Category Archives: ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ

Από τον Νώντα Κούκα

Το αλλόκοτο ερώτημα: τι σημαίνει η δύναμη 00;

Τα σχολικά μαθηματικά μάς λένε: x0 = 1 (εκτός αν x = 0, περίπτωση στην οποία x0 = 0). Ο «κανόνας» ότι 00 = 0 προέκυψε ως εξής: μπορείτε να ισχυριστείτε ότι η τετραγωνική ρίζα του μηδέν είναι μηδέν, και ομοίως ότι 01/ν  = 0. Άρα, 0μ/ν = 0, συνεπώς 0χ = 0, για κάθε Χ, άρα και 00 = 0. Όμως, εξίσου καλά μπορείτε να ισχυριστείτε ότι Χ0 = 1, για κάθε Χ και ότι αυτό δεν μπορεί να αλλάξει ξαφνικά όταν το Χ γίνεται 0.

Έχουμε εδώ ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των δυσκολιών που παρουσιάζει η έννοια της συνέχειας και των ορίων που έπρεπε να διασαφηνιστούν στα τέλη του 19ου αιώνα, προκειμένου να βγάζει νόημα ο διαφορικός λογισμός. Επίσης, για τον ίδιο λόγο, απαιτήθηκε η μελέτη των δυνάμεων και των λογαρίθμων στην περίπτωση των μιγαδικών αριθμών. Ακόμη όμως και αυτές οι προσπάθειες δεν απέφεραν μια ικανοποιητική εξήγηση για το 00 , του οποίου ο ορισμός πάσχει τόσο όσο και εκείνος του 0/0.

Να λοιπόν τα δύο θεμελιώδη προβλήματα των μαθηματικών: το πρώτο, θα το ονομάσουμε «Πρόβλημα των Άνω», είναι το Θεώρημα της Μη Πληρότητας του Γκέντελ, στο οποίο πολύ χονδρικά καταδεικνύεται πως τα ίδια τα μαθηματικά δεν θα γίνουν ποτέ ένα πλήρες αξιωματικό τυπικό σύστημα.

Το δεύτερο, θα το ονομάσουμε «Πρόβλημα των Κάτω», είναι αυτό που μόλις περιγράψαμε παραπάνω: το πρόβλημα του 00 και του 0/0. Τούτα τα δύο θεμελιώδη προβλήματα της θεωρίας των αριθμών, της αριθμητικής απλά να το πούμε, που είναι στην καρδιά των μαθηματικών, προλογίζουν και προοιωνίζονται τις απαρχές της Θεωρίας της Πληροφορίας έτσι όπως εμείς τη θεωρούμε.

Στην απέναντι όχθη, στην όχθη της ψυχολογικής θεωρίας, εκλείπει μια γνήσια ψυχολογική θεωρία που θα μπορεί να αλλάζει εν τοις πράγμασι τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς του ανθρώπινου όντος. Μόνο τα Μαθηματικά του Λόγου, μαζί με την ψυχολογία της ύπαρξης, μπορεί να αποκαλύψουν αν όντως υφίσταται η συνείδηση ή όχι σε μια κατασκευασμένη, συναινετική πραγματικότητα.

18/102016

Advertisements

Διαρρηγνύοντας τον διανοητικό «ζουρλομανδύα»…

 

Λοιπόν, επανερχόμαστε. Ο άνθρωπος πλέον μπορεί – έστω και μονοσήμαντα, ακόμα – χάρη στην τεχνολογική επεξεργασία της πληροφορίας, να ταξιδέψει σε αχαρτογράφητους ωκεανούς της νόησης. Επομένως, είναι ίσως έτοιμος να απαλλαγεί από τα πανάρχαια υπαρξιακά ερωτήματα – αυτά τα βαρίδια του παρελθόντος που αποτρέπουν την κατανόηση της ύπαρξης (φυλή, έθνος, κράτος,  πατρίδα, αίμα, γη, καταγωγή ). Αυτό θα προκύψει  μέσω της Θεωρίας της Πληροφορίας που θα αποκαλύπτει τον διανοητικό «ζουρλομανδύα» στον οποίο έχουν εγκλωβιστεί βιολογικά όντα που παράγουν μπερδεμένους, συγκεχυμένους συλλογισμούς (όπως η σύγχρονη παράνοια της αρχαιο-ελληνολαγνείας,  του νεο-ελληνικού σκυλάδικου εθνολαϊκισμού ειδικότερα,  αλλά και του καπιταλισμού και του ρατσισμού γενικότερα κ.ο.κ.),  καθώς αναπαράγονται και διαιωνίζονται ως απότοκες μηχανές κάποιας εξελικτικής λοταρίας.

Μια θεωρία της πληροφορίας, που θα καταδεικνύει πως θεοί, νόμοι, ύλη, χώρος, χρόνος, σχεδιασμός, σκοπός, ορθολογισμός, παραλογισμός, νόημα και μυστήρια της φύσης – όλα αυτά – δεν είναι παρά συμπαρομαρτούντα του εν λόγω διανοητικού «ζουρλομανδύα». Μόνο τότε θα έρθουν οι γνήσιες αποκαλύψεις, τις οποίες σημειωτέον μπορεί να μην έχουμε καν ονειρευτεί… Αποκαλύψεις που θα δείχνουν πως η φύση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ανθρώπινη λογική κατασκευή που υπαγορεύεται από τη γεωμετρία της βαρύτητας – και κατ΄επέκταση θα υποδεικνύουν τη γενική ισότητα που  διέπει τόσο την ανθρωπότητα όσο και την ίδια την συμπαν-οντότητα.

Όλες οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες, ναζισμός / φασισμός, σταλινισμός και τα συμπαρομαρτούντα σκουπίδια τους, εθνικισμός, πατριωτισμός, φυλετισμός κλπ, θα ακολουθήσουν τη φυσιολογική τους πορεία προς το καλάθι των αχρήστων της ιστορίας. Το ίδιο θα συμβεί και με τις πιο ήπιες, τάχα, ιδεολογίες, καπιταλισμός, νεοφιλελευθερισμός και οποιαδήποτε «αθώα» κυβερνητική νεοεξουσία…

30/9/2016

Νώντας Κούκας

Από την κοινωνία (ως αφαίρεση) στην κοινωνική συνείδηση και την επανάσταση

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Η κοινωνία, το κοινωνικό, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αφαίρεση. Εργαλειακή, γιατί μας χρησιμεύει στις αναλύσεις και στις θεωρίες μας για τα κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά και ιστορικά φαινόμενα. Ωστόσο αρκετά ασαφής και προβληματική τελικά. Επειδή δεν έχουμε να κάνουμε με ένα αμιγές ή ομοιογενές σύνολο, αλλά με άτομα ή συλλογικότητες που λειτουργούν με διαφορετικούς ρυθμούς, τρόπους, επίπεδο συνείδησης. Στην πραγματικότητα για άτομα πρόκειται, που συσχετίζονται και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με ποικίλους και σύνθετους τρόπους. Γι’ αυτό όταν μιλάμε για κοινωνική εξέγερση ή επανάσταση μιλάμε αόριστα και προκαλούμε σύγχυση. Το ίδιο ισχύει και για την έννοια της κοινωνικής συνείδησης. Στην πραγματικότητα, όταν συμβαίνει μια εξέγερση, αντίσταση, κινητοποίηση ή μια επανάσταση, όταν παρατηρούμε τη συνείδηση του κόσμου (μαζών, λαού, κοινωνίας, προλετάριων κλπ) να οξύνεται και να επαναστατικοποιείται, δεν συμμετέχει γενικά η κοινωνία αλλά συγκεκριμένα άτομα-προσωπικότητες που λειτουργούν είτε αυτόνομα είτε με άλλα άτομα σε ομάδες. Ουσιαστικά πρόκειται για μειονότητες, για ατομική δράση που αλληλεπιδρά με άλλες ατομικές δράσεις και κατά συνέπεια ενισχύεται η φυσική δύναμή της και η επίδρασή της στην ιστορία και στην κοινωνική οργάνωση, στον τρόπο που λειτουργεί, στις σχέσεις και στη δομή της.

Ίσως υπό αυτή την οπτική απαντιέται και ένα βασανιστικό (υπαρξιακό, θα ’λεγα) ερώτημα: είναι εφικτή και δυνατή η γνήσια κοινωνική επανάσταση; Όπως και το ακόλουθο, άρρηκτα δεμένο με το προηγούμενο, ζήτημα: είναι δυνατή η ανάδυση και αναβάθμιση της κοινωνικής συνείδησης; Η κατάσταση που βιώνουμε γύρω μας, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και η κατάσταση των ατόμων (της «κοινωνίας») μας βεβαιώνει πως ΟΧΙ! Βέβαια, αυτό ισχύει, εφόσον βλέπουμε την κοινωνία με τον στρεβλό τρόπο που προανέφερα, ως αφαίρεση, ως οντότητα πραγματική. Και αν περιμένουμε από την «κοινωνία» από τον «εργάτη», τον «μεροκαματιάρη», τον «προλετάριο», τον «φτωχό» ή τον «καταπιεσμένο» να κάνει την επανάσταση, θα περιμένουμε πολύ-πάρα πολύ, για να μην πω εις στο άπειρο…

Πάντως, η γνήσια κοινωνική επανάσταση πρέπει αξιωματικά να αγκαλιάζει όλη την κοινωνία, όλα τα άτομα. Προϋποθέτει ότι έχει πραγματωθεί η αναβαθμισμένη κοινωνική συνείδηση. Αυτό όμως το γεγονός εντάσσεται στη σφαίρα του αδιανόητου που γίνεται δυνατό – είναι ένα ιστορικό παράδοξο. Κάτι που ωστόσο δεν αποκλείει η σύγχρονη φυσική και κοσμολογία.

Ιστορικές και πολιτισμικές ως ανάχωμα της επανάστασης

Αλήθεια, πώς είναι δυνατόν, άραγε, άνθρωποι που επιβιώνουν σε αυταρχικά, δικτατορικά, στρατοκρατικά καθεστώτα να επαναστατήσουν πραγματικά; Να εξεγερθούν, ναι, αλλά δεν θα επιθυμήσουν πραγματικά την επανάσταση, την απαλλαγή από κάθε εξουσία και μορφή καταπίεσης. Ιδιαίτερα οι άνθρωποι που βιώνουν την κυριαρχία καθεστώτων στον Τρίτο Κόσμο, σε Ασία και Αφρική, είναι σε ακόμη δυσχερέστερη και μειονεκτική θέση. Η μακραίωνη ιστορία αποικιοκρατίας και ντόπιων, αυταρχικών, διευθαρμένων κυβερνήσεων-καθεστώτων, τους έχει φέρει σε μια θέση μη αμφισβήτησης της εξουσίας ή παραλυτικού τρόμου απέναντί της, γεγονός που ακυρώνει κάθε πιθανότητα και προοπτική επανάστασης. Παράλληλα, λόγω των παραπάνω ιστορικών συνθηκών, έχει εδραιωθεί στην κοινωνία μια κουλτούρα παθητικότητας, υπομονής και ανοχής των δεινών, προσήλωσης στην εξουσία, στους ηγέτες που υπόσχονται να τους σώσουν από τα αυταρχικά και αντικοινωνικά καθεστώτα. Αλλά όμως, όταν πάρουν την εξουσία κάνουν κι αυτοί τα ίδια. Εδώ παίζει καθοριστικό ρόλο και η θρησκεία, ως θεμελιακό στοιχείο που συνέχει και διαμορφώνει ολιστικά τον πολιτισμό αυτών των κοινωνιών και των ανθρώπων.

Στις αραβικές χώρες, για παράδειγμα δεν έχει αναπτυχθεί ένα ελευθεριακό πολιτισμικό –  και κατ’ επέκταση κοινωνικό και πολιτικό – ρεύμα. Ένα σοβαρό και δυναμικό κίνημα ενάντια στον αυταρχισμό, στον πόλεμο και στη στράτευση, διεκδίκησης για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι άνθρωποι βέβαια αντιστέκονται όπως φάνηκε με το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης αλλά και με κινητοποιήσεις φτωχών αγροτών και εργατών πριν από αυτή. Ωστόσο δεν αμφισβητούν ριζικά την εξουσία αλλά αγωνίζονται για μεταρρυθμίσεις. Με αποτέλεσμα να τάσσονται με το ένα ή με το άλλο στρατόπεδο, δηλαδή να θεωρούν ότι η λύση στα προβλήματά τους είναι η τάδε ή η δείνα παράταξη που θα καταλάβει την εξουσία και την κυβέρνηση. Ή δέχονται παθητικά τις εξελίξεις και φεύγουν μαζικά για ασφαλέστερα μέρη, παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς. Όσοι βέβαια είναι τυχεροί, γιατί όπως βλέπουμε στη Συρία πολλοί άμαχοι έχουν εγκλωβιστεί στη φρίκη του πολέμου και στον εφιάλτη μιας αβέβαιης επιβίωσης από τις αντιμαχόμενες δυνάμεις, οι οποίες τους βομβαρδίζουν ανηλεώς. Για αυτήν την υποταγή στην εξουσία ευθύνεται η άγρια καταστολή, ο τρόμος των σωμάτων ασφαλείας και ο ασφυκτικός έλεγχος, το φακέλωμα και η κατάπνιξη κάθε διαφορετικής άποψης και αντίδρασης. Η πολύ ελπιδοφόρα εξαίρεση της πολλά υποσχόμενης Αραβικής Άνοιξης τελικά κατέληξε σε αναβίωση θεοκρατικών κινημάτων και νέων αυταρχικών καθεστώτων. Εξαιτίας ακριβώς του ότι δεν υπήρχε μια ελευθεριακή ή έστω δημοκρατική παράδοση (εκδηλώθηκε σε χώρες όπου οι τυπικοί δημοκρατικοί θεσμοί είτε είναι ισχνοί -καρικατούρες θεσμών- είτε απουσιάζουν), με αποτέλεσμα το πισωγύρισμα σε δικτατορικά (ανοιχτά ή καλυμμένα) καθεστώτα.

Η ιδιαιτερότητα της Δύσης

Εδώ ακριβώς όμως εντοπίζεται και η ειδοποιός διαφορά με τη Δύση. Οι δυτικές κοινωνίες έχουν την πολυτέλεια της αμφισβήτησης και της αντίδρασης ακόμη και εν καιρώ πολέμου, όχι χωρίς συνέπειες ωστόσο. Δημιουργούνται κινήματα αντίστασης ακόμη και στις πιο δυσμενείς συνθήκες, επηρεάζοντας τις εξελίξεις, θέτοντας φραγμούς στην εξουσία, ανατρέποντας μερικώς ή ολικώς σχέδια κυβερνώντων, ρίχνοντας αυταρχικές κυβερνήσεις. Στη Δύση έχει εδραιωθεί μια κουλτούρα όπου ο ανοιχτός αυταρχισμός, η βίαιη εξουσία και διακυβέρνηση δεν γίνονται ανεχτές και δεν επιβιώνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μια αυταρχική και ανοιχτά αντιλαϊκή-αντικοινωνική κυβέρνηση όπως η συριακή, που καταστέλλει άγρια και απάνθρωπα τους αντιπάλους της και όποιους την αμφισβητούν ή διαφωνούν, δεν θα είχε μέλλον σε μια δυτική χώρα, ακόμα και αν προκαλούσε πόλεμο, εξωτερικό ή εσωτερικό. Παρά το κόστος, παρά τα θύματα, τους νεκρούς και τους φυλακισμένους, σύντομα θα κατέρρεε. Επομένως, για άλλη μια φορά λέμε ότι το μπαλάκι είναι στην πλευρά των δυτικών κοινωνιών, για να πραγματοποιήσουν την παγκόσμια κοινωνική επανάσταση.

Εντούτοις και στην Δύση, στην Ευρώπη ας πούμε, οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές για μια κοινωνική ανατροπή, για διαφορετικούς λόγους. Ο κόσμος έχει απορροφηθεί με το να ασχολείται μονάχα με την επιβίωση. Το ίδιο έκαναν εν γένει οι άνθρωποι και στο παρελθόν, αλλά υπήρχαν στιγμές εξεγέρσεων και επαναστάσεων, ριζικών κοινωνικών αλλαγών. Τώρα με την κρίση – η οποία έχει επιφέρει την πτώση του βιοτικού επιπέδου και απώλεια ορισμένων δικαιωμάτων – έχουν εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο. Καταγίνονται και απορροφούν τον χρόνο και την ενέργειά τους αποκλειστικά σε οικονομίστικα ζητήματα, με γνώμονα το ατομικό συμφέρον – άρα με μια εγωιστική αντίληψη και στάση ζωής. Είναι βέβαια αυτονόητο ότι το οικονομικό ζήτημα είναι θεμελιακό, ωστόσο το τι στάση τηρούμε απέναντι σε αυτό δεν είναι κάτι μονοσήμαντο, αλλά εκφράζει το συνειδησιακό επίπεδο ατόμων και ομάδων. Το σίγουρο είναι ότι η παρατηρούμενη εγωιστική και παθητική στάση της πλειονότητας είναι αδιέξοδη και επιτείνει το πρόβλημα. Την ευθύνη του όμως ο δυτικός άνθρωπος, ακόμη και ο απλός-καθημερινός πολίτης, δεν μπορεί να την αποποιηθεί, γιατί είναι σε πολύ καλύτερη – σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με τους άλλους μη προνομιούχους λαούς.

Οπωσδήποτε η εξουσία στον προνομιούχο κόσμο έχει καθοριστική ευθύνη, λόγω του ότι έχει επίγνωση του ηγετικού ρόλου της στις υποθέσεις του πλανήτη. Η δυτική κοινωνία έχει τραβήξει όπως είπαμε διαφορετικό δρόμο. Είναι σε ευνοϊκότερη και προνομιούχα θέση: οικονομική, πολιτισμική (με την επιστημονική-τεχνοκρατική έννοια), συνειδησιακή (ως ηγέτιδα παγκόσμια δύναμη). Ο ηγετικός ρόλος της ωστόσο μπορεί να έχει δυνητικά και μια θετική πρακτική εκδοχή: να πάρει κρίσιμες αποφάσεις και να δώσει λύσεις στα παγκόσμια προβλήματα: ζητήματα φτώχειας, δίκαιης κατανομής του πλούτου, ελευθερίας και δικαιωμάτων και – το σημαντικότερο – ειρήνη.

Η κοινωνική συνείδηση και η επανάσταση πέρα από αφαιρέσεις

Συνεπώς, στην πραγματικότητα η επανάσταση και η αναβάθμιση της κοινωνικής συνείδησης συντελείται από ορισμένα μόνο και ξεχωριστά άτομα-προσωπικότητες με επαναστατική ταξική και κοινωνική συνείδηση. Αυτό προκύπτει ως πιθανότερο και λογικότερο τόσο από την παρούσα κατάσταση όσο και από την ιστορική εμπειρία. Τα εν λόγω άτομα λειτουργούν ως καταλύτες και ως σηματοδότες της επανάστασης, όχι όμως ως εξουσιαστές ηγέτες ή καθοδηγητές αλλά σαν μια φυσική και αβίαστη έκφραση της ίδιας της ύπαρξής τους. Με την οξύτατη και ώριμη (κοινωνική – συμπαντική) συνείδησή τους, με την ιδιαίτερη ευφυΐα και οξυδέρκειά τους (πνευματική και ψυχοσυναισθηματική), το επαναστατικό ένστικτό τους και την ευφυέστατη πρακτική-δράση τους δείχνουν και ανοίγουν τον δρόμο για την έλευση της γνήσιας κοινωνικής συνείδησης και επανάστασης. Είναι προσωπικότητες ασυμβίβαστες, που δεν βάζουν νερό στο κρασί τους και δεν πηγαίνουν με τα νερά του κόσμου. Δεν τους νοιάζει τι λέει η «κοινωνία», ούτε τους απασχολεί η γνώμη των πολλών. Ξέρουν ότι αυτά όλα είναι μια παγίδα που μπλοκάρει τη συνείδηση και ακυρώνει την όποια επαναστατική διαδικασία.

Τα άτομα αυτά είτε δρουν αυτόνομα είτε σε συλλογικότητες και ομάδες, οι οποίες λόγω της αλληλεπίδρασης με τα εν λόγω άτομα συνήθως χαρακτηρίζονται από υψηλότερη σε σχέση με τους υπόλοιπους ανθρώπους συνειδησιακή κατάσταση και επαναστατικότητα. Αυτό μπορούμε να το δούμε σε όλες τις ιστορικές περιόδους και στα επαναστατικά ιστορικά γεγονότα. Η «κοινωνία» ακολουθεί, ως μια αφαίρεση, ως «μέσος όρος». Ενίοτε βέβαια αυτός ο «μέσος όρος» αναβαθμίζεται ως αντίκτυπο της επίδρασης των πρωτοπόρων, αλλά εύκολα μπορεί να εκπέσει στην πρότερη χαμηλότερη ενεργειακή βαθμίδα, στην αδράνεια και την παθητικότητα στην οποία βρισκόταν πριν την εξέγερση ή επανάσταση. Συνεπώς, η κοινωνία παραμένει μια αφαίρεση και κατά τη διάρκεια και μετά τα ανατρεπτικά ιστορικά γεγονότα. Τελικά ξαναγυρίζει στη ρουτίνα και στις κοντόθωρες προσδοκίες, νοοτροπίες και συνήθειες της καθημερινότητας. Δεν έχουν δηλαδή οι άνθρωποι κατακτήσει το απαραίτητο επίπεδο συνείδησης, ώστε να κατανοήσουν την επανάσταση και να δράσουν ή να σκεφτούν ανάλογα. Η κοινωνία έτσι, ως μέσος όρος των σχέσεων και πρακτικών των απλών-καθημερινών ανθρώπων γίνεται τροχοπέδη της επανάστασης. Η συντήρηση και η αντεπανάσταση είναι θέμα χρόνου να προκύψουν.

Η ανάγκη για τη Θεωρία της Αναρχίας

Η ευφυής και αναβαθμισμένη συνείδηση και δράση προϋποθέτει μια ανανεωμένη και εξελιγμένη Θεωρία για την Αναρχία και την κοινωνική συνείδηση. Αυτό σημαίνει αναγκαία πρόσβαση στη γνήσια γνώση, στην αλήθεια, στην οικείωση της πραγματικής πραγματικότητας, ως οντολογικό επίπεδο. Οπωσδήποτε προϋποθέτει επίσης πρόσβαση στη γνήσια πληροφορία, όχι στην τυπική εξουσιαστική γνώση που επιβάλλεται στην εξουσιαστική εκπαίδευση μέσω της υπακοής. Πρόκειται για ένα ζήτημα υπαρξιακό, πολύ σημαντικό, για ένα στοίχημα με τον χρόνο: έχει να κάνει με την επιβίωση του ανθρώπινου είδους, στο βαθμό που είναι πλέον γνωστό ότι η επιβίωση του ανθρώπου στο υπάρχον κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό σύστημα καθίσταται μια ουτοπία…

Στο μεταβατικό στάδιο μέχρι το ξέσπασμα της ιστορικής γνήσιας επανάστασης και την αναζωπύρωσης της κοινωνικής-ταξικής συνείδησης, κάθε σπέρμα και στάση αντίστασης και άρνησης στο υπάρχον είναι δημιουργική. Οι εξεγέρσεις είναι το κοινωνικό πείραμα, το κοινωνικό εργαστήριο όπου δοκιμάζονται και αναδύονται μορφές και τρόποι της κοινωνικής επανάστασης. Βέβαια όσο πιο ριζικές και ελευθεριακές-ανατρεπτικές είναι αυτές οι πρακτικές και δράσεις-κινητοποιήσεις, τόσο πιο κοντά και σε αντιστοίχιση με την επανάσταση και την αναρχική κατάσταση του μέλλοντος είναι. Οι ρεφορμιστικές κινητοποιήσεις, οι μερικές διεκδικήσεις, σε αναφορά και εξάρτηση με την εξουσία, τα κόμματα, τα συνδικάτα συχνά όχι μόνο αποπροσανατολίζουν, αλλά λειτουργούν ως αντιδραστήριο που παράγονται συντηρητικές και φασιστικές στάσεις και νοοτροπίες, ειδικά στις σημερινές συνθήκες ιδεολογικής σύγχυσης και απαξίωσης των αστικο-δημοκρατικών θεσμών και των πολιτικών εκπροσώπων τους. Επίσης η φαντασία και η επινόηση νέων μορφών δράσης, οργάνωσης και σχέσεων που αντανακλούν το πρόταγμα για έναν αταξικό πολιτισμό χωρίς εξουσία, κράτος και εκμετάλλευση είναι αυτό που λείπει από το ανταγωνιστικό κίνημα και από την κοινωνία. Είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται-είναι αναγκαίο για να πλησιάσουμε και να δούμε να έρχεται όλο και πιο κοντά – ακόμη και να τη δούμε καθαρά μπροστά στα μάτια μας – η ελεύθερη, αναρχική, οικουμενική και πανανθρώπινη κοινότητα. Είναι το γνώρισμα ότι οι άνθρωποι, η κοινωνία, αναβαθμίζουν τη συνείδησή τους και επιθυμούν την ελευθερία.

Η γνήσια επανάσταση ως ιστορικό (και κοσμικό) παράδοξο

Όμως η σύγχρονη εμπειρία μας λέει ότι οι αντιστάσεις και τα κινήματα έχουν καμφθεί δραματικά ή έχουν εκλείψει. Ο ατομισμός, η σύγχυση, ο φόβος, ο εγκλωβισμός των ανθρώπων στα καθημερινά διλήμματα και αντιξοότητες της επιβίωσης, δηλαδή στην εξουσία, κυριαρχούν. Παντού, σε Δύση και Ανατολή, σε Βορά και Νότο, οι άνθρωποι, ακόμη και όταν ξεσηκώνονται, τελικά καταλήγουν να αναφέρονται και να επιδιώκουν την εξουσία. Επανέρχονται σ’ αυτή και ετεροκαθορίζονται από αυτήν. Ίσως αυτό είναι το κλειδί της αποτυχίας της επανάστασης – και, αντίστροφα, η ριζική άρνησή της το αποφασιστικό βήμα για την επιτυχία της κοινωνικής επανάστασης. Γιατί τόση απάθεια και παραίτηση; Τι βαθιά κρίση του ανθρώπου αντιμετωπίζουμε;

Όμως σε τέτοιες συνθήκες βαθιάς κρίσης, τέλματος και αδιεξόδου είναι ακριβώς που καλείται να δράσει η ελεύθερη, επαναστατημένη, άναρχη ατομικότητα-προσωπικότητα, να αναδυθεί η ευφυής νόηση και η κοινωνική συνείδηση. Σε τέτοιες σκοτεινές περιόδους είναι που αναδύεται και λαμβάνει χώρα το ιστορικό παράδοξο-αδιανόητο-απρόοπτο. Γιατί αλλιώς δεν νοείται ως τέτοιο. Εκεί είναι – στην «μαύρη τρύπα» της Ιστορίας – που θα εκτιναχθεί η λάμψη της επανάστασης, το (ακατανόητο – ακατονόμαστο, μέχρι εκείνη τη Στιγμή) άλμα: ιστορικό, υπαρξιακό, κβαντικό, κοσμικό, κοινωνικό, ψυχολογικό.

18/9/2016

 

Χόκινγκ: Ο πλανήτης και το ανθρώπινο είδος κινδυνεύουν από εξαφάνιση, από τον πλούτο και το χρήμα

Φωτογραφία: RAMON DE LA ROCHA/EPA/ΑΠΕ
Φωτογραφία: RAMON DE LA ROCHA/EPA/ΑΠΕ

Ένα συγκλονιστικό άρθρο έγραψε ο πασίγνωστος επιστήμονας Στίβεν Χόκινγκ, στο οποίο και αναλύει τον ρόλο που παίζει ο πλούτος και το χρήμα στον σύγχρονο άνθρωπο και εντοπίζει τους κινδύνους που έχει η «στενόμυαλη» αντιμετώπιση τους στην εποχή μας.

Το πόνημα του Βρετανού φυσικού που δημοσιεύεται στην εφημερίδα «The Guardian» προτείνει μια νέα αφήγηση/κοσμοθεωρία που θα διασφαλίσει το μέλλον του πλανήτη μας και του ανθρώπινου είδους, που σε κάθε άλλη περίπτωση, όπως τονίζει ο Χόκινκ, κινδυνεύουν με εξαφάνιση.

Ολόκληρο το άρθρο:

«Έχουν τα χρήματα σημασία; Μήπως ο πλούτος μας κάνει πιο πλούσιους; Αυτά μπορεί να φαίνονται κάπως περίεργα ως ερωτήματα για έναν φυσικό, όπως είμαι εγώ, αλλά θα προσπαθήσω να απαντήσω πως σχετίζονται.

Η απόφασή του δημοψηφίσματος της Βρετανίας είναι μια υπενθύμιση ότι όλα συνδέονται μεταξύ τους και ότι, αν θέλουμε να κατανοήσουμε τη θεμελιώδη φύση του σύμπαντος, θα ήταν πολύ ανόητο να αγνοήσουμε το ρόλο που παίζει ο πλούτος και το χρήμα στην κοινωνία μας.

Έχω υποστήριξε κατά τη διάρκεια της εκστρατείας πριν το δημοψήφισμα πως θα ήταν λάθος για τη Βρετανία να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είμαι λυπημένος για το αποτέλεσμα, αλλά αν έχω μάθει ένα μάθημα στη ζωή μου, αυτό είναι να κάνω το καλύτερο με αυτό που έχω.

Τώρα λοιπόν πρέπει να μάθουμε να ζούμε εκτός της ΕΕ, αλλά για να διαχειριστεί με επιτυχία το μέλλον, θα πρέπει να κατανοήσουμε γιατί ο βρετανικός λαός έκανε αυτήν την επιλογή.

Πιστεύω ότι ο πλούτος, ο τρόπος που τον αντιλαμβανόμαστε και ο τρόπος που τον μοιράζομαστε, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφασή τους.

Όπως δήλωσε και η ίδια η νέα πρωθυπουργός, Τερέζα Μέι, στην πρώτη της ομιλία: «Πρέπει να μεταρρυθμίσουμε την οικονομία μας κατά τέτοιο τρόπο που θα επιτρέψει σε περισσότερους ανθρώπους να μοιραστούν την ευημερία της χώρας».

Όλοι γνωρίζουμε ότι τα χρήματα είναι σημαντικά. Ένας από τους λόγους που πίστευα ότι θα ήταν λάθος να εγκαταλείψει η Βρετανία την ΕΕ είχε σχέση με τις επιχορηγήσεις/επιδοτήσεις.

Οι Βρετανοί επιστήμονες χρειάζονται όλα αυτά τα χρήματα που λαμβάνουν μέχρι σήμερα, και μία σημαντική πηγή της εν λόγω χρηματοδότησης είναι εδώ και πολλά χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Χωρίς αυτές τις επιδοτήσεις, πολύ σημαντικό επιστημονικό και ερευνητικό έργο δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Υπάρχουν ήδη άλλωστε κάποια πρότζεκτ Βρετανών επιστημόνων που έχουν παγώσει και θα πρέπει σύντομα η κυβέρνηση μας να αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό.

Τα χρήματα είναι επίσης σημαντικά γιατί είναι απελευθερωτικά για τους ανθρώπους. Έχω μιλήσει και στο παρελθόν για την ανησυχία μου ότι οι περικοπές των κρατικών δαπανών στη Βρετανία θα μειώσουν ακόμη περισσότερο την υποστήριξη που παρέχεται σε μαθητές με αναπηρία, υποστήριξη καθοριστική και για την δική μου καριέρα.

Στην περίπτωσή μου, φυσικά, τα χρήματα όχι απλώς βοηθήσαν την επαγγελματική σταδιοδρομία μου, αλλά είναι επίσης αυτά που με κράτησαν  κυριολεκτικά ζωντανό.

Γι ‘αυτό και θα ήμουν το τελευταίο πρόσωπο που θα επέκρινε τη σημασία του χρήματος. Ωστόσο, αν και ο πλούτος έχει παίξει ένα σημαντικό, πρακτικό ρόλο στη ζωή μου, έχω μια διαφορετική σχέση με αυτό, απ’ ότι έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι.

Το να πληρώσω δηλαδή για τη φροντίδα μου ως άνθρωπος με σοβαρή αναπηρία είναι ασφαλώς ζωτικής σημασίας, η απόκτηση όμως μιας περιουσίας δεν είναι.

Δεν ξέρω καν τι θα έκανα αν αποκτούσα ένα άλογο κούρσας, ή μια «Ferrari», ακόμα και αν μπορούσα οικονομικά να τα αντέξω. Γι ‘αυτό και βλέπω τα χρήματα ως διαμεσολαβητή, ως ένα μέσο για έναν σκοπό – είτε πρόκειται για ιδέες, είτε για την υγεία, είτε για την ασφάλεια – αλλά ποτέ ως αυτοσκοπό.

Είναι ενδιαφέρον ότι πολλοί θεωρούσαν αυτήν τη στάση -μέχρι πρόσφατα- ως μια προβλέψιμη εκκεντρικότητα ενός ακαδημαϊκού του Κέμπριτζ, ενώ τώρα όλο και πιο πολλοί την αποδέχονται. Οι άνθρωποι αρχίζουν να αμφισβητούν την αξία του πλούτου.

Και θέτουν ουσιαστικά ερωτήματα: Είναι η γνώση ή η εμπειρία πιο σημαντικά από τα χρήματα; Μπορεί ο πλούτος να σταθεί εμπόδιο στο δρόμο της εκπλήρωσης; Μπορεί στα αλήθεια να μας ανήκει κάτι, ή είμαστε απλά παροδικοί κάτοχοι;

Αυτά τα ερωτήματα οδηγούν σε μια σημαντική αλλαγή στη συμπεριφορά μας, η οποία με τη σειρά της εμπνέει κάποιες πρωτοποριακές μορφές επιχειρήσεων, καθώς και νέες ιδέες. Αυτά έχουν ονομαστεί χαρακτηριστικά «Cathedral Projects», ως μια ισοδύναμη, σύγχρονη αναφορά στις μεγάλες, καθολικές εκκλησίες, που κατασκευάστηκαν ως μέρος της προσπάθειας της ανθρωπότητας να γεφυρώσει τον ουρανό με τη γη και να φτάσει στον Θεό.

Αυτές οι ιδέες ξεκίνησαν μέσα από μια γενιά, με την ελπίδα ότι η επόμενη θα αναλάβει τις προκλήσεις που παρουσιάζονται.

Ελπίζω και πιστεύω ότι οι άνθρωποι θα αγκαλιάσουν ακόμη περισσότερο αυτές τις ιδέες στο μέλλον, γιατί βιώνουμε πια ιδιαίτερα επικίνδυνες στιγμές.

Ο πλανήτης μας και η ανθρωπότητα ως είδος, αντιμετωπίζει πολλαπλές προκλήσεις. Αυτές οι προκλήσεις είναι παγκόσμιες και πολύ σοβαρές – η αλλαγή του κλίματος, η παραγωγή τροφίμων, ο υπερπληθυσμός, ο αποδεκατισμός των άλλων ειδών, οι επιδημικές νόσοι, η μόλυνση των ωκεανών κτλ.

Τέτοια ζητήματα απαιτούν από εμάς να συνεργαστούμε, σε ένα κοινό όραμα και με μια συνεργατική λογική που θα διασφαλίσει ότι η ανθρωπότητα θα επιβιώσει.

Θα πρέπει για αυτό να προσαρμοστούμε, να επανεξετάσουμε, να αναπροσανατολιστούμε και να αλλάξουμε κάποιες από τις θεμελιώδεις παραδοχές μας σχετικά με το τι εννοούμε με τον όρο πλούτο, ιδιοκτησία, «δικό μου» και «δικό σου». Ακριβώς όπως μαθαίνουμε στα παιδιά να μοιράζονται.

Αν αποτύχουμε, οι δυνάμεις που συνέβαλαν στο Brexit, ο φθόνος και ο απομονωτισμός, όχι μόνο στη Βρετανία αλλά σε όλο τον κόσμο, που τροφοδοτείται από έναν στενόμυαλο ορισμό του πλούτου και από την αποτυχία μας να τον κατανέμουμε πιο δίκαια, τόσο στο εθνικό επίπεδο, όσο και πέραν των εθνικών συνόρων, θα ενισχυθούν.

Αν συμβεί τελικά αυτό, δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος για τη μακροπρόθεσμη προοπτική του είδους μας.

Αλλά μπορούμε και θα τα καταφέρουμε. Οι άνθρωποι είναι ένα ον ατέλειωτα πολυμήχανο, αισιόδοξο και ευπροσάρμοστο. Πρέπει να διευρύνουμε τον ορισμό του πλούτου και να συμπεριλάβουμε σε αυτόν τις γνώσεις, τους φυσικούς πόρους και το ανθρώπινο δυναμικό.

Την ίδια στιγμή πρέπει να μάθουμε να τον μοιραζόμαστε με περισσότερη δικαιοσύνη.

Αν το κάνουμε αυτό, τότε δεν υπάρχει κανένα όριο σε εκείνα που οι άνθρωποι μπορούν να επιτύχουν από κοινού.»

ΠΗΓΗ: http://www.iefimerida.gr/news/285382/i-krisimoteri-evdomada-gia-tin-ispania-kyvernisi-i-kalpes-ola-ta-senaria

 

Ο βαρύς μανδύας του Νόμου (μετά τον Νόμο, τι;)

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Ο Νόμος ως κατηγορία και ως τάξη, που καθορίζει και ρυθμίζει τα ανθρώπινα πράγματα, έχει ένα ιδιαίτερο και σημαντικό για την κοινωνία και τον πολιτισμό ειδικό βάρος. Ως συμβολική τάξη στηρίζει και αναπαράγει-εδραιώνει την ταξική κοινωνία-πολιτισμό, την ενδυναμώνει και την περιφρουρεί ως άγρυπνος υλικός και διανοητικός (πνευματικός) φύλακας της εξουσίας. Διαπλέκεται στενά σε μια σχέση συμπληρωματικότητας και αλληλοκάλυψης ή επαλληλίας με την Ηθική και την Ιδεολογία, ακόμη δύο ισχυρά θεμέλια της εξουσίας, της καταπίεσης και εκμετάλλευσης, του κράτους και της άρχουσας τάξης.

Εκτός όμως από θεματοφύλακας του κράτους και της κυριαρχίας, είναι ο συνεκτικός ιστός, η δομική-συγκολλητική ουσία που διατηρεί τη συνοχή, τη συνέχεια και τη δομή τόσο των κοινωνιών-πολιτισμών όσο και των ίδιων των ανθρώπων. Συνέχει την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, το πρόσωπο και την ταυτότητα του ατόμου. Όπως αντιστοίχως κάνει η Ηθική και η Ιδεολογία. Όλες αυτές οι κατηγορίες διατηρούν ουσιαστικά την ίδια τη ζωή, όπως ξέρουμε πλέον από τη σύγχρονη κοσμολογία και κβαντική: με την έννοια ότι το φαινόμενο της ύπαρξης και της ζωής φαίνεται να συνδέεται στενά με την «σκέψη», με τη συνείδηση, τελικά με την ιδεολογία, εμβαπτισμένες στις τρεις διαστάσεις το χώρου και της βαρύτητας, που καμπυλώνονται στη διεύθυνση του χρόνου. Έτσι, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, εύκολο πράγμα να καταργήσεις και να υπερβείς τον Νόμο (όπως εξάλλου και την Ηθική και την Ιδεολογία). Ταυτίζεται, θα λέγαμε, μια τέτοια πράξη-κατάσταση, συμβολικά με τον θάνατο, με την κατάρρευση ή κατάργηση της ζωής, της ύπαρξης, της ανθρώπινης υπόστασης και ταυτότητας.

Αυτό, από τη σκοπιά της γνήσιας επανάστασης και της αναρχίας, σημαίνει πάρα πολλά. Για να υπερβείς τον Νόμο πρέπει να τον αντικαταστήσεις με κάτι αναλόγως δυνατό, ίσης ή ανώτερης αξίας και ειδικού βάρους, εξίσου συνεκτικού. Ή, αν όχι συνεκτικού, οπωσδήποτε καταλυτικού στοιχείου.  Ενός χαοτικού παράγοντα (όχι με τη συνήθη γλωσσική σημασία αλλά με τη μαθηματική-φυσική έννοια), που θα παράγει συνεχώς τάξη μέσα από την αταξία τυχαιότητα, και από την τάξη-ντετερμινισμό πάλι αταξία, και μετά πάλι αιτιοκρατία-τάξη, ντετερμινισμό εν μέσω χάους, σταθερότητα μέσα από την αστάθεια και το αντίστροφο, στο διηνεκές. Άρα δεν χρειαζόμαστε κάτι συνεκτικό ή σταθερό, αλλά έναν ριζικά διαφορετικό και επαναστατικό συγκροτησιακό παράγοντα, δηλαδή το χάος. Το χαοτικό στοιχείο παίζει τον ρόλο καταλύτη και όχι συγκολλητικής ουσίας (τον ρόλο αυτό πιθανόν θα αναλαμβάνουν άλλα στοιχεία-παράγοντες), που αναδομεί και αναδημιουργεί συνεχώς νέες δομές, συνθήκες, καταστάσεις, συλλογές, σύνολα, άτομα, ατομικότητες, ιδιαιτερότητες-ιδιορρυθμίες, σταθερές, ασυνέχειες, πιθανοκρατικές καταστάσεις και περιστάσεις, συγκυρίες, αντιθέσεις, συγκρούσεις και συνθέσεις. Το πιθανό, το παράδοξο, το εν δυνάμει θα είναι καθοριστικός παράγοντας για την πραγματική ζωή, την εξέλιξη, την ανθρώπινη κατάσταση, όπως ακριβώς συμβαίνει στο σύμπαν.

Είναι σοβαρό και κρίσιμο-κομβικό σημείο-ζήτημα με τι θα αντικαταστήσεις τον Νόμο, την Ηθική, την Ιδεολογία. Αν δεν προσέξεις, μπορεί να διαλυθείς, να εξαϋλωθείς, χωρίς να πειράξεις την εξουσία, μπορεί να καταστραφείς και να χαθείς ως άτομο και ως πολιτισμός. Ο αναρχικός και η αναρχία έχουν επίγνωση αυτών των ζητημάτων και δεν παίζουν με την επανάσταση όπως ένας απρόσεχτος έφηβος πειραματίζεται άστοχα και απερίσκεπτα με τις εμπειρίες της ζωής, με την επιφανειακή άρνηση και εξέγερση. Η γνήσια επανάσταση και ο επαναστάτης ξέρουν ότι αναλαμβάνουν μια πολύ σοβαρή ευθύνη και μια σημαντικότατη, ηθικά και οντολογικά, δράση-πράξη. Πρόκειται για μια κατάσταση η οποία μόνο ως τραγική μπορεί να χαρακτηρισθεί.

Κάτι τελευταίο αλλά καθόλου υποδεέστερο, ως προς τη σημασία του και την αξία του: ο Νόμος δεν φοβάται αναγκαστικά το χάος, δεν κινδυνεύει εξ ορισμού από αυτό. Αντίθετα, και ο καπιταλισμός το γνωρίζει αυτό πολύ καλά, το χάος μπορεί να θρέφει και να ανανεώνει τον Νόμο. Συχνά ο Νόμος χρησιμοποιεί το χάος για να επιβάλει και πάλι την Τάξη κι έτσι να επιβεβαιώνεται και να εδραιώνεται. Υπό προϋποθέσεις μονάχα, το χάος μπορεί να επιφέρει την άρση και αναίρεση του Νόμου, να γίνει μ’ άλλα λόγια ο τάφος του. Όταν δηλαδή πλήττει θανάσιμα και ανεπανόρθωτα τα δομικά θεμέλια του Νόμου, όταν σπάει τα πήλινα πόδια του, ώστε αυτός να μην μπορεί να αναπαράγεται, να ανανεώνεται και να ενδυναμώνεται. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την παράδοξη και απείθαρχη αταξία, την αστάθεια και ρευστότητα που η δημιουργική δύναμη του χάους παράγει .

17/6/2016

Πώς πέφτει ο καπιταλισμός, η εξουσία, το κράτος;

Πώς γίνεται η επανάσταση; Πώς αναιρείται-ανατρέπεται ο υποκριτικός-ταξικός-εξουσιαστικός πολιτισμός της ανελευθερίας; Πώς θα αναδυθεί ένας γνήσιος «πολιτισμός» («μη-πολιτισμός»);

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Μέσα από μακρόχρονο προβληματισμό, αναζήτηση, μαθήματα και διάβασμα βιβλίων όπως το «Πίστη και Γνώση» του Χέγκελ, αλλά και πολλά άρθρα σε αυτόν τον ιστότοπο, η απάντηση γίνεται για μένα όλο και πιο ξεκάθαρη: με την «πίστη». Η «πίστη», με την υπαρξιακή-φιλοσοφική της σημασία, στην ουσία και σε όλο το βάθος (αλλά και πλάτος) της είναι επαναστατική. Αν πιστέψεις στην επανάσταση, στη δύναμη της αλλαγής μέσα σου, στον αληθινό άνθρωπο που κρύβεται μέσα μας, στον εαυτό σου, στη διαίσθηση και στο συναίσθημα που είναι καθαρά δικό σου – αλλά ταυτόχρονα νιώθεις ότι σε υπερβαίνει, ότι δεν προέρχεται μόνο από σένα αλλά και από μια ανώτερη συνειδητότητα – αν αποδεχτείς ως αλήθεια τη δυνατότητα-πραγματικότητα του αδιανόητου και παράδοξου, τότε η επανάσταση είναι εδώ. Η νέα (οντολογικά) τάξη πραγμάτων είναι ήδη εδώ. Μπορεί να ακούγεται μεταφυσικό ή έστω βολονταριστικό, αλλά έτσι είναι. Ας το σκεφτεί ο καθένας, ας ψάξει μέσα του, ας φανταστεί.

Η «πίστη», δηλαδή η αφυπνισμένη-αναβαθμισμένη συνείδηση που ταυτίζεται με έναν ανώτερο σκοπό, είναι η εσωτερική ουσία, το πνεύμα, η δύναμη που βγαίνει από το εσωτερικό του ανθρώπου για να γίνει πράξη, υλική δύναμη, ενέργεια που διαμορφώνει τα πράγματα, τα γεγονότα, την ιστορία. Αν μπορέσεις να φανταστείς την εικόνα ενός άλλου κόσμου, να θεαθείς άλλες διαστάσεις και καταστάσεις, και αν πιστέψεις αληθινά και αβίαστα σ’ αυτές, τότε η δυνατότητα γίνεται πραγματικότητα. Είναι ήδη πραγματικότητα σε μια άλλη οντολογική κατάσταση, αρκεί να τη φανταστείς και να πιστέψεις. Κι έτσι μπορεί να περάσει και σε αυτήν τη διάσταση που ζούμε.

Μπορεί λέξεις όπως καπιταλισμός, εξουσία, κεφάλαιο, επανάσταση να φαίνονται τετριμμένες, οικείες, ακίνδυνες, όμως εξαρτάται από την οπτική γωνία, την προθετικότητα και την οξύτητα-δύναμη της συνείδησης του παρατηρητή. Η πίστη γίνεται παρατήρηση, με τη σημασία και τον ρόλο  που η παρατήρηση έχει στην κβαντομηχανική: η εμπρόθετη παρατήρηση είναι δράση-πράξη που καθορίζει πώς θα εκδηλωθεί η «αντικειμενική» (εμπειρική) πραγματικότητα. Μπορεί βέβαια μια μεμονωμένη συνείδηση να μη φτάνει και να χρειάζεται συλλογική παρατήρηση (κοινωνική συνείδηση) ώστε να επέλθει η κατάρρευση της πραγματικότητας, ώστε αυτή να εκδηλωθεί ως εμπειρική, βιωμένη κατάσταση.

Αν «δεις» μπροστά σου φαντασιακά την επανάσταση, την ανατροπή του καπιταλισμού, την ελευθερία, τότε αυτή θα σε προσεγγίσει, ως εν δυνάμει διάσταση-ουσία, ώσπου τελικά θα εκδηλωθεί ως πραγματωμένη κατάσταση. Μια ελευθερία που θα είναι ολιστική, για όλα τα αντικείμενα, για όλα τα ζώα και τα φυτά, για τους μικροοργανισμούς και την ίδια τη μορφή της πραγματικότητας. Αυτή (η πραγματικότητα) θα ελευθερωθεί, θα αποκτήσει πολλαπλούς βαθμούς ελευθερίας, θα γίνει ρευστή, αταξική, μη εξουσιαστική, αναρχική. Αν η έλευση της αναρχίας γίνει σκέψη, όνειρο, φαντασία, αίσθηση, συναίσθημα, ασυνείδητο, ψυχή, πνεύμα, ουσία, τότε είναι ήδη «εδώ».

Το νόημα της επανάστασης δεν είναι παρά να νιώσεις την ολιστική «άναρχη μονάδα», την ολότητα και την ένωση των πάντων σε μια αναρχική οικουμενικότητα. Να βιώσεις μέσα σου και να «δεις» πώς είναι η πνευματικότητα της αναρχικής κατάστασης και να πιστέψεις. Πώς είναι και πώς αισθάνεσαι να μην υπάρχει εξουσία, διαφορετικότητα, κατακερματισμός, μερικότητα και, αντίστροφα, να υπάρχει απόλυτη αρμονία, ισότητα, έλλειψη ανισορροπίας – διαχωρισμός σε ανώτερο και κατώτερο, ίδιο και άλλο, ταυτότητα και ετερότητα. Πώς είναι να βιώνεις την άναρχη αχρονικότητα, το πάγωμα και θρυμμάτισμα του εξουσιαστικού χρόνου, την απειρία του αταξικού-άναρχου χώρου, την καθαρή πληροφορία, δηλαδή την καθαρή εικόνα-αίσθηση της πραγματικής πραγματικότητας. Να βιώνεις την ανυπαρξία της ψευδαίσθησης και την έλευση της ελευθερίας ως έλλειψη «βαρύτητας»-ιδεολογίας. Μόνο πνευματικότητα, μόνο αναρχία. Παντού ρέουσα ενέργεια σε αναλλοίωτο χώρο-χρόνο, καμία πυκνότητα, καμπύλωση, συστροφή. Ευκλείδεια συμμετρία, ακίνητη, αναλλοίωτη, άχρονη, σαν σε όνειρο, φαντασία, ουσία. Λόγος…αυτός καθαυτός…

Στην πραγματικότητα ο δυϊσμός υποκειμένου-αντικειμένου δεν υφίσταται, όπως μας έδειξε η κβαντική και έλεγαν και κάποιοι φιλόσοφοι. Άρα η κβαντική διαταραχή-κατάρρευση, νοούμενη ως πίστη, ως πρόθεση, ως παρατήρηση-πράξη συνδιαμορφώνει την πραγματικότητα, δηλαδή τον τρόπο που θα εκδηλωθεί στην εμπειρία μας, θα την εκλάβει συνείδησή μας, τον τρόπο που λειτουργεί και εκδηλώνεται, ως γεγονότα, ως ιστορία. Αν αυτή η ενέργεια-επενέργεια γίνει συλλογική, τότε η πραγματικότητα αλλάζει, αν οι συνειδήσεις την οραματιστούν ως αλλαγή, ως επανάσταση, αν η πραγματικότητα θεαθεί ως τέτοια, ως άναρχη οικουμενικότητα-ολότητα-μονάδα-ενότητα, τότε αναγκαίως θα εκδηλωθεί. Μπροστά σε αυτήν τη δράση-επενέργεια η εξουσία καταρρέει εύκολα, αναιρείται-αίρεται ως κατάσταση, ακυρώνεται από την κοινωνική συνείδηση, απλά. Και δίνει τη θέση της στην ελευθερία-θέωση δηλαδή θέαση και ταύτιση ή «όρεξη» και ροπή-κλίση προς την «Άναρχη Πρωταρχική Μονάδα».

Τα ίδια αυτά τα λόγια, ίσως είναι μόνο μια αφήγηση, ένα ωραίο αφήγημα-μια λογοτεχνική γλώσσα. Άρα, μπορεί να γραφικοποιηθούν. Τίποτα όμως δεν αποκλείει την πιθανότητα – και τη δυνατότητα – να είναι μια επαναστατική παραδοξότητα, ένα «υπαρξιακό άλμα πίστεως» (κβαντικό άλμα που παραβιάζει την αιτιοκρατία και την τυπική κοινή λογική), και άρα να αποκτήσουν επαναστατικό περιεχόμενο-νόημα.

Μιλώντας για όλα αυτά, για άναρχη πραγματικότητα, πνευματικότητα, ψευδαισθησιακή εξουσιαστική πραγματικότητα, έρχεται στον νου η έννοια της «φύσης» των πραγμάτων. Και πιο συγκεκριμένα το περιεχόμενο που δίνει στην έννοια της «φύσης» ο Χέγκελ (εδώ με βάση την προσέγγιση του Νώντα Κούκα – βλ. «Η κοινωνική φιλοσοφία στις μέρες μας»):

Ο Χέγκελ λέει πως η ουσία των πραγμάτων είναι οικουμενική. Αυτή η οικουμενικότητα των πραγμάτων είναι κατεξοχήν η ιδέα τους. Η ιδέα των πραγμάτων είναι η ίδια η φύση και η ουσία τους. Επομένως, ο Χέγκελ ως «φύση» εννοεί όχι τη φύση έτσι όπως την αντιλαμβάνεται ο μέσος άνθρωπος με την κοινή λογική του, δηλαδή την εμπειρική φύση των αισθητηρίων οργάνων και της προκατειλημμένης σκέψης (αφού η προκατάληψη της σκέψης διαμορφώνει ιδρυτικά-ριζικά-καθοριστικά την μορφή της εκδηλωμένης-εμπειρικής πραγματικότητας). Εννοεί αντίθετα την αληθινή φύση και ουσία των πραγμάτων, την οικουμενικότητα της ιδέας τους, την ιδεατή, εν δυνάμει ουσία τους, την ολότητά τους ως σύνθεση αντιφατικών στοιχείων, ως μια ποιότητα-πολλαπλότητα αυτού που είναι (ως εμπειρική ύπαρξη) και ταυτόχρονα δεν είναι (ως ουσία-ιδέα ή δυνατότητα) το εκάστοτε αντικείμενο ή πράγμα. Όχι την εν ενεργεία, εμπειρική, μερική και κατακερματισμένη εκδηλωμένη «φύση» τους. Αλλά την πολλαπλώς αντιφατική συνθετότητα της ουσίας-ιδέας τους.

11/6/2016

Η «χελώνα», το «ποδήλατο» και ο ανθρώπινος πολιτισμός

Από τον Θανάση Χαλκιά

Με τι θα μπορούσε να παρουσιάσει κανείς την κατάσταση και την πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού; Έχει άραγε μια προκαθορισμένη πορεία ή μήπως υπάρχει ένας ανώτερος σκοπός προς τον οποίο πρέπει να οδεύει; Και αυτό το πρέπει είναι ένα «πρέπει» ηθικής-δεοντολογικής  τάξης; ή μια Ηθική Πράξη– με ήτα κεφαλαίο; Με άλλα λόγια έχει σκοπό η ύπαρξη του ανθρώπινου πολιτισμού, και αν ναι, τι πρέπει να κάνουμε για την κατανόησή του;

Αν η απάντηση είναι απλώς η αναπαραγωγή, η διαιώνιση και η επέκταση του είδους, τότε δε μιλάμε για ένα πεπρωμένο φωτεινό, που να ανταποκρίνεται στη βαρύτητα του παραπάνω ερωτήματος. Δυστυχώς, σε αυτό το περιορισμένων απαιτήσεων πλαίσιο, ο άνθρωπος ανταποκρίνεται μια χαρά (καταφέρνει και επιτυγχάνει μια μίζερη επιβίωση).

Προφανώς και δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Αν ήταν αυτό, δε θα παρατηρούσαμε αυτή την δυστυχία, την κατάθλιψη και τη ματαίωση που επικρατεί στον σύγχρονο πολιτισμό, πίσω από τη βιτρίνα της υλικής ευμάρειας. Γιατί είμαστε λοιπόν πλασμένοι;

Ας πάμε στις τρεις και μία διαστάσεις που συνθέτουν το εμπειρικό μας υλικό: αυτές αρκούν για την επίτευξη των περιορισμένων απαιτήσεων της επιβίωσης. Γι’ αυτό όταν δεν έχουμε υψηλές απαιτήσεις, δε ζητάμε κάτι πέρα από αυτό που πιάνουμε, αισθανόμαστε, αγγίζουμε, βλέπουμε κλπ. Για το κάτι παραπάνω όμως πρέπει να επεκταθούμε σε περισσότερες διαστάσεις. Δεν είναι εύκολο να αναπαρασταθεί αυτό το «πέταγμα» του νου προς τα «πάνω». Οι τρεις και μια διαστάσεις είναι σα να κινείσαι με ένα όχημα βιδωμένο στο έδαφος, το οποίο, αν και είναι πολύ ευσταθές, δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά, ούτε έχει πολλές επιλογές κατεύθυνσης, ταχύτητας κλπ. Για να πας πιο μακριά, χρειάζεσαι ένα σύστημα με περισσότερους βαθμούς ελευθερίας. Σαν το ποδήλατο, το οποίο έχει χοντρικά πέντε βαθμούς ελευθερίας που μπορούν να περιγραφούν με δέκα διαστάσεις: το τιμόνι, η μπροστινή ρόδα, η πίσω ρόδα με την αλυσίδα και το γρανάζι, το αριστερό και το δεξί πετάλι. Όλο αυτό αντιπροσωπεύει ένα σύστημα το οποίο είναι ταυτόχρονα και ευσταθές και ασταθές. Ευσταθές γιατί ισορροπείς και ασταθές, γιατί κανονικά δε θα ’πρεπε να ισορροπείς. Δεν είναι εύκολο να μάθεις ποδήλατο, αλλά άπαξ και το μάθεις δεν το ξεχνάς. Σε κάθε περίπτωση πάντως, πρέπει να συνεχίσεις να κινείσαι, αλλιώς το σύστημα θα καταρρεύσει – κοινώς, θα φας τα μούτρα σου.

Ίσως αυτό συμβαίνει και με τον ανθρώπινο πολιτισμό. Για να φτάσει μακριά, θα πρέπει να ξεφύγει από τον κλασικό τρόπο κίνησης και να υιοθετήσει μια νέα συνείδηση που θα κινείται  σε περισσότερες διαστάσεις και με περισσότερους βαθμούς ελευθερίας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξεφεύγουμε από την κοινή λογική και τα τετριμμένα αιτήματα της υλικής αναπαραγωγής. Εξάλλου η σύγχρονη επιστήμη μας δείχνει τον δρόμο μέσω των συγκλονιστικών ανακαλύψεων της κβαντικής φυσικής και των μαθηματικών. Η αλήθεια είναι ότι ο μέσος άνθρωπος είναι κολλημένος στον πρώτο τρόπο κίνησης, σαν μια χελώνα που κινείται αργά και δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά. Επιπλέον κουβαλάει στο καβούκι της προκαταλήψεις, δεισιδαιμονίες και μια φτωχή, περιορισμένη ύπαρξη, που ό,τι ονομάζουμε «πολιτισμό» σήμερα την επικυρώνει.

Πρέπει λοιπόν να μάθουμε «ποδήλατο», αν θέλουμε να πάμε μακριά, δηλαδή ουσιαστικά να ανοίξουμε το μυαλό και τη συνείδησή μας σε περαιτέρω διαστάσεις.

13/5/2016

Η «ΑΚΡΑΙΑ» ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ

Από τον Νώντα Κούκα

I. Στον «χώρο» της λογικής είναι αξιοσημείωτη η προφάνεια, ή η δυνάμει προφάνεια της λογικής αλήθειας. Από την άλλη μεριά, ασφαλώς, τα μαθηματικά, ακόμη και η στοιχειώδης αριθμητική, δεν είναι δυνάμει προφανή σε όλα τα πεδία – δεν επιδέχονται καν μια απόδειξη πληρότητας. Φυσικά, υπάρχουν μεγάλα σε έκταση τμήματα των μαθηματικών που είναι δυνάμει προφανή. Όμως άλλα τμήματα προσεγγίζονται μέσω αρχών, που δεν είναι τόσο προφανείς, με τη βοήθεια προφανών βημάτων• ωστόσο, πρέπει να προσέξουμε ότι αυτά τα τμήματα είναι λογικά κυρίως τμήματα. Συνεπώς, ό,τι προβάλλει έως εδώ είναι περισσότερο η ακραία αποτελεσματικότητα της λογικής ως «υπηρέτριας» των μαθηματικών, παρά μια συγγένεια των μαθηματικών με τη λογική.

II. Η λογική δεν δείχνει καμία προτίμηση σε κανένα ειδικό γνωστικό αντικείμενο μελέτης. Δεν ευνοεί ένα δικό της λεξικό ούτε εστιάζει περισσότερο σε μια υποπεριοχή των τιμών των μεταβλητών από μια άλλη. Απεναντίας, τα μαθηματικά ευνοούν το δικό τους λεξικό και ένα χαρακτηριστικό πεδίο τιμών των μεταβλητών. Παρά ταύτα, τα μαθηματικά εμφανίζονται τόσο απροκατάληπτα ως προς τις φυσικές επιστήμες όσο και η λογική. Αυτό οφείλεται στο γεγονός πως τόσο τα μαθηματικά αντικείμενα όσο και οι χαρακτηριστικοί όροι, δεν ευνοούν ιδιαίτερα καμία περιοχή της φυσικής επιστήμης.
III. Όποια πέτρα κι αν σηκώσουμε, η χρήση της λογικής είναι πανταχού παρούσα. Δεν θα ήμασταν καθόλου υπερβολικοί να θεωρήσουμε τη λογική θεραπαινίδα όλων των επιστημών, περιλαμβανομένων και των μαθηματικών. Αλλά και τα μαθηματικά, πάλι, δείχνουν να διαθέτουν μια αξιοπερίεργη ικανότητα ως προς την επικουρική (βοηθητική) εργασία. Έως κάποιο βαθμό τα μαθηματικά υπηρετούν όλες σχεδόν τις φυσικές επιστήμες. Μάλιστα, διακινδυνεύοντας τη φήμη τους, τόσο τα μαθηματικά όσο και η λογική ξεχωρίζουν πάρα πολύ από τις υπόλοιπες επιστήμες, λόγω της ευκολίας με την οποία συνάπτουν σχέσεις με αυτές.

IV. Ουσιαστικά μιλώντας για ακραία αποτελεσματικότητα της λογικής ως θεραπαινίδας των μαθηματικών, δεν εννοούμε τίποτα άλλο παρά το ακραιφνές τάνυσμα (ξεχείλωμα) της τυπική λογικής, έτσι ώστε αυτή να υπερβαίνει τον εαυτό της όχι σε οριακή μετάθεσή της, αλλά πραγματικά στον υπερ-οριακό της μετασχηματισμό. Η λογική μετασχηματίζεται σε μετα-λογική. Κατά συνέπεια η μεταλογική αντιβαίνει στους κλασικούς τυπικούς νόμους της (αριστοτέλειας) λογικής.
V. Αν λοιπόν και τα μαθηματικά και η (μετα-) λογική που τα εξυπηρετεί, επιταχύνουν την πολλαπλασιαστική τους πληροφορία, τότε καιρός είναι να φύγουμε από τη «λογική» της μαθηματικής λογικής και να αναχθούμε στο στάδιο της μετασχηματισμένης συμμετρικής πληροφορίας που συμπυκνώνει την ίδια τη μετα-φυσική. Πρόκειται για μια σπουδαία αρχή που (θα) εμπεριέχει δύο λαμπρές έννοιες πληροφορίας – μια κοσμολογική και μια επιστημολογική.

VI. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, καταργείται αυτοδικαίως το πλαστό – πλην εμφατικό – σύνορο που (δήθεν) χωρίζει την (παλαιά) λογική και τα (παλαιά) μαθηματικά από τις (παλαιές) φυσικές επιστήμες. Ο εν λόγω μετα-φυσικός μετασχηματισμός αναδεικνύει ντε φάκτο την ίδια τη θεωρία της (κοινωνικής) συνείδησης. Άρα, η διαφόριση λογικής-μαθηματικών, δηλαδή η κίνηση Λ -> Μ, όπου Λ = λογική και Μ = μαθηματικά οδηγεί αναπόφευκτα στην ένωσή τους, με παρεπόμενο το σπουδαιότατο αποτέλεσμα: τη σχέση του σύμπαντος με την (κοινωνική) συνείδηση (ΚΣ).

Δηλαδή, Λ -> Μ -> Σ / ΚΣ: lim
Λ->Μ
[κλίση – σύγκλιση (χορδής) ΜΛ] = κλίση-σύγκλιση της (εφαπτομένης) Σ/ΚΣ
15/1/2016

ΘΕΩΡΙΕΣ ΠΛΑΝΗΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Από τον Νώντα Κούκα

Η αληθοφάνεια ως χρήσιμο εργαλείο της παλαιάς φιλοσοφίας

Πόσο εύκολα και με πόση προθυμία οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τις επί μακρόν προσφιλείς τους πεποιθήσεις ενώπιον της λογικής επιχειρηματολογίας; Η κοινή εμπειρία δίνει, νομίζουμε, την απάντηση: καθόλου εύκολα και με πολύ μεγάλη απροθυμία.

Πράγματι, όσες φορές μια ρηξικέλευθη και καλά τεκμηριωμένη θεωρία επιχειρεί να αντικαταστήσει παλιές και παρωχημένες δοξασίες, δίνεται πραγματική μάχη, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η θεωρία αυτή δίνεται υπό μορφή εναλλακτικής εκδοχής – δηλαδή όχι τόσο με δικούς της (επαναστατικούς) όρους αλλά με παραμέτρους προσαρμοσμένους στην παλαιά θεωρία που πρέπει να ανατραπεί (λέγε με αλλιώς θεωρία του «σώζειν τα φαινόμενα», έστω και υπό τη μη ιδεοληπτική της μορφή).

Θα μπορούσαμε όμως να λειτουργήσουμε αποτελεσματικότερα προς μια τέτοια κατεύθυνση χρησιμοποιώντας την εξής προσέγγιση: να δείξουμε στον κάθε «άπιστο Θωμά» ότι, αν και η θέση του είναι εσφαλμένη, το σφάλμα ωστόσο που έκανε είναι κατανοητό, με δεδομένα τα αληθή γεγονότα περί του ζητήματος. Μιλάμε κοντολογίς για μια θεωρία πλάνης που επιτρέπει τέτοιες αλλαγές ύφους στα δύσκολα αυτά ζητήματα της εγκατάστασης καινούριων θεωριών στη θέση των παλιών παρωχημένων θεωριών.

Εφόσον υπάρχει κάποια ισχύουσα θεωρία, πιθανόν επί μακρόν, που φαίνεται να εξηγεί επαρκώς τις εμπειρίες μας, τότε είμαστε δικαίως επιφυλακτικοί απέναντι σε όσους επιχειρούν να την καταργήσουν. Επί παραδείγματι, από τη στιγμή που έχουμε πλάσει μια θεωρία πλάνης για τη συνείδηση που «εξηγεί» τα γεγονότα της καθημερινής μας εμπειρίας, είναι όντως δύσκολο να την αποποιηθούμε τόσο εύκολα. Εξάλλου μας φαίνεται δύσκολο να ανατρέπουμε τόσο ισχυρές πεποιθήσεις μας, και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα, έστω και αν η αντίπαλη θεωρία διαθέτει πολλά και ισχυρά τεκμήρια αλήθειας. Διότι αν οι πεποιθήσεις ανατρέπονται καταφανώς πολύ γρήγορα και πανεύκολα, τότε πράγματι θα πρέπει να αρχίσουμε να είμαστε καχύποπτοι με τον εαυτό μας: άραγε είμαστε αρκετά ικανοί για να σχηματίσουμε οποιαδήποτε αξιόπιστη θέση;

Το θέμα είναι ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, ξετυλίγεται μια περίπλοκη παραδοξότητα: καθώς συσσωρεύονται τεκμήρια για τη διαμόρφωση της καινούρια άποψης, το θέμα παίρνει εντελώς νέα τροπή• εάν η καινούρια θεωρία είναι τόσο περιεκτική, τόσο καλά τεκμηριωμένη και τόσο σαφώς ορθή, τότε πώς στην ευχή μπορούσαμε κάποτε να ήμαστε τόσο αφελείς, τόσο κουτοί, ώστε να πιστεύουμε τις προηγούμενες απόψεις μας; Και ιδού το παράδοξο που λέγαμε – συμπυκνώνεται πια ως μια αδρή αρχή: όσο πιο ισχυρή είναι μια αντίθετη καινούρια θεωρία, τόσο πιο ισχυρή οφείλει να είναι η εξήγηση γιατί κάποιος υποστήριζε κάποτε αντίθετες απόψεις.

Η Αλήθεια ως Υποκείμενο της νέας φιλοσοφίας

Εδώ λοιπόν μπαίνουμε αισίως στα χωράφια της ψυχολογίας. Και εδώ που τα λέμε, για να είμαστε ειλικρινείς, το μεγαλύτερο τμήμα της παλαιάς φιλοσοφίας δεν είναι παρά ψυχολογία (και λογοτεχνία). Γι’ αυτό άλλωστε έχουμε πει αλλού πως μια ισχυρή θεωρία της κοινωνικής και περιεκτικής συνείδησης χρειάζεται – πέρα από τη μαθηματική, φυσική (και τη συμπαρομαρτούσα βιολογική) ανατροπή – μια κραταιά ψυχολογική θεωρία που θα ανατρέπει εν τοις πράγμασι τη συνηθισμένη ανθρώπινη στάση και συμπεριφορά.

Όταν αποδεικνύουμε πως ο πλανήτης Γη είναι λιγότερο ή περισσότερο στρογγυλός, παραδείγματος χάρη, καλό θα ήταν (σύμφωνα με το παρωχημένο φιλοσοφικό εργαλείο μιας θεωρίας πλάνης) συγχρόνως να διαμορφώσουμε μια πειστική εξήγηση για την παλαιότερη πεποίθηση των ανθρώπων πως η Γη είναι επίπεδη. Εάν σκοπεύουμε να πείσουμε τους αντιπάλους, πρέπει να ξεκινήσουμε τη συνηγορία μας με την αληθοφάνεια της υπόθεσής τους. Να τους πούμε δηλαδή με λίγα λόγια, πως η αίσθηση να βαδίζεις πάνω σε μια επίπεδη επιφάνεια αποτελεί μια άκρως βαρύνουσα εντύπωση για τη συνολική επίπεδη διάσταση της Γης και, άρα, μπορεί να μπει λίγο νερό στο κρασί της. Στα παλιά χρόνια των πρώτων θαλασσοπόρων, κάποιοι ισχυρισμοί των ναυτικών πως είχαν περιπλεύσει τον πλανήτη, πολλές φορές αγνοούνταν ως φημολογίες. Όμως, μπορεί να προσθέσει κανείς, λόγω του αχανούς μεγέθους της Γης η καμπυλότητά της παρουσιάζει ελάχιστη προοδευτικότητα, ώστε να γίνει αντιληπτή με μια βόλτα ή ένα απλό περίπατο στην εξοχή μας. (Παρεμπιπτόντως, φανταστείτε τώρα πόσο δύσκολο είναι για την κοσμολογία να διαπιστώσει την καμπυλότητα ή την επιπεδότητα του σύμπαντος…) Αυτή η θεωρία πλάνης δείχνει ότι η άποψη της Γης ως επίπεδης ήταν λογική άποψη, στη βάση της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας που είχαμε στη διάθεσή μας στην προηγηθείσα εποχή.

Σημασία έχει να καταστεί φανερή η κοινή περιοχή των τεκμηρίων πάνω στα οποία βασίζονται τόσο η παλαιά όσο και η νέα επιχειρηματολογία. Βέβαια, ένα επιχείρημα πως η Γη είναι σφαιρική μπορεί φυσικά να είναι έγκυρο και ορθό, ακόμη και αν δεν συνοδεύεται από μια θεωρία πλάνης. Ό,τι προσφέρει μια θεωρία πλάνης είναι η αληθοφάνεια, καθώς δείχνει πως η νέα θεωρία λαμβάνει υπόψη της την τεκμηρίωση και τις ανησυχίες της παλαιάς• στοιχείο της οποίας θα επιτρέψει στους θιασώτες της δεύτερης να υιοθετήσουν μια παραπλήσια άποψη της νέας θεωρίας.

Όμως μια θεωρία της μεγάλης Πλάνης που συνοδεύει την εικονική μας «συνείδηση», έτσι όπως μέχρι τώρα την έχουμε «γνωρίσει», πόση προσπάθεια άραγε χρειάζεται για να αντικατασταθεί από μια γνήσια θεωρία Περιεκτικής Συνείδησης; Απεριόριστη, θα λέγαμε, διότι πρόκειται για μια τεράστια αληθοφάνεια που πρέπει να αντικατασταθεί από μια άλλη πιο …τεράστια αληθοφάνεια! Οπότε καταλήγουμε ότι είναι καλύτερα σε αυτήν την περίπτωση να λέγονται τα πράγματα με το όνομά τους, ωμά και ψυχρά. Μια γνήσια θεωρία της συνείδησης δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να «σώσει τα φαινόμενα». Άρα δεν χρειάζεται καμιά μεγαλύτερη θεωρία πλάνης, φυσικά, από τη μεγάλη θεωρία πλάνης της παλαιάς άποψης για τη «συνείδησή» μας. Απλά χρειαζόμαστε Συνείδηση και Τόλμη για να δούμε τα πράγματα καθαρά και ξάστερα. Η παλαιά «συνείδηση», όπως και η παλαιά φιλοσοφία, μας ξεγέλασαν. Η καινούρια Συνείδηση δεν μοιάζει σε τίποτε – μα τίποτε με την παλιά, διότι αν έμοιαζε, έστω και σε κάτι, δεν θα είναι γνήσια Συνείδηση. Άρα η καινούρια θεωρία της περιεκτικής συνείδησης δεν χρειάζεται καμία αληθοφάνεια μιας καινούριας θεωρίας πλάνης και δεν χρειάζεται να σώζει κανένα – μα κανένα – φαινόμενο.

Αρκεί να καταδεικνύει την Αλήθεια αυτή καθεαυτή ως Υποκείμενο.

13/11/2015

ΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙ «ΜΕΤΡΑΕΙ» Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Από τον Νώντα Κούκα

Αποκλίνουσες λογικές και αποκλειόμενος τρίτος

Ένα ζήτημα που απαιτεί επανεξέταση και έρευνα εκ νέου, και που ανήκει στις λεγόμενες «αποκλίνουσες λογικές», συνδέεται με τον νόμο του αποκλειόμενου τρίτου (tertium non datur): για οποιαδήποτε δήλωση Π, πρέπει να είναι αληθές είτε Π είτε μη Π (p ή όχι p). Απορρίπτοντας κανείς τον νόμο του «Π ή όχι Π», απορρίπτει πραγματικά τόσο την κλασική άρνηση όσο και τη διάζευξη ή ίσως και τα δύο μαζί. Ουσιαστικά μπορούμε να πούμε πως όποιος εγκαταλείπει τον νόμο του αποκλειόμενου τρίτου αλλάζει – όχι απλώς θέμα ομιλίας – αλλά επίπεδο πραγματικότητας. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει πως πράττοντας έτσι σφάλλει, διότι όποιος κάνει κάτι τέτοιο έχει κατά πάσα πιθανότητα τους λόγους του.

Ένα πλαίσιο στο οποίο απορρίπτονται η κλασική άρνηση και διάζευξη είναι η λογική πολλών τιμών (many-value logic) ή η ασαφής λογική (fuzzy logic). Αυτό το είδος της λογικής αναπτύχθηκε κάπως από τον Peirce τον προηγούμενο αιώνα και, ανεξάρτητα, αργότερα από τον Lukasievicz. Ουσιαστικά πρόκειται για παρόμοια λογική με τη λογική των συναρτήσεων αλήθειας, με τη διαφορά πως δέχεται τρεις ή περισσότερες τιμές της αλήθειας, αντί για αλήθεια και ψεύδος. Το πρωταρχικό κίνητρο για τούτες τις μελέτες ήταν τα αφηρημένα μαθηματικά – η επιδίωξη της γενικότητας και της αναλογίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η λογική πολλών τιμών είναι λογική μόνο από αναλογική άποψη• στην πραγματικότητα πρόκειται για μη ερμηνευμένη θεωρία, για αφηρημένη άλγεβρα.

Κάποιες όμως φορές η τρί-τιμη λογική εκλαμβάνεται ως βελτιωμένη λογική: οι τρεις τιμές της ονομάζονται αλήθεια, ψεύδος και κάτι ενδιάμεσο. Μια κατασκευή που ονομάζεται άρνηση μεταφέρει αλήθειες σε ψεύδη, ψεύδη σε αλήθειες και ενδιάμεσα σε ενδιάμεσα. Κάτω από αυτήν την οπτική γωνία, ο νόμος του αποκλειόμενου τρίτου προφανώς δεν ισχύει. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε κάτι, ότι παρόλο που εκλαμβάνουμε αυτή την αποκλίνουσα λογική ως γνήσια λογική, η ορολογία «αληθής-ψευδής-άρνηση» εκταμιεύεται και μεταφέρεται σε αυτήν από τη λογική μας μόνον εξαιτίας της μερικής αναλογίας που υπάρχει. Η μη ισχύς του νόμου είναι έως τώρα μόνον εικονική (nominal).

Πάντως, σε κάθε περίπτωση, φαίνεται πως τόσο η ορθόδοξη όσο και η αποκλίνουσα λογική, ασχέτως αν η μια είναι ή όχι ομαλή εξέλιξη της άλλης, έχουν και οι δύο πρόβλημα στη θεμελιώδη παράμετρό τους – στην υπαρκτική ποσοτικοποίηση. Μια υπαρκτική ποσοτικοποίηση ισοδυναμεί με τη διάζευξη των επιβεβαιωτικών παραδειγμάτων• ή, μάλλον, θα ισοδυναμούσε με αυτήν εφόσον οι τιμές των μεταβλητών στην ποσοτικοποίηση ήταν πεπερασμένες στο πλήθος και καθεμιά τους είχε όνομα (αντίστοιχα πράγματα ισχύουν για την καθολική ποσοτικοποίηση και τη σύζευξη).

Κάθε λογική που θέλει να είναι πλήρης πρέπει να αντιμετωπίσει με ικανοποιητικό τρόπο την ποσοτικοποίηση. Η τυπική λογική ανάγει τόσο την ύπαρξη όσο και την ποσότητα σε ό,τι φαίνεται• άρα στη θεωρία «δεδομένης πραγματικότητας». Όμως τόσο η ιντουισιονιστική «αποκλίνουσα» λογική των μαθηματικών όσο και η κβαντική αποκλίνουσα λογική της φύσης, αλλάζουν τους κανόνες του νοήματος στους ίδιους τους κανόνες αυτούς καθεαυτούς της ίδιας της λογικότητας της λογικής, τόσο ως ορθόδοξης όσο και ως αποκλίνουσας, σε όλες της τις μορφές (λογική πολλών τιμών, τροπική λογική, λογική προτασιακών διαθέσεων κλπ).

Κοντολογίς, το ζήτημα της απόκλισης στη λογική της ποσοτικοποίησης συνάπτεται με την οντολογία, με το ερώτημα τι υπάρχει. Αυτά που υπάρχουν, σύμφωνα με μια δοθείσα θεωρία στην κοινή της μορφή, είναι όλα, και μόνον αυτά, τα αντικείμενα που λαμβάνονται ως τιμές των μεταβλητών της ποσοτικοποίησης. Αυτό δεν αμφισβητείται από κανέναν, εφόσον «(x)» και «(Ǝx)» εξηγούνται «ως κάθε αντικείμενο x τέτοιο ώστε» και «υπάρχει αντικείμενο x τέτοιο ώστε». Συνεπώς στις αποκλίσεις της θεωρίας της ποσοτικοποίησης αποδίδουμε φιλοσοφικό ενδιαφέρον, οντολογικό ενδιαφέρον. Επηρεάζουν το τι εκλαμβάνεται ως ύπαρξη. Και με αυτήν την έννοια οι αποκλίνουσες λογικές, είτε ως ομαλή εξέλιξη είτε ως ρηξικέλευθο άλμα, της υπέρβασης του αποκλειόμενου τρίτου στην αριστοτέλεια λογική, συνιστά πράγματι ένα διαλεκτικό ανωφερές στιγμιότυπο στην ανθρώπινη «στιγμιαία» συνείδηση.

Ερμηνεύοντας τις έννοιες της ύπαρξης και της ποσότητας

Η ανάλυση της έννοιας της ύπαρξης δείχνει πως «κατάφαση της ύπαρξης δεν είναι τίποτα άλλο από άρνηση του μηδενός» (Φρέγκε). Η ύπαρξη, όπως και η ποσότητα, είναι μια ιδιότητα της έννοιας και όχι των αντικειμένων που ενέχονται στην έννοια ή ένα από τα χαρακτηριστικά της (δηλαδή τα συστατικά της μέρη)• τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την έννοια είναι ιδιότητες των πραγμάτων που εντάσσονται στην έννοια. Γι’ αυτό μπορούμε να λέμε μια ιδιότητα των αντικειμένων «έννοια» ( πρώτης βαθμίδας) και μια ιδιότητα έννοιας σαν αυτήν (π.χ. την ύπαρξη) να τη λέμε «έννοια δεύτερης βαθμίδας/τάξης».

Φαίνεται λοιπόν πως ήρθε η ώρα να βουτήξουμε στα βαθιά νερά. Όπως είπαμε, η κλασική (κοινή) λογική μας λέει πως η Π είναι είτε αληθής είτε ψευδής – τρίτος (δρόμος) δεν υπάρχει. Τώρα όμως εμείς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η «αλήθεια» και το «ψεύδος» είναι αποκυήματα της συνείδησής μας ως μιας μεγάλης θεωρίας της πλάνης (μας). Είναι «αληθοτιμές» μιας εικονικής πραγματικότητας μέσα στην οποία είμαστε εξ ορισμού εμβαπτισμένοι. Η πραγματική πραγματικότητα υπάρχει• αλλά υπάρχει λίγο πριν από τη «μέτρηση» που λαμβάνει χώρα λόγω της παρατήρησης των συνειδητών παρατηρητών. Κι εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το μεγάλο ζήτημα της ερμηνείας της ύπαρξης.

Εμείς όταν κάνουμε λόγο για την ύπαρξη ενός αντικειμένου, κατά βάση αναφερόμαστε στην έννοια της ύπαρξης και όχι στην ίδια τη φύση, αυτή καθεαυτή, του αντικειμένου. Το ίδιο συμβαίνει και με την ποσότητα: μιλάμε για την ποσοτικοποίηση ως έννοια και όχι για τα ίδια τα αντικείμενά της. Συνεπώς οι έννοιες της ύπαρξης και της ποσότητας δεν έχουν οντολογική υπόσταση• απλώς δηλώνουν την ολοκλήρωση, το κλείσιμο της παρένθεσης σε ό,τι αφορά στα νοητά αντικείμενα – και όχι στα υλικά αντικείμενα – την έννοια που τα συναιρεί ως τέτοια. Πρόκειται δηλαδή, και πάλι, για εικονική (nominal) πραγματικότητα κάποιων αντικειμένων. Αντικείμενα που ναι μεν μπορεί να τα βλέπουμε, να τα αγγίζουμε, να τα ακούμε ή να τα γευόμαστε, ωστόσο – όπως έχουμε ξαναγράψει αλλού – λόγω των ατελών αισθητήριων οργάνων μας και της κατ’ ευφημισμό (καθημερινής) συνείδησής μας, δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι τα εν λόγω αντικείμενα αυτά καθεαυτά.

ΥΓ: Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, προς το παρόν θα αρκεστούμε να δηλώσουμε την ειδοποιό διαφορά μεταξύ του χώρου της λογικής και του μαθηματικού χώρου, και μάλιστα τη γνήσια συνολοθεωρία. Η εξομοιωμένη (simulation) συνολοθεωρία είναι λογική• η πραγματική συνολοθεωρία δεν είναι. Τα όρια μεταξύ τους διαδραματίζουν τεράστια σημασία και πρέπει να παραμείνουν απαραβίαστα. Δεν πρέπει ο λογικός χώρος να μπαίνει στα χωράφια του μαθηματικού χώρου και τούμπαλιν. Η (κοινή) ανθρώπινη λογική είναι καθαρά ανθρώπινη υπόθεση (ψυχο-λογία)• τα καθαρά μαθηματικά δεν είναι ανθρώπινη υπόθεση παρά μόνον η γλώσσα τους. Αυτό θα πρέπει πάντα να το θυμόμαστε… τελεία και παύλα.

6/11/2015