Category Archives: ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Σχόλια-κριτική στο κείμενο «Η συστημική κρίση του καπιταλισμού, τα μνημόνια και η ανατροπή τους»

Από την Άννα Γκίκα

Ένα πρώτο σχόλιο για το άρθρο σας αγαπητοί.

Στο πρώτο μέρος του κειμένου, καθίσταται  νομίζω φανερό ότι  λέξεις όπως «καπιταλισμός», «σύστημα», «εξουσία», «πλούτος» «κεφάλαιο» «επαναστατικά κινήματα», «αυτoοργάνωση» ,κλπ, κλπ, χρειάζεται να λείψουν από τα κείμενα   και να αντικατασταθούν με την περιγραφή τους αλλά εκτός κλισέ. Όπως διάβαζα το κείμενο ένιωσα ότι αυτές οι λέξεις είναι πια τόσο οικείες που δεν σημαίνουν τίποτα, τόσο οικείες που δεν τρομάζουν, ή κινούν, αντίθετα παρέχουν την ασφάλεια του «ριζικού». Προσοχή λοιπόν φίλοι, χρειάζεται να επανεμφανιστεί το ανοίκειο προκειμένου την αφύπνιση της έννοιας, διαφορετικά γίνεται μάλλον  μιμιδιακός ο λόγος και ως προς την κριτική του στον καπιταλισμό και  ως προς τις επαναστατικές πρoτάσεις του  Είναι όλα τόσο γνωστά που και χωρίς να δοκιμαστούν πραγματικά δεν λένε πια τίποτα…

Το δεύτερο, αν και πολύ μικρότερο, είναι to the point.

Αυτό δεν είναι οικονομία?

Λίγα σχόλια ακόμη…

 «Μιλάμε για κοινωνικό έλεγχο της οικονομίας, μέσα από παραγωγικούς και καταναλωτικούς συνεταιρισμούς και λαϊκές συνελεύσεις. Αυτό συνιστά μια αποφασιστική φάση για την κατάργηση του καπιταλισμού. Θα πρέπει με πολιτικές αποφάσεις και κοινωνική απαίτηση-πίεση να καταργηθεί μια και καλή το τζογαδόρικο κεφάλαιο {…} Το μαζικό κατέβασμα διαρκείας στους δρόμους είναι ζωτικής-καθοριστικής σημασίας. Μαζί με τις απεργίες διαρκείας, οι οποίες για να επιβιώσουν πρέπει να δημιουργηθεί ένα δίκτυο ανταλλαγών των αγαθών και βασικών υπηρεσιών όπως η υγεία μεταξύ των ανθρώπων που κινητοποιούνται. Ειδικά η απεργία και το μπλοκάρισμα των λειτουργιών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, των χρηματιστηρίων, η εισαγωγή αυτών των χρημάτων στην πραγματική οικονομία. Αν δεν είναι δυνατό σε μια περίοδο να γίνονται απεργίες, οι εργαζόμενοι μπορούν να ζητούν να πληρώνονται σε είδος (π.χ. στα σούπερ μάρκετ με τρόφιμα) ώστε να συντηρούνται και να τα ανταλλάζουν με άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες άλλων εργαζομένων και ανέργων-αέργων. Έτσι το χρήμα καταργείται ή περιορίζεται δραστικά. Απειλή για τον καπιταλισμό και την εξουσία θα ήταν η ανάπτυξη μαζικών επαναστατικών κινημάτων πολιτικής ανυπακοής σε πολλά επίπεδα. Άρνηση πληρωμής φόρων, άρνηση κατανάλωσης-μποϊκοτάζ προϊόντων, αυτοδιαχείριση χώρων και τομέων της παραγωγής, αντιμιλιταριστικά κινήματα, κινήματα ελευθεριακής αγωγής και ανατρεπτικής παιδείας, δράσεις ενάντια στο τζογαδόρικο κεφάλαιο, αποχή από τις εκλογές, δημιουργία κοινωνικών οργάνων αυτοδιεύθυνσης-αυτοδιαχείρισης στην εργασία, στην παραγωγή, στις υπηρεσίες. Αναδιοργάνωση της οικονομίας-παραγωγής με έμφαση στον πρωτογενή-δευτερογενή τομέα, στην πραγματική παραγωγική οικονομία. Κινητοποιήσεις και αγώνες όχι όμως με τα τετριμμένα μερικά και ρεφορμιστικά αιτήματα που δε συγκινούν πλέον καμιά ξύπνια και επαναστατημένη συνείδηση: αλλά με ολιστικά-ανατρεπτικά αιτήματα και στόχο την κοινωνική εκτροπή προς διαδικασίες και εγχειρήματα αυτοοργάνωσης-αυτοδιεύθυνσης-άρνησης του υπάρχοντος.»

Όλα τα παραπάνω, ως πρακτικές αντίστασης, έχουν κατά κάποιον τρόπο «εκδηλωθεί» και συνδεθεί ήδη με τη «Συνέλευση της Πλατείας», τις «Συνελεύσεις Γειτονιάς», το «κίνημα δεν πληρώνω», τα «συλλογικά εγχειρήματα» αγρού, λαϊκής αγοράς όπως η λαϊκή Ζίκος», αυτομόρφωσης,  ιατρείων και φαρμακείων κοινωνικής αλληλεγγύης, κινημάτων σωτηρίας φύσης και ζώων κλπ, κλπ…Από την «εξέγερση του Δεκέμβρη»(2008) και με κορύφωση τα πρώτα «μνημόνια»(2010-2011), όλα αυτά παίζουν ως συζήτηση και βιάζονται να «εδαφοποιηθούν» ως «πρακτική σωτηρίας »    Ωστόσο, αν  θεωρείτε (όπως φαίνεται στο κείμενό σας) ότι η αποτυχημένη υλοποίηση μιας ιδέας δεν αποτελεί λόγο απόρριψής της, θα πρέπει να την ορίσετε εκ νέου προκειμένου την ανάδειξη του πυρήνα της σκέψης που τη διέπει. Χρειάζεται να ξεφύγει από το συμβολισμό της πράξης, από τον τρόπο δηλαδή που εκδηλώθηκαν οι ως άνω πρακτικές μέσω των «κινημάτων» της τελευταίας δεκαετίας και να περάσει στην συνειδητή  πράξη.  Χρειάζεται αποσυστροφή  των νοημάτων πριν την επανακυκλοφορία αυτών των προτάσεων.

Τέλος, νομίζω ότι σιγά, σιγά πρέπει να εντάξουμε στα κείμενα μας και άλλα πλάσματα (έμβια και άβια) προκειμένου το ανοίκειο να εισβάλει  σε κάθε γωνιά του επιστητού.

Κι αν μου έρθουν κι άλλα θα σας ενημερώσω.

Εξαιρετικό το κείμενό σας παιδιά, με έβαλε σε σκέψεις.

23/5/2016

Η συστημική κρίση του καπιταλισμού, τα μνημόνια και η ανατροπή τους

Από τους Δημήτρη Φασόλη και Θανάση Χαλκιά

Ως γνωστόν, η παγκόσμια οικονομική κρίση ξέσπασε λόγω της τεράστιας φούσκας που δημιουργήθηκε από τον χρηματοπιστωτικό τομέα της καπιταλιστικής οικονομίας, με αιχμή την αγορά κατοικίας. Και όπως γινόταν πάντα στον καπιταλισμό, οι ζημιές, οι επισφάλειες και τα χρέη του ιδιωτικού τομέα πέρναγαν στον δημόσιο τομέα. Έτσι το βάρος του χρέους περνά στις πλάτες της κοινωνίας, μέσω της υφαρπαγής  του δημόσιου πλούτου και τη φορολογική αφαίμαξη των λαϊκών στρωμάτων. Η υπερδιόγκωση της τραπεζικής και χρηματιστικής αγοράς σε τίτλους κατοικίας, οφείλεται βασικά στην ίδια την εξέλιξη της αστικής οικονομίας, στην υπερδιόγκωση και αυτονόμηση του τζογαδόρικου κεφαλαίου από  την «πραγματική» οικονομία.

Η μόνη διέξοδος από τον φαύλο κύκλο της καπιταλιστικής κρίσης είναι η αμφισβήτηση και η άρνηση του ίδιου του συστήματος. Η αμφισβήτηση και η απομυθοποίησή του, της ικανότητάς του να λύνει τα προβλήματα επιβίωσης των ανθρώπων και να εξασφαλίζει την πρόοδο και την ευημερία των κοινωνιών. Η συνειδητοποίηση ότι η εξουσία και ο καπιταλισμός μόνο καταστροφή εργασίας, φυσικών πόρων, περιβάλλοντος, των ζωικών ειδών – της ζωής γενικά – φέρνουν. Και πόλεμο, φυσικά. Ή, τουλάχιστον, εκεί καταλήγουν πάντα, λόγω των αντιφάσεων και αντινομιών που διέπουν τη λειτουργία και τη δομή τους.

Κομβικό σημείο είναι να πολεμηθεί και ο σάπιος, αντικοινωνικός, παρασιτικός, αντιπαραγωγικός και αντι-οικονομικός τζογαδόρικος καπιταλισμός: το χρηματιστικό και πιστωτικό κεφάλαιο. Το χρηματιστήριο, οι χρηματοπιστωτικές φούσκες, οι οφσόρ εταιρείες και η σκοτεινή δράση τους. Μόνο ένα παγκόσμιο, επαναστατικό κοινωνικό κίνημα αντίστασης και ανυπακοής θα μπορούσε να απαιτήσει και να πετύχει την κατάργηση του τζογαδόρικου κεφαλαίου. Και παράλληλα, να καταφέρει τη διαγραφή του δημόσιου χρέους των λαών και την κατάργηση των μνημονίων.  Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να καταργηθεί αυτόματα και χωρίς ενδιάμεσες διαδικασίες η καπιταλιστική οικονομία ή οι τράπεζες – τουλάχιστον όχι, όσο η ταξική και εν γένει η κοινωνική συνείδηση παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Οι τράπεζες είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της οικονομίας (αυτό δε σημαίνει ότι χρειάζονται τόσες πολλές και σίγουρα πρέπει να υπόκεινται σε κοινωνικό έλεγχο). Εξάλλου εκεί αποταμιεύονται και οι λαϊκές καταθέσεις.

Επομένως οι λαοί και τα κοινωνικά κινήματα πρέπει να πιέσουν τις κυβερνήσεις για ριζικές-επαναστατικές πολιτικές αποφάσεις. Το δημόσιο χρέος κάθε χώρας θα πρέπει να διαγραφεί αμοιβαία, άμεσα. Ή να αποπληρωθεί, όπως βέβαια και γενικότερα οι κοινωνικές δαπάνες, όχι από τα ίδια και τα επενδυτικά κεφάλαια τραπεζών και επιχειρήσεων αλλά από τα ιδιωτικά κέρδη και πλούτη. Να μη σπαταληθούν δηλαδή δημόσια αγαθά και δημόσιος πλούτος, τα οποία είναι απαραίτητα για τη λειτουργία της οικονομίας, αλλά ιδιωτικά κεφάλαια και πολυτελή αγαθά. Και δε μιλάμε εδώ για το πέρασμα της οικονομίας σε κρατικό και συγκεντρωτικό έλεγχο – δε θέλουμε έναν νέο σταλινισμό-κρατισμό. Μιλάμε για κοινωνικό έλεγχο της οικονομίας, μέσα από παραγωγικούς και καταναλωτικούς συνεταιρισμούς και λαϊκές συνελεύσεις. Αυτό συνιστά μια αποφασιστική φάση για την κατάργηση του καπιταλισμού. Θα πρέπει με πολιτικές αποφάσεις και κοινωνική απαίτηση-πίεση να καταργηθεί μια και καλή το τζογαδόρικο κεφάλαιο. Η κατάργηση του παρασιτικού κεφαλαίου, που δημιουργεί συνεχώς χρηματοπιστωτικές φούσκες και διεθνείς κρίσεις που πλήττουν τα κατώτερα στρώματα, είναι κρίσιμο βήμα περιορισμού του καπιταλισμού, επιβράδυνσής του, μια ριζική δομική αλλαγή που θα αλλάξει τη μορφή της οικονομίας και της ίδιας της κοινωνίας και του πολιτισμού. Η μετατροπή της παραγωγικής οικονομίας σε κοινοτική-αυτοδιευθυνόμενη είναι μια διαδικασία που θα ακολουθήσει.

Αυτήν την ριζική αλλαγή ίσως τη δεχτούν και κάποιοι πιο σοφοί και ανθρωπιστές πλούσιοι, το να πληρώσουν αυτοί δηλαδή από το πλεόνασμα και τη χλιδή τους τα χρέη και τα δημόσια ελλείμματα που τεχνηέντως δημιουργήθηκαν. Υπάρχουν έξυπνοι άνθρωποι της ελίτ που καταλαβαίνουν  τι διακυβεύεται αλλά δεν έχουν το θάρρος να πάνε κόντρα στην ίδια τους την τάξη και στα ιδεολογικά στερεότυπα. Εξάλλου η κυρίαρχη ιδεολογία του καπιταλισμού είναι τόσο ισχυρή που είναι αποδεκτή και από τις μάζες και τους φτωχούς του πλανήτη. Βέβαια το να γίνει κάτι τέτοιο είναι δύσκολο, στο βαθμό που σήμερα το παραγωγικό με το παρασιτικό κεφάλαιο είναι στενά διαπλεκόμενα μεταξύ τους. Όμως γι’ αυτό χρειάζεται κοινωνική εγρήγορση και ανατρεπτικά κινήματα. Οι άνθρωποι πρέπει να ξυπνήσουν και να συνειδητοποιήσουν ότι ο καπιταλισμός είναι ένα απόστημα, ένα καρκίνωμα στον κοινωνικό ιστό και στην πραγματική οικονομία.

Πώς ξηλώνεται όμως το τζογαδόρικο κεφάλαιο και η «οικονομία» του; Το μαζικό κατέβασμα διαρκείας στους δρόμους είναι ζωτικής-καθοριστικής σημασίας. Μαζί με τις απεργίες διαρκείας, οι οποίες για να επιβιώσουν πρέπει να δημιουργηθεί ένα δίκτυο ανταλλαγών των αγαθών και βασικών υπηρεσιών όπως η υγεία μεταξύ των ανθρώπων που κινητοποιούνται. Ειδικά η απεργία και το μπλοκάρισμα των λειτουργιών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, των χρηματιστηρίων, η εισαγωγή αυτών των χρημάτων στην πραγματική οικονομία. Αν δεν είναι δυνατό σε μια περίοδο να γίνονται απεργίες, οι εργαζόμενοι μπορούν να ζητούν να πληρώνονται σε είδος (π.χ. στα σούπερ μάρκετ με τρόφιμα) ώστε να συντηρούνται και να τα ανταλλάζουν με άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες άλλων εργαζομένων και ανέργων-αέργων. Έτσι το χρήμα καταργείται ή περιορίζεται δραστικά.

Απειλή για τον καπιταλισμό και την εξουσία θα ήταν η ανάπτυξη μαζικών επαναστατικών κινημάτων πολιτικής ανυπακοής σε πολλά επίπεδα. Άρνηση πληρωμής φόρων, άρνηση κατανάλωσης-μποϊκοτάζ προϊόντων, αυτοδιαχείριση χώρων και τομέων της παραγωγής, αντιμιλιταριστικά κινήματα, κινήματα ελευθεριακής αγωγής και ανατρεπτικής παιδείας, δράσεις ενάντια στο τζογαδόρικο κεφάλαιο, αποχή από τις εκλογές, δημιουργία κοινωνικών οργάνων αυτοδιεύθυνσης-αυτοδιαχείρισης στην εργασία, στην παραγωγή, στις υπηρεσίες. Αναδιοργάνωση της οικονομίας-παραγωγής με έμφαση στον πρωτογενή-δευτερογενή τομέα, στην πραγματική παραγωγική οικονομία. Κινητοποιήσεις και αγώνες όχι όμως με τα τετριμμένα μερικά και ρεφορμιστικά αιτήματα που δε συγκινούν πλέον καμιά ξύπνια και επαναστατημένη συνείδηση: αλλά με ολιστικά-ανατρεπτικά αιτήματα και στόχο την κοινωνική εκτροπή προς διαδικασίες και εγχειρήματα αυτοοργάνωσης-αυτοδιεύθυνσης-άρνησης του υπάρχοντος.

Γιατί, διαφορετικά, το να κατεβαίνεις στους δρόμους από «επαναστατική» ρουτίνα-συνήθεια ή «υποχρέωση» δεν λέει και δεν επιφέρει τίποτε θετικό για την υπόθεση της απελευθέρωσης και της επανάστασης.

Και με το σχολείο του συστήματος, τι γίνεται;

Όλα αυτά όμως θα αποτύχουν με βεβαιότητα, καθόσον ταυτόχρονα στις σχολικές αίθουσες προετοιμάζονται εντατικά τόσο τα «ανώτερα» όσο και τα «κατώτερα» κοινωνικά στρώματα, για μια  καλή δουλίτσα, πολλά λεφτά και άνετη ζωή. Εδώ λοιπόν, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα:  πώς είναι δυνατόν όταν έχεις  μάθει τόσα χρόνια, ψυχή τε και σώματι, στον ανταγωνισμό, τη βαθμοθηρία, στην αναπαραγωγή των κυρίαρχων ρόλων και ιδεολογίας, μέσα από την υπακοή, να κατέβεις στους δρόμους και να δράσεις γνήσια συλλογικά; Το πολύ που μπορεί να κάνεις είναι να κινητοποιηθείς για «συλλογικές» οικονομίστικες και συντεχνιακές διεκδικήσεις,  του τύπου ο ένας κλάδος εναντίον του άλλου και όλοι μαζί να ζητιανεύουν από το κράτος. Από αυτή την άποψη το δημόσιο-ιδιωτικό σχολείο έχει πετύχει το σκοπό του και δεν χρειάζεται οποιαδήποτε μεταρρύθμιση.

Αυτό που σίγουρα χρειάζεται είναι η αντικατάστασή του ως περιεχόμενο και ουσία. Αυτό σημαίνει ότι όποια γνώση παράγεται σε αυτή τη νέα διαδικασία δεν έχει κανένα κοινό τόπο με οτιδήποτε διδάσκεται σ το σημερινό σχολείο, δηλαδή την αναπαραγωγή ηθικών αξιών, πληροφοριών, εθίμων, στερεοτύπων και συνηθειών του υπάρχοντος. Μια γνήσια παιδεία αντιπροσωπεύει την εσωτερική, πνευματική διάσταση ενός επαναστατικού εγχειρήματος, η οποία πρέπει να συμβαδίζει με την εξωτερικότητά του: κινητοποιήσεις, δράσεις, κοινωνικά αιτήματα. Ως τέτοια, ανοίγει τη σκέψη και τη συνείδηση προς ένα αναβαθμισμένο ανθρώπινο ον.

20/5/2016

Βασική έρευνα, τεχνολογική ανάπτυξη και κοινωνική συνείδηση

Από τον Γ. Π. Τριμπέρη, Καθηγητή Τμ. Φυσικής του ΕΚΠΑ

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: AlfaVita

https://www.alfavita.gr/apopsin/vasiki-ereyna-tehnologiki-anaptyxi-kai-koinoniki-syneidisi

 

Αφορμή για το κείμενο που ακολουθεί αποτέλεσε ένα πρόσφατο άρθρο που δημοσίευσε στις 23 Οκτ. 2015 στη “ΤΗΕ WALL STREET JOURNAL” ο Matt Ridley, Βρετανός δημοσιογράφος, επιχειρηματίας, τραπεζίτης, συντηρητικό μέλος του House of Lords, βραβευμένος για τις νεοφιλελεύθερες ιδέες του. Ο τίτλος του άρθρου του: “Ο μύθος της βασικής έρευνας”.

Πολύ επιγραμματικά, η επιστημονική έρευνα κατηγοριοποιείται ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό ή κίνητρο. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ “βασική έρευνα είναι η πειραματική ή θεωρητική εργασία της οποίας ο πρωταρχικός σκοπός είναι η απόκτηση νέας γνώσης θεμελιωδών φαινομένων και παρατηρήσιμων γεγονότων, χωρίς να αποβλέπει σε καμία συγκεκριμένη εφαρμογή ή χρήση. Εφαρμοσμένη έρευνα είναι επίσης πρωτότυπη έρευνα που διενεργείται με σκοπό την απόκτηση νέας γνώσης. Αποβλέπει όμως πρωταρχικά σε ένα συγκεκριμένο πρακτικό σκοπό.” Το κίνητρο της βασικής έρευνας είναι η γνώση ως αυτοσκοπός ενώ εκείνο της εφαρμοσμένης έρευνας η γνώση για εξυπηρέτηση πρακτικών αναγκών ή επιθυμιών. Αντίστοιχα, τα αποτελέσματα της βασικής έρευνας αποτιμώνται με αναφορά σε αμιγώς γνωσιακά ωφέλη (αλήθεια, πληροφοριακό περιεχόμενο, επεξηγηματική επάρκεια) ενώ εκείνα της εφαρμοσμένης έρευνας υπόκεινται σε επιπλέον αξιολόγηση με βάση πρακτικά οφέλη, όπως η απλότητα και η χρηστικότητα.

Στις μέρες μας, μια εποχή πλήρους εμπορευματοποίησης, τα παραπάνω κριτήρια παραμερίζονται και η εμπορευματική αξία, το κέρδος που αποφέρει το παραγόμενο “προϊόν”, ακόμα και αν αυτό είναι η διανοητική εργασία, αποτελεί το κύριο κριτήριο για τη χρησιμότητά του, την οικονομική στήριξη και την ενίσχυσή του. Εκείνοι, λοιπόν που επενδύουν στην περίφημη “αγορά”, επιθυμούν να κατευθύνουν τον προσανατολισμό της έρευνας προς όφελός τους, ελέγχοντας όχι μόνο τους ερευνητές αλλά ακόμα και τους χώρους που η έρευνα αυτή διεξάγεται. Στην κατεύθυνση αυτή έχουν επιδοθεί σε ένα πόλεμο εναντίον της βασικής έρευνας που διεξάγεται από ανεξέλεγκτους από αυτούς ερευνητές, σε δημόσια ερευνητικά κέντρα ή και πανεπιστήμια.

Καθόλου τυχαία ο κ. Matt Ridley, με τις περγαμηνές που οι οπαδοί της περίφημης “αγοράς” του έχουν αποδώσει, επιστρατεύεται από τους οικονομικούς κύκλους της WALL STREET JOURNAL, για να απομυθοποιήσει τον ρόλο και την αξία της βασικής έρευνας. Και το κάνει αυτό έντεχνα και με επιστημονικοφανή τρόπο. Ξεκινά με ένα ερώτημα που ο ίδιος θέτει, αν η επιστημονική έρευνα οδηγεί την τεχνολογική καινοτομία, από την οποία στον ένα ή στον άλλο βαθμό εξαρτάται η σύγχρονη κοινωνία μας. Στο ερώτημα αυτό απαντά κατηγορηματικά  πως όχι. Ισχυρίζεται ότι “… η τεχνολογική εξέλιξη έχει τη δική της δυναμική και ελάχιστη σχέση με τα αφηρημένα πράγματα με τα οποία ασχολούνται οι επιστήμονες στα εργαστήριά τους. Η τεχνολογία οδηγεί σε αποτελέσματα οικονομικά μετρήσιμα και σημαντικά  που δεν συγκρίνονται με εκείνα, τα σχεδόν ανύπαρκτα της βασικής έρευνας, την οποία δεν υπάρχει ανάγκη να χρηματοδοτούν οι κυβερνήσεις. Η βιομηχανία ρυθμίζει αυτά τα ζητήματα!”

Τις διαπιστώσεις τις οποίες με περισπούδαστο ύφος αναπτύσσει στο άρθρο του ο Matt Ridley τις είχε κάνει 33 χρόνια πριν, αλλά κτυπώντας το καμπανάκι του κινδύνου, ένας Έλληνας διανοητής, ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, νομικός, ακαδημαϊκός και μετέπειτα πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, Γεώργιος Κ. Βλάχος. Η Επιθεώρηση Επιστήμη και Κοινωνία στο τεύχος 27/2011 αναδημοσίευσε την ομιλία του Γεωργίου Βλάχου, με τίτλο “Τεχνολογική επανάσταση και πολιτική”, που εκφωνήθηκε στην Ακαδημία Αθηνών το 1982. Εκεί o Γεώργιος  Βλάχος, μεταξύ άλλων, αναφέρει:

“Από ένα ορισμένο στάδιο αναπτύξεως και πέρα, ο βαθμός και οι τρόποι αλληλεξαρτήσεως επιστήμης και τεχνολογίας τροποποιούνται σημαντικά. Σιγά- σιγά, η τεχνολογία ανεξαρτητοποιείται, ως έναν βαθμό, απέναντι της επιστήμης και γίνεται μία δύναμη που αυτοτροφοδοτείται, κατά το μέτρο ακριβώς που έχει καθυποτάξει την έρευνα στις δυνατότητες που η ίδια της προσφέρει. Αντί να έχει ως κύριο προορισμό να αξιοποιεί τους καρπούς της επιστήμης και να προσφέρει στην τελευταία τα μέσα για την επίτευξη και νέων ανακαλύψεων και εφευρέσεων, η τεχνολογία προσδιορίζει η ίδια εφεξής τους σκοπούς και τα πεδία της έρευνας, σε συνάρτηση με την επιταγή της ικανοποιήσεως των προσδιορισμένων από την ίδια την τεχνολογία αναγκών.

Τις εξελίξεις αυτές τις καθορίζει και τις επιβάλλει μόνη της η τεχνολογία, με τον όγκο των εφευρέσεων που έχει στη διάθεσή της, αλλά και με τα μέσα των εφαρμογών, με άλλα λόγια των επενδύσεων που έχουν γίνει για λογαριασμό της. Ειδικότερα η υψηλή τεχνολογία γίνεται εμπόρευμα, το ακριβότερο και το πολυτιμότερο εμπόρευμα τόσο στις εσωτερικές όσο και στις διεθνείς συναλλαγές, πράγμα που επαυξάνει ακόμη πιο πολύ το κύρος και την επιβολή της τεχνολογίας σε ολόκληρο τον αναπτυξιακό χώρο.

Τα αποτελέσματα αυτών των εξελίξεων είναι ευδιάκριτα. Το “επιστημονικό πνεύμα”,  εξαρτάται εφεξής ολοένα και περισσότερο από τις δυνατότητες που προσφέρει η εφαρμοσμένη έρευνα, δηλαδή η έρευνα που κατευθύνεται σε συγκεκριμένους πρακτικούς στόχους, προσδιορισμένους όμως, όπως προαναφέραμε, από την ίδια την εμπορευματοποιημένη τεχνολογία.

Η ανάγκη, εξ άλλου, εξειδικεύσεως σύμφωνα με τον σχεδιασμό των τεχνολογικών εφαρμογών και ανταλλαγών, επενεργεί ανασταλτικά στη γενική παιδεία, της οποίας συρρικνώνεται ολοένα και πιο έντονα το ουμανιστικό υπόβαθρο.”

Αυτά, και όχι μόνο,  ελέχθησαν από ένα νομικό διανοούμενο 33 χρόνια πριν. Για εμάς, ιδιαίτερα όσοι ασχολούμεθα με την επιστήμη των υλικών στις ιδιότητες των οποίων στηρίζεται η σύγχρονη τεχνολογία, θεωρητικοί ή πειραματικοί, γνωρίζουμε καλά ότι η “παραγωγική” αυτή διαδικασία, ο αγώνας δρόμου των εταιρειών για τεχνολογικές καινοτομίες, η συστηματική οργάνωση όλων των σφαιρών της κοινωνικής ζωής, απαιτούν μια ειδίκευση όλο και πιο έντονη και μια εκπαίδευση τεχνοκρατών-ειδικών. Για το λόγο αυτό η νεοθετικιστική στάση αντικαθιστά τον κλασικό φιλελευθερισμό στον πανεπιστημιακό χώρο. Το μαζικό Πανεπιστήμιο γίνεται μια πραγματική  “μηχανή διπλωμάτων”, ένα πραγματικό εργοστάσιο ειδικεύσεων. Πρόκειται για ειδικεύσεις που όχι μόνο είναι όλο και πιο τεμαχισμένες, αλλά και που συνεχώς κυμαίνονται, ανάλογα με τις ανάγκες της “αγοράς”.

Η επιτάχυνση της τεχνολογικής ανανέωσης σημαίνει ενσωμάτωση, σε μεγάλη κλίμακα, της διανοητικής εργασίας στην παραγωγική διαδικασία. Ενώ, σε προηγούμενες χρονικές περιόδους, η διανοητική εργασία περιοριζόταν, σε μεγάλο βαθμό, στη σφαίρα του κοινωνικού εποικοδομήματος, σήμερα, όλο και περισσότερο προσανατολίζεται προς την υποδομή της κοινωνίας, απαιτώντας θέση στην καθαυτό σφαίρα της παραγωγής. Δημιουργούνται εργαζόμενοι-μισθωτοί διανοούμενοι με γνώσεις σε βάθος ενός μικροσκοπικού τομέα κάποιου επιστημονικού κλάδου, με πολύ αόριστες, ίσως, πληροφορίες, για το σύνολο του κλάδου ή και την αξιοποίηση του από αυτούς παραγόμενου έργου. Μια διανοητική εργασία διασπασμένη-αλλοτριωμένη. Αυτή η διανοητική δύναμη δέχεται μια αγοραστική τιμή που εξαρτάται από τους νόμους της “αγοράς”, δηλαδή από την προσφορά και την ζήτηση. Νέοι όροι εισάγονται γι’ αυτό το “ανθρώπινο κεφάλαιο” που υπολογίζουν την “προστιθέμενη αξία” του κατά την διάρκεια της “διαδικασίας παραγωγής της διανοητικής ειδίκευσης”, δηλαδή κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών.

Ο Matt Ridley, αξιολογώντας την βασική έρευνα με βάση το προσδοκώμενο οικονομικό κέρδος και τον άνθρωπο-ερευνητή ή τεχνοκράτη “μάστορα” ως το μέσο για την παραγωγή αυτού του κέρδους, κρύβει επιμελώς το γεγονός ότι η σύγχρονη τεχνοκρατική κοινωνία μας, στοχεύει την συνεχή αύξηση των κερδών με τρόπο εξόχως βίαια ανταγωνιστικό, ενώ η επιθυμία πολιτικών δυνάμεων για στρατιωτική  υπεροχή και καθυπόταξη λαών αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο για την ανάπτυξη τεχνολογικών καινοτομιών. Παράλληλα περιορίζεται η ατομική ελευθερία, ενώ η επιβολή επίπλαστων αναγκών στο κοινωνικό σύνολο θεοποιούν, με τη βοήθεια των ελεγχόμενων ΜΜΕ, προϊόντα μακράν από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας μας.

33 χρόνια μετά την ομιλία του Γεωργίου  Βλάχου,  ο Νώντας Κούκας σε σχετικό άρθρο του “Επιστήμη, Τεχνολογία και Κοινωνική συνείδηση” στο wordpress.com, στις 4 Σεπτ. 2015,  σχολιάζει τα παραπάνω:

“Δυστυχώς διαπιστώνουμε ότι τα τεχνολογικά εργαλεία που δημιουργήσαμε ως προσθήκες ισχύος, οδηγούν στο να τα εκμεταλλεύεται ο άνθρωπος όχι μόνο εναντίον της φύσης αλλά και εναντίον του άλλου ανθρώπου. Η εφαρμογή λοιπόν αυτής της ισχύος δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Διότι κάθε νέο εργαλείο που κατασκευάζεται ενέχει την υπεραξία της αξιοποίησης της δύναμής του: κάποιος ή κάτι στο περιβάλλον τίθεται σε κίνδυνο ή γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ευημερία και το κύρος του δυνατότερου. Το θέμα είναι πως η ισχύς δεν είναι ποτέ ουδέτερη: πάντοτε υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, όταν εφαρμόζεται στην πράξη. Κατά συνέπεια φθάνουμε στο σημείο όπου οι τεχνολογίες δεν είναι πια προσαρτήματα στην κοινωνική συνείδηση αλλά, αντίθετα, η κοινωνική συνείδηση προσαρτάται στην τεχνολογία. Και από εκεί και πέρα, αυτομάτως και η ίδια η επιστήμη μετατρέπεται σε «αξεσουάρ» της τεχνολογίας”.

Και συνεχίζει εκτιμώντας ότι “…η επιστήμη κρατά μια μοιρολατρική στάση έχοντας, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταλήξει να βλέπει τις τεχνολογικές “προόδους” με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο βλέπει την εξέλιξη στη φύση. Η παραίτηση αυτή περνάει και ένα υποσυνείδητο μήνυμα στην πλειονότητα των επιστημόνων: τυχόν αντίθεσή τους στην εφαρμογή αυτών των ακατανίκητων τεχνολογιών δεν είναι παρά μια ανόητη και μάταιη ενέργεια – όπως ακριβώς το να αντιτίθεσαι στη συνεχή εξέλιξη της φύσης. ”

Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι ένα μήνα μετά, στο άρθρο του της 23ης Οκτ. 2015, ο Matt Ridley, ως εάν είχε διαβάσει τα παρά πάνω, διατείνεται ότι:

“Ολοένα και περισσότερο, η τεχνολογία αναπτύσσει ένα είδος αυτονομίας  όμοιο με εκείνο που χαρακτηρίζει τις βιολογικές οντότητες. Ο οικονομολόγος του Stanford Brian Arthur ισχυρίζεται ότι η τεχνολογία είναι αυτο-οργανούμενη και μπορεί, στην πραγματικότητα, να αναπαραχθεί και να προσαρμοστεί στο περιβάλλον της. Μπορεί λοιπόν να  θεωρείται ως ένας ζωντανός οργανισμός, τουλάχιστον με την έννοια που θεωρείται ζωντανός οργανισμός ένας κοραλλιογενής ύφαλος. ”

Και ο Νώντας Κούκας συνεχίζει : “Για πάνω από έναν αιώνα οι επιστήμονες είχαν πέσει θύματα της παράλογης, αλλά εξαιρετικά βαθιάς, πεποίθησης πως η τεχνολογία είναι ουδέτερη και δεν επηρεάζεται από αξιολογικά συστήματα. Όμως ακριβώς αυτή η λαθροχειρία της από-ιδεολογικοποίησης της τεχνολογίας αποτελεί συνάμα και την υπέρτατη χειραγώγηση. Πολλές ειδικές ομάδες συμφερόντων, που έχουν να αποκομίσουν πολύ μεγάλα κέρδη από την ταχεία εισαγωγή και νομιμοποίηση των αμφιλεγόμενων “εφευρέσεών” τους, περιβάλλουν κάθε νέα τεχνολογία με την αντίληψη της ουδετερότητας και του αναπόφευκτου. Έτσι αυτοαπαλλάσσονται (αυτοδικαίως!) από οποιαδήποτε υπευθυνότητά τους να μελετήσουν το ποιόν, την καταλληλότητα και την αρτιότητα της κοινωνικής “συνεισφοράς” τους.

Οι τεχνολογίες βέβαια ούτε απαλλαγμένες από αξιολογικές αναφορές είναι ούτε νομοτελειακές μπορούν να θεωρούνται. Αποτελούν ανθρώπινα δημιουργήματα, που όμως βοηθούν έτσι ώστε να ανυψωθούμε τόσο που να υπερβούμε τους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου. Και για τούτο, θα έπρεπε οι σύγχρονες τεχνολογίες να μας επέτρεπαν να οικειοποιηθούμε δικαιότερα και να χρησιμοποιούμε σοφότερα τον κόσμο που μας περιβάλλει.”

Όπως ανέφερε και στην ομιλία του στην Ακαδημία Αθηνών ο Γεώργιος Βλάχος : “Η λεγόμενη φυσική φιλοσοφία έχει ως έμβλημα την αρχή: η φύση δεν κυριαρχείται παρά μόνο δια της υπακοής. Να λοιπόν ποιο είναι το απαραίτητο ερώτημα που πρέπει να τεθεί εξ υπαρχής σε οποιαδήποτε κοινωνία έχει στη διάθεσή της μια νέα τεχνολογία: η παρέμβαση που θα ασκήσει  στο περιβάλλον είναι κατάλληλη και φιλική ή είναι ασύμμετρη και εχθρική τόσο σε κλίμακα όσο και σε εύρος;

Φοβάμαι ότι ο άνθρωπος-πολίτης και τα αποδιδόμενα σε αυτόν δικαιώματα και ελευθερίες, δεν είναι εφεξής παρά ένα εύπλαστο υλικό που, σε χαμηλές συνήθως τιμές, προσφέρεται ο ίδιος  στη διάθεση των πλέον απίθανων τεχνολογικών εφαρμογών και των αντιστοίχων κοινωνικο-πολιτικών ρυθμίσεων.

Οι επιπτώσεις των τεχνολογικών εξελίξεων στο ιδιαίτερο πεδίο της πολιτικής πρακτικής είναι επίσης πολλαπλές. Οι τεχνολογικές εξαρτήσεις της ζωής, οι διαστάσεις της πολιτικής δημοκρατίας περιστέλλονται στα μέτρα των “τεχνοδομών”, κάτω από το βάρος ενός ιστορικού συμβιβασμού ανάμεσα σε μία στενή, κομματικά οργανωμένη πολιτική τάξη, συμπυκνωμένη ουσιαστικά σε εκείνο που αποκαλούμε εκτελεστική εξουσία, και τους κατόχους ή τους διαχειριστές του επενδυμένου τεχνολογικού κεφαλαίου.”

Τα παραπάνω, δεν πρέπει να εκληφθούν ως αρνητική τοποθέτηση απέναντι στην τεχνολογία. Εκπληκτικά τεχνολογικά προϊόντα, διανοητικών διεργασιών, βοήθησαν και βοηθούν την επιστήμη να διευρύνει τα όρια του επιστητού, να προσαρμόσει  το φυσικό περιβάλλον στην κατεύθυνση της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών. Αναγκαστικός σύντροφος του σύγχρονου ανθρώπου, παρά τις αλόγιστες εφαρμογές που έχουν γίνει ως τώρα, η τεχνολογία δεν μπορεί ασφαλώς ούτε να αγνοείται ούτε να παραβλέπεται. Δεν πρέπει, όμως, να αγνοείται ή να παρερμηνεύεται εκείνο που η τεχνολογία είναι στην πραγματικότητα: απλό παράγωγο της επιστήμης και της σοφίας και απλό μέσο για την πραγμάτωση ανθρωπίνων σκοπών.

Απέναντι στην απληστία και την βαρβαρότητα των “αγορών”, απέναντι σε κάθε Ridley, που με τρόπο συστηματικό στοχεύουν στην παραμόρφωση των κοινωνικών συνειδήσεων, πρέπει να πάρουμε μια σαφή θέση. Οι νέες τεχνολογίες οφείλουν να έχουν στόχο την ικανοποίηση των πραγματικών κοινωνικών αναγκών, την αναβάθμιση της καθημερινής μας ζωής, την διατήρηση της βιοποικιλότητας, το σεβασμό της ανθρώπινης ζωής και της ατομικής ελευθερίας. Είναι οι κοινωνικές διαδικασίες που οφείλουν να επιδρούν και να καθορίζουν τη χρήση των νέων τεχνολογιών πριν επιβληθεί βίαια και ανεξέλεγκτα η χρήση τους στην κοινωνία.

Όσον αφορά στη βασική έρευνα είναι εκείνη που πάντα θα δίνει τις απαντήσεις στα αναρίθμητα ερωτήματα του  ανθρώπινου νου, αποκαλύπτοντας τα μυστικά της φύσης, καθορίζοντας παράλληλα τα όρια των τεχνολογικών εφαρμογών μελετώντας εξαντλητικά τις φυσικές, χημικές, μηχανικές, ηλεκτρονικές, λογισμικές  κ.α διαδικασίες που λαβαίνουν χώρα σε υλικά και διατάξεις με τεχνολογικές εφαρμογές, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στη βελτίωση τους ή στην παραγωγή νέων. Αυτοί είναι υπερεπαρκείς λόγοι για τη ισχυρή στήριξή της από την πολιτεία, η οποία χρόνια τώρα ετεροκαθορίζεται από τις δυνάμεις της “αγοράς”.

Είναι χρέος όλων μας, αποκαλύπτοντας εκείνα τα οποία επιμελώς αποκρύπτονται, να επαναφέρουμε την κοινωνική συνείδηση στη χαμένη ουμανιστική της βάση, να αναδείξουμε τον πραγματικό επιστημονικό αλλά και κοινωνικό ρόλο του επιστήμονα, ώστε να ξαναπάρουν τη θέση που οφείλουν να έχουν στο κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι, οδηγώντας την πορεία της ανθρωπότητας.

Ας αναφέρουμε ως κατακλείδα  ένα περιστατικό από την τελετή της απονομής του Nobel στη Φυσική το 1998 στους Tsui, Störmer και Laughlin, για την ανακάλυψη και ερμηνεία του κλασματικού φαινομένου Hall. Όταν οι δημοσιογράφοι πήγαν να πάρουν συνέντευξη από τον Störmer,  τους πρόλαβε λέγοντας τους: “Θα με ρωτήσετε αν το κλασματικό φαινόμενο Hall έχει εφαρμογές στις τηλεπικοινωνίες. Σας απαντώ, καμία”.