηματικά για τα μαθηματικά· και όχι στα πλαίσια της εξυπηρέτησης των άλλων επιστημών ή πρακτικών αναγκών – πράγμα που ερχόταν σε μετωπική σύγκρουση με τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του Ναπολέοντα, ο οποίος θεωρούσε τα Μαθηματικά σε διατεταγμένη υπηρεσία των στρατιωτικών επεκτατικών στόχων της Γαλλίας.

Χούμπολντ λοιπόν εναντίον Ναπολέοντα. Οι θέσεις του πρώτου για τη μεταβίβαση από τη διδασκαλία της επιστήμης ως πρακτικού εργαλείου (θέση του δεύτερου), προς την αισθητικώς, τουλάχιστον, αρτιότερη αντιμετώπιση της γνώσης ως αυτοσκοπού σηματοδοτεί ακριβώς και αντανακλά τη βασική αντίθεση που διέπει τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό: ο γαλλικός, όπως και ο αγγλικός διαφωτισμός προέκρινε τον θετικιστικό ωφελιμισμό-πραγματισμό της νεότερης επιστήμης μέσω της εκπαίδευσης· ενώ η γερμανική πλευρά επέλεξε την νέο-ανθρωπιστική «ρομαντική» παιδεία, κόντρα στη ραγδαία αναπτυσσόμενη βιομηχανοποίηση, που ήταν το κεντρικό ιδεολόγημα της ισοπεδωτικής ιδεολογίας του έθνους-κράτους και της εθνικής ταυτότητας. Με άλλα λόγια, η γερμανική ιδεολογία ουδέποτε προσχώρησε στη γαλλο-αγγλική έννοια του έθνους-κράτους· αντίθετα, ενδυνάμωσε τον ήδη υπάρχοντα ιδεαλισμό και ενθάρρυνε ακόμη περισσότερο, μέσω του «δικού» της διαφωτισμού, την προϋπάρχουσα έννοια «Volk» («λαός»).

Η μεγάλη συστροφή των κωδίκων

Περνώντας στο κεντρικό σημείο της συζήτησης που μας ενδιαφέρει, διαπιστώνουμε ύστερα απ’ όσα γράψαμε τις δύο ακρογωνιαίες συστροφές των κωδίκων του νεότερου δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού – έτσι όπως αυτές προέκυψαν από τον Διαφωτισμό: από τη μια μεριά, εκδηλώνεται η τάση της θετικιστικής, ωφελιμιστικής, τεχνοκρατικής εκπαίδευσης που ασπάστηκε ο γαλλο-αγγλικός διαφωτισμός, και που θεωρείται η σημερινή κυρίαρχη τάση προς τα «εμπρός» του αχαλίνωτου καπιταλισμού-κυβερνητισμού. Και από την άλλη, αναδύεται η «ρομαντική», «νοσταλγική» τάση της κλασικής παιδείας, η οποία βέβαια σήμερα, στην καλύτερη περίπτωση, θεωρείται ως το γραφικό ορφανό παιδί της σύγχρονης εκπαίδευσης του τεχνολογικού επιστημονισμού. Παρεμπιπτόντως, να αναφέρουμε πως δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι, αναφορικά με την πολιτιστική παράδοση της αρχαιότητας, ο γερμανικός διαφωτισμός αγκάλιασε την αρχαία Ελλάδα, ενώ ο γαλλικός προέκρινε ασμένως την αρχαία ρωμαϊκή κληρονομιά.

Να λοιπόν ποιοι είναι οι δύο κώδικες που σφραγίζουν τον σύγχρονο πολιτισμό. Και τώρα ερχόμαστε στο κρίσιμο σημείο της συστροφής τους: είπαμε πως η θετικιστική (και η νέο-θετικιστική, βέβαια) εκπαίδευση που επικράτησε θεωρείται η θετικά λειτουργική, η προς τα «εμπρός» τάση των σημερινών «πολιτισμένων» κοινωνιών. Αντίθετα η «ρομαντική», η «αναχρονιστική» παιδεία αποτελεί ουσιαστικά το άλλοθι της εκπαίδευσης, για να μπορεί η τελευταία να αποσιωπά τις εφιαλτικές εξουσιαστικές επιπτώσεις της. Κι έτσι έχουμε πια το παράδοξο σχήμα, όπου η εξουσιαστική εκπαίδευση, ο στυγνός επιστημονισμός και η απρόσωπη, στεγνή «λογική» του κέρδους και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, να θεωρείται «ορθολογισμός». Απεναντίας, η «παρωχημένη» παιδεία του νέο-ανθρωπιστικού ιδεώδους να εκλαμβάνεται – τουλάχιστον εν δυνάμει, αν όχι εν ενεργεία – ως μια «σκοταδιστική», «προ-νεωτερική» επικίνδυνη επιστροφή ή παλινδρόμηση προς τον «ανορθολογισμό» του Μεσαίωνα (!!). Να λοιπόν με ποιον τρόπο το γνήσια «μπροστά» φαίνεται να είναι το «πίσω», ο αναχρονισμός, ο ιρασιοναλισμός – ενώ το γνήσιο «πίσω», το οπισθοδρομικό, το πραγματικά σκοταδιστικό μοιάζει να περνάει για ορθός λόγος, για ρασιοναλισμός. Αν αυτή δεν είναι η απόλυτη συστροφή/διαστροφή των κωδίκων του «πολιτισμού», τότε τι άλλο θα μπορούσε να είναι;

Ιδού οι αντίθετες προσλαμβάνουσες, που λέγαμε στο προηγούμενο σημείωμα, οι οποίες σχηματίζονται στις συνειδήσεις ενός εσωτερικού και ενός εξωτερικού παρατηρητή του πολιτισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, τι μπορεί να προσλάβει ένας «εσωτερικός παρατηρητής», ένας παρατηρητής που συμμετέχει με τα μπούνια μέσα σε όλον αυτόν τον κυκεώνα της εσωτερικής δια-στροφής του σύγχρονου «πολιτισμού»; μάλλον τον εκμαυλιστικό αντικατοπτρισμό της ψευδούς συνείδησής του. Αντίθετα ο «εξωτερικός παρατηρητής» (ο αποστασιοποιημένος «παντογνώστης αφηγητής», που λέμε στη Θεωρία της Λογοτεχνίας) έχει πολλά να παρατηρήσει και να πει, διότι είναι ο πρεσβευτής του Μη-Πολιτισμού, ο αγγελιοφόρος του πολιτισμού του Σύμπαντος.

Η εικασία του Ρίμαν ως επιμύθιο

Εντέλει! Όταν ο Ρίμαν πέθανε, σε ηλικία μόνο 39 ετών, η οικονόμος του έκαψε πολλές από τις αδημοσίευτες σημειώσεις του, προκειμένου να βάλει τάξη στο χάος που επικρατούσε στο γραφείο του, πριν οι πανεπιστημιακές αρχές του Γκέντινγκεν προλάβουν να τη σταματήσουν. Και υπάρχουν ενδείξεις πως ο Ρίμαν είχε αποδείξει πολύ περισσότερα απ’ όσα είχε δημοσιεύσει. Άρα, κατά κάποιον τρόπο, η οικιακή βοηθός του Ρίμαν συμμερίστηκε τη «μυστικοπάθεια» του εργοδότη της, κι έτσι απέτρεψε τη μεγαλειώδη ανακάλυψή του – την Κρίσιμη Ευθεία της διάταξης των πρώτων αριθμών – να γίνει βορά στις μιλιταριστικές ορέξεις της αδηφάγου καπιταλιστικής οικονομίας (πόσες και πόσες αγνές πρωτότυπες ανακαλύψεις δεν έχει μεταλλάξει άραγε σε εγκληματικές πράξεις, τόσο κατά της ανθρωπότητας όσο και κατά του υπόλοιπου οικοσυστήματος του πλανήτη;). Μια τέτοια οικιακή βοηθό χρειάζεται σχεδόν κάθε ευφυές μυαλό, μέχρις ότου αλλάξει η κοινωνική οργάνωση των πραγμάτων του δυτικού πολιτισμού, έτσι ώστε οι μεγαλοφυείς ανακαλύψεις/επινοήσεις των γνήσιων στοχαστών να συνεισφέρουν στην αταξική, αδιαμεσολάβητη (και όχι ταξική-εξουσιαστική) κοινωνία του συμπαντικού πολιτισμού «Κάπου Αλλού».

Λοιπόν, πρώτοι (αριθμοί) = ρίζες (συνάρτησης ζ) = κύματα (ηχητικά) <=> Ε = mc2

Όμως, Pauca sed matura (= λίγα αλλά ώριμα)

18/3/2016

 

ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

Από τον Νώντα Κούκα

 

Η αποκωδικοποίηση των κωδικών του σύμπαντος

 

Στο προηγούμενο σημείωμα μιλήσαμε για τον λογικό-διανυσματικό χάρτη της υφής του πολιτισμού. Παρουσιάσαμε ένα κυκλικό σχήμα, έναν κώδικα πέντε (5) διανυσματικών σημείων, όπου εμπλέκονται το Α(νάγκη) και το Δ(υνατότητα) σε μια σχέση πέντε πιθανοτήτων. Ειδικότερα αναλύσαμε την εν λόγω σχέση σε τέσσερις δυναμικές διαδικασίες που προκύπτουν ως «σπασμένες συμμετρίες» από την Α(ει)κίνητη κατάσταση πέντε, η οποία συνιστά τη γενεσιουργό ταυτότητα, την «τετριμμένη» συμμετρία που «δεν πειράζουμε», Α = Δ.

 

Θεωρούμε πως οι δύο αυτές έννοιες, «Ανάγκη-Δυνατότητα», εκλαμβανόμενες στο άκρον άωτον της γενίκευσης και της αφαίρεσής τους – στην περίπτωση δηλαδή στην οποία κάθε μία από αυτές διαθέτει ένα και μόνο ένα χαρακτηριστικό – αποτελούν τις δύο ευρύτατες έννοιες του αλγορίθμου της Οικονομίας ως Πρωταρχικής Πληροφορίας που «άναψε» τις μηχανές της Ιστορίας, της Κοινωνίας και του Πολιτισμού. Μέσα σε αυτές τις δύο, σε απώτατο σημείο γενικευμένες στην έννοιά τους, «εντολές» του αλγορίθμου μπορεί να κωδικευτεί καταλλήλως ολόκληρο το υπόλοιπο τμήμα των ειδικότερων πληροφοριών της κοσμικής φύσης. Γι’ αυτό άλλωστε ταυτίσαμε το πιο πάνω διανυσματικό σχήμα με τον γνωστό μας πια πρωταρχικό τύπο του Τύπου της Οικονομίας, (ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ) ΠΡΟΣΦΟΡΑ => (ΠΟΛΙΤΙΚΗ) ΖΗΤΗΣΗ + (ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΟ) ΚΕΡΔΟΣ.

 

Η Άναρχη Πρωταρχική Μονάδα, ο γεννήτορας της ταυτότητας πέντε (Α = Δ), ορίζοντας την πρώτη περίπτωση του διανύσματος Α => Δ, προϋπέθεσε ως αναγκαία συνθήκη την απο-ταύτιση, την αποκόλληση, τον διαχωρισμό του Α από το Δ. Άρα, η ταυτότητα καταλύθηκε και μαζί μ’ αυτήν καταλύθηκε και η α(ει)κινησία. Με άλλα λόγια, η πρώτη κίνηση, η πρώτη μετατόπιση προς τα «δεξιά», μεταφράζεται στην εξής εικόνα: το Α να σπρώχνει, να ωθεί το Δ συμμετρικώ τω τρόπω. Η εν λόγω εικόνα όμως, δεν είναι παρά η τελική ειδητική παραλλαγή εκ των ένδον. Έξωθεν η φαινομενική εικόνα είναι φυσικά μια μεταμφιεσμένη, απατηλή σύνθεση – ένα Φαινόμενο που παρασύρει τη συνείδηση του παρατηρητή. Μοιάζει δηλαδή σαν το Α να είναι η αιτία και το Δ το αιτιατό, το αποτέλεσμα.

 

Τώρα, από εδώ και πέρα, οι υπόλοιπες περιπτώσεις μπορούν να (υπο-)δηλωθούν ως μια σειρά αντιθετικών σχέσεων του εσώτερου με το εξώτερο – αυτού που υπάρχει πριν από την εκδήλωση και δεν φαίνεται (ο λογικός ειρμός της αναγκαίας συνθήκης)· και αυτού που εκδηλώνεται και φυσικά φαίνεται (η υλική – ικανή – συνθήκη). Έτσι, στη δεύτερη περίπτωση η Συστολή, ως εσωτερική διαδρομή του Α προς το Δ και του Δ προς το Α, εκδηλώνεται με το αντίθετό της, τη Διαστολή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο εξωτερικός παρατηρητής προσλαμβάνει ένα αέναο διαστελλόμενο σύμπαν.

 

Στην τρίτη περίπτωση ο εσωτερικός παρατηρητής παρατηρεί κίνηση του Δ προς το ακίνητο Α ή κίνηση του Α προς το ακίνητο Δ. Ο εξωτερικός παρατηρητής προσλαμβάνει την αντίθετη φορά, αντιστοίχως: κίνηση του Α προς το ακίνητο Δ ή κίνηση του Δ προς το ακίνητο Α. Εξού και η συναγωγή του σχετικιστικού χρόνου, του μη-Ταυτοχρονισμού και των τεσσάρων (4) δυνάμεων της φύσης. Όλα αυτά προκύπτουν μάλλον από την αδυναμία μας να βιώσουμε «αντικειμενικά» το σύμπαν, κι έτσι μπορεί να βλέπουμε μοτίβα που δεν υπάρχουν.

 

Τέλος, η πέμπτη περίπτωση, η α(ει)κινησία, χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Μπορεί κάτι που είναι σταθερό και ακίνητο να εξελίσσεται ταυτοχρόνως στο διηνεκές; Και βέβαια, απαντάμε, αλλά τώρα περνάμε σε ανώτερες μαθηματικές σφαίρες: το Τοπολογικό Αναλλοίωτο 1, η Άναρχη Πρωταρχική Μονάδα, ή αλλιώς η Φανταστική Πληροφορία, που για να υπάρχει σταθερή και αναλλοίωτη στο «Κάπου Αλλού», πρέπει να λαμβάνει χώρα και να εξελίσσεται το πραγματικό της περιεχόμενο σε ένα εικονικό, γήινο «εδώ και τώρα» (λέγε με αλλιώς εντροπία). Ιδού λοιπόν γιατί ο εξωτερικός παρατηρητής εκλαμβάνει την ακινησία της ταυτότητας Α = Δ ως αεικίνητον «ορατό σύμπαν» (perpetuum mobile). [σ.σ.: Μηχανή, που αφού τεθεί σε λειτουργία μπορεί από κει και πέρα να κινείται διαρκώς, δίχως την επίδραση δυνάμεων.] Το αεικίνητον τελικά δεν είναι παρά η σκιά του α(ει)κινήτου – Τοπολογικό Αναλλοίωτο 1: ο μη-πολιτισμός στο «Κάπου Αλλού».

 

Η τοπολογική ταυτότητα του Φανταστικού (μη-)Πολιτισμού

 

Και να που αισίως πια μπαίνουμε σε βαθύτερα νερά. Καταρχάς, να υπενθυμίσουμε πως είπαμε ότι το ακίνητο Τοπολογικό Αναλλοίωτο 1 εξισούται μορφικά με το μοναδιαίο διάνυσμα Α => Δ, με τιμές Α =1 και Δ =1 (θυμόμαστε βέβαια πάντα πως Α είναι ανάγκη στο ακρότατο τανυστικό της όριο, το ίδιο και το Δ ως δυνατότητα στο μέγιστο σύνορο της έννοιας της αυτήν καθεαυτήν). Ισχυριστήκαμε επίσης πως το «βέλος του χρόνου» προκύπτει από την ψευδαίσθηση της συμμετρικής κίνησης της περίπτωσης (α) καθώς το Α μετατοπίζει προς τα «δεξιά» το Δ συνεχώς και αδιαλείπτως, με αποτέλεσμα η κίνηση αυτή να εκλαμβάνεται από τον εξωτερικό παρατηρητή σαν την ντετερμινιστική αρχή αιτίου-αποτελέσματος.

 

Τώρα η εν λόγω κίνηση έναρξης του ιστορικού χρόνου προς τη μια πλευρά του διανύσματος εύκολα δικαιολογεί τη μονοσήμαντη προς τα δεξιά κίνηση εξέλιξης του δεξιού σκέλους της ταυτότητας Α = Δ στην περίπτωση (5), όπου ο εξωτερικός παρατηρητής εκλαμβάνει την εσωτερική ακινησία μέσω μιας αντίθετης εξωτερικής κίνησης. Το θέμα όμως που προκύπτει είναι το εξής: πώς εξηγείται η έναρξη της αντίθετης κίνησης του Α προς την «αριστερή» κατεύθυνση – αφού έχουμε ορίσει εξαρχής τη συνθήκη σαν ένα διάνυσμα προς τα «δεξιά»; Η εξήγηση αυτή άρχεται με την περίπτωση (β) όπου το Α κινείται προς το Δ και το Δ προς το Α. Όμως αυτή η συγκρουσιακή σχέση είναι η αναγκαία συνθήκη της εξήγησης – όχι η ικανή. Η τελευταία δικαιολογείται αν βάλουμε στο «παιχνίδι» τις δύο περιπτώσεις (γ) και (δ), οι οποίες κατά βάση συμπεριφέρονται σαν ένας απλός ταλαντωτής· δηλαδή σαν ένα σύστημα που χαρακτηρίζει οτιδήποτε εμφανίζει μια περιοδική συμπεριφορά. Το πιο απλό παράδειγμα που μπορούμε να δώσουμε είναι το εκκρεμές· τούτο ταλαντώνεται περιοδικά από τα αριστερά προς τα δεξιά και από τα δεξιά προς τα αριστερά.

 

Έτσι ακριβώς πρέπει να δούμε κατά βάση την κίνηση του Α προς το Δ και του Δ προς το Α: σαν μια περιοδική ταλάντωση από αριστερά προς τα δεξιά και από τα δεξιά προς τα αριστερά. Αν τώρα τοποθετήσουμε ένα εκκρεμές μπροστά σε έναν καθρέφτη, το είδωλο εμφανίζεται να κάνει ό,τι ακριβώς και το πρωτότυπο, με την εξής όμως διαφορά: όταν το είδωλο βρίσκεται στην ακραία δεξιά θέση, το πρωτότυπο βρίσκεται στην ακραία αριστερή. Και οι δύο αυτές καταστάσεις λαμβάνουν χώρα στο αρχικό σύστημα, εκεί όμως διαχωρίζονται από μια χρονική υστέρηση, ακριβώς μισής περιόδου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ταλαντούμενο εκκρεμές έχει ένα είδος συμμετρίας, όπου μια χωρική αλλαγή (είδωλο αριστερά-δεξιά) είναι ισοδύναμη με μια χρονική αλλαγή (αναμονή μισής περιόδου). Τούτες οι χωροχρονικές συμμετρίες είναι θεμελιώδεις για δομές σε περιοδικά συστήματα.

 

Τώρα πια γίνεται πιο ξεκάθαρη η κατάσταση στον λογικό διανυσματικό μας χάρτη, καθώς φαίνεται καλύτερα ότι η κατοπτρική συμμετρία των περιπτώσεων (γ) και (δ) μετατρέπεται σε ταλαντωτή, εισάγοντας έτσι την έννοια των χωροχρονικών συμμετριών. Καθώς όμως εισάγονται οι χωροχρονικές συμμετρίες, εισάγονται ταυτοχρόνως οι έννοιες τόσο του διαισθητικού/ψυχολογικού χρόνου όσο και η έννοια της Συνείδησης ως ταλαντωτή πληροφορίας. Εν πάση περιπτώσει, συνάγουμε πλέον τα εξής: η περίπτωση (α) εισάγει την « αρχή της αιτιότητας» και του «αποχρώντος λόγου» και άρα τον ιστορικό χρόνο· η περίπτωση (β) ως «σπασμένη συμμετρία» της περίπτωσης (α) εισάγει την έννοια του σχετικιστικού χρόνου, του μη-ταυτοχρονισμού και τις συμπαρομαρτούσες φυσικές δυνάμεις· οι περιπτώσεις (γ) και (δ) συναποτελούν, ως άλλη μια «σπασμένη συμμετρία» της περίπτωσης (β), τον φυσικό ταλαντωτή της συνείδησης η οποία εισάγει αβίαστα την έννοια του ψυχολογικού βέλους του χρόνου που τόσο επίμονα μας διέπει όλους – και όλα μαζί αυτά εισάγουν την έννοια του (δυτικού) πολιτισμού ως σκιάς του μη-Πολιτισμού. Διότι παράλληλα, και τώρα έρχεται η στιγμή να το πούμε, προκαλεί και την περιβόητη διάκριση αντικειμένου/υποκειμένου, μια διάκριση που ταλανίζει τη γνωσιολογία του (δυτικού) πολιτισμού από καταβολής του.

 

Και κάπως έτσι πια φτάνουμε στο διά ταύτα (για σήμερα, βέβαια): όλα τα πιο πάνω κομμάτια συμπληρώνουν το παζλ στην εξήγηση που δικαιολογεί την αμφιδέξια κίνηση (διπλή κατεύθυνση) του α(ει)κίνητου της «πέμπτης ταυτότητας». Ο ιστορικός χρόνος +  (συν) η αρχή της αιτιότητας της πρώτης περίπτωσης Χ (επί) τον σχετικιστικό χρόνο, τον μη-Ταυτοχρονισμό (στο εκδηλωμένο «σύμπαν» δεν υπάρχει πουθενά το ίδιο Τώρα) + (συν) η λογική κατασκευή «φυσικές δυνάμεις» Χ (επί) την έλευση του φυσικού ταλαντωτή των περιπτώσεων (γ) και (δ), που όμως ερμηνεύει εξωτερικά τη Συνείδηση ως «συνείδηση» του διαισθητικού χρόνου και τη διπολική διάκριση υποκείμενο/αντικείμενο ως ψευδαισθητική έννοια «εαυτός» = (ίσον) το γινόμενο-προϊόν του αριστερού σκέλους της εξίσωσης Α = Δ.

 

[(Ιστορικός χρόνος + αρχή της αιτιότητας) Χ (σχετικιστικός μη-Ταυτοχρονισμός + φυσικές δυνάμεις) Χ (φυσικός ταλαντωτής Συνείδηση)] = Α <=> Δ.

 

Άρα έχουμε μια γνήσια ταυτότητα Α = Δ και όχι μια «τετριμμένη» ταυτολογία «Α = Δ».

 

Έτσι το Πραγματικό του αεικινήτου ολοκληρώνεται ως μια Φανταστική Συνεχής Εξέλιξη του Ακινήτου προς την αυτογνωσία του.

 

11/3/2016

ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Από τον Νώντα Κούκα

Ο κώδικας του γνήσιου πολιτισμού «Κάπου Αλλού»

Ανοίγοντας τη συζήτηση περί μη-δυτικής διαφώτισης, καλό είναι να γίνει η εξής διευκρίνιση: δεν είναι καθόλου τυχαία η επιλογή του όρου «μη-δυτικός»• θα μπορούσε στη θέση του να ήταν ο όρος «αντι-δυτικός». Ο πρώτος όμως όρος είναι συντριπτικά ευρύτερος από τον δεύτερο – χώρια ότι είναι τελείως αχαρτογράφητος σε σχέση με τον δεύτερο, αφού ποτέ και πουθενά δεν μπορεί εμπειρικά να εξακριβωθεί, έστω και ένα φασματικό πλαίσιο μη-δυτικού πολιτισμού. Απεναντίας, αντι-δυτικοί πολιτισμοί έχουν παρατηρηθεί, ερμηνευτεί και παρερμηνευτεί από ανθρωπολόγους – είναι οι πολιτισμοί αυτοί που συλλήβδην μπορούμε να ονομάσουμε «εξωτικούς πολιτισμούς».

Ουσιαστικά η έννοια του μη-δυτικού πολιτισμού συνεπάγεται την έννοια του μη-πολιτισμού, αφού όπως έχουμε ξαναπεί δεν έχουμε γνωρίσει άλλο πολιτισμό από τον δυτικό πολιτισμό. Υπάρχει άραγε λογικό επιχείρημα που να υποστηρίζει ότι ο (δυτικός) πολιτισμός είναι μια αναγκαία παρενέργεια, το αναγκαίο κακό, ενός εξελιγμένου κοσμικού πειράματος που εξελίσσεται σε έν-χρονο μοτίβο αλλά ανήκει σε ένα ά-χρονο «Κάπου Αλλού»; Με άλλα λόγια, μπορεί να σταθεί ένας συλλογισμός που να υποδεικνύει σοβαρά ότι ο πολιτισμός που γνωρίσαμε μέχρι σήμερα είναι η «σκιά» ενός ασύλληπτα υπέρτερου κοσμικού πολιτισμού; Εκ πρώτης όψεως, τα ερωτήματα αυτά μοιάζουν με ευφάνταστα σενάρια επιστημονικής φαντασίας• μια πιο προσεκτική όμως ματιά μπορεί να φέρει στο φως άλλα πράγματα που ανατρέπουν την παραπάνω εκδοχή.

Καταρχάς, υπάρχει η ισχυρή ένδειξη που συνομολογείται τόσο από τη φιλοσοφικο-επιστημονική όσο και από την κοινή αντίληψη, ότι ο δυτικός πολιτισμός είναι μαθηματικά βέβαιο πως δεν θα μπορέσει να επιβιώσει πάνω στον πλανήτη Γη – χρειάζεται οπωσδήποτε ένας επόμενος πλανήτης. Είναι βέβαια ο αδηφάγος καπιταλισμός που συμπαρασύρει, σαν τσουνάμι, τα πάντα στο διάβα του. Ναι, αλλά από την άλλη μεριά, επιβάτες πρόθυμοι στο φρενήρες αυτό όχημα-ολετήρα της ανθρωπότητας φαίνεται να είναι το μεγαλύτερο τμήμα της γνωστής ανθρωπότητας. Άρα, οι μεσσιανικές προσδοκίες για την έλευση ενός καλύτερου κόσμου σε τούτον εδώ τον πλανήτη, μάλλον λογικά αποκλείονται από τις ίδιες τις μάζες – εκτός κι αν συμβεί κάποιο θαύμα…

Έπειτα, περνάμε σε επιστημονικές παρατηρήσεις: έχουμε γράψει αλλού πως ό,τι περνάει σαν «συνείδηση», μάλλον δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα φάντασμα, ένα όνειρο, μια στιγμιαία λάμψη του νου. Παράλληλα η κβαντική θεωρία δείχνει ότι η σύλληψη της πραγματικότητας αυτής καθεαυτήν είναι ασύλληπτη. Τα μαθηματικά, από την άλλη, έχουν διασκορπιστεί και διασπαρεί σε μύρια όσα απίθανα αυτοαναφορικά πεδία. Έτσι το μόνο που πετυχαίνουν είναι να εξυπηρετούν πειθήνια τη ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη – τον τεχνολογικό εξωτερικό πολιτισμό (που είναι όμως καταφανώς εναντίον του πνευματικού, εσωτερικού πολιτισμού).

Ο κώδικας των αναγκών και των δυνατοτήτων στον Ιστορικό (γήινο) πολιτισμό

Ο άνθρωπος του 21ου αιώνα ζει σε έναν κόσμο εκπληκτικής ανάπτυξης των τεχνολογικών δυνατοτήτων και αναγκών. Ναι, αλλά δεν πρέπει να δούμε ενδελεχέστερα τι εστί τεχνολογική δυνατότητα και ανάγκη; Ουσιαστικά τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη, είναι μετασχηματισμοί που λαμβάνουν χώρα στην ανθρώπινη «συνείδηση», με σταθερό σημείο αναφοράς (λέγε με αναλλοίωτο) τη χρονομηχανή του ανθρώπινου εγκεφάλου. Παρότι στη φαινομενολογική τους εποπτεία το νόημα των εννοιών «δυνατότητα-ανάγκη» μοιάζει να είναι κυκλικό (η δυνατότητα δημιουργεί ανάγκη και η ανάγκη δυνατότητα), προχωρώντας στις κατάλληλες ειδητικές αναγωγές ένας καθαρός φιλόσοφος /λογικολόγος/μαθηματικός μπορεί να αναχθεί σε εκπληκτικές φαινομενολογικές διαπιστώσεις: ορίζουμε ας πούμε ένα μοναδιαίο διάνυσμα Α –> Δ , όπου στο Α έστω τοποθετούμε την ανάγκη και στο Δ τη δυνατότητα, οι τιμές των οποίων είναι ίσες (1 και 1). Τώρα πόσες πιθανές διαδρομές μπορούν να οριστούν, προκειμένου το Α να συναντήσει το Δ;

α) Δύο μονόδρομες• καθώς το Α μετακινείται προς το Δ, ενώ συγχρόνως και το Δ μετακινείται, όμως προς τα δεξιά. Αποτέλεσμα, συνεχής και συμμετρική αύξηση του Α και του Δ, δίχως καμία προοπτική ταύτισής τους – δηλαδή η έναρξη του ιστορικού ρου, ο πολιτισμός ως σκιά-επεικόνιση του «Κάπου Αλλού» πολιτισμού πάνω στη Γη.

β) Μια διαδρομή σύγκρουσης, όπου το Α κινείται προς το Δ και το Δ προς το Α. Εδώ τι έχουμε; Θετική αύξηση του Α και αρνητική αύξηση του Δ, μέχρι να συναντηθούν στο σημείο μηδέν – δηλαδή «σπασμένη συμμετρία» της πρώτης περίπτωσης. γ) Διατηρείται σταθερό το Α ενώ το Δ κινείται προς τα «πίσω», μέχρι να συμπέσει με το Α – δηλαδή μια υποπερίπτωση της σπασμένης συμμετρίας της περίπτωσης (β). δ) Το αντίθετο: σταθερό το Δ και κινείται προς τα «εμπρός» το Α, μέχρι να πέσει πάνω στο Δ – δηλαδή η άλλη όψη της περίπτωσης (γ).

Και τέλος, ε) μια ιδεατή εικόνα: Α και Δ σταθερά και ακίνητα – ο γνήσιος πολιτισμός ως μη-πολιτισμός, η πρωταρχική συμμετρία, ο πολιτισμός στο «Κάπου Αλλού».
Τελικά με το παραπάνω σχήμα επανερχόμαστε στη Φιλοσοφία της Οικονομίας και στον πρωταρχικό τύπο μέσω του (οικονομικού) αλγορίθμου που έβαλε μπρος τον δυτικό πολιτισμό:

«Η οικονομία-ως σύστημα- είναι μια διαδικασία που μετασχηματίζεται διαρκώς στο χώρο και στο χρόνο. Ενυπάρχει όμως και σε αυτή μια βασική «πληροφορία»-στο DNA της θαρρείς-που παραμένει σταθερή και αναλλοίωτη. Τούτη η πληροφορία, όσους διαφορετικούς «θορύβους» και αν προσκτάται στους συνεχείς μετασχηματισμούς, αποκωδικοποιείται ως μία λογική συνεπαγωγή συν μία μαθηματική επαγωγή: (ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ) ΠΡΟΣΦΟΡΑ => (ΠΟΛΙΤΙΚΗ) ΖΗΤΗΣΗ + (ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΟ) ΚΕΡΔΟΣ» (Φιλοσοφία της Οικονομίας Ι) .

4/3/2016

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΛΛΟΘΙ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (ΙΙ)

(συνέχεια του προηγούμενου κειμένου «Τζιχάντ» Ι)

Από τον Νώντα Κούκα

Προοίμιο

Πολύ σχηματικά και αδρομερώς, αφού η έννοια «πολιτισμός» είναι αδύνατον να οριστεί επακριβώς, περιγράφουμε ένα πολιτισμικό και ένα πολιτιστικό επίπεδο, τοποθετώντας στο πρώτο την εσωτερική μορφοποίηση και στο δεύτερο την εξωτερική έκφραση του πολιτισμού. Έτσι, στον «εσωτερικό πολιτισμό» περιλαμβάνουμε τα πνευματικά,μη υλικά,κυρίως, επιτεύγματα των ανθρώπινων κοινωνιών – την κουλτούρα τους, θα λέγαμε. Ως «εξωτερικό πολιτισμό» θεωρούμε τα τεχνικά και τεχνολογικά επιτεύγματα της ανθρωπότητας – αυτά που καθιστούν την υλική ζωή των ανθρώπων πιο άνετη και ευεπίφορη. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνουμε ότι τούτη η διάκριση καλό είναι να εκλαμβάνεται ως συμβατική και καθόλου τελεσίδικη.

Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες

Να όμως που η πιο πάνω λεπτή διάκριση είναι συγχρόνως και κρίσιμη, εφόσον η ίδια συνιστά τη «λεπτομέρεια» μέσα στην οποία κρύβεται κυριολεκτικά ο διάβολος. Διότι, αν πράγματι ο «εσωτερικός πολιτισμός» λειτουργεί εξαγνιστικά για τον βαρύ, υλικό «εξωτερικό πολιτισμό», τότε θα μπορούσε επίσης να λειτουργεί εξιλεωτικά για τις ανοσιουργίες και τα ανομήματα που διαπράττει η εξουσία. Η οποία, ως γνωστόν, λαδώνει τα γρανάζια και εκκινεί τον ιστορικό πολιτισμό της ανθρωπότητας, έτσι όπως τον γνωρίζουμε. Με άλλα λόγια, το «πνεύμα» και η «κουλτούρα» ενός (υποτιθέμενου) ανυψωμένου πολιτισμού κάλλιστα μπορεί να γίνει το πρόσχημα για την τέλεση των μεγαλύτερων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.

Από την άλλη μεριά, θα ρωτήσουμε: θέτοντας ως αυτοσκοπό ένα υψηλό υλικό βιοτικό επίπεδο, δε θα μπορούσε άνετα να συντελείται και η μεγαλύτερη φρικωδία εις βάρος του πιο αδύναμου αλλά συγχρόνως και του πιο φυσιολογικού; και προς όφελος του ταξικού πολιτισμού που αποβλέπει στον καταναγκασμό και την κυριαρχία – την Εξουσία, περιληπτικά; Άλλωστε γινόμαστε ήδη αυτόπτες μάρτυρες του συνεχούς, και όχι στιγμιαίου, μέγιστου εγκλήματος που έχει διαπραχθεί ποτέ σε βάρος των πιο αδύναμων ανθρώπων και όχι μόνο. Μιλάμε για τον δυτικό πολιτισμό – ιδιαίτερα στη φάση του κατά την οποία ξεδιπλώθηκαν οι μεγάλες υπερπόντιες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ολλανδία) και οι οποίες αποικιοποίησαν τον υπόλοιπο κόσμο δια πυρός και σιδήρου, και μάλιστα στο όνομα …της «διαφώτισής» του.

Αλλά και σήμερα που μιλάμε, το «αμερικάνικο όνειρο» αποτελεί το πρότυπο της ευημερούσας δύσης, για να ζουν καλύτερα (;) οι δυτικοί, και γι’ αυτό πρέπει να είναι σε συνεχή εγρήγορση η μεγαλύτερη φονική μηχανή όλων των εποχών, που ακούει στο όνομα (αγοραίος) καπιταλισμός. Και ας μην ξεχνάμε το Ολοκαύτωμα (αν και πάρα πολλοί επιτήδειοι έχουν βαλθεί να μας κάνουν να το ξεχάσουμε, εξισώνοντας ισοπεδωτικά έννοιες και ορισμούς), μια ανεξίτηλη μελανή σελίδα του δυτικού πολιτισμού: ο ναζισμός είναι το «επιστημονικό» κτήνος του φασισμού που εξέθρεψε από τα γεννοφάσκια του ο δυτικός πολιτισμός, με την επίμονη και αέναη διδαχή που εσωκλείεται και συμπυκνώνεται στο «πας μη Έλλην βάρβαρος» [σημείωση του συγγραφέα: εδώ ο «Έλλην», ας εκλαμβάνεται υπό την ευρύτερη έννοιά του, ως κάτοχος της δυτικής (διαχρονικής) παιδείας]. Εξάλλου, η ίδια η αφήγηση του «εκπολιτισμού των βαρβάρων» από τον «Μέγα» Αλέξανδρο, τι άλλο μπορεί να είναι παρά η διήγηση αυτή καθεαυτή της συνεχούς υπεροψίας της «παλαιάς» Babylon (Μεσοποταμία-Βαβυλώνα, αρχαία Ελλάδα, ελληνιστικοί χρόνοι, ρωμαϊκή αυτοκρατορία, βυζαντινή αυτοκρατορία, ευρωπαϊκές παλαιότερες και νεότερες αυτοκρατορίες), μέχρι τη σύγχρονη καπιταλιστική μονοκρατορία.

Επειδή κάποιοι πονηρότατοι χωρίζουν τον «χριστιανισμό» σε «κακό» δυτικό και «καλό» ανατολικό, ορθόδοξο, τους λέμε πως τόσο, παλαιότερα, η βυζαντινή αυτοκρατορία όσο και η πιο σύγχρονη ρωσική αυτοκρατορία καταδεικνύουν πως ο δυτικός πολιτισμός και όλες οι εκδοχές του χριστιανισμού ως κοσμικού συστήματος πάνε χέρι-χέρι και σε απόλυτη αγαστή συνεργασία – παρά τις όποιες εσωτερικές διαμάχες τους. Και αν θέλουμε να κάνουμε μια γνήσια κριτική της κριτικής του δυτικού πολιτισμού, πρέπει να καταλήξουμε στην εξής παραδοχή: δυτικός πολιτισμός, χριστιανισμός και καπιταλισμός είναι έννοιες υπάλληλες – η μια μπαίνει κάτω από την άλλη – και παραπληρωματικές. Το δε κόκκινο νήμα που τις συνδέει όλες μαζί, ή μάλλον η χρυσή κλωστή που τις γνέθει, είναι η ιταμή επεκτατικότητα του ωμού ιμπεριαλισμού τους.

Ας μη λησμονούμε δύο πράγματα: α) Ο ιστορικός πολιτισμός που αυτο-δηλώνεται ως τέτοιος, είναι εξ ορισμού δεσποτικός και άρα ταξικός-εξουσιαστικός• χαρακτηρίζεται δηλαδή από έναν πρωτόλειο ιμπεριαλισμό. β) Πρώιμα σπέρματα χρηματικής οικονομίας («αφελούς καπιταλισμού») συναντάμε στη Μεσοποταμία. Με άλλα λόγια, ο σύγχρονος χρηματοπιστωτικός κόσμος είναι το αποτέλεσμα της οικονομικής εξέλιξης τεσσάρων χιλιάδων ετών.

Περί ταυτολογιών

Τελικά, αυτό που συνάγεται, μέχρι στιγμής, απ’ όσα γράψαμε είναι ότι: ο δυτικός πολιτισμός είναι ταυτολογικός «πολιτισμός», διότι μονάχα αυτόν γνωρίζουμε ως τέτοιον (πολιτισμό). Στη λογική μια ταυτολογία δε δίνει καμιά πληροφορία, αφού το ίδιο το κατηγόρημά της είναι ενσωματωμένο στο υποκείμενό της: ο κύκλος είναι στρογγυλός, το σώμα έχει έκταση• μπορούμε, κοντολογίς, να δηλώσουμε μόνο τον κύκλο ή το σώμα, αφού τόσο η στρογγυλότητα όσο και η έκταση εξυπακούονται. Έτσι και η έννοια «πολιτισμός»: ο πολιτισμός είναι ταξικός-εξουσιαστικός, δεσποτικός και εντέλει δυτικός. Στο εννοιολογικό δίκτυο της δυτικής σκέψης και κουλτούρας μας – και προσοχή, όλοι μας μετέχουμε σε αυτό – πολιτισμός = πολιτιστική καταπίεση + πολιτισμική εξιλέωση. Αυτή είναι η εξίσωση που διαπερνά πέρα ως πέρα τη δυτική ιστορική συνείδηση, αναφορικά με την έννοια του πολιτισμού – είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα.

Κοντολογίς, ο μέσος δυτικός άνθρωπος διαθέτει μια διαισθητική, κοινή πολιτισμική συνείδηση, η οποία τον ενώνει πάραυτα με τους προηγούμενος μέσους δυτικούς ανθρώπους πάνω σε μια (θετική) καμπύλη τεσσάρων χιλιάδων ετών, όπου εξελίχθηκε ο αλγόριθμός της έννοιας: «πολιτισμός». Το γεγονός αυτό αποτελεί μάλιστα μια φιλοσοφική απόδειξη για την ταυτολογική ένδειξη πολιτισμός = δυτικός πολιτισμός, ως αυτοαναφορά. Τώρα όμως γεννιέται ένα μεγάλο επιστημολογικό ερώτημα: άραγε όλοι οι πολιτισμοί, ακόμη και αυτοί που άνθησαν ίσως εκτός του δυτικο-πολιτισμικού χώρου είναι φύσει και θέσει ταξικοί πολιτισμοί καταναγκασμού και κυριαρχίας, με άλλοθι;

Να λοιπόν που το θέμα σοβαρεύει εκθετικά. Πράγμα που συνεπάγεται ότι το επιστημολογικό ερώτημα μετασχηματίζεται σε οντολογικό: σε μια εσφαλμένη ερώτηση δίνεται αναγκαστικά μια εσφαλμένη απάντηση, και το αντίστροφο: σε μια σωστή ερώτηση δίνεται μια σωστή απάντηση. Πριν λοιπόν απαντήσουμε στην πιο πάνω ερώτηση κρίσης, θα πρέπει να προϋποθέσουμε ένα άλλο αναγκαίο ερώτημα: ποιος ρωτάει και ποιος απαντάει. Διότι εδώ μιλάμε πλέον για εννοιολογικούς και κατ’ επέκταση γλωσσικούς κώδικες. Ας κάνουμε το εξής νοητικό πείραμα. Φανταζόμαστε τις παρακάτω εικόνες: α) δύο δυτικοί συνομιλούν για τον δυτικό πολιτισμό (τους)• β) δύο μη-δυτικοί συνομιλούν για τον δυτικό πολιτισμό• γ) ένας δυτικός και ένας μη-δυτικός συνδιαλέγονται για τον δυτικό πολιτισμό. Το ίδιο σχήμα υποθέστε όχι για δυτικούς/μη-δυτικούς, αλλά και για δυτικότροπους/μη-δυτικότροπους. Επίσης θεωρήστε τα ίδια εικονικά σχήματα για τα ίδια είδη συνομιλίας, αλλά αυτή τη φορά με θέμα όχι τον δυτικό αλλά τον μη-δυτικό πολιτισμό (που πρέπει βέβαια να οριστεί: μη-δυτικός πολιτισμός = αντι-δυτικός πολιτισμός;• ή μη-δυτικός πολιτισμός πολιτισμού; – δηλαδή μη-δυτικός πολιτισμός ισούται με μη-πολιτισμό;).

Τώρα πια είναι ολοφάνερη η σύγχυση που μπορεί να επικρατήσει σε μια τέτοιου είδους συζήτηση και αν δεν διασαφηνιστούν οι κώδικές της και οι όροι διατύπωσής τους, κινδυνεύει στα σίγουρα να οδηγηθεί σε μια ατέρμονη δολιχοδρομία.

Πρόσω ολοταχώς για έναν μη-δυτικό διαφωτισμό

Και εδώ ακριβώς τίθεται πια το μέγα ζήτημα για την κριτική της κριτικής του παλαιού διαφωτιστικού προτάγματος που έβαλε τα θεμέλια της νεωτερικής φάσης του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος: η κριτική του δυτικού πολιτισμού έγινε από τα μέσα, από δυτικοευρωπαίους (εδώ συμπεριλαμβάνονται και οι αμερικανοί βεβαίως) στοχαστές – και καλώς έγινε αυτό, τότε. Όμως η εν λόγω κριτική αρκεί για σήμερα – ή είναι καλό να επανερχόμαστε ολοένα και ολοένα σε αυτήν, όποτε νομίζουμε ότι η δεινή θέση στην οποία έχει περιέλθει ο σύγχρονος δυτικός καπιταλισμός οφείλεται μόνο και μόνο στο ότι δεν έχουν υλοποιηθεί κατά γράμμα οι θεμελιώδεις αξίες του Διαφωτισμού; Μα ακριβώς εκεί είναι το ζήτημα: δεν υλοποιήθηκαν γιατί αυτοί που ρώτησαν και αυτοί που κλήθηκαν να απαντήσουν ανήκουν στα σπλάχνα αυτού που ήθελαν να ανατρέψουν (ήταν μέρος του προβλήματος, οπότε πώς ένα μέρος του προβλήματος μπορεί να ανατρέψει ριζικά ολόκληρο το σύστημα; – πρόκειται μάλλον για μια σισύφεια πράξη). Εξυπακούεται βέβαια ότι ο Διαφωτισμός έπρεπε να υπάρξει όπως υπήρξε, ειδάλλως εμείς αυτή τη στιγμή δεν θα γράφαμε ό,τι γράφουμε. Απλά, βάζουμε το εξής ερώτημα: ποια, άραγε, η ειδοποιός διαφορά μιας κριτικής στον δυτικό πολιτισμό από δυτικούς στοχαστές, από εκείνη την κριτική που θα ασκούσε στον δυτικό πολιτισμό ένας μη-δυτικός (έστω και ένας μη-δυτικότροπος στοχαστής);

Αυτό φαίνεται να χρειάζεται σήμερα: ένα ολιστικό απελευθερωτικό εγχείρημα διαφωτισμού – που όμως δεν θα είναι καθόλου συμμετρικό προς το διαφωτιστικό πρόγραμμα των εγκυκλοπαιδιστών του 18ου αιώνα. Μια «σπασμένη συμμετρία» του πολιτισμού ως ταυτολογίας/αυτοαναφοράς/ψευδοαξίας, που θα οδηγούσε σε μια απροσχημάτιστη κοσμολογική σταθερά, όπου θα ανθούσε αβίαστα ο μη-ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας ενός γνήσιου πολιτισμού. Στον αντίποδα του οποίου βρίσκεται ο σημερινός ψευδο-πολιτισμός, όπου κυριαρχεί ο ανθρωποκεντρισμός και η ανθρωποπάθεια, και ο οποίος έχει εξελιχθεί σε δυνάστη όλων των υπόλοιπων έμβιων οργανισμών που δε μετέχουν σε αυτόν.

Με το ποιόν λοιπόν και την υφή αυτής της «σπασμένης συμμετρίας» στη βολική συμμετρική συνέχεια του δυτικοευρωπαϊκού διαφωτιστικού προτάγματος θα ασχοληθούμε στα επόμενα σημειώματα. Διότι σε καμία περίπτωση ο καινούριος διαφωτισμός δεν πρέπει να τελεί σε συμμετρική συνέχεια του παλαιού διαφωτισμού. Ειδάλλως θα έχουμε πάλι μια κριτική του διαφωτιστικού προτάγματος, από δυτική πάντα σκοπιά…

26/2/2016

ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ «ΤΖΙΧΑΝΤ» (I)

Από τον Νώντα Κούκα

(Σημείωση του συγγραφέα: πρόκειται για κείμενο που θέλει αγώνα και προσπάθεια – «τζιχάντ» – προκειμένου να το μεταφράσει ο αναγνώστης• είναι πάντως απλό για τους πραγματικά απλούς ανθρώπους. Χρησιμοποιεί αναλογίες επιχειρημάτων και όχι αναλογίες απεικονίσεων. Εντέλει, είναι μάλλον ένα συμβολικά κυριολεκτικό και όχι ένα κυριολεκτικά συμβολικό κείμενο.)

Ζήσε για να ονειρευτείς, πέθανε για να ζήσεις

Η συνείδηση, όπως είχαμε γράψει στο τελευταίο σημείωμα, είναι το φάντασμα της ύπαρξης και αντιστρόφως η ύπαρξη είναι το όνειρο της συνείδησης. Ειδικότερα, η συνείδηση είναι η ψυχολογία της ύπαρξης και η ύπαρξη είναι η ψυχολογία της συνείδησης, όπου ψυχολογία ίσον το ελάχιστο υπόλοιπο ανάμεσα στις ομοταγείς έννοιες, «φαντασία» και «όνειρο».

Το ψυχο-ιδεολογικό αυτό αμάλγαμα – η ύπαρξη ως φάντασμα και η συνείδηση ως όνειρο – υποστηρίζεται ασμένως και ολοκληρωτικά από την ίδια την ιδεολογία της βιομηχανικής και μετα-βιομηχανικής κοινωνίας – την «κοινή λογική» και τον «μέσο νου». Στην ιδεολογία αυτή διαπλέκονται αναπόδραστα η απλοϊκή αισθητηριακή εμπειρία του υποκειμένου με την επιστημονική αφαίρεση του αντικειμένου. Πάντοτε βέβαια, μες στο θολό πλαίσιο της άρχουσας ιδεολογίας.

Συνεπώς, το στοιχείο-υπόλοιπο, «ψυχολογία», είναι αυτό όλο κι όλο που υποστηρίζει το ψευδαισθητικό φαινόμενο «ζωή». Αν απουσίαζε αυτό το ελάχιστο υπόλοιπο, από τις κοινωνικές αναπαραστάσεις, τότε μάλλον θα μιλάγαμε για τη ζωή αυτή καθεαυτή ως Λόγο και όχι για τη ζωή ως υπαρξιακό φάντασμα και συνειδησιακό όνειρο. Τότε θα μπορούσαμε αβίαστα να καταθέσουμε την εξής δήλωση, όχι πια σαν αναλογία απεικόνισης αλλά ως επιχείρημα: «Όταν ζεις ονειρεύεσαι• και, όταν πεθαίνεις, ξυπνάς».

Babylon is falling

Το παρόν κείμενο απευθύνεται σε όσους διαθέτουν γερά νεύρα και έχουν οργανώσει την προσωπικότητά τους σε αντι-ιδεοληπτικά ανακλαστικά. Οι κάθε λογής ασυνάρτητοι «ιδεαλιστές» και «υλιστές» της συμφοράς έχουν δύο επιλογές: ή θα σκίσουν το εν λόγω κείμενο ή θα σκίσουν τα ίδια τους τα ρούχα. Ο πρωτόγονος βιολογιστής θα αντιδράσει σθεναρά και ίσως ισχυριστεί ότι εδώ πρόκειται για μια παρανοϊκή αντιστροφή της «πραγματικότητας» (sic). Βέβαια ο ίδιος όχι μόνο δεν μπορεί να πει τι είναι «ζωή», αλλά ούτε καν να δείξει πότε αυτή «αρχίζει» και πότε «τελειώνει». Ο ασουλούπωτος ιδεαλιστής (παντός καιρού) το μόνο που μπορεί να ξεστομίσει είναι πως τάχα το σύμπαν είναι έτσι δημιουργημένο, ώστε να μπορεί να φιλοξενεί τη «ζωή» (!) στην καλύτερη περίπτωση• ενώ στη χειρότερη θα αρχίσει να μιλάει για «συμπαντικό νου-συμπαντική ενέργεια-πολλές και περίεργες διαστάσεις» κλπ. κλπ. Από την άλλη μεριά, ούτε ο άτσαλος υλιστής μπορεί να μας φωτίσει: αυτός πια θα μας μιλήσει για μονόπαντη, μονοσήμαντη εξέλιξη ή για «πολυσύμπαντα» και για … «σύμπαντα τσέπης» – και μη χειρότερα.

Δεν είναι κρυφό, ούτε άγνωστο, ότι ο σύγχρονος, δυτικός τουλάχιστον, κόσμος έχει υψώσει γύρω του ένα πανύψηλο κάστρο στην πύλη του οποίου έχει αναγραφεί η ένδειξη: ΤΡΕΛΟΚΟΜΕΙΟ. Μέσα σε τούτο το κάστρο διακρίνουμε μερικές συνομοταξίες ανθρώπων: πρώτα, οι εξουσιάζοντες που μπορούμε να πούμε πως εκτελούν ανερυθρίαστα τη βρομοδουλειά τους• έπειτα διακρίνουμε τη συντριπτική πλειονότητα των «κανονικών» (αλλά τρελαμένων) ανθρώπων που υπακούουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τυφλά την εξουσία• αμέσως μετά βλέπουμε τους κατά φαντασίαν επαναστάτες, που έχουν κάνει επάγγελμα την «επανάσταση» και την «αλληλεγγύη». Οι περισσότεροι από αυτούς είναι τίγκα δεξιόστροφα αριστερόφρονες ή «αριστεροί» που κλίνουν επί δεξιά – ή ακόμη και «αντιεξουσιαστικά» (!!…). Πάντως και οι δύο αυτές κατηγορίες έχουν ένα κοινό στοιχείο: την ανάκαμψη και ενδυνάμωση του αγίου έθνους-κράτους και της πατρίδας (της καλής εννοούμενης πατρίδας, άκουσον-άκουσον). Γι’ αυτούς του κυρίους φαίνεται πως υπάρχει το καλό, το πατριωτικό κεφάλαιο, σε αντίθεση με το κακό, το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο των «μεγάλων δυνάμεων». Τέλος, υπάρχουν και οι γνήσιοι, άδολοι εξεγερμένοι, που όμως δεν έχουν εξαργυρώσει καμία επιταγή νομιμοφροσύνης και διώκονται ανηλεώς.

Σύμπασα αυτή η τρικυμία εν κρανίω στα κεφάλια των υπηκόων της σύγχρονης Βαβυλώνας μεταφράζεται σε μια υπερβολικά στρεβλή εικόνα ενός κοινωνικού κόσμου, ολωσδιόλου συστραμμένου στους κώδικές του. Και βέβαια πρόκειται για έναν εξουσιαστικό ψευδο-πολιτισμό καταναγκασμού και κυριαρχίας. Ένα φαυλεπίφαυλο καπιταλιστικό μοντέλο, στο εσωτερικό του οποίου δυναστεύονται οι γηγενείς υπήκοοί του ως δούλοι «πολυτελείας», ενώ για τους σκλάβους όλης της υπόλοιπης οικουμένης επιφυλάσσεται τρισχειρότερη μοίρα. Μιλάμε δηλαδή για ένα ιδιότυπο urbi et orbi της κραταιάς πάλαι ποτέ ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ως σύγχρονο στάτους της νέας (δυτικής) καπιταλιστικής μονοκρατορίας.

Η εν λόγω διαφορετικού επιπέδου εκμετάλλευση που λαμβάνει χώρα στις δυτικές μητροπόλεις, από εκείνης στις διάσπαρτες φτωχές περιοχές του υπόλοιπου κόσμου, γεννάει έναν καινούριο διχασμό στον παλαιό διχασμό της ούτως ή άλλως α-συνείδητης «συνείδησης», που επιβάλλει χιλιάδες χρόνια τώρα ο ταξικός πολιτισμός του καταναγκασμού και της κυριαρχίας στη γνωστή ανθρωπότητα. Ο δυτικός πολιτισμός, κατά βάση, ξεκινάει από την παλαιά Βαβυλώνα, περνάει στην αρχαία Ελλάδα, εν συνεχεία στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία• και ακολούθως αναδύεται, ώριμος πια, στον καπιταλισμό της δυτικής αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας του 17ου και 18ου αιώνα. Αυτή είναι η ανανεωμένη – πλην παλαιάς κοπής – νέα Βαβυλώνα. Και αυτή θα πρέπει να καταστραφεί ολοσχερώς…
20/2/2016

ΕΠΙΣΤΗΜΗ, ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Από τον Νώντα Κούκα

Πρόσω ολοταχώς για μια φιλοσοφία της τεχνολογίας

Επιστήμη και τεχνολογία πάνε χέρι-χέρι, με την ηττοπαθή όμως στάση της πρώτης έναντι της δεύτερης: αυτό που μπορεί να γίνει, θα γίνει. Μια μοιρολατρική δηλαδή στάση της επιστήμης που, ούτε λίγο ούτε πολύ, έχει καταλήξει να βλέπει τις τεχνολογικές «προόδους» με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο βλέπει την εξέλιξη στη φύση – ωσάν η κάθε μια από τις τεχνολογίες να είναι μοιραία και ασυγκράτητη. Η παραίτηση αυτή περνάει και ένα υποσυνείδητο μήνυμα στην πλειονότητα των επιστημόνων: τυχόν αντίθεσή τους στην εφαρμογή αυτών των ακατανίκητων τεχνολογιών δεν είναι παρά μια ανόητη και μάταιη ενέργεια – όπως ακριβώς το να αντιτίθεσαι στη συνεχή εξέλιξη της φύσης. Υπάρχουν για παράδειγμα, μοριακοί βιολόγοι που πιστεύουν ειλικρινά πως η ικανότητά τους να τροποποιούν τον γενετικό κώδικα έμβιων πλασμάτων αντιπροσωπεύει το μοιραίο επόμενο βήμα της εξελικτικής διαδικασίας και το οποίο κανείς δεν μπορεί να αποτρέψει – όπως ακριβώς κανένας δεν μπορεί να εμποδίσει τη φυσική επιλογή.

Για πάνω από έναν αιώνα οι επιστήμονες είχαν πέσει θύματα της παράλογης, αλλά εξαιρετικά βαθιάς, πεποίθησης πως η τεχνολογία είναι ουδέτερη και δεν επηρεάζεται από αξιολογικά συστήματα: η αντίληψη δηλαδή ότι πιθανώς οι τεχνολογικές καινοτομίες είναι κοινωνικά κατασκευασμένες προβολές μιας ορισμένης κοσμοθεωρίας, που γαλουχήθηκε από τις δυνάμεις της αγοράς και έγινε η κυρίαρχη αντίληψη μέσω του κατεστημένου κοινωνικού περιβάλλοντος, θα ήταν αδιανόητη για τους περισσότερους επιστήμονες.

Όμως ακριβώς αυτή η λαθροχειρία της από-ιδεολογικοποίησης της τεχνολογίας αποτελεί συνάμα και την υπέρτατη χειραγώγηση. Πολλές ειδικές ομάδες συμφερόντων, που έχουν να αποκομίσουν πολύ μεγάλα κέρδη από την ταχεία εισαγωγή και νομιμοποίηση των αμφιλεγόμενων «εφευρέσεών» τους, περιβάλλουν κάθε νέα τεχνολογία με την αντίληψη της ουδετερότητας και του αναπόφευκτου. Έτσι αυτοαπαλλάσσονται (αυτοδικαίως!) από οποιαδήποτε υπευθυνότητά τους να μελετήσουν το ποιόν, την καταλληλότητα και την αρτιότητα της κοινωνικής «συνεισφοράς» τους.

Οι τεχνολογίες βέβαια ούτε απαλλαγμένες από αξιολογικές αναφορές είναι ούτε νομοτελειακές μπορούν να θεωρούνται. Το μόνο που δικαιούμαστε να πούμε για αυτές είναι πως αποτελούν μεγεθύνσεις/προεκτάσεις του βιολογικού μας σώματος, άρα και νοητικές προσαρτήσεις στην ίδια την εξέλιξη της κοινωνικής συνείδησης. Αποτελούν δηλαδή γήινα δημιουργήματα, που όμως βοηθούν έτσι ώστε να ανυψωθούμε τόσο που να υπερβούμε τους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου. Και για τούτο, θα έπρεπε οι σύγχρονες τεχνολογίες να μας επέτρεπαν να οικειοποιηθούμε δικαιότερα και να χρησιμοποιούμε σοφότερα τον κόσμο που μας περιβάλλει. Όλως αντιθέτως όμως, διαπιστώνουμε το ακριβώς ανάποδο: τόσο το τόξο και το βέλος – ως προέκταση του χεριού – όσο και το αυτοκίνητο – ως επέκταση των κνημών και των πελμάτων – αλλά και αυτός ο ηλεκτρονικός υπολογιστής που μεγεθύνει τη μνήμη, όλα αυτά δυστυχώς, είναι εργαλεία που δημιουργήσαμε ως προσθήκες ισχύος, ώστε να εκμεταλλεύεται ο άνθρωπος το πλεονέκτημά του όχι μόνο έναντι των δυνάμεων της φύσης αλλά και έναντι του άλλου ανθρώπου.

Η εφαρμογή λοιπόν αυτής της ισχύος δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Διότι κάθε νέο εργαλείο που κατασκευάζεται ενέχει την υπεραξία της αξιοποίησης της δύναμής του: κάποιος ή κάτι στο περιβάλλον τίθεται σε κίνδυνο, ελαττώνεται ή γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ευημερία και το κύρος του δυνατότερου. Το θέμα είναι πως η ισχύς δεν είναι ποτέ ουδέτερη: πάντοτε υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, όταν εφαρμόζεται στην πράξη. Κατά συνέπεια φθάνουμε στο σημείο όπου οι τεχνολογίες δεν είναι πια προσαρτήματα στην κοινωνική συνείδηση αλλά, αντίθετα, η κοινωνική συνείδηση προσαρτάται στην τεχνολογία. Και από εκεί και πέρα, αυτομάτως και η ίδια η επιστήμη μετατρέπεται σε «αξεσουάρ» της τεχνολογίας.

Να λοιπόν ποιο είναι το απαραίτητο και άτεγκτο ερώτημα που πρέπει να τεθεί εξ υπαρχής σε οποιαδήποτε κοινωνία έχει στη διάθεσή της μια νέα τεχνολογία: η ισχύς που θα ασκηθεί στο περιβάλλον είναι κατάλληλη και φιλική ή είναι ασύμμετρη και εχθρική σε κλίμακα ή σε εύρος; Υπάρχουν τεχνολογίες τεράστιας και καταστρεπτικής εγγενούς ισχύος, ασύμβατης με τις τρέχουσες περιβαλλοντικές συνθήκες, έτσι που η εξαπόλυσή της και μόνο θα έφερνε μεγαλύτερη εξασθένιση παρά ενδυνάμωση, περισσότερο κοινωνικό κακό παρά καλό. Για παράδειγμα, η πυρηνική ενέργεια• πρόκειται για μια τεχνολογία η εγγενής δύναμη της οποίας είναι τόσο συντριπτική και τόσο μεγαλύτερη σε κλίμακα από αυτή που θα μπορούσαμε να ορίσουμε, ώστε εξαντλεί αντί να διατηρεί το περιβάλλον και συνεπώς δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται ως ενεργειακός πόρος. Άλλωστε, ο διαρκής κίνδυνος πυρηνικών συντήξεων, καθώς και η μακροχρόνια απειλή από τη συσσώρευση των ραδιενεργών αποβλήτων, καθιστούν τα οποιαδήποτε βραχυχρόνια οφέλη της αγοράς συντριπτικών υποδεέστερα στη μεταξύ τους σύγκριση.

Η διάσπαση του ατόμου και η ανακάλυψη της διπλής έλικας του DNA σηματοδοτούν μάλλον τα δύο μεγάλα επιτεύγματα του εικοστού αιώνα. Το πρώτο είναι επίτευξη ισχύος της φυσικής και το δεύτερο της βιολογίας. Και τα δύο αυτά όταν εφαρμόζονται με τη μορφή των νέων τεχνολογιών αντιπροσωπεύουν απαράμιλλο δυναμικό ισχύος, που μπορεί να επιφέρει συγκλονιστικές μεταβολές στο σώμα του ανθρώπου και στον φυσικό κόσμο. Σε ό,τι αφορά στην πυρηνική τεχνολογία, μερικά έθνη, και αυτά καθυστερημένα, αποφάσισαν να μειώσουν ή και να σταματήσουν την παραγωγή και τη χρήση της, με τη μορφή της βόμβας και της πυρηνικής ενέργειας, συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο που περικλείει η ανάπτυξή της τόσο για το περιβάλλον όσο και για τις τωρινές και τις επόμενες ανθρώπινες γενιές. Και στις δύο περιπτώσεις το κοινό ήταν εκείνο που εξανάγκασε τους πολιτικούς να αλλάξουν στάση. Οι περισσότεροι από τους φυσικούς που είχαν εμπλακεί στην έρευνα, όπως και οι βιομηχανικοί κλάδοι που χρηματοδοτήθηκαν και αποκόμισαν τεράστια κέρδη από την ανάπτυξη και την εισαγωγή των δύο εν λόγω πυρηνικών τεχνολογιών, εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να υποστηρίζουν την ανάπτυξη και εφαρμογή τους.

Η επιστημονική συνείδηση ως εκ των ων ουκ άνευ όρος της κοινωνικής συνείδησης

Η εποχή που τελειώνει ήταν η εποχή της φυσικής• και η πυρηνική τεχνολογία ο επιστημονικός κολοφώνας της. Η εποχή που αρχίζει, μάλλον, είναι η εποχή της βιολογίας, με προεξάρχουσα αιχμή της την τεχνολογία της – που ακούει στο όνομα γενετική μηχανική. Συνεπώς, τώρα στην αρχή της, οφείλουμε να υποβάλουμε το ερώτημα κρίσης: είναι η εγγενής στις νέες γενετικές τεχνολογίες δύναμη μια κατάλληλη άσκηση ισχύος; Κοντολογίς, μια ερώτηση κρίσης που γεννά άλλα εξίσου σημαντικά υποερωτήματα: η νέα τεχνολογική επανάσταση της βιοτεχνολογίας θα διατηρήσει και θα ενδυναμώσει ή θα εξαντλήσει και θα αποσταθεροποιήσει τη βιολογική ποικιλότητα του πλανήτη; Θα διαφυλάξει τις επιλογές ή θα φαλκιδέψει τις ευκαιρίες για τις μελλοντικές γενιές και για τα υπόλοιπα πλάσματα του πλανήτη; Θα αναβαθμίσει τον σεβασμό για τη ζωή ή θα τον υποβαθμίσει; Και, εντέλει, θα είναι εύκολα διαχειρίσιμη ή θα αποδειχτεί ανεξέλεγκτη, σπέρνοντας περισσότερο κακό παρά καλό;

Σε όλα αυτά τα όντως σπουδαία και θεμελιώδη ερωτηματικά, μονάχα η γνήσια Κοινωνική Συνείδηση, που θα ξαναβάλει εκ νέου το άλογο μπροστά από το κάρο (και όχι το κάρο μπροστά από το άλογο, όπως τώρα), μπορεί να δώσει απαντήσεις. Η τεχνολογία οφείλει να είναι η ουρά της συνείδησης• και όχι η συνείδηση η ουρά της τεχνολογίας. Όσο για την Επιστήμη… τούτη η κακομοίρα δυστυχώς (ή ευτυχώς) μπορεί να είναι μόνο εγγαστρίμυθη: μιλάει δηλαδή μονάχα μέσα από την (κοινωνική) συνείδηση των επιστημόνων/φορέων της – αν έχουν… Αν παρ’ ελπίδα δεν έχουν, τότε η καημένη δεν μπορεί παρά να είναι μουγκή…

4/9/2015

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΦΥΣΙΚΗ ΣΤΑΘΕΡΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Από τον Νώντα Κούκα

Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες στο μεγάλο βιβλίο της Ιστορίας, διαπιστώνουμε πως κάθε μεγάλη οικονομική και κοινωνική επανάσταση συνοδεύεται και από μια νέα εξήγηση τόσο της δημιουργίας της ζωής όσο και της λειτουργίας της φύσης. Η νέα αντίληψη για τη φύση αναπαριστά ανέκαθεν το σπουδαιότερο υφάδι της θεμελιώδους σύνθεσης που συμπυκνώνει κάθε νέα κοινωνική τάξη πραγμάτων. Διότι αυτή πρέπει να αισθάνεται άνετα ως σύννομη με τη φυσική τάξη των πραγμάτων και να δικαιολογεί έτσι την ορθότητα των πεπραγμένων της. Συνεπώς, μια νέα κοσμολογία, σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή, αποτελεί την καλύτερη καταφυγή της.

Περισσότερο από έναν αιώνα, οι ιδέες του Δαρβίνου επηρέασαν τις ιδέες της βιομηχανικής κοινωνίας. Εξάλλου είναι τοις πάσι γνωστό πως η δαρβινική θεωρία της εξέλιξης αποδείχτηκε εξαιρετικά συμβατή με τη βιομηχανική εποχή. Οι διδαχές της για το πώς συμπεριφέρονται οι οργανισμοί στη φύση παρουσιάζουν συμμετρικές αναλογίες με τις οικονομικές ιδέες του Άνταμ Σμιθ για το πώς συμπεριφέρονται οι αγοραστές και οι πωλητές στην αγορά. Το «αόρατο χέρι» που ρύθμιζε την προσφορά και τη ζήτηση στη θεωρία του Σμιθ συμφωνούσε με το «αόρατο χέρι» που ευνοούσε τη φυσική επιλογή του Δαρβίνου.

Ο εκλιπών Αλεξάντερ Σάντοου, γράφοντας στο Quarterly Review of Biology, παρατηρούσε ότι «ο δαρβινισμός ξεπήδησε όπου και όταν ο καπιταλισμός εδραιώθηκε». Αλλά και ο ιστορικός Γκριν σημειώνει: «Η βρετανική πολιτική οικονομία που βασιζόταν στην ιδέα της επιβίωσης του πιο προσαρμοσμένου στην αγορά, και το βρετανικό ανταγωνιστικό ήθος προδιέθεταν, γενικά, τους βρετανούς να σκέφτονται με τους όρους του αγώνα για επικράτηση, όταν διαμόρφωναν τις θεωρητικές τους συλλήψεις για τα φυτά και τα ζώα, όπως επίσης και για τον άνθρωπο».

Στην ουσία, αυτό που έκανε τη θεωρία του Δαρβίνου τόσο τρομερά συγκρουσιακή, ήταν ότι ταίριαζε πολύ βολικά στην εποχή κατά την οποία διατυπώθηκε. Λέει ο βιογράφος του, Τζεόφρεϋ Γουέστ:

Στην εποχή της μηχανής εδραίωσε μια μηχανική σύλληψη της οργανικής ζωής. Παραλλήλισε τον ανθρώπινο αγώνα με τον φυσικό αγώνα. Σε μια κατακτητική κληρονομική κοινωνία, προσδιόρισε την κατάκτηση και την κληρονομικότητα ως τα πρωταρχικά μέσα επιβίωσης.

Πάντως, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων σημειώνουμε πως όσοι ασκούν κριτική στη δαρβινική θεωρία – τόσο από επιστημονική όσο και από κοινωνική σκοπιά – δεν κριτικάρουν αυτή καθεαυτή την εξέλιξη, καθώς είναι ευρέως αποδεκτό πως η ζωή στη Γη πράγματι είναι (και) προϊόν εξελικτικών διαδικασιών. Μάλλον ένας αυξανόμενος αριθμός επιστημόνων και επιστημών της ζωής αμφισβητούν την ειδική εκδοχή της δαρβινικής θεωρίας που αφορά στο πώς εκτυλίχθηκε η εξελικτική διαδικασία, υποστηρίζοντας πως οι απόψεις του επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό από την ψυχολογία που κυριαρχούσε στην εποχή του.

Συνάμα, η περιγραφή του Δαρβίνου για την εξέλιξη των ειδών, βασιζόταν επίσης σε μεγάλο βαθμό στην πνευματική παράσταση της μηχανής. Άλλωστε, πώς θα μπορούσε να μην επηρεαστεί από την καταλυτική παρουσία των μηχανών στην αγγλική ζωή εκείνης της εποχής. Αυτές αντιπροσώπευαν τη θαυμαστή νέα τεχνολογία που αναδιαμόρφωνε τον κόσμο. Και όπως όλοι, έτσι και οι φυσιοδίφες δεν θα μπορούσαν να μην επηρεαστούν από την έξαρση της εποχής: πριν από την εποχή της μηχανής, τα ζωντανά πλάσματα αντιμετωπίζονταν ως «σύνολα». Αυτή η ιδέα ταίριαζε με τον βιοτεχνικό τρόπο παραγωγής• ο τεχνίτης «έχυνε το καλούπι» του δημιουργήματός του από μια αρχέγονη ουσία. Η βιομηχανική παραγωγή όμως έφερε μια ριζική νέα σύλληψη στο προσκήνιο. Έτσι ο Δαρβίνος κατέληξε να βλέπει τα όντα ως το σύνολο μερών «που συναρμολογούνται σε πιο πολύπλοκες και αποτελεσματικές μηχανές».

Η νέα εποχή και οι μεγάλες υποσχέσεις της

Σήμερα έχουμε ήδη μπει στο κατώφλι της μεταβιομηχανικής εποχής. Τούτο σημαίνει πως είμαστε ακριβώς απέναντι σε έναν νέο επαναστατικό μετασχηματισμό της βάσης των πόρων μας, της μορφής της τεχνολογίας μας και του τρόπου με τον οποίο οργανώνουμε την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Και βέβαια δεν αποτελεί καθόλου έκπληξη το γεγονός πως η συνέπεια από αυτές τις μεταβολές είναι μια αναθεωρημένη κοσμολογική αφήγηση. Καινούριες θεωρίες για την εξέλιξη διαποτισμένες από τη θεωρία της πληροφορίας και με μεγάλα δάνεια από τις πιο προωθημένες ιδέες της φυσικής, της χημείας και των μαθηματικών ασκούν μια τεράστια επιρροή στους επιστημονικούς τομείς της εξελικτικής και αναπτυξιακής βιολογίας.

Όπως και με τη δαρβινική θεωρία της βιομηχανικής εποχής, έτσι και οι νέες τούτες ιδέες τροφοδοτούν ήδη με Εξήγηση το λειτουργικό σχέδιο της φύσης που είναι εξαιρετικά συμβατή με τις μεθοδολογικές αρχές των νέων τεχνολογιών και της αναδυόμενης νέας παγκόσμιας οικονομίας. Οι νόμοι της φύσης αναδιατυπώνονται προκειμένου να προσαρμοστούν στον καινούριο τρόπο διαχείρισης του φυσικού κόσμου. Έτσι, μας δίνεται η δυνατότητα να αιτιολογήσουμε με λογικό τρόπο τη νέα τεχνολογική και οικονομική δυνατότητα του Βιοτεχνολογικού Αιώνα απλώς ως μια αντανάκλαση της «φυσικής» τάξης των πραγμάτων.

Κατασκευάζεται κοντολογίς μια νέα αφήγηση της ιστορίας της Δημιουργίας. Η ζωή που επί αιώνες θεωρούνταν έργο του Θεού, που πιο πρόσφατα θεωρούνταν μια τυχαία διαδικασία καθοδηγούμενη από το «αόρατο χέρι» της φυσικής επιλογής, σήμερα επανεικονίζεται ως ένα «καλλιτεχνικό» μέσο με απερίγραπτες δυνατότητες. Κατά πρώτον, σε αυτήν την καινούρια αφήγηση η φύση γίνεται κλισέ της εικόνας του υπολογιστή και της γλώσσας της φυσικής, της χημείας, των μαθηματικών και της επιστήμης της πληροφορίας. Κατά δεύτερον, η ανθρωπότητα φτάνει να βλέπει τη φύση με «υπολογιστικούς» όρους σχέσεων, την ίδια στιγμή που οι επιστήμονες χρησιμοποιούν τις γενετικές τεχνικές για να προγραμματίσουν τη μελλοντική σχεδίαση των έμβιων όντων. Και έτσι φτάνουμε αισίως στην τρίτη φάση. Οι βιοτεχνολογίες, έχοντας σχεδόν απεριόριστες δυνατότητες, ανακατασκευάζουν το σώμα, μετακινούν το DNA ανάμεσα από το σύνορο των ειδών, σβήνουν το γενετικό παρελθόν και αναπρογραμματίζουν το γενετικό μέλλον, ευθυγραμμίζουν τη βιολογία της ζωής με την πρωτεϊκή αντίληψη. Και ιδού μια εικόνα που δίνει ο Φρίμαν Ντάισον – και η οποία τα λέει όλα:

«Είναι αδύνατον να θέσουμε όριο στην ποικιλία των φυσικών μορφών που μπορεί να πάρει η ζωή … Είναι κατανοητό ότι σε άλλα 10^10 χρόνια, η ζωή θα μπορούσε να εξελιχτεί με διαφορετική μορφή, χωρίς σάρκα και αίμα, και να έχει ενσωματωθεί σε ένα διανοητικό μαύρο σύννεφο … ή σε έναν αισθανόμενο ηλεκτρονικό υπολογιστή».

Κλείνοντας, να μην παραλείψουμε να αναφερθούμε και στο ρεζουμέ της νέας σκέψης της σύγχρονης εποχής που αναδεικνύει τον Αιώνα της Βιοτεχνολογίας. Ο παράλληλος και συμμετρικός τρόπος με τον οποίο οργανώνεται το εμπόριο σε μια παγκόσμια οικονομία βασισμένη στο δίκτυο. Η παραδοσιακή βιομηχανική αγορά, που βασιζόταν στις ξεχωριστές εταιρείες οι οποίες ανταγωνίζονταν μεταξύ τους μέσα σε ένα δαρβινικό περιβάλλον της «επιβίωσης του πιο προσαρμοσμένου», ενώ αποτελούν ακόμη την κυρίαρχη μορφή, αρχίζουν να παραχωρούν τη θέση τους σε νέες μορφές εμπορίου που βασίζονται στη δημιουργία συμμετοχικών σχέσεων μέσα σε πολύπλοκα ενσωματωμένα δίκτυα. Να η παγκοσμιοποίηση σε όλο της το μεγαλείο.

Τελικά τι γνώμη έχουμε για την αναδυόμενη βιοτεχνολογική επανάσταση; Είμαστε αντίθετοι ή όχι; Ας μη βιαστούμε να απαντήσουμε. Το θέμα δεν είναι ναι ή όχι στην επιστήμη και την τεχνολογία. Το θέμα είναι ποιος ευνοεί και τι είδους επιστήμη και τεχνολογία ευνοεί. Και για κάτι τέτοιο, μοναδική αρμόδια να αποφανθεί είναι η παγκόσμια σταθερά της γνήσιας κοινωνικής συνείδησης, η οποία, αν και προς το παρόν υπνώττει, είναι η μοναδική ακίνητη-αεικίνητη σταθερά του σύμπαντος που ποτέ δεν κοιμάται…

1/9/2015

Η ΕΥΡΩΠΗ ΝΑ ΘΥΜΗΘΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ

Από τον Νώντα Κούκα
Διδάσκει η ιστορία;
Η δική μας σύγχρονη εποχή θα μπορούσε ίσως να διδαχτεί πολλά από εκείνη την πρώτη εποχή της χρηματοοικονομικής παγκοσμιοποίησης, που χρειάστηκε τουλάχιστον μια γενιά για να επιτευχθεί, αλλά μονάχα λίγες ημέρες για να τιναχτεί στον αέρα. Και το κυριότερο, θα χρειαζόταν πάνω από δύο γενιές προκειμένου να γιατρευτούν οι πληγές που προξένησε η ανάφλεξη των όπλων τον Αύγουστο του 1914.
Πράγματι, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος κατέλαβε εξαπίνης την ανθρωπότητα. Και μονάχα μόλις ξέσπασε αφενός ο Λένιν, ο ηγέτης των Μπολσεβίκων, μπόρεσε να καταλάβει πως ο πόλεμος ήταν μια αναπόφευκτη συνέπεια των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Αφετέρου, από τη δική τους μεριά, οι αμερικανοί φιλελεύθεροι μόνο τότε μπόρεσαν να αντιληφθούν πως οι πρωταρχικές αφορμές εντοπίζονταν στη μυστική διπλωματία και στο κουβάρι των ευρωπαϊκών συμμαχιών.
Βρετανοί και γάλλοι κατηγορούσαν τους γερμανούς και το αντίστροφο – οι γερμανοί κατηγορούσαν γάλλους και βρετανούς. Για περισσότερο από ενενήντα χρόνια οι ιστορικοί ερευνούν και τροποποιούν γνώμες και απόψεις γύρω από τις αιτίες του πολέμου. Μάλιστα, κάποιοι έχουν εντοπίσει την αιτία αυτή στον παλαιότερο ανταγωνισμό των ναυτικών εξοπλισμών κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1890, ενώ άλλοι σε γεγονότα στα Βαλκάνια ύστερα από το 1907.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, το γεγονός που προκαλεί έκπληξη είναι ένα: από τη στιγμή που – έστω εκ των υστέρων, σήμερα – οι αιτίες του πολέμου φαίνονται τόσο πολλές και τόσο προφανείς, για ποιο λόγο οι άνθρωποι εκείνης της εποχής ήταν τόσο ανυποψίαστοι για τον επερχόμενο Αρμαγεδδώνα – ακόμα και λίγες μέρες πριν από τον ερχομό του; Η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι το μείγμα που είχε προκύψει από την ευφορία της παγκόσμιας ενοποίησης, σε συνδυασμό με την οικονομική ανανέωση νάρκωνε τις συνειδήσεις. Έκανε τον κόσμο να φαντάζει καθησυχαστικά ασφαλής στα μάτια των επενδυτών. Υπήρχε λοιπόν ρευστότητα και υπήρχε και το υπνωτικό πέρασμα του χρόνου. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε πως είχαν περάσει σαράντα τέσσερα ολάκερα χρόνια από τον τελευταίο μεγάλο – αλλά ευτυχώς σύντομο – ευρωπαϊκό πόλεμο μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας.
Βέβαια, από γεωπολιτική άποψη, ο κόσμος δεν ήταν παρά ένα ναρκοπέδιο. Κάθε μέσος αναγνώστης των καθημερινών εφημερίδων εκείνης της εποχής μπορούσε να δει πως η ευρωπαϊκή κούρσα των εξοπλισμών και του αυτοκρατορικού ανταγωνισμού θα κατέληγε αργά ή γρήγορα σε έναν ολέθριο πόλεμο. Παρόλα αυτά, ο φωτεινός σηματοδότης των αγορών είχε κολλήσει στο πράσινο και όχι στο κόκκινο χρώμα, ακόμη και μέχρι την παραμονή της καταστροφής.
Η ιδεολογία ως πανουργία της ιστορίας
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στράτευσε στα όπλα 65 εκατομμύρια άντρες, πήρε τις ζωές οκτώ εκατομμυρίων ανθρώπων και ακόμη παραπάνω. Άφησε πίσω του 21 εκατομμύρια τραυματίες και σάρωσε τέσσερις από τις παλιές αυτοκρατορίες της ηπείρου. Κοντολογίς, η Ευρώπη έγινε «ένα εργαστήριο πάνω σε ένα τεράστιο νεκροταφείο», όπως έλεγε ο τσέχος πολιτικός Τόμας Μάζαρυκ. Μέσα από τις στάχτες του παλαιού στάτους, του παλαιού καθεστώτος – με τον Κάιζερ εξόριστο, τον Τσάρο και την οικογένειά του εκτελεσμένους – οι μάζες χειραφετήθηκαν και κινητοποιήθηκαν πολιτικά όσο ποτέ άλλοτε, καθώς οι πολιτικοί ηγέτες τους υπόσχονταν μια δικαιότερη κοινωνία και ένα κράτος που θα τους ανήκε: ο Λένιν επαγγελλόταν μια κοινοτική κοινωνία απαλλαγμένη από την Ανάγκη, και απελευθερωμένη από την ταξική ιστορική προκατάληψη.
Από την άλλη μεριά, ο φιλελεύθερος Γούντρου Γουίλσον επικαλούνταν ένα κόσμο «ασφαλή για τη δημοκρατία». Ενώ ο ίδιος ο Χίτλερ οραματιζόταν μια καθαρή φυλή αποκαθαρμένη από νόθα στοιχεία, και η οποία θα εκπλήρωνε το αυτοκρατορικό της πεπρωμένο χάρη στην καθαρότητα του αίματος και την ενότητα του σκοπού της. Βλέπουμε λοιπόν τρεις αντίπαλες ιδεολογίες – κομουνισμός, φιλελεύθερη δημοκρατία, φασισμός – να προορίζονται καθεμιά για λογαριασμό της ως η σωτηρία της κοινωνίας, της ηπείρου αλλά και του κόσμου ολόκληρου, διαμορφώνοντας μια Νέα Τάξη για την ανθρωπότητα.
Εντέλει τι απόμεινε απ’ όλα αυτά; Ως προς τη βραχύχρονη καμπύλη της ιστορίας, τόσο ο Γουίλσον όσο και ο Λένιν απέτυχαν. Η φιλελεύθερη δημοκρατία μετατράπηκε σε αυταρχική κοινοβουλευτική «δικτατορία». Ο «κομμουνισμός» (όποιος θέλει βγάζει τα εισαγωγικά) έγινε σταλινισμός. Όσο για τον ναζισμό-φασισμό, έχουμε να πούμε τα εξής: απέναντι στην φιλελεύθερη υπεράσπιση των ατομικών ελευθεριών της δυτικής δημοκρατίας, και στη δικτατορία (επί) του προλεταριάτου των λεγόμενων σοσιαλιστικών δημοκρατιών του ανατολικού μπλοκ, οι ναζί αντέταξαν τη φυλετική ευημερία της συλλογικότητας. Στο φιλελεύθερο δόγμα περί τυπικής ισότητας των κρατών αντέτειναν την δαρβίνεια πάλη και την εξουσία των φυλετικώς ανωτέρων. Αντί για την ελευθερία του εμπορίου πρότειναν τον συντονισμό των ευρωπαϊκών οικονομιών ως ενιαίας μονάδας κάτω από γερμανική ηγεσία.
Κι όμως, η απάντηση της ιστορίας (θα) είναι φιλοσοφική και όχι φασιστική
Ο κοινός νους θέλει να πιστεύει πως η ναζιστική ιδεολογία κατέρρευσε τόσο γρήγορα όσο γρήγορα έφτασε στο απόγειό της. Επίσης, ότι ο φασισμός έγινε η πρώτη μεγάλη ιδεολογία που ηττήθηκε τελεσίδικα – και μάλιστα από την ίδια την ιστορία την οποία ισχυριζόταν πως είχε καθυποτάξει. Είναι όμως έτσι; Μακάρι… Δεν ξεχνούμε πάντως πως ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Η βλακεία και η άγνοια ήταν, είναι και θα είναι πάντα παρούσες. Αν ο Φάουστ ρωτούσε τον διάβολο (τον Μεφιστοφελή) «τι είναι ο ναζισμός;», εκείνος σίγουρα θα του απαντούσε: «απλώς και μόνο άλλη μια μορφή του καπιταλισμού». Αυτή ακριβώς θα ήταν η ακαταμάχητη απάτη του. Ο ναζισμός όμως δεν είναι απλώς άλλη μια μορφή του καπιταλισμού (αν και είναι και αυτό). Πάνω απ’ όλα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ναζιστική και φασιστική ιδεολογία πρέπει να παίρνεται στα σοβαρά, στα πολύ-πολύ σοβαρά και όχι απλώς να θεωρείται τέχνασμα στην υπηρεσία των ταξικών συμφερόντων (αν και καθαυτό φορμαλιστικά, είναι και έτσι).
Λοιπόν, η ναζιστική ιδεολογία εξυπηρετείται άνετα και μέσα από τον αριστεροδεξιό εθνολαϊκισμό… Και από αυτόν, καθώς και από τους ανόητους (ή πονηρούς) θιασώτες του παντός ιδεολογικού προσήμου, θα ζητήσουμε σκληρά, πάρα πολύ σκληρά, τον λογαριασμό, αν ο μη γένοιτο συμβεί το «ατύχημα»…
24/6/2015