Category Archives: Δ – Άνθρωπος

Τα όρια της καπιταλιστικής βαρβαρότητας είναι το ανείπωτο και το αδιανόητο

Από: Δ- Άνθρωπος

Ο λυσσαλέος πόλεμος για την κυριαρχία και την εξασφάλιση οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων, για το μοίρασμα εδαφών-σφαιρών επιρροής δεν έχει τέλος. Ο θάνατος είναι το μόνο όριο αυτής της εξουσιαστικής πολεμικής μηχανής. Η διάπραξη εγκλημάτων ανείπωτων και αδιανόητων.

Μετά το πρόσφατο γεγονός της χρήσης χημικών στη  Συρία και το θάνατο αμάχων,  ανάμεσά τους παιδιά και γυναίκες, η συνείδηση φτάνει πια στα όριά της. Το ανθρωπιστικό και χυδαίο έγκλημα στο βωμό του κέρδους δεν μπορεί άλλο να συνεχιστεί. Οι άνθρωποι (όσοι παραμένουν ακόμη άνθρωποι με συνείδηση) δεν μπορούν παρά να αντιδράσουν μαζικά. Οι καταγγελίες δεν αρκούν, αν και ακόμη κι αυτό το ελάχιστο έχει γίνει κάτι το σπάνιο στις μέρες μας. Καθώς τα αντιπολεμικά-αντιμιλιταριστικά, ειρηνιστικά και αντικαπιταλιστικά κινήματα έχουν διαλυθεί, και οι παθητικοί καταναλωτές έχουν αράξει βολικά και άνετα στους καναπέδες τους, το κίνημα αντίστασης σε όλα αυτά τα εγκλήματα της εξουσίας είναι ανάγκη να ανακάμψει και να ενδυναμωθεί.

Το μπλεγμένο κουβάρι ανταγωνιστικών και αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων μεταξύ χωρών και διαφόρων μπλοκ εξουσίας, που δρουν (και παρα-) στρατιωτικά στη Συρία αλλά και στην ευρύτερη περιοχή καθιστά δύσκολο το εγχείρημα για την εξεύρεση μιας ανθρωπιστικής και ορθολογικής λύσης του τεράστιου αυτού ανθρωπιστικού προβλήματος. Σίγουρα κάποιους εξυπηρετεί η μη επίλυσή του, με κωλυσιεργίες και σαμποταρίσματα των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων και των διπλωματικών ενεργειών-προσπαθειών για μια βιώσιμη και δίκαιη λύση.

Φυσικά, πίσω και πέρα από τη σύγκρουση-διαμάχη τοπικών δυνάμεων, υπάρχει στο φόντο η σύγκρουση των παραδοσιακών υπερδυνάμεων ΗΠΑ-Ρωσία, και των εκατέρωθεν (ρητών ή άρρητων) συμμάχων τους. Η σύγκρουση αυτή οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων μεταξύ των καπιταλιστικών υπερδυνάμεων έχει φέρει τον κόσμο στο χείλος του μαζικού ολέθρου. Καμία από τις μεγάλες κρατικές οντότητες δε θέλει να χάσει τα προνόμιά της στη νευραλγική περιοχή της Μέσης Ανατολής και ο πόλεμος θα είναι σκληρός, ύπουλος, άλλοτε καλυμμένος και άλλοτε ανοιχτός-απροκάλυπτος. Το μόνο που τις συγκρατεί από μια καθολική σύγκρουση είναι ίσως η ρευστή οικονομική κατάσταση, η αστάθεια και υποχώρηση της διεθνούς οικονομίας, οι αδυναμίες και τα ρίσκα που εγκυμονεί μια γενική σύρραξη για κάθε υπερδύναμη. Υπολογίσιμης σημασίας είναι και ο παράγοντας της απροθυμίας του κόσμου και της απομυθοποίησης – έως και εχθρότητας – έναντι των πολιτικών. Όλα αυτά όμως οριακά ισορροπούν σε ένα λεπτό σχοινί: αν δουν ότι δεν έχουν να χάσουν τίποτε περισσότερο (αν η οικονομία υποχωρεί συνεχώς και παρακμάζει, αν η κρίση επιδεινώνεται, και τα συμφέροντά τους γίνονται όλο και πιο επισφαλή, στο βαθμό που αμφισβητούνται από μικρούς-τοπικούς ή και μεγαλύτερους εξουσιαστικούς μηχανισμούς και κρατικές οντότητες), τότε θα ρίξουν την ανθρωπότητα ακόμη μια φορά στον όλεθρο και στον εφιάλτη ενός γενικευμένου μεγάλου πολέμου.

Μπροστά στην προοπτική να χάσουν την εξουσία είναι ικανοί για την καταστροφή. Η εξουσία, ιδιαίτερα στην πιο βάρβαρη αλλά και πιο ύπουλη-καμουφλαρισμένη μορφή της στον καπιταλισμό, δεν έχει καμιά αιδώ, δε διστάζει και δεν ορρωδεί προ ουδενός, δεν έχει κανέναν ηθικό ενδοιασμό

Το αρνητικό σημείο εδώ είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στον ελλαδικό χώρο (εκτός κάποιων φωτεινών εξαιρέσεων) μεροληπτούν υπέρ της Ρωσίας, υποτιμώντας έτσι τον ιμπεριαλιστικό της ρόλο στις διάφορες συγκρούσεις, και φυσικά στη Συρία. Την ίδια στάση τηρεί και η αριστερά. Είναι άραγε ζήτημα αφέλειας; Πιστεύουν δηλαδή ότι υποστηρίζοντας Ρωσία και Κίνα αποδυναμώνουν τον καπιταλισμό; Ή απλά ενδυναμώνουν έναν πόλο του και ρίχνουν λάδι στη φωτιά της διεθνούς σύρραξης; Οι «λαοί» (το «λαϊκό και εργατικό κίνημα») και οι καταπιεσμένοι μόνο χαμένοι μπορούν να βγουν από αυτό το πολιτικάντικο και ιδεοληπτικό παιχνίδι – κερδισμένη δε η παγκόσμια εξουσία.

Και απέναντι σε όλα αυτά τα προβλήματα, ποια είναι η στάση της πλειονότητας των ανθρώπων; Η αποβλάκωση-καθήλωση στην τηλεόραση και η απενοχοποίηση μέσα από τα γνωστά «παραδοσιακά έθιμα» και τις θρησκευτικές γιορτές-τελετουργίες. Ιδού η μέγιστη υποκρισία των ανθρώπων (ιδιαίτερα στα καθ’ ημάς, με αφορμή το Πάσχα): η αγάπη πώς μπορεί να εκφράζεται μέσω της μαζικής σφαγής ζώων, τις εικόνες με τη χυδαία κατανάλωση και το ατέλειωτο φαγοπότι; Και τις εικόνες παντού να κρέμονται σφαγμένα ζώα ή να σουβλίζονται για να φαγωθούν; Αυτό τι άλλο από επιθετικότητα και βία κρύβει; Τα πατροπαράδοτα έθιμα εμπεριέχουν πολλή βία μέσα τους, τη βία των πολλών πάνω στους λίγους που επιλέγουν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, όπως επίσης βία πάνω στη φύση και στις άλλες μορφές ζωής… Άραγε, θα επιλέξουμε ποτέ ένα άλλο πολιτισμικό και κοινωνικό παράδειγμα;

Η εν λόγω αρνητική και απαισιόδοξη συνθήκη παθητικότητας, ηττοπάθειας και βολέματος στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ (και φυσικά στην Ελλάδα) είναι η αιτία  για την υποχώρηση και τη διάλυση (ανάμεσα σε άλλα) και των αντιπολεμικών κινημάτων. Για αυτό προκύπτει επιτακτική η ανάγκη για αναβίωση τέτοιων εγχειρημάτων. Ένα  γνήσιο αντιπολεμικό-αντικαπιταλιστικό κίνημα (όπως στο παρελθόν) οφείλει να καταδικάζει και τα δύο μπλοκ εξουσίας που χωρίζουν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής και σέρνουν τους ανθρώπους να αλληλοφαγωθούν για τα συμφέροντα  των αφεντικών τους. Το να υποστηρίζεις τη μια πλευρά σημαίνει ότι δίνεις άλλοθι στη συνέχιση του πολέμου, γιατί το θεωρείς δίκαιο και θεμιτό για τη μια πλευρά και όχι για την άλλη. Οι συνέπειες είναι γνωστές, η ιστορία μας το έχει δείξει αυτό.

Όσο οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες (δεδομένου και του αποικιοκρατικού-ιμπεριαλιστικού παρελθόντος τους) παρεμβαίνουν σε άλλες χώρες και ευαίσθητες περιοχές του κόσμου, βάζοντας πάνω απ’ όλα τα δικά τους μεγαλοσυμφέροντα, τόσο το μίσος για τον σύγχρονο δυτικό κόσμο θα μεγαλώνει και θα θεριεύει. Τόσο στο εξωτερικό όσο, το σημαντικότερο και αναπόφευκτο, στο εσωτερικό των χωρών αυτών. Οι ευρωπαίοι και όλοι οι πολίτες του κόσμου, πρέπει να αποτρέψουν κάθε επέμβαση των κυβερνήσεών τους σε ξένα εδάφη, να μην απογειωθεί κανένα νέο αεροπλάνο, πύραυλος, κανένα πλοίο και όλοι οι στρατοί να γυρίσουν στη βάση τους. Ένα αντιπολεμικό κίνημα δεν μπορεί παρά να αγωνίζεται για τον τερματισμό του πολέμου και των επεμβάσεων ΗΠΑ-Ρωσίας και όποιων άλλων ξένων χωρών στη Συρία και οπουδήποτε αλλού. Και την προώθηση ενός ουσιαστικού και ειλικρινούς διαλόγου μεταξύ των αντίπαλων δυνάμεων της χώρας για την εξεύρεση δίκαιης και βιώσιμης λύσης. Με γνώμονα και προϋπόθεση να εκφραστεί ελεύθερα η βούληση του λαού της Συρίας και η συνύπαρξη.

Μόνο μια διεθνής ειρηνευτική πρωτοβουλία και ανθρωπιστική αποστολή στις περιοχές που πλήττονται έως τώρα είναι ηθικά νομιμοποιημένη και επιβεβλημένη. Οι χώρες και οι λαοί πρέπει να βρουν μόνοι τους βιώσιμη λύση στα προβλήματά τους και να αποφασίσουν τι θα κάνουν με τις διεφθαρμένες και αυταρχικές  ηγεσίες τους. Οποιαδήποτε εξωτερική επέμβαση περιπλέκει τα πράγματα και αναζωπυρώνει τα πάθη και τις συγκρούσεις, ενώ ο πόλεμος και οι επεμβάσεις διαλύουν τις χώρες που τις υφίστανται.

14/4/2017

Η μιζέρια του οικονομισμού

Την ώρα που όλοι («εδικοί» και μη) μιλούν με τη γλώσσα των αριθμητικών-στατιστιικών δεδομένων, με όρους τεχνοκρατικούς για την οικονομία, το χρέος, τη δημοσιονομική πειθαρχία κλπ, ξεχνούν (ή αγνοούν) ότι η «πραγματική» οικονομία είναι μια καταπιεστική και αδηφάγα μηχανή, που αντί να ελευθερώνει σκλαβώνει τον άνθρωπο. Και πώς να μην ήταν, αφού πρόκειται για τον καπιταλισμό, για την εκμετάλλευση και την εξουσία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο. Αντί να ασχολούμαστε με την πραγματική οικονομία, που είναι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, όπως επίσης σύστημα αξιών, δηλαδή ποιος παράγει, για ποιο σκοπό, με ποιες συνέπειες για το περιβάλλον, για την ευημερία των επόμενων γενεών, ποιες ανάγκες είναι σημαντικές και ποιες δευτερεύουσες κλπ., ασχολούμαστε μόνο με ποσοτικά δεδομένα (που αποσκοπούν στο κέρδος).  Άρα η οικονομία συνδέεται άμεσα με την παιδεία και την κουλτούρα, παράγωγο των οποίων είναι η πολιτική ως σφαίρα ανθρώπινης πρακτικής-δράσης.

Η παραγωγική διαδικασία και σχέσεις, και οι ρόλοι που αυτές οι δομές επιβάλλουν στους ανθρώπους, αλλοτριώνουν τον γνήσιο εαυτό, και αναδεικνύουν ένα ιδιωτικό «ευνουχισμένο» εγώ, ένα ανασφαλές, φοβικό – και γι’ αυτό κυριαρχικό και ανταγωνιστικό – εγώ. Αλλά και γενικότερα οι κοινωνικές σχέσεις και τα πολιτισμικά στοιχεία (θεσμοί, σύμβολα, στερεότυπα) είναι «εμβλήματα» που συνιστούν «συμβολικό ευνουχισμό» για το υποκείμενο. Οι ρόλοι με τους τίτλους τους είναι και αυτοί καταστάσεις συμβολικού ευνουχισμού, όπως επίσης η εξουσία με τα αξιώματα και τους τίτλους της. Και όντας ευνουχισμένοι, οι εξουσιαστές επιβιώνουν με το να ευνουχίζουν και τους υπηκόους τους. Τα να είσαι εργάτης, υπάλληλος, πανεπιστημιακός ή διανοούμενος, δεν είναι λιγότερο απατηλό από το να είσαι αρχηγός ή αφεντικό. Δεν είσαι ο εαυτός σου, αλλά αυτό που σου επιβάλλουν τα εύσημά σου, οι τίτλοι εξουσίας (λιγότερης ή περισσότερης) στην ιεραρχία της κοινωνίας. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται έτσι ώστε να εφευρίσκουν τρόπους για να μην είναι ο εαυτός τους. Έτσι η ιστορία γίνεται ένα δράμα με τραγικούς πρωταγωνιστές.

Ένα ριζικό-βαθύ αίτιο της πολύπλευρης κρίσης είναι το ότι αυτές οι σχέσεις και οι ρόλοι κατακερματίζουν το όλον, την ανθρώπινη ιδιότητα, την κοινότητα των ανθρώπων, την επικοινωνία και την ίδια την αντίληψη και τη συνείδησή μας. Αυτό οδηγεί σε περαιτέρω διαχωρισμούς, αλλοτρίωση και διχασμό, σε μια ιδεολογικοποιημένη πρόσληψη της πραγματικότητας ως πλάνης- ψευδαίσθησης. Έτσι, συμπεριφερόμαστε ανάλογα στον κόσμο, στη φύση, στους άλλους: τους βλέπουμε ως διαχωρισμένους, ξένους κι όχι ότι κι εμείς ανήκουμε στο όλον. Κατά συνέπεια δικαιώνουμε την ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση, την οικολογική καταστροφή, τον ανταγωνισμό και τον πόλεμο για κυριαρχία – δηλαδή την (αυτο)αυτοκαταστροφή της ανθρωπότητας.

Επομένως, ανεξάρτητα από καλές ή κακόβουλες προθέσεις, το να εξορθολογίσεις και να διαχειριστείς τεχνικά ένα ανθρώπινο σύστημα, χαοτικό και σύνθετο, όπως η καπιταλιστική-εξουσιαστική οικονομία, είναι μια προσπάθεια που στηρίζεται σε σαθρές βάσεις. Και όταν αυτό το κάτι καθοδηγείται από τυφλές, αντιφατικές και εν πολλοίς ά-λογες ή ανορθολογικές δυνάμεις, τότε σίγουρα βρίσκεσαι σε αδιέξοδο. Το ίδιο συμβαίνει με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ενοποίηση, και πολύ περισσότερο η εμβάθυνσή της ως πολιτική ένωση-κοινοπολιτεία, είναι μια προσπάθεια που βασίζεται σε καλές εν γένει προθέσεις και σε ορθολογικές αρχές ελέγχου των τυφλών δυνάμεων της καπιταλιστικής οικονομίας, και των αντινομιών και των ανισοτήτων που αυτή προκαλεί. Αυτό πράγματι έχει επιτευχθεί σε ένα σημαντικό βαθμό στην Ευρώπη, όπου υιοθετείται το «κοινωνικό κεκτημένο», αν και όχι ισότιμα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες (χωρίς εδώ να παραβλέπουμε τις ευθύνες των πολιτών, ωστόσο η ανισοκατανομή της ανάπτυξης και των προνομίων, οι ταξικές ανισότητες και η αδικία είναι σοβαρά κοινωνικά προβλήματα που δεν μπορεί να αγνοούνται).  Όμως, όπως ξέρουμε, οι καλές προθέσεις δεν φτάνουν:  η προσήλωση σε αποκλειστικά τεχνοκρατικά-οικονομίστικα μέσα, δεν αρκεί για να λύσει το πρόβλημα της οικονομικής κρίσης που είναι ανθρωπολογικό και κοινωνικό – δε λύνει δηλαδή τις αντινομίες και την κοινωνική ανισότητα. Το αντίθετο συμβαίνει, μάλλον: το επιτείνει. Γιατί τα όρια της καπιταλιστικής ανάπτυξης έχουν γίνει πλέον αδιαπέραστα και μόνο με μια γενικευμένη καταστροφή (π.χ. πόλεμος, επιστροφή στον εθνικισμό-τοπικισμό, οικολογική καταστροφή κλπ) μπορούν να αναδιαταχτούν και η καπιταλιστική μηχανή να ανατροφοδοτηθεί. Τίθεται λοιπόν το δίλημμα: κοινωνική-πολιτισμική ανατροπή ή πόλεμος-καταστροφή;

Η διεθνή κατάσταση είναι τόσο ασταθής, που είναι πολύ πιθανό να προκύψουν εθνικές ή ευρύτερες διακρατικές συγκρούσεις. Η Ευρώπη περικυκλώνεται από ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου διεθνούς ανταγωνισμού, τόσο οικονομικού όσο και ισχύος. Άρα η Ευρώπη, πέρα από οικονομίστικους λόγους, οφείλει να είναι ενωμένη και για λόγους διαφύλαξης της ειρήνης, με εξεύρεση ειρηνικών τρόπων επίλυσης-διαχείρισης των διαφορών-συγκρούσεων. Αλλά και για να μη χαθεί το στοίχημα της διεύρυνσης της ελευθερίας και των δικαιωμάτων, στο βαθμό βέβαια που οι άνθρωποι επαγρυπνούν και παλεύουν γι’ αυτά. Το όραμα όμως για ενότητα και ειρήνη φαίνεται να απεμπολείται από τους λαούς της Ευρώπης, που προκρίνουν την επιστροφή στις «παλιές καλές μέρες»,  στις παλιές διενέξεις γύρω από ζητήματα ταυτότητας, ανεξαρτησίας, αυτονομίας-απόσχισης, επιστροφή στις πατροπαράδοτες αξίες, δηλαδή στον εθνικισμό, τον ρατσισμό, και τον ακροδεξιό (αλλά και αριστερό) συντηρητισμό. Ίσως αυτό θεωρείται (είτε συνειδητά είτε ενδόμυχα) ως λύση ή απάντηση στην κρίση της πολιτικής και στην απαξίωση της πολιτικής τάξης (του πολιτικού συστήματος και των πολιτικών). Οι πολίτες είναι απογοητευμένοι, γυρίζουν την πλάτη τους στους πολιτικούς και ψηφίζουν νοσταλγούς του ολοκληρωτισμού , ακροδεξιούς ή φασίστες πολιτικούς, για να τιμωρήσουν τη διαφθορά, την υποκρισία και την αλαζονεία των στελεχών των παραδοσιακών κοινοβουλευτικών κομμάτων.

Όμως δεν καταλαβαίνουν (ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν ή δεν τους νοιάζει) ότι και οι νεοφασίστες και λοιποί εθνολαϊκιστές είναι επίσης πολιτικοί, έστω νέοι και «έξω» από το σύστημα, ωστόσο πρεσβεύουν αξίες και οράματα εξίσου παρωχημένα και συντηρητικά, ενώ έχει αποδειχτεί (βλ Μπερλουσκόνι κ.ά.) ότι κι αυτοί βουτούν τα χέρια τους στη διαφθορά και την εξαπάτηση. Γιατί οι άνθρωποι πάντα κρύβονταν πίσω από τις αυταπάτες τους αντί να αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα, όπως έλεγε και ο Φρόυντ. Έτσι και η πρόταση για Ευρωπαϊκή Ένωση πολλών ταχυτήτων, ενώ φαίνεται ρεαλιστική, εντούτοις είναι υποχώρηση στο γενικότερο κλίμα της συγκυρίας, με την ξενοφοβία, τον εθνοκεντρισμό, τον ευρωσκεπτικισμό και τον ρατσισμό να είναι σε άνοδο. Γενικότερα ο συντηρητικός λόγος σε όλα τα ζητήματα αποκτά όλο και περισσότερη αίγλη και νόημα για τις μάζες. Ενώ σοβαρή απάντηση θα ήταν μια επιθετική φυγή προς τα εμπρός, στην ολόπλευρη και ουσιαστική πολιτική Ένωση.

Μάλιστα, αφού η αριστερά έχει απεμπολήσει το διεθνιστικό-παγκόσμιο όραμα, καθώς ασχολείται μόνο με την εθνική οικονομία, τον συνδικαλισμό και τη συντεχνιακή λογική της, και σε συντονισμό με τους απλούς πολίτες  που ζητούν την περιχαράκωση στο έθνος-κράτος, οι μόνες πολιτικές δύναμεις και ιδεολογίες που φαίνεται να έχουν δυναμική είναι τελικά,  ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, ακόμη και ο φασισμός -νεοναζισμός. Παρά το μακάβριο και ολοκληρωτικό όραμά τους, ωστόσο πρεσβεύουν έναν ρομαντισμό-ιδεαλισμό («το μεγαλείο του» λαού, η «ανωτερότητα-ενότητα του έθνους»,  ο «περιούσιος ιστορικός ρόλος της άριας φυλής και η νέα παγκόσμια τάξη» του ναζισμού) που μπορεί να συγκινήσει τις μάζες. Διότι υποτιμάει τον οικονομίστικο-τεχνοκρατικό-πολιτικάντικο λόγο και προκρίνει το «πνευματικό στοιχείο», δηλαδή έναν ηθικό και ιδεολογικό-οραματικό προσανατολισμό, προτείνοντας κάποιες συντηρητικές, ολοκληρωτικές ή αυταρχικές αξίες και ιδανικά. Και παρά το ότι όλα αυτά σε κάποιους προκαλούν ρίγος με τη σχιζοειδή-εφιαλτική προοπτική τους, ωστόσο  προκαλούν σε πολλούς νοσταλγία για έναν «χαμένο και πιο ηθικό» δήθεν κόσμο,  σε αντίθεση με τον υλισμό της εποχής μας. Βέβαια η νοσταλγία και η εξιδανίκευση καταστάσεων (εδώ του παρελθόντος) συνιστούν αυταπάτες που οδηγούν σε μη ρεαλιστικές στάσεις και στον δογματισμό-φανατισμό, εντέλει στον ολοκληρωτισμό και σε έναν αδιέξοδο, αυτοκαταστροφικό δρόμο.

Γι’ αυτό το διακύβευμα της εποχής μας είναι τεράστιο. Το αντίθετο της κοινωνικής-πολιτισμικής επανάστασης, της εξαφάνισης της εξουσίας, του κράτους και του καπιταλισμού, είναι μια μεγάλη καταστροφή (πόλεμος, οικολογική κατάρρευση) ή ακόμη και ο φασισμός, χωρίς το δεύτερο να αποκλείει το πρώτο.

25/3/2017

Δ – Άνθρωπος