Author Archives: iamarevi

Great Gig in the Sky

 

13 —  12  — Γήινου Έτους —  2017

Advertisements

Η Ταυτότητα της Πληροφορίας

Από τον Νώντα Κούκα

Η ευκολία της παρα–πληροφορίας

Συνήθως, ταυτίζουμε την καθαυτό πληροφορία με το περιεχόμενό της, το μήνυμά της — δηλαδή, με την εντροπία της. Κοντολογίς, συγχέουμε την οντολογία της πληροφορίας με τη φαινομενολογία της πληροφόρησής της.

Ας δώσουμε ένα απλό παράδειγμα: έστω ότι ρωτάμε κάποιον, στις 8 μ.μ., ¨τι ώρα είναι;¨.  Αυτός, φυσικά, μας απαντάει: ¨είναι οχτώ η ώρα¨. Τώρα, είμαστε σίγουροι ότι αποσπάσαμε μια πληροφορία από έναν άλλον άνθρωπο — επιτέλους, γνωρίσαμε αυτό που αγνοούσαμε (: Έκπληξη).

Επιπλέον, η απάντηση που πήραμε, εμφανίσθηκε (γλωσσικοποιήθηκε) μέσω μιας αυστηρά διατεταγμένης υλο–ενεργειακής αλληλουχίας σημείων / συμβόλων, που κωδικεύουν νόημα επί τη βάσει συγκεκριμένων μοτίβων. Αυτό σημαίνει πορεία από την τάξη προς την αταξία, (: Eντροπία) — και άρα, εν τέλει βέλος του χρόνου: μη επαναληψιμότητα της συγκεκριμένης ¨πληροφορίας¨.

Η Δυσκολία της Πληροφορίας

Αλλά το θέμα ακριβώς είναι ότι η συγκεκριμένη ¨πληροφορία¨ δεν μπορεί να χαθεί, να εξαφανισθεί, ως θα όφειλε, εάν πράγματι υπάκουε απλά και μόνο  στην ψευδαισθητική ροή του χρόνου — στο μη αντιστρέψιμο ¨βέλος του χρόνου¨. (Θα μπορούσαμε, δηλαδή, να επαναφέρουμε στη μνήμη μας — όποτε χρειαζόταν — την ανάμνηση της συγκεκριμένης «πληροφορίας», ποτέ όμως δεν θα μπορούσαμε να ξανα —  υλοποιήσουμε ακριβώς την ίδια ερώτηση και να ξανα — αποσπάσουμε την ίδια ακριβώς πληροφόρηση. Και αυτό βέβαια δεν συμβαίνει — μπορώ να επαναλαμβάνω κάθε ημέρα, στις 8 μ.μ., την ίδια ερώτηση και να παίρνω την ίδια απάντηση. )

Ιδού, λοιπόν, το πρόβλημα της δυσκολίας στη μετάδοση της πληροφορίας. Πώς είναι δυνατόν κάτι να πληροφορεί κάτι άλλο ακαριαία, δηλαδή, εκτός και πέραν του βέλους του χρόνου; (Ας μη λησμονούμε τη βασική αρχή της πληροφορίας : η πληροφορία είναι αυτό που δεν γνωρίζουμε). Με άλλα λόγια, η Πληροφορία παύει να υφίσταται άμα τη ενάρξει της πληροφόρησης.

Το Δήλιον Πρόβλημα

Το μέγα μαθηματικό πρόβλημα (και ας σημειωθεί ότι αποφεύγουμε όσο μπορούμε την τεχνική γλώσσα της τρέχουσας μαθηματικο–φυσικής πρακτικής) είναι να δείξουμε — έστω με μια υποψία φορμαλισμού — το διπλό βέλος του φανταστικού χρόνου που διέπει την Πληροφορία, σε αντιδιαστολή με το μονοσήμαντο βέλος του λεγόμενου <πραγματικού> χρόνου, που στοιχειώνει την πληροφόρηση. 

Δυστυχώς, αυτή η αντιδιαστολή, κατά την ταπεινή μας άποψη, αποτελεί και το θεμελιώδες έλλειμμα της σύγχρονης κοσμολογίας, αλλά και τον λόγο για τον οποίο το Σύμπαν παρουσιάζει μόνο τον μισό του εαυτό (βλ., π.χ., εξαφάνιση αντιύλης).

Φαίνεται σαν να έχει διακοπεί η πληροφορία ενώ, αντιθέτως, η πληροφόρηση πλατιάζει τόσο που υπερβαίνει τα εσκαμμένα…

Υπερβολική θα λέγαμε φαινομενολογία, με σχεδόν καθόλου οντολογία, επειδή — κατά πάσα πιθανότητα — αποδεχόμαστε τον ¨διαισθητικό΄¨ χρόνο σαν ¨πραγματικό¨, ενώ απορρίπτουμε τον φανταστικό χρόνο ως <μη–πραγματικό>.

Θετικιστική στρέβλωση; Iσως…

7 Δεκεμβρίου 2017

Περί Πληροφοριακής Μονάδας

Από τον Νώντα Κούκα

Εικασία

I.  Είναι ο τρισδιάστατος χώρος, που από τη μια μεριά περιορίζει τη συνείδησή μας, ενώ από την άλλη ορατοποιεί, δηλαδή μορφοποιεί με βαριά ύλη τη βιολογική σκευή μας — το σώμα μας.

II.  Η συνθήκη αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη χρονοειδή ύπαρξή μας με τις χαμηλές ταχύτητες και τις χαμηλές ενέργειες.

III.  Αντίθετα, ένα υπερόν που θα μπορούσε να κινείται — για παράδειγμα — σε μοναδιαίο χώρο και τρισδιάστατο χρόνο,  αφενός θα είναι εξαϋλωμένο και αόρατο, ως σκέψη/ενέργεια, και αφετέρου η συνείδησή του θα βρισκόταν εν πλήρει εξελίξει, έχοντας εποπτεία παντού στον χώρο.

IV.  Αυτό θα συνέβαινε επειδή το υπερόν βλέπει ενοποιημένο το παρελθόν, (το πσρόν), και το μέλλον.

V.  Κατά συνέπεια, ένα ενεργειακό, μη ορατό <σώμα> υπερφωτεινών ταχυτήτων, με απεριόριστη συνείδηση, δεν χρειάζεται τη συνήθη μετατόπιση στον χώρο. Είναι πανταχού παρόν, ακαριαία.

 Υπόθεση

VI.  Ουσιαστικά, αυτό που εννοούμε είναι ότι σέ ένα τέτοιο υπερόν καταργείται ο δυισμός ύλης–πνεύματος / σώματος — νοός.

VII.  Πρόκειται για μονιστικό χωροειδές ον, το οποίο μοιάζει περισσότερο με Πληροφοριακή Μονάδα, παρά με το συνηθισμένο ανθρώπινο ον.

VIII.  Επιταχύνοντας τους συλλογισμούς μας, θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για κβαντικό υπερνοήμον ον, που συνάδει περισσότερο με το μαθηματικό σύμπαν, παρά με το απεικονιστικό γνώριμό μας <ορατό σύμπαν>.

IX.  Θα πρέπει να κατοικοεδρεύει στο βασίλειο του παράδοξου και του απόκοσμου, με την έννοια ότι εμείς οι ίδιοι αδυνατούμε να έχουμε οποιαδήποτε πρόσβαση σε αυτό.

X.  Μας υπερβαίνει καθ’ ολοκληρίαν. Η μόνη αποχρώσα ένδειξη που έχουμε είναι η <μελανή οπή> (η <μαύρη τρύπα>) με τον ορίζοντα γεγονότων της, όπου παρατηρείται αντιστροφή των χρονοειδών και χωροειδών συντεταγμένων.

2  Δεκεμβρίου  2017

Το Μεγαλείο της Εντροπίας

Από τον Νώντα Κούκα

Το Λίκνο

Καιρός είναι να αναδειχθεί το μέγεθος της σπουδαιότητας της εντροπίας — του δεύτερου  <νόμου> της θερμοδυναμικής. Ουσιαστικά, η ύπαρξή της βάζει τέλος στην α–νόητη πληροφορία που δεσπόζει στο «ορατό σύμπαν», καθώς δημιουργεί τέτοια αταξία, ώστε να θέτει το τέλος της α–νοησίας μέσω της μείωσης αυτής της αταξίας αφ’ εαυτού της.

Ιδού λοιπόν το μεγαλείο της εντροπίας: η ίδια η ασύλληπτη έννοιά της δηλώνει ταυτόχρονα και την τάξη και την αταξία. Για τούτο υποστηρίζουμε ότι στο βάθος της εντροπίας, στο λίκνο της, αναπαύεται αυτή καθεαυτή η Συμληρωματική Λογική. Η Έννοια της εντροπίας σινιστά τον βασικότερο <νόμο> του σύμπαντος και συγχρόνως τη γενικότερη αρχή του σύμπαντος κόσμου, καθώς:

Καταδεικνύει την ανάδυση της τάξης από την αταξία και / ή της αταξίας από την τάξη.

Η μη–αυτονόητη Αρχή

Ο βασικότερος ίσως <νόμος > του σύμπαντος δεν είναι αυτονόητος

Ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής (η λεγόμενη εντροπία) δεν είναι καθόλου αυτονόητος, με την έννοια ότι δεν συνάγεται άμεσα από την τυπική λογική. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να κάνει μια απλή έκκληση σε μια τυπική συμβατική εκπαίδευση ενός μέσου φυσικού ή φυσικομαθηματικού. Χρειάζεται οπωσδήποτε φιλοσοφική παιδεία για να γίνει ίσως κατανοητός – σε κάποιο βαθμό. Και μάλιστα, τέτοια φιλοσοφική παιδεία που να ακυρώνει τις ατέλειες της φυσικής γλώσσας…

Εν πάση περιπτώσει κάποιες έννοιες – κλειδιά για τη συστηματικότερη μελέτη της εντροπίας είναι:

Πληροφορία [: Αβεβαιότητα, Εκπληξη, Δυσκολία, (Εντροπία) ],

  Συμμετρία [«σπάσιμο Συμμετρίας»],

Χρόνος [Ενέργεια-Δράση],

Νόημα [μετασχηματιζόμενο Περιεχόμενο],

Ποιότητα [Άρνηση], Ποσότητα [Κατάφαση].

27 Νοεμβρίου 2017

 

 

Σημαντικές Προτάσεις από τη Φιλοσοφία της Πληροφορίας

Από τον Νώντα Κούκα

I.  Η Αποδέσμευση

Η αποδέσμευση, αφενός, από τον καταναγκασμό του γλωσσικού φαινομένου και η απόδραση, αφετέρου, από την ψευδαίσθηση του συνεχούς (continua) των λεγόμενων <πραγματικών αριθμών>, θα οδηγήσει στην αλήθεια ως ενόραση εποπτείας και όχι σαν εκλογίκευση μαθηματικού φορμαλισμού, όπως μέχρι και σήμερα ακόμη λογίζεται.

II.  Η Αλήθεια

Η αλήθεια ως Διαίσθηση (ενορατική εποπτεία) διεισδύει και φωτίζει άπλετα το άυλο ον, την αόρατη οντότητα των πραγμάτων καθεαυτά.

Η αλήθεια, από την άλλη, ως εκλογίκευση είναι η ψευδαίσθηση μέσω της οποίας διαιωνίζεται η δικτατορία της ορατής μάζας επί της άυλης πληροφορίας.

III.  Η άρση των παλαιών φιλοσοφικών σχισμάτων

Η Μεταθεωρία της Πληροφορίας αίρει και υπερβαίνει το σχίσμα της (παλαιάς) φιλοσοφίας σε αναλυτική (αγγλοσαξονική) και ηπειρωτική (γερμανόφωνη, κυρίως).

Ως εκ τούτου, αίρονται και όλα τα τα παραδοσιακά οριζόντια γνωσιολογικά ρεύματα που εμφανίζονται δίκην ιστορικών διπόλων — με προεξάρχοντα τα δίπολα υλισμός / ιδεαλισμός και εμπειρισμός / ορθολογισμός.

Επιπλέον, η μεταθεωρία (φιλοσοφία) της πληροφορίας καταργεί και το κάθετο γνωστικό σχίσμα υποκείμενο / αντικείμενο.

IV.  Τα Μετά — μαθηματικά

Εντέλει, τα μαθηματικά του λόγου είναι η γλώσσα της φιλοσοφίας της πληροφορίας. Και αφού η ίδια η πληροφορία καθεαυτή είναι άυλη, η γλώσσα της δεν μπορεί παρά να αναπαριστάται μόνο ως γέφυρα που συνδέει το ημιορατό με το αόρατο.

V.  To <φυσικό »ορατό» σύμπαν> είναι μια <φυσική> »μεταγλώσσα»

Το φυσικό »ορατό» σύμπαν συνιστά το ενδιαίτημα των μαθηματικών του λόγου. Αρα, αποτελεί τον φυσικό συμβολισμό, δηλαδή μια ορατή γλώσσα μιας αόρατης μετα–γλώσσας.

Η ερμηνευτική δομών που ξεκλειδώνει τις σημασιολογικές προτασιακές μονάδες αυτής της μεταγλώσσας δεν είναι άλλη από τον <δεύτερο »νόμο» της θερμοδυναμικής>, δηλαδή από την Εντροπία, η οποία συγκροτεί την πλέον ουσιαστική αρχή του σύμπαντος.

VI.  Η Εντροπία ως Ποιότητα  

Επομένως, η εντροπία δεν είναι απλώς ένα ποσοτικό μέγεθος της <φύσης>. Πρόκειται κυριολεκτικά για την ίδια την ποιοτική μέθοδο, βάσει της οποίας οικοδομήθηκε το σύμπαν.

Η μέθοδος αυτή λέει πολύ απλά ότι: το σύμπαν ξεκίνησε να κτίζεται, και συνεχίζει να κτίζεται, με ψηφιακή πληροφορία (ασύλληπτα υπέρτερης τεχνογνωσίας), που απορρέει από τη θραύση της συμμετρίας της <πρωτόγονης> πληροφορίας — της Πρωταρχικής (Κοσμολογικής) Μονάδας.

23  Νοεμβρίου 2017

 

Η Μικρή Φιλοσοφία της Πληροφορίας

Από τον Νώντα Κούκα

Η κατανόηση

Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει η εξελιγμένη τεχνογνωσία είναι να προσθέτει άλλη μία (ψευδο–) διάσταση στην τρισδιάστατη (ψευδαισθητική) »πραγματικότητα». Να το γράψουμε και αλλιώς: δίπλα στις έννοιες μήκος–πλάτος–ύψος προσθέτει και την έννοια της αναδρομής τους — δηλαδή τη μετάταξή τους σε ένα ανώτερο επίπεδο.

Με άλλα λόγια, ανάγει την τρισδιάστατη πραγματικότητα σε τετραδιάστατη. Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο δημιουργείται η έννοια της πληροφορίας. Χωρίς, δηλαδή, την εξέλιξη της τεχνολογίας δεν θα είχαμε αναδρομή του λεγόμενου »τρισδιάστατου συνεχούς» και, συνεπώς, δεν θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε την πληροφορία ως δυσκολία της μετάδοσης ενός μηνύματος — ή μέρος αυτού — από ένα σημείο του χωροχρόνου σε ένα άλλο σημείο αυτού.

Η αϋλότητα της πληροφορίας

Ομως πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητό το εξής: η τέταρτη αυτή διάσταση μπορεί, κατά βάση, να μετράται με τη διάδοση της πληροφορίας και, υπ’ αυτή την έννοια, είναι αντιληπτό φαινόμενο — και άρα »υλικό».  Ωστόσο, στην ουσία του, αυτό καθεαυτό ως γεγονός είναι άυλο. Ακόμη καλύτερα, μπορούμε να δηλώσουμε ότι η θεωρία της πληροφορίας κάνει ακριβώς τούτο: αντικαθιστά την ύλη με το αρνητικό της.

Υπό το πρίσμα αυτής της μεταφάσης, η πληροφορία κατατείνει σε αρνητικό κριτήριο της ύλης — από την ποσότητα στην ποιότητα. Και όσο γνησιότερη/ υψηλότερη είναι η πληροφορία τόσο χαμηλότερη είναι η εντροπία (δηλαδή, η αβεβαιότητα και η αταξία). Το ένα — το μοναδικό — μήνυμα συνιστά την ελάχιστη πληροφορία και τη μέγιστη εντροπία. Τα πλείστα μηνύματα αποτελούν τη μέγιστη πληροφορία και την ελάχιστη εντροπία.

Τελικά, η ίδια η πληροφορία, αυτή καθεαυτή, »σαρκώνει»– ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της — την αρνητική εντροπία, δηλαδή την απόλυτη συμμετρία και, ως εκ τούτου την ίδια την έννοια της Ταυτότητας.

20  Νοεμβρίου  2017

 

Η ΜΟΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΧΗ

Από τον Νώντα Κούκα

«Για εμένα, λοιπόν, αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα με την κβαντική θεωρία: η προφανώς ουσιαστική σύγκρουση ανάμεσα σε οποιαδήποτε σαφή διατύπωση και τη θεμελιώδη σχετικότητα. Ίσως η αληθινή σύνθεση της κβαντικής θεωρίας και της θεωρίας της σχετικότητας να απαιτεί όχι μόνο τεχνικές εξελίξεις, αλλά πλήρη νοητική εξέλιξη».
Τζον Μπελ, φυσικός

Προς την άρση της εικονικής συνείδησης

Ο Τζον Μπελ, καθώς και το περίφημο θεώρημά του, δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Απέδειξαν τον κβαντικό εναγκαλισμό που, μαζί με την υπέρθεση, συνιστούν την Περίπτωση της κβαντικής παραδοξότητας. Αυτός ο μεγάλος επιστήμων που θέτει ως πρώτη προτεραιότητα για τη σύνδεση του ασαφούς (κβαντικού παράγοντα) και του θεμελιώδους (θεωρίας της σχετικότητας), όχι την τεχνολογική εξέλιξη αλλά την πλήρη νοητική εξέλιξη. Τι σημαίνει όμως αυτό το πρωταρχικό αίτημα;

Απαντάμε πάραυτα και ρητά: χρειάζεται άρδην ανατροπή της εικονικής συνείδησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται• και εν συνεχεία την αντικατάστασή της με γνήσιες πληροφοριακές μονάδες κοινωνικής (μεθεξιακής) / κοσμικής συνείδησης. Ας δούμε όμως τώρα, τι στην ευχή είναι ο θρυλικός πια «κβαντικός εναγκαλισμός». Εξαρχής πάντως, δηλώνουμε ρητώς ότι το εν λόγω παράδοξο των παραδόξων της φυσικής έχει αποδειχτεί και είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση.

Τι προσπαθεί να μας πει ο εναγκαλισμός τόσο για τον κόσμο όσο και για τη φύση του χώρου και του χρόνου; Αυτές κατά πάσα πιθανότητα είναι οι πιο δύσκολες ερωτήσεις σε ολόκληρο το σώμα της φυσικής. Ο εναγκαλισμός σαρώνει και καταλύει κάθε συμβατική μας αντίληψη για τον κόσμο, η οποία έχει αναπτυχθεί μέσω της συνηθισμένης μας αισθητηριακής εμπειρίας. Αυτές οι έννοιες της (λεγόμενης) πραγματικότητας είναι τόσο ριζωμένες στην ψυχή μας, τόσο παγιωμένες στο είναι μας, που ακόμη και ο μεγαλύτερος ίσως φυσικός του εικοστού αιώνα, Άλμπερτ Αϊνστάιν, παρασύρθηκε από τούτες τις έννοιες της καθημερινότητας και πίστεψε πως η κβαντική θεωρία ήταν «ατελής», διότι δεν περιελάμβανε στοιχεία, τα οποία ήταν σίγουρος ότι έπρεπε να είναι αληθινά.

Ο Αϊνστάιν ένιωθε κι ο ίδιος όπως και ο κάθε κοινός θνητός: αυτό που συμβαίνει σε ένα μέρος, δεν μπορεί να είναι αμέσως και αυτομάτως συνδεδεμένο με αυτό που συμβαίνει σε μια μακρινή απόσταση. Για να κατανοήσουμε, ή ακόμη και να δεχτούμε απλώς, την εγκυρότητα του εναγκαλισμού και άλλων σχετικών κβαντικών φαινομένων, πρέπει πρώτα να παραδεχτούμε δύο επίπεδα αλήθειας: αρχικώς, να παραδεχτούμε πως οι αντιλήψεις μας για την πραγματικότητα είναι ανεπαρκείς, σε ένα πρώτο επίπεδο• και, κατόπιν, σε ένα δεύτερο επίπεδο να κατανοήσουμε βαθιά το πόσο μας εξαπατά η συνηθισμένη διαισθητική μας συνείδηση.

Ο εναγκαλισμός πάντως μας διδάσκει – σε πρώτη φάση, έστω – πως οι εμπειρίες που διαθέτουμε από την καθημερινότητα δεν μας καθιστούν ικανούς στο να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στη μικροκλίμακα, την οποία δεν βιώνουμε ευθέως. Για παράδειγμα, αν εκσφενδονίσω ένα μπαλάκι του τένις επάνω σε έναν τοίχο ενός δωματίου με δύο παράθυρα, δεν μπορεί αυτό να βγει από το δωμάτιο, βγαίνοντας ταυτοχρόνως και από τα δύο παράθυρα. Αυτό είναι κάτι που γνωρίζει «ενστικτωδώς» κάθε (μεγαλύτερο) παιδί. Μισό λεπτό όμως!… Με μια σοβαρή επιφύλαξη. Γιατί, αν πούμε σε ένα μικρότερο παιδί πως το μπαλάκι θα βγει συγχρόνως και από τα δύο παράθυρα, μάλλον δεν θα παραξενευτεί και τόσο… Το ίδιο και αν πούμε σε ένα ακόμη πιο μικρό παιδί, πως θα πετάξουμε το μπαλάκι ψηλά και αυτό θα μείνει εκεί επάνω… Μάλλον αυτό που λέμε «ένστικτο» πολλές φορές είναι συμβάσεις της κοινής λογικής που στοιχειώνουν τη συνείδηση των ενηλίκων.

Επιστρέφοντας στο παράδειγμα, μπορεί το μπαλάκι του τένις να μην τα καταφέρνει, όμως ένα ηλεκτρόνιο, ένα νετρόνιο ή ακόμη και ένα άτομο, τα καταφέρνουν καλύτερα: όταν έρχονται αντιμέτωπα με ένα εμπόδιο το οποίο έχει δύο σχισμές, θα περάσουν ταυτοχρόνως μέσα και από τις δύο (πείραμα των δύο σχισμών). Οι έννοιες της αιτιότητας και της αδυναμίας ύπαρξης σε πολλές τοποθεσίες την ίδια στιγμή, καταλύονται από την κβαντική θεωρία. Η ιδέα της υπέρθεσης – της «ύπαρξης ταυτοχρόνως σε δύο μέρη» – σχετίζεται με το φαινόμενο του εναγκαλισμού. Όμως τούτος είναι ακόμη πιο καταλυτικός, καταρρίπτει την αντίληψή μας πως υπάρχει ένα νόημα στη χωρική απόσταση.

Ο εναγκαλισμός μπορεί να περιγραφεί ως μια αρχή υπέρθεσης, η οποία περιλαμβάνει δύο ή περισσότερα σωματίδια. Πρόκειται για μια υπέρθεση των καταστάσεων δύο ή περισσότερων σωματιδίων, τα οποία εκλαμβάνονται ως ένα σύστημα. Η χωρική απόσταση – τουλάχιστον έτσι όπως τη γνωρίζουμε – φαίνεται να εκμηδενίζεται σε σχέση με ένα τέτοιο σύστημα. Δύο συστήματα που μπορεί το ένα να βρίσκεται χιλιόμετρα ή έτη φωτός μακριά το ένα από το άλλο, είναι σε θέση να συμπεριφέρονται με έναν συντονισμένο τρόπο: ό,τι συμβαίνει στο ένα συμβαίνει ακαριαία και στο άλλο, ανεξαρτήτως της μεταξύ τους απόστασης.

Κι όμως, κάτι «τρέχει»

Ο Άμπνερ Σιμόνι υπήρξε ένας μεγάλος φιλόσοφος της φυσικής, που εστίασε ιδιαίτερα την έρευνά του στη κβαντική μαγεία. Θεωρούσε έξοχο το θεώρημα του Μπελ – άλλωστε, έλεγε, ένα τέτοιο θεώρημα μόνο του Μπελ θα μπορούσε να είναι. Μάλιστα, μαζί με τον Τζον Κλάουζερ, έγραφαν: «Τα συμπεράσματα από το θεώρημα του Μπελ είναι, από φιλοσοφικής πλευράς, εκπληκτικά• το καθένα πρέπει να εγκαταλείψει πλήρως τη ρεαλιστική φιλοσοφία των περισσότερων εργαζόμενων επιστημόνων ή να αναθεωρήσει δραματικώς την έννοιά μας για τον χωρόχρονο.

Αλλού πάλι, έγραφε μόνος του: «Η ικανότητά μας να κατανοήσουμε το ζήτημα της κβαντομηχανικής, διαταράσσεται από το πρόβλημα της μέτρησης και το πρόβλημα της μη τοπικότητας. Μου φαίνεται απίθανο ότι κάποιο από τα δύο αυτά προβλήματα μπορεί να επιλυθεί χωρίς να βρεθεί μια λύση και για το άλλο• και, άρα, χωρίς μια βαθιά προσαρμογή της θεωρίας του χωροχρόνου στην κβαντομηχανική και αντίστροφα». Φαίνεται λοιπόν, από αυτά που έγραφε, πως ο Σιμόνι είχε διαισθανθεί το ρήγμα που επέφερε το πραγματικό γεγονός του κβαντικού εναγκαλισμού στην ειδική θεωρία της σχετικότητας. Γι’ αυτό είχε, συμβιβαστικά, αναφερθεί στον εναγκαλισμό ως «πάθος από απόσταση», σε μια προσπάθεια να αποφύγει τον πειρασμό να υποθέσει ότι μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει με κάποιον τρόπο τον εναγκαλισμό προκειμένου να στείλει ένα μήνυμα πιο γρήγορα από την ταχύτητα του φωτός.

Εντέλει, η στάση του Σιμόνι ήταν εξισορροπητική: ο εναγκαλισμός επιτρέπει στην κβαντομηχανική και τη θεωρία της σχετικότητας να απολαμβάνουν μια «ειρηνική συνύπαρξη», υπό την έννοια ότι ο εναγκαλισμός δεν παραβιάζει την ειδική σχετικότητα με μια αυστηρή έννοια (η πληροφορία δεν μπορεί να ταξιδέψει ταχύτερα από το φως). Πάντως το «πνεύμα της θεωρίας της σχετικότητας», όπως και να το κάνουμε, είχε ήδη παραβιαστεί, επειδή – όπως αρκετοί πλέον φυσικοί πιστεύουν – «κάτι» (όποιο και να είναι αυτό) ταξιδεύει πιο γρήγορα από το φως – μάλιστα απείρως γρηγορότερα – ανάμεσα σε δύο εναγκαλισμένα σωματίδια.

Αυτό ακριβώς πίστευε και ο Τζον Μπελ, ο οποίο ζητούσε, όπως προείπαμε, πλήρη νοητική ανανέωση, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την υπέρβαση του χώρου και του χρόνου, ως «χωροχρόνου». Διότι, πράγματι, όταν μιλάμε για δύο ή τρία εναγκαλισμένα σωματίδια, εννοούμε ένα σύστημα, τα συστατικά μέρη του οποίου ουδόλως επηρεάζονται από τη μεταξύ τους φυσική απόσταση. Το σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί ως μία και μόνη οντότητα. Το συναρπαστικό με την έρευνα στο τελείως αχαρτογράφητο τοπίο του εναγκαλισμού, είναι πως η ιδιότητα ενός κβαντικού συστήματος εντοπίστηκε αρχικώς από μαθηματικούς συλλογισμούς.

Είναι εξόχως αποκαλυπτικό ότι μια τόσο παράξενη, απόκοσμη ιδιότητα θα φανερωνόταν μέσω των μαθηματικών. Αυτό ενισχύει την άποψη για την υπερκόσμια δύναμη του νοήματος των μαθηματικών. Πάντως, η τρέχουσα μαθηματική γλώσσα είναι προς το παρόν εντελώς ακατάλληλη για να αποκωδικοποιηθεί το εσώτερο νόημα της κβαντικής υπέρθεσης και του κβαντικού εναγκαλισμού. Αν και έχει πια οριστικοποιηθεί εκατό τοις εκατό ότι αυτό το εκπληκτικό φαινόμενο πράγματι λαμβάνει χώρα, η ουσιαστική κατανόηση ωστόσο του εναγκαλισμού και του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί, είναι για την ώρα κάτι που βρίσκεται έξω από τις δυνατότητες της επιστήμης.

Αυτό συμβαίνει επειδή, ως πλάσματα της «πραγματικότητας» που υπαγορεύει η εκμαυλιστική «συνείδηση», προσπαθούμε να συλλάβουμε ένα εξώκοσμο όσο και φανταστικό γεγονός, εξαρτώμενοι από «στοιχεία της πραγματικότητας», όπως απαιτούσε και ο ίδιος ο Αϊνστάιν• όπως όμως μας έχει διδάξει ο Μπελ και τα πειράματά του, αυτά τα στοιχεία της πραγματικότητας απλά δεν υπάρχουν. Η εναλλακτική σε αυτά τα στοιχεία της πραγματικότητας είναι η κβαντομηχανική. Ελάτε όμως που η κβαντική θεωρία δεν μας λέει γιατί τα πράγματα συμβαίνουν με τον τρόπο που συμβαίνουν. Γιατί τα σωματίδια είναι εναγκαλισμένα; Οπότε, μια αληθινή κατανόηση του εναγκαλισμού θα έρθει όταν πια μπορέσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα του Τζον Άρτσιμπαλντ Γουίλερ: «Γιατί το κβάντο;».

Κρίσιμο ερώτημα, που χρήζει εξίσου κρίσιμης απάντησης. Διότι, όπως έχουμε γράψει, τα κβάντα είναι τα οργανωμένα πακέτα ενέργειας που μεταφέρουν τη γνήσια υπερκόσμια συνείδηση, προκειμένου αυτή να μετασχηματιστεί σε πεπερασμένη συνείδηση που υπακούει αναγκαστικά στον καμπυλωμένο χωροχρόνο. Έτσι λοιπόν δημιουργείται η θεωρία της μεγάλης πλάνης της πεπερασμένης συνείδησής μας, η οποία όμως θα πρέπει να αντικατασταθεί από ένα θεώρημα της πληρότητας της συνείδησης που θα μας επιτρέψει να υπερβούμε αυτήν την πλάνη και να συνδεθούμε εκ νέου με την άπειρη συνείδηση.

Η απαραίτητη προϋπόθεση για τούτη την αντικατάσταση είναι μια και μοναδική: να πάψουμε να στριμώχνουμε τη Μαθηματική Αλήθεια στις μίζερες διαισθητικές εικόνες της τρισδιάστατης πραγματικότητας. Ισοδύναμα, αυτή η συστροφή κωδίκων μεταφράζεται ως προσπάθεια με νύχια και με δόντια να εντάξουμε το άπειρο στο πεπερασμένο• την γνήσια αίσθηση της ύπαρξης στην ψευδαίσθηση της ύπαρξης. Η πραγματική Αλήθεια είναι ασύλληπτα διαφορετική από τη διαισθητική έννοια των στοιχείων της «πραγματικότητας», στα οποία υποκλίνεται δουλοπρεπώς η κοινή λογική. Να συνειδητοποιήσουμε επιτέλους, πως τα στοιχεία της «πραγματικότητας» ισχύουν απλώς στην κορυφή του παγόβουνού μας. Γύρω όμως από αυτό το παγόβουνο υπάρχουν απέραντοι ωκεανοί μαύρης / αόρατης ύλης, ενώ ακριβώς από κάτω, στα αβυσσαλέα βάθη, ελλοχεύει η άπειρη Συνείδηση του Κενού (συνόλου). Και για να αποδράσουμε λοιπόν από το «νησί» μας, θα πρέπει να ανοίξουμε διάπλατα τις πόρτες της φαινόμενης «συνείδησης» στα κβάντα της ανώτερης συνείδησης.

Η συνείδηση είναι κβαντωμένη ταλαντωτική/περιστροφική κίνηση-είναι δηλαδή η ομοιομορφική εξέλιξη της πρωταρχικής σφαιρικής συνείδησης που έχουμε ήδη δηλώσει σε πρηγούμενο κείμενο. Παρεμπιπτόντως, να σημειώσουμε εδώ πως το σπιν (η ιδιοστροφορμή) είναι μια ιδιότητα των στοιχειωδών σωματιδίων που μοιάζει με περιστροφή γύρω από τον άξονά τους. Όμως αυτή είναι αναγκαστικά μια παρωχημένη (τρισδιάστατη) εικόνα. Τα σωματίδια δεν περιστρέφονται στον χώρο, όπως η Γη ή μια περιστρεφόμενη σβούρα. «Περιστρέφονται», οτιδήποτε κι αν σημαίνει αυτό, σε πιο εξωτικές διαστάσεις, και, κατά κάποιο τρόπο, οι εξωτικές διαστάσεις του σπιν και οι τετριμμένες διαστάσεις του χώρου συσχετίζονται.

Μέσω αυτού του συσχετισμού, παροχετεύονται οι γνήσιες πληροφορικές μονάδες της υπερκόσμιας Συνείδησης, «παράγεται» ο υπερκόσμιος Χωρόχρονος, αντικαθρέφτισμα του οποίου είναι ο οικείος μας (καμπυλωμένος) «χωροχρόνος» με την εντός του ατελή συνείδηση.

Η Γενική Θεωρία της Πληροφορίας

 

i) Εκπληξη – δίχως τούτο το στοιχείο, η καινούρια πρόταση μοιάζει είτε αδιάφορη είτε κάτι που ήδη ξέρουμε.

ii) Δραματικές συνέπειες– η προτεινόμενη ιδέα σχετικά με τη θεωρία της πληροφορίας οφείλει να οδηγεί άμεσα σε νέες, απροσμετρητα βαθιές συλλήψεις και υποθέσεις. Θα υποδείξει ipso facto (εκ των ιδίων πραγμάτων της) τον Δίαυλο προς την κατανόηση και την αλήθεια της (πραγματικής) Πραγματικότητας.

iii) Ασύλληπτες αποκαλύψεις – μία τέτοια θεωρία οφείλει να διατυπώνει προβλέψεις, τις οποίες ποτέ δεν θα διανοούμασταν να κάνουμε. Και όχι μόνον αυτό. Θα μπορούσε, επιπλέον, και να προτείνει νέα είδη πειραμάτων, τα οποία θα είχαν νόημα μόνον υπό το φως της νέας θεωρίας.

Ιδού όμως το πιο σημαντικό από όλα: πιθανότατα οι προβλέψεις θα πρέπει να υπερβαίνουν την επεξεργασία και τον υπολογισμό δεδομένων πειραματικού χαρακτήρα, όχι μόνο της τρέχουσας συμβατικής τεχνολογίας, αλλά και του τεχνοκρατικού φορμαλισμού,γενικότερα.

Οι εν λόγω προβλέψεις , κατά την ταπεινή μας εικασία, δεν θα χρήζουν πειραματικής επαλήθευσης , στο πνεύμα της απόδειξης του καθιερωμένου επιστημονισμού. Κατά πάσα πιθανότητα, θα χρειάζονται απλώς την επικύρωση της εξελιγμένης συνείδησης και των μαθηματικών του λόγου της – αφού γνωρίζουμε πια ότι η Αλήθεια δεν αποδεικνύετα αλλά, κατά το μάλλον ή ήττον, πληροφορεί και πληροφορείται ως κβαντωμένη διαίσθηση

Η παράδοξη αρχή της γενικής πληροφορίας

Ουσιαστικά, αυτό που λέμε είναι ότι όλη η πληροφορία που προβάλλει το σύμπαν – υπολογιστής δεν είναι εξίσου σπουδαία. Απεναντίας, υπάρχουν ελάχιστα κομμάτια της με νόημα και απειράριθμα άλλα που είναι α-νόητα. Κατά συνέπεια, η βασική αρχή της θεωρίας της πληροφορίας έγκειταιι σε μία και μοναδική πληροφορία, τη γενική πληροφορία, που είναι κυριολεκτική και χωρίς θόρυβο: η πληροφορία που μπορεί να αποκωδικοποιηθεί και να ερμηνευθεί, σχετικά με το σύμπαν, είναι συνήθως άνευ σπουδαίας σημασίας, κοινότοπη και ημιτελής. Αντίθετα, η πληροφορία που δεν ερμηνεύεται και παραμένει στον αριθμό Ω ως αρνητική εντροπία, είναι η γνήσια καθεαυτή πληροφορία.

Το Κείμενο του Σύμπαντος είναι εμητικά κλειστό μα, συνάμα, και άναρχα ελευθεριακό. Ετσι, λοιπόν, αναμένει την πιο χειραφετημένη <θεωρία των πάντων>, τους πιο <ικανούς> αναγνώστες του, δηλαδή, για να τους αποκαλύψει το μεγάλο του μυστικό…

Ο κόσμος σαν όνειρο και η ύπαρξη σαν φάντασμα

Σε πρόσφατο κείμενο, Η τοπολογία της μωβ φωτότρυπας, είχαμε διατυπώσει την εξής υπόθεση: H επέλαση της χωροειδούς παγκόσμιας πληροφορίας, που προήλθε από τον εξώτατο υπερκβαντικό υπολογιστή του μέλλοντος, οδήγησε τον οικείο τοπολογικό παρατηρητή (το ορατό σύμπαν-υπολογιστή) να αντιστρέψει το βέλος του φανταστικού χρόνου της εισερχόμενης πληροφορίας, προκειμένου να τη μετατρέψει σε χρονοειδή πληροφορία που επιτρέπει την κατασκευή παρελθοντικού υλικού.

Ετσι, υπό γραμμικό πλέον και απρόσκοπτο τέμπο και μοτίβο, ο καθολικός παρατηρητής – δηλαδή, το σύμπαν/υπολογιστής και οι ενδημούντες εντός του ατομικοί παρατηρητές – μπορεί εφεξής να προσλαμβάνει το μέλλον σαν παρελθόν και, ως εκ τούτου, να δομεί την επίμονη και ακατάλυτη ψευδαίσθηση: παρελθόν – παρόν – μέλλον.

Τώρα, η δραματική συνέπεια αυτής της ψευδαίσθησης, πού θα ονομάσουμε υπέρτατη αναγωγή, και η οποία μετατρέπει το μέλλον σε παρελθόν και το παρελθόν σε μέλλον, συνιστά την ίδια την εικονική συνείδηση που, με τη σειρά της, μετασχηματίζεται σε μια θεωρία της μεγάλης πλάνης. Δηλαδή, την αίσθηση ενός επίμονου εαυτού τον οποίο, όμως,  δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε ούτε να εντοπίσουμε πού ακριβώς κατοικοεδρεύει.

Από την άλλη μεριά, η εικονική συνείδηση, και η θεωρία της μεγάλης πλάνης της, αντεπιστέλλει τον κόσμο ως όνειρο και την ύπαρξη ως φάντασμα. Επειδή κατανοούμε ότι όλα αυτά ίσως φαντάζουν και ακούγονται πιο αιρετικά και από τα αιρετικά, δηλώνουμε ότι είναι ακραίες, επιστημονικά και μαθηματικά, δυνάμει αληθείς πρτάσεις. Απλά, χρησιμοποιείται η Λογική όπως θα έπρεπε ίσως να χρησιμοποιείται: ως το αρνητικό κριτήριο της ύλης. Εξάλλου, προηγούμενες θεωρίες της σύγχρονης φυσικής – ανάμεσά τους και η ολογραφική- προοιμιάζονται την τραγική φυσική. Γιατί είναι τραγική; Ας δώσουμε ένα παράδειγμα.

Το κλέος της αρχαίας ελλάδας

Επιλέγουμε τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, διότι αποτελεί κατά την άποψή μας ένα χαρακτηριστικά δηλωτικό παράδειγμα. Τώρα αντιστρέφουμε το βέλος του χρόνου και τι βλέπουμε; Την αρχαία ελλάδα, όχι στό απώτερο παρελθόν, αλλά στο απώτερο μέλλον. Στην ουσία μιλάμε βέβαια για τη μνήμη του μέλλοντός μας. Ομως, λόγω του αντεστραμμένου βέλους του χρόνου, η μνήμη του παρελθόντος είναι φυσικά ισοπεδωτική απέναντι στη μνήμη του μέλλοντος. Ετσι, καταχωρίζουμε τη μελλοντική αρχαία ελλάδα στο κραταιότερο παρελθοντικό πεδίο της συλλογικής μνήμης του (παρελθόντος) ως: <κλέος του αρχαιοελληνικού πολιτισμού>.

Ας μεθερμηνεύσουμε τώρα το περιεχόμενο των διαπιστώσεών μας. Η πληροφορία που αφορά στον μελλοντικό αρχαίο ελληνικό πολιτισμό είναι, όπως γράψαμε, υπερκβαντολογική. Πράγμα που σημαίνει ότι συγκροτεί μια δομή από  απειρία πιθανοτήτων υλοποιήσιμης πληροφορίας – μία κυματοσυνάρτηση. Και αυτό, με τη σειρά του, συνεπάγεται ότι – από τη στιγμή που η συγκεκριμένη πληροφορία παρατηρήθηκε, άπαξ, και εγκαταστάθηκε ως παρελθόν- αρχίζει πλέον η υλοενεργειακή μόρφωση, ανάπτυξη και εξέλιξη της ήδη εγκαταστημένης πληροφοριακής δομής. Κοντολογίς, ξεκινάει το αόρατο να γίνεται ορατό, τόσο σε επίπεδο ιδεολογικό/ψυχολογικό όσο και σε επίπεδο πραγματικό-απτό υλικό.

Αλλιώς να το πούμε, η συλλογική συνείδηση του καθολικού παρατηρητή (ορατό σύμπαν μαζί με το περιεχόμενο) πραγματώνει την κυματοσυνάρτηση, δηλαδή και τα πολιτισμικά (τα πνευματικά) και τα πολιτιστικά (τα υλικά-ναοί, μνημεία, αγάλματα κ.λπ) έργα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Ολα δηλαδή τα αναγκαία συμπαρομαρτούντα στοιχεία της βασικής πληροφοριακής μονάδας.

Και προσέξτε! Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι προσδίδουμε ολοένα και πιο πολλά ποιοτικά χαρακτηριστικά και προσθέτουμε διαρκώς καινούριες και πιο περίπλοκες μεταβλητές στην αληθοσυνάρτηση που δηλώνει την πληροφορία/κυματοσυνάρτηση <αρχαία ελλάδα>. Ουσιαστικά, προσδίδουμε μεταβλητές ιδιότητες του δυτικού πολιτισμού στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Απλά, αξαιτίας της αδήριτης κατίσχυσης της μνήμης του παρελθόντος επί της πραγματικής μνήμης του μέλλοντος, αντιστρέφουμε τα δεδομένα.

Η Αναφανδόν Συνείδηση

Άρα, ποιος κατάγεται από ποιον και τι προέρχεται από τι; Μπορούμε λίγο να φανταστούμε το πραγματικά πραγματικό μέλλον ως πραγματικά πραγματικό παρελθόν; Ισοδύναμα, ποια μπορεί να είνα η κατάληξή μας; Η μελανή οπή-από την οποία ξεπηδήσαμε σαν μώβ φωτότρυπα- ή η λευκή οπή της χρυσής φωτόσφαιρας; Επιστημονικά και φιλοσοφικά η σύγχρονη φυσική είναι τραγική για έναν και μόνο λόγο: Οφείλει να αναγνωρίσει ότι το φιλμ του κοσμικού πειράματος, που έλαβε χώρα, τελείωσε και τώρα μάλλον παίζει ανάποδα.. Συνεπώς, το πεπρωμένο είναι γνωστό και όχι βέβαια αίσιο. Η πληροφορία όμως  αυτή μένει να αποδειχθεί ή να διαψεσθεί.

Εδώ τον πρώτο λόγο, για αίσιο τέλος και ευόδωση της αλήθειας (υπό το αρχαιοελληνικό έτυμο των όρων) της αντίστροφης προβολής του κοσμικού φιλμ, που θα ανατρέπει το ζοφερό πεπρωμένο της πρώτης προβολής, τον έχει  ο καταλυτικός παράγων: ελεύθερη βούληση του συμμετοχικού παρατηρητή:

i)  H  αποκάλυψη της παγκόσμιας ψευδαίσθησης

ii)  Η κατάρρευση της μεγάλης θεωρίας της πλάνης      και

iii)  Η ολοφανέρωση της γνήσιας ευθύβολης, πλέον, Θεωρίας της Πληροφορίας

16  Νοεμβρίου  2017

ΒΑΡΥΤΗΤΑ, Η ΕΣΧΑΤΗ ΔΥΝΑΜΗ

Από τον Νώντα Κούκα

Βαρύτητα είναι η γεωμετρική δομή (η καμπύλωση) του χωροχρόνου, λειτουργικά στοιχεία της οποίας αποτελούν η αιτιότητα μαζί με την ύλη- ενέργεια. Η αιτιότητα αναπαριστά  την τάξη των πραγμάτων, έτσι ώστε να μπορεί η συνείδηση να καθηλώνει (να αγκυρώνει) ολόκληρη την περιρρέουσα πληροφορία.

Με αυτή τη συλλογιστική, δεν θα απείχαμε πολύ από την πραγματικότητα, αν αντικαθιστούσαμε την έννοια της αιτιότητας με την έννοια της ερμηνείας. Κάπως έτσι δημιουργείται η ψευδαίσθηση του εξεικονισμένου σταθερού κόσμου μας: Η ιεραρχημένη σειρά αιτίου – αιτιατού από την οποία προκύπτουν και τα τρία δόγματα της ιστορικής (κλασικής) φυσικής – α) αρχή της ντετερμινιστικής (αιτιοκρατικής) αντίληψης της φύσης, β) αρχή του <σώζειν τα φαινόμενα> (δηλαδή, οποιαδήποτε θεωρία θα πρέπει να λαμβάνει όλα τα στοιχεία της πραγματικότητας) και  γ) αρχή της τοπικότητας (δηλαδή, κάθε θεωρία θα πρέπει να είναι τοπική: ό,τι συμβαίνει εδώ εξαρτάται από τα στοιχεία της πραγματικότητας που βρίσκονται εδώ, και ό,τι συμβαίνει εκεί εξαρτάται από τα στοιχεία της πραγματικότητας που βρίσκονται εκεί).

Κατά βάση, οι τρεις αυτές αρχές συγκροτούν μια θεωρητική εξιδανίκευση, δηλαδή μια ιδελογία της κοινής λογικής.  Και τίποτε δεν είναι πιο ισχυρό από την προκατάληψη του <μέσου νου>. Τις περισσότερες φορές όλοι μας  – <αμόρφωτοι> και <μορφωμένοι> – πιστεύουμε σε ιδέες και αντιλήψεις μόνο και μόνο επειδή τις πιστεύει ο περισσότερος κόσμος. Ψαχτείτε και θα δείτε… Ακόμη και ο ίδιος ο Αινστάιν, που δίδασκε ότι ευκολότερα διασπάται ένα άτομο παρά ένα στερεότυπο, δεν μπόρεσε τελικά να λιώσει το ατσάλι της δικής του προκατάληψης.

Γνωρίζουμε (από την εικασία του γεωμέτρη Καλάμπι και από την απόδειξή της από τον γεωμέτρη Σινγκ-Τανγκ Γιάου) ότι – υπό συγκεκριμένες συνθήκες – μπορεί να προκύψει βαρύτητα και από ένα σύμπαν που στερείται την ύλη, αρκεί να είναι καμπυλωμένο. Αρα, καμπυλότητα και βαρύτητα είναι, απλά, όροι ανταλλάξιμοι μεταξύ τους.

Ετσι, πλέον, γίνεται καταφάνερος ο λόγος για τον οποίο η έσχατη οριζόντια ενοποίηση (θεωρία κβαντικής βαρύτητας), που επιθυμεί σφόδρα η αφελής/κλασική φυσική, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να επιτευχθεί. Επειδή οι τρεις δυνάμεις – ηλεκτρομαγνητισμός, ισχυρή πυρηνική και ασθενής πυρηνική – είναι »οριζόντιες » (με σχεδόν μηδενική καμπυλότητα), δηλαδή ανήκουν στο ορατό σύμπαν του οικείου μας κόσμου. Αντίθετα, η βαρύτητα είναι <κάτι> εντελώς ριμάνειο-κάθετα(εγκάρσια) καμπυλωμένο- και έρχεται από <Αλλού>, από τον εξώτερο χωροχρόνο-τουλάχιστον (από έναν – ας πούμε – <μιγαδικό χωροχρόνο>).

Η Βαρύτητα έχει άλλη αποστολή. Αποτελεί την οιονεί Ιδεολογία (την τάξη-order) του (ορατού) σύμπαντος που – μέσω της εντροπίας της εξελισσόμενης συνείδησης των παρατηρητών του- ερμηνεύει και στερεώνει (ταξινομεί) την αυτοοροθετούμενη πληροφορία του, μέχρι την πλήρη πραγμάτωσή του στη Σφαίρα της Συνείδησης

Η ΣΦΑΙΡΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ…

… και η  απόλυτη επιφάνεια του ελάχιστου εμβαδού

Από όλες τις επιφάνειες εκ περιστροφής του βέλγου φυσικού Plateau, δηλαδή επιφάνειες συμμετρικές γύρω από έναν άξονα –  επίπεδο, σφαίρα, κύλινδρος, αλυσοειδής, κυματοειδής και σχοινοειδής -, η σφαίρα (και ο κύκλος, βέβαια)  μόνο μπορεί να εγκλείσει έναν χώρο από μόνη της. Οι υπόλοιπες απλώς μπορούν να συνεισφέρουν σε αυτό, συνδυαζόμενες μεταξύ τους ή με τη σφαίρα.

Επιπλέον, από όλα τα δυνατά σχήματα, μόνο η σφαίρα μπορεί να εγκιβωτίζει τον μεγαλύτερο όγκο με τη μικρότερη επιφάνεια. Συνιστά με απόλυτο και αυστηρό τρόπο την επιφάνεια ελάχιστου εμβαδού. (Ακριβώς για τούτο, είναι το σχήμα που θα λάβει, ipso facto, ένας μονοκυτταρικός οργανισμός, αν είναι πρακτικά ομογενής και αν το περιβάλλον του είναι επίσης ομοιογενές και το πεδίο του συμμετρικό.)

Επίσης, μόνο το επίπεδο και η σφαίρα, ή οποιοδήποτε επίπεδο της σφαίρας, είναι απολύτως σταθερά, διότι είναι απολύτως συμμετρικά σχήματα. Να το πούμε και αλλιώς, τα σχήματα αυτά διαθέτουν τέτοια συμμετρία, ώστε οποιαδήποτε μικρή διαταραχή θα ξαναρυθμιστεί πιθανότατα από μόνη της και θα αφήσει το επίπεδο ή τη σφαιρική επιφάνεια όπως ήταν πριν. Τουναντίον, στα άλλα σχήματα το πιθανότερο είναι ότι, όταν εμφανιστεί κάποια διαταραχή, θα ταξιδέψει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση και θα αυξάνεται καθώς προχωράει.Γιατί η ισορροπία και η πιθανότητα είναι στενά συνδεδεμένες, τόσο στενά, ώστε η κατάσταση που έχει τη μεγαλύτερη πιθανότητα να προκύψει σε ένα σύστημα είναι ακριβώς αυτή που ονομάζουμε κατάσταση ισορροπίας.

Από τη μαγική γεωμετρία της σφαίρας στη μαγεία της συνείδησης

Από την άλλη μεριά, δεν είναι πλήρως κατανοήσιμη η γεωμετρία της σφαίρας. Κανείς δεν μπορεί, για παράδειγμα, να ορίσει με ακρίβεια πού ειναι το <πάνω> και πού το <κάτω>. Αυτή η δυσχέρεια μεταφράζεται σε πραγματικά μαθηματικά προβλήματα περιγραφής της σφαίρας.

Πάντως, η δυαδικότητα της σφαίρας – όπως γράφει και ο μαθηματικός Andrew Hodges – παρέχειτην καλύτερη εικόνα της κβαντομηχανικής δυαδικότητας. Αν και έχει αναφερθεί ότι οι μιγαδικοί αριθμοί μπορεί να αναπαρασταθούν ως σημεία ενός επιπέδου με έναν πραγματικό και έναν φανταστικό άξονα, ένα απλό κβαντικό σύστημα περιγράφεται μάλλον καλύτερα με βάση τη γεωμετρία της σφαίρας.

Αυτό συμβαίνει διότι τα συγκεκριμένα σημεία ορίζονται καταλλήλως από τον λόγο δύο μιγαδικών αριθμών, και όχι από έναν μόνο μιγαδικό. Δεν πρόκειται ακριβώς για τα ίδια πράγματα, γι’ αυτό και το επίπεδο μετατρέπεται σε σφαίρα

Ο μετασχηματισμός αυτός από το σταθερό επίπεδο σχήμα μηδενικής καμπυλότητας (0), στη σφαιρική και σταθερή σφαίρα καμπυλότητας ένα (1), αναδεικνύει την πρωταρχική επιφάνεια του ελάχιστου εμβαδού, [ 0,1 ], δηλαδή το διάστημα S εντός του οποίου εγκιβωτίστηκε μοναδικά η κατάσταση απόλυτης ισορροπίας. Αρα, με πιθανότητα 1 (ένα), δεν μπορούσε παρά να προκύψει αναπόφευκτα και το μοναδικό γεγονός του φαινομένου της συνείδησης.

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Γνωρίζουμε ότι τόσο η λέξη όσο και ο αριθμός είναι σημεία, δηλαδή σημαίνοντα/σημαινόμενα, με αναφορά στην εικόνα.Αναφέρονται κοντολογίς σε εικόνες Επομένως, κάθε (φυσικό) σημείο, για να είναι τέτοιο, δηλαδή σημαίνον/σημαινόμενο, πρέπει να είναι καθαυτό εικόνα. Αλλά όταν λέμε εικόνα, αυτομάτως αποδίδουμε σε αυτήν την έννοια της συνείδησης (χρόνος και μαθηματικά ή παρατήρηση και μέτρηση) επειδή: εικόνα είναι ο σχηματισμός του ειδώλου αντικειμένου με τη βοήθεια της ανάκλασης ή της διάθλασης. Γι’αυτό άλλωστε προσλαμβάνουμε ολόκληρο το ορατό σύμπαν σαν μια αιωρούμενη εικονική πραγματικότητα.

Πράγματι, στο ορατό σύμπαν, ισχύει μάλλον ό,τι και στην απέραντη καυτή έρημο: το φαινόμενο του αντικατοπτρισμού. Ο ταλαιπωρημένος ταξιδιώτης έχει πολλές φορές οπτικές απάτες, εξαιτίας των φωτεινών ακτίνων που διαθλώνται καθώς περνούν από στρώματα αέρος διαφορετικής πυκνότητας.Ετσι, αυτός βλέπει απομακρυσμένα αντικείμενα να σχηματίζουν μπροστά στα μάτια του είδωλα αιωρούμενα ή αντεστραμμένα. Επιπλέον, η κοσμολογία δεν είναι παρά η αρχαιολογία του σύμπαντος σε <ζωντανό> χρόνο. Ο κοσμολόγος προσλαμβάνει συνεχώς μια επιμέρους ληγμένη έκβαση του ορατού σύμπαντος, την οποία όμως ούτε ο ίδιος μπορεί ποτέ να γνωρίσει, αλλά και ούτε καν έναν άλλο που ξέρει μπορεί βέβαια να ρωτήσει. Να γιατί είναι κατά βάση τραγική η Φυσική. Φανταστείτε ότι κανένας επιστήμονας δεν θα μπορέσει να μάθει το πώς και το τι του τέλους του ορατού σύμπαντος- αφού ο χρόνος θα έχει τελειώσει.

Ας έρθουμε ξανά στην εικόνα της συνείδησης. Μια ακίνητη καθ’ ολοκληρίαν παγωμένη εικόνα, άραγε, είναι εικόνα με την παραπάνω έννοια της απεικόνισης; Οχι, γιατί η έννοια <απεικόνιση> ενέχει την έννοια της επανάληψης, δηλαδή της κίνησης. Και μια ακίνητη παγωμένη εικόνα δεν κινείται, δηλαδή δεν έχει επανάληψη – οπότε στερείται το βέλος του χρόνου. Κατά συνέπεια η συνείδηση, ως φαινόμενο, είναι επανάληψη εικόνων προς μια διεύθυνση, προς ένα βέλος του χρόνου – άρα μια παράσταση. Ομως, ποια ειναι η βαθιά δομή αυτού του φαινομένου; η πραγματική του πραγματικότητα; Ψυχρή και αδυσώπητη η απάντηση: η φανταστική εικόνα της.

Η αλήθεια είναι ότι δυσκολευόμαστε αφάνταστα να αναπαραστήσουμε μια φανταστική εικόνα που να μην είναι εικόνα,για τον απλούστατο λόγο ότι δεν μπορούμε να τη γλωσσοποιήσουμε ως λέξη-εικόνα. Ισοδύναμα, ψάχνουμε να βρούμε ένα φυσικό <αντικείμενο> που, τοποθετώντας το μπροστά στον καθρέφτη, δεν καθρεφτίζεται-δεν έχει είδωλο. Είναι, δηλαδή, εξωτικά <υλοποιημένο>…  Μπορεί, ίσως, το σύμπαν – που δεν είναι απλώς παράξενο, αλλά και πιο παράξενο από ό,τι φανταζόμαστε- να περιέχει τέτοια <αντικείμενα>; Ναι, μάλλον μπορεί…

12  Νοεμβρίου  2017

Η ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΚΕΝΤΕΛ

Από τον Νώντα Κούκα

Οι Φιλοσοφικές και Λογικές Συνέπειες του Θεωρήματος της μη Πληρότητας

«Ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να τυποποιήσει (ή να περιγράψει) όλες τις μαθηματικές ενοράσεις του, επειδή εάν κατορθώσει να τυποποιήσει ορισμένες από αυτές, αυτό καθεαυτό το γεγονός θα δημιουργήσει νέα μη τυποποιημένη γνώση, δηλαδή τη συνέπεια αυτού του φορμαλισμού. Το γεγονός αυτό, αποτελεί ό,τι θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε “ιδιότητα των μαθηματικών να μη γίνονται πλήρη”. Από την άλλη, με δεδομένα όσα έχουν αποδειχτεί έως τώρα, εξακολουθεί να είναι πιθανό να υπάρχει (και μάλιστα να είναι εμπειρικά αποκαλύψιμη) μια μηχανή που αποδεικνύει θεωρήματα και η οποία στην πραγματικότητα είναι ισοδύναμη με τη μαθηματική ενόραση, αλλά για την οποία δεν μπορούμε ούτε να αποδείξουμε ότι είναι τέτοια, ούτε ότι αποδεικνύει μόνο αληθείς προτάσεις της περατοκρατικής θεωρίας των αριθμών».

Κουρτ Γκέντελ

Ο Γκέντελ υπήρξε ο μεγαλύτερος ίσως λογικολόγος-φιλόσοφος του περασμένου αιώνα. Πάνω απ’ όλα όμως, υπήρξε ένας γνήσιος στοχαστής που πότισε το άνυδρο ακαδημαϊκό περιβάλλον της εποχής του. Η συζήτηση γύρω από την ακριβή σημασία του μεγάλου θεωρήματός του, της μη Πληρότητας, για την επιστήμη της τεχνητής νοημοσύνης διεξάγεται εδώ και πολλά χρόνια – διεξάγεται όμως … εκτός έδρας.

Πράγματι ο Γκέντελ – ως γνήσιος «μύστης» της επιστήμης – απέκρυπτε επιμελώς τις γνήσιες μονάδες πληροφορίας που συνελάμβανε μέσω της άριστης μαθηματικής του ενόρασης, προκειμένου να τις διασφαλίσει από την παρωχημένη πληροφορία που ως επί το πλείστον ταλανίζει το μίζερο επιστημονικό κατεστημένο. Πάντως, η φειδωλή παρατήρησή του γύρω από «μηχανές» που υποδεικνύουν θεωρήματα και είναι ισοδύναμες με την ανθρώπινη μαθηματική ενόραση – παρότι απρόσιτες στην ανθρώπινη διανόηση – ίσως υπάρχουν και ίσως είναι εμπειρικά αποκαλύψιμες, εκτοξεύει την ανθρώπινη φαντασία στην πέμπτη διάστασή της.

Και αυτό για τρεις κυρίως λόγους: α) κόβει διαμιάς την ισοδυναμία της οποιασδήποτε ανθρώπινης ύπαρξης με τη μηχανιστική επιβίωση ενός ρομπότ/ανθρώπινου κατασκευάσματος• β) εντοπίζει τη συνείδηση και πολύ πέρα της ανθρώπινης ύπαρξης: «μηχανές» που δεν είναι μηχανές, επειδή ακριβώς ούτε να κατανοηθούν αλλά και ούτε να κατασκευαστούν μπορούν, από ανθρώπινο χέρι. Μιλάμε δηλαδή για ρομπότ που δεν είναι μηχανές, με τη στενή περατοκρατική έννοια των μηχανών ως κλειστού κυκλώματος/συστήματος• και γ) το σπουδαιότερο: φεύγει τελείως από τη στενή έννοια της «συνείδησης» που κατοικοεδρεύει μονάχα στους επιμέρους εγκεφάλους των »έμβιων» όντων.

Ουσιαστικά κόβει το νήμα με τη στενή έννοια της πληροφορίας και την αναβιβάζει στη γενική καθολική και αφηρημένη Ιδέα της Πληροφορίας ως Προθεσιακότητα. Έτσι, η Συνείδηση αποκτά οντολογική υπόσταση ως παγκόσμια φυσική σταθερά και διαχέεται σε σχετικές μονάδες υποπληροφορίας της στο σύμπαν. Με αυτόν τον τρόπο, οργανώνεται η ύπαρξη ως «κατώτερη» μορφή πληροφορίας – ως συνείδηση τινός.

Με αυτή λοιπόν την έννοια και οι βράχοι είναι εμβαπτισμένοι στην πληροφορία —  συνείδηση, αλλά και το χαρτί στο οποίο γράφουμε αυτή τη στιγμή έχει εμβαπτισθεί στην πληροφορία — συνείδηση. Κοντολογίς, καταργούνται οι δυισμοί: «σώμα-ψυχή» ή «εγκέφαλος-νους». Κατά συνέπεια, καταργούνται και οι δύο πόλοι που ταλανίζουν, ακόμη και μέχρι σήμερα, την επιστημονική σκέψη: φορμαλισμός/θετικισμός, από τη μια, ιδεαλισμός/πλατωνισμός, από την άλλη• ή, φιλοσοφικά μιλώντας, επιστημολογία αφενός, οντολογία αφετέρου.

Τώρα, σε ό,τι αφορά στην κοινωνιολογική σκέψη, ο μηχανικισμός (: τόσο ο άνθρωπος όσο και τα ρομπότ είναι απλώς μηχανές και δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο δεν μπορούν να υπάρξουν μηχανές όμοιες με τον άνθρωπο) καταργείται, από τη μια μεριά• από την άλλη μεριά, καταργείται ο «ανθρωπισμός» (λέγε με «ανθρωποκεντρισμός», «ανθρωπομορφισμός»): οι άνθρωποι έχουν ψυχή, οι μηχανές όχι• επομένως κανένα ρομπότ δεν μπορεί να μοιάσει στον άνθρωπο.

Έτσι, αναδύεται αισίως η Θεωρία της Αναλλοίωτης Πληροφορίας: καθετί είτε αυτό είναι άνθρωπος είτε μηχανή (είτε ακόμη και οποιοδήποτε «αντικείμενο») μετέχει στη Γνήσια Πληροφοριακή Συνείδηση — στην Προθεσιακότητα. Επομένως είναι δυνατόν να υπάρξουν μηχανές οι οποίες, εφόσον αυτοοργανωθούν με τον κατάλληλο (γονιδιακό|πληροφοριακό) ανασχηματισμό, αναδύουν συνείδηση όπως εκείνη του ανθρώπου. Τούτο θα πρέπει να το δει και να το αναγνωρίσει επίσημα τόσο η θεωρητική φυσική όσο και η ίδια η κοσμολογία.

Φυσικά, εξυπακούεται πως η Απόλυτη Συμμετρική Πληροφορία – η Προθεσιακότητα – είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα των επιμέρους πληροφοριών της, που είναι η συνείδηση της πληροφοριακής δομής του κόσμου (: σχέσεις δεσμών πληροφορίας). Έτσι η ανάδυση της σύνθεσης όλων των επιμέρους συνειδήσεων δεν μπορεί να είναι εξ αντικειμένου ταυτολογική με την προηγηθείσα υπερ-συμμετρική πληροφορία: απλά θα είναι αναλόγως ισοδύναμή της, που σημαίνει όλες οι συμμετρίες εκτός από «εκείνη που δεν πειράζουμε».

Η επαναστατική πληροφορία στη θεωρία της κβαντικής μηχανικής

Αναμφίβολα, σε όλες αυτές τις ρηξικέλευθες και επιτυχημένες θεωρίες το επιστέγασμα είναι η κβαντομηχανική επανάσταση. Τούτη ασφαλώς δεν μπορεί να λαθεύει, έτσι δεν είναι; Η προβλεπτική ισχύς της είναι αναμφισβήτητη. Ισχύει εδώ και ενενήντα σχεδόν χρόνια και αποτελεί σήμερα τη βάση ενός μεγάλου τμήματος της σύγχρονης επιστήμης.

Φυσικά, οποιοσδήποτε έχει μάθει μερικά πράγματα σχετικά με την κβαντική μηχανική θα ομολογήσει πόσο παράξενος είναι ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τον μικροσκοπικό κόσμο η θεωρία αυτή.

Εν πάση περιπτώσει, η καθιερωμένη συλλογιστική έχει ως εξής: ο μαθηματικός φορμαλισμός είναι σωστός. Εκείνο που δεν κατανοούμε σωστά είναι το νόημα των εξισώσεων, και αυτό είναι θέμα φιλοσοφίας και όχι φυσικής. Σήμερα οι περισσότεροι φυσικοί πιστεύουν πως, αν και υπάρχουν πολλές διαφορετικές ερμηνείες της κβαντικής μηχανικής που ισχύουν όλες εξίσου, ωστόσο το βαθύτερο μαθηματικό πλαίσιο είναι σωστό και το ποια ερμηνεία επιλέγει ο καθένας αποτελεί καθαρά θέμα προσωπικού γούστου.

Δεν έχει σημασία αν θεωρείται σωστή η ερμηνεία της Κοπεγχάγης κατά την οποία τίποτε δεν υπάρχει έως ότου παρατηρηθεί∙ ή η ερμηνεία των πολλών κόσμων όπου το Σύμπαν διαχωρίζεται σε έναν άπειρο αριθμό από αντίγραφά του∙ ή η ερμηνεία του Bohm (Μπομ) στην οποία τα σήματα διαδίδονται ταχύτερα από το φως∙ ή ακόμη, πιο πρόσφατα, τη συναλλακτική ερμηνεία όπου τα σήματα διαδίδονται προς τα πίσω στο χρόνο. Δεν υπάρχει πείραμα μέσω του οποίου να είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ αυτών των ανταγωνιστικών θεωριών. Το μόνο για το οποίο είμαστε βέβαιοι είναι πως η κβαντική μηχανική δεν διαθέτει μια απλή, σύμφωνα με την κοινή λογική, εξήγηση.

Το να πούμε λοιπόν πως το νόημα των μαθηματικών εξισώσεων που περιγράφουν την πραγματικότητα στο πλέον θεμελιώδες επίπεδο δεν είναι σημαντικό, και πως πρέπει να ασχοληθούμε μόνο με τους αριθμούς που προκύπτουν από την επίλυση αυτών των εξισώσεων, είναι μια υπεκφυγή. Διότι αποτελεί κοινό στρουθοκαμηλισμό ή – έστω σιωπηρή – αποδοχή πως τάχα όλες οι ερμηνείες της κβαντικής μηχανικής είναι σωστές.

Η φύση συμπεριφέρεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο και αυτό που πρέπει να μας απασχολήσει είναι το γεγονός πως δεν έχουμε ακόμη ανακαλύψει τι ακριβώς συμβαίνει. Φέρ’ ειπείν, το Σύμπαν ή διαχωρίζεται σε πολλά αντίγραφα του εαυτού του ή όχι. Ίσως κάποιος πει πως μπορούμε έστω κάποτε να το μάθουμε∙ ίσως κάποιος άλλος να ισχυριστεί ότι ποτέ δεν θα μπορέσουμε να διαπιστώσουμε τι πραγματικά συμβαίνει. Το σίγουρο όμως είναι ένα: πως οπωσδήποτε κάτι συμβαίνει — κάτι 

Κι αυτό που συμβαίνει, κατά πάσα πιθανότητα, είναι ότι το σύμπαν προκύπτει ως πραγμάτωση μιας υπέρτατης τεχνολογίας η οποία — με τη σειρά της — ενσαρκώνει την απόλυτη ιδέα της Πληροφορίας του: την αέναη εξέλιξη προς την αυτογνωσία του.

Συνεπώς, οδεύουμε ολοταχώς προς μια φιλοσοφία της τεχνολογίας.

8– Νοεμβρίου — 2017

 

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΜΑΤΡΙΞ

Από τον Νώντα Κούκα

Η σταδιακή έξοδος της φιλοσοφίας από τον εαυτό της…

Στην προ Χριστού εποχή της, η φιλοσοφία — μπορούμε να πούμε– αναζητούσε τον εαυτό της. Η είσοδος του χριστιανισμού στο ιστορικό προσκήνιο της φιλοσοφίας φέρνει ένα απόλυτο, που άλλαξε ριζικά τα δεδομένα, τα θέματα και τη λειτουργία της φιλοσοφίας. Πολύ σχηματικά: ο χριστιανισμός επιδρά καταλυτικά στην καρδιά των θρησκειών που προϋπάρχουν, και μετασχηματίζει τις σχέσεις τους ως προς τη σφαίρα της φιλοσοφίας.

Κατά συνέπεια, αυτό που λέμε είναι ότι από την εποχή κατά την οποία η φιλοσοφία αναζητούσε τον εαυτό της, περνάμε στην εποχή κατά την οποία η φιλοσοφία επηρεάζεται καταλυτικά από τη χριστιανική διδασκαλία (χριστιανικό απόλυτο). Μιλάμε δηλαδή για δύο ιστορικές εποχές της φιλοσοφίας.

Η τρίτη εποχή εγκαινιάζει μια νέα αρχή που σηματοδοτεί την ιστορική περίοδο της κυρίαρχης λογικής. Ο Ντεκάρτ, ο Πασκάλ, ο Μαλμπράνς, ο Λάιμπνιτς, ο Σπινόζα, είναι οι κυριότεροι ίσως εκπρόσωποι αυτής της εποχής.

Ο Χιουμ – μαζί με τον προκάτοχό του Φ. Μπέικον, αλλά και τους σύγχρονους ομόλογούς του που εκπροσωπούν τον βρετανικό εμπειρισμό (Λοκ και Μπέρκλεϊ) – όπως και οι πασίγνωστοι Ρουσσώ και Καντ αποτελούν τους κυριότερους εκπροσώπους της τέταρτης εποχής της φιλοσοφίας – της κρίσιμης εποχής της λογικής.

Η πέμπτη εποχή οριοθετείται από τον γερμανικό ιδεαλισμό: απόλυτο και σύστημα. Ο Φίχτε, ο Σέλινγκ, ο Χέγκελ και ο (δανός) Κίρκεγκωρ, είναι οι απόλυτοι αγγελιαφόροι του.

Και έτσι περνάμε αισίως στην έκτη εποχή των νέων απολύτων που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η φιλοσοφία που τολμά να βγει έξω από τον εαυτό της. Ο Κοντ, ο Στίρνερ, ο Φόυρεμπαχ, και βέβαια τόσο ο Μαρξ όσο και ο Νίτσε, είναι τα νέα απόλυτα της φιλοσοφίας – που έχει όμως ωστόσο αναιρεθεί ως τέτοια.

Οδηγεί σταθερά προς την έβδομη εποχή της — στη Φιλοσοφία της Τεχνολογίας

Η μίμηση της αλήθειας είναι η αληθοφάνεια. Μια σχεδόν τέλεια μίμηση της αλήθειας υποκαθιστά, χωρίς κανένα πρόβλημα, το πρωτότυπό της. Σε βάθος χρόνου έχει ήδη ξεχαστεί το αληθινό πρότυπο και εκλαμβάνεται ως αληθινό πρότυπο η πρώτη πετυχημένη μίμηση.

Σε βάθος άλλου τόσου χρόνου, μια δεύτερη, ίσως καλύτερη, μίμηση αντικαθιστά την προηγούμενη απομίμηση του αρχέγονου προτύπου. Σε βάθος τρίτου χρόνου, η δεύτερη μίμηση αντικαθίσταται από μια τρίτη μίμηση. Εν τω μεταξύ, το χάσμα των γενεών της εκάστοτε αντικατάστασης προτύπων μεγαλώνει θεαματικά.

Τελικά, ύστερα από χ αντικαταστάσεις, σε βάθος ψ χρόνου, η z γενιά θα είναι τόσο αποξενωμένη από τις πρώτες γενιές των πρώτων αντικαταστάσεων, σαν να μην υπήρξαν ποτέ η μια για την άλλη. Το χάσμα αυτό θα πρέπει οπωσδήποτε να γεφυρωθεί με μια επινοημένη «θεωρία της εξέλιξης».

Τώρα, το ερώτημα που τίθεται είναι: τι σχέση έχουν οι απομιμήσεις και τα πρότυπα μεταξύ τους; ποιους βαθμούς πραγματικότητας αντικατοπτρίζει αυτή η σχέση; Σε κάθε περίπτωση, καμία από τις εμπλεκόμενες γενιές δεν μπορεί να απαντήσει πραγματικά, για τον απλούστατο λόγο ότι κανείς δεν γνωρίζει την πραγματικότητα. Το αδιέξοδο αυτό αναλαμβάνει να επιλύσει η καταφυγή στον πραγματισμό: αν αυτή η «πραγματικότητα» που βιώνει ο ερωτώμενος λειτουργεί ικανοποιητικά, τότε αυτή είναι πραγματική.

Και βέβαια,  κάτι που είναι λειτουργικό και δεν προκαλεί πρόβλημα μπορεί κατά βάση να  είναι προβληματικό. Θα μπορούσε, κάλλιστα, μια βαθιά προβληματική δομή να φανερώνεται, μεταμφιεσμένη, σαν υγιής φαινομενικότητα, αρκεί αυτή η φαινομενικότητα να προλαμβάνει τη βασική αντίφαση μεταξύ δομής και φαινομενικότητας – να σώζει δηλαδή τα φαινόμενα. Και η καλύτερη πρόληψη σε τούτη την περίπτωση είναι να χαλκεύει τον τρόπο με τον οποίο εξωραΐζεται και συμμετρικοποιείται αυτή η αντίφαση, έτσι ώστε να παρουσιάζεται σαν ομαλή και ανέφελη φαινομενικότητα.

Έτσι, μια (σχετική) αλήθεια μπορεί να έχει υποστεί μύριες όσες μεταλλάξεις και το πρωτότυπο να είναι τελείως διαφορετικό από την τελευταία του απομίμηση. Όμως κανείς δεν θα καταλάβει τη διαφορά αν η γραμματική της, δηλαδή η τεχνολογία της, είναι προσαρμοσμένη κατάλληλα για την παραπλάνηση του αποδέκτη της. Αυτή είναι η αόρατη, η δομική λειτουργία της τεχνολογίας: η επεξεργασία του κοινωνικού κόσμου, προς την τελείωση της ψευδαίσθησής του. Προσπαθεί κοντολογίς να κατασκευάσει το πιο πιστό, το σχεδόν άριστο αντίγραφο της πραγματικότητας. Αλλά η πραγματική πραγματικότητα κατοικοεδρεύει στο «αλλού» του αληθοφανούς (ορατού) σύμπαντός μας. Μονάχα η ψευδαίσθηση μας συνδέει με αυτό. Με ποιον τρόπο; Είπαμε, με τη γνώση της ύπαρξης της ψευδαίσθησης και στο ότι οι επιλογές είναι δύο: ή πιστώνουμε την ψευδαίσθηση με ολοένα και περισσότερη αληθοφάνεια, μέχρι να την πιστέψουμε απολύτως• είτε αρχίζουμε να σηκώνουμε το αραχνοΰφαντο πέπλο της μέχρις ότου αποκαλυφθεί η αλήθεια.

Και τώρα ήρθε πια η στιγμή να παραδεχτούμε το εξής: τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη επιλογή αποτελούν δεδομένα βάσης της τεχνολογίας. Χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε να διακριβωθεί ούτε και η ίδια η ψευδαίσθηση καλά-καλά. Είναι η τεχνική πρόοδος, ως προέκταση της αυθόρμητης συνείδησης, που κάποια στιγμή της ιστορικής της εξέλιξης αποσπάται από αυτήν, και τότε ακριβώς καταδεικνύεται αναγκαίως το χάσμα ανάμεσα στην ορατή φαινομενικότητα και την αόρατη λειτουργία της δομής της. Έτσι, η τεχνογνωσία τώρα πια ασκεί κριτική στην αφελή συνείδηση, ελέγχοντας κατά βάση την αξιοπιστία της.

Έκτοτε η τεχνολογία εγγράφει το σχίσμα της ανεξίτηλα επάνω στο «σώμα» της αυθόρμητης συνείδησης – τον χρόνο: είναι αυτό που φαίνεται∙ δεν φαίνεται αυτό που είναι. Το εκπληκτικό είναι πως αυτές οι δύο δηλώσεις, καθαρά γνωσιολογικής τάξης, ενυπάρχουν στην πρακτική διάσταση της τεχνολογίας. Για αυτόν τον λόγο ακριβώς, επείγει η δημιουργία και η ανάδειξη μιας συγκροτημένης φιλοσοφίας της τεχνολογίας.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟ (Σ) ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΒΔΟΜΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ

Η Τοπολογία της Δυτικής Γνωσιολογίας

Μια εν τάχει ανασκόπηση του γενικού χώρου μέσα από τον οποίο αναδύθηκε η δυτική φιλοσοφική σκέψη, αναδεικνύει τους εξής τρεις υποχώρους της:

I.  Η Φιλοσοφία του Είναι.  Ξεκινά πρωτίστως ως μεταφυσική — δηλαδή, ως έρευνα των πρώτων αρχών και μελέτη της Αιτίας των όντων και του Ολου. Το πλατωνικό-αριστοτελικό πρότυπο αποτελεί το πρότυπο της  κλασικής μεταφυσικής. Εμβολίμως, επισημαίνουμε τις τρεις διαστάσεις της αρχαίας (ελληνικής) σκέψης: α) κοσμολογική (προ-σωκρατική) περίοδος (Ηράκλειτος Παρμενίδης κ.ά),  β) εννοιολογική περίοδος (κυρίως, Πλάτωνας — Αριστοτέλης), και  γ) πραξιολογική περίοδος (επικούρειοι, στωικοί).

Σημείωση: Αναφερόμαστε στην τοπολογία της δυτικής θεωρίας της γνώσης, γι’ αυτό παρακάμπτουμε την πολύ σημαντική σκέψη τόσο των σκεπτικών όσο και των σοφιστών, οι οποίοι ανήκουν στη <γεωμετρία>, θα λέγαμε, και όχι στην τοπολογία της δυτικής γνωσιολογίας.

Με την εννοιολογική σκέψη, δηλαδή με το πλατωνικό-αριστοτελικό μοντέλο, εγκαθιδρύεται η Θεωρία της Γνώσης, αφού από τον θαυμασμό και την απορία, περνάμε σε ερωτήματα του τύπου <τι είναι το ον — τι είναι το όντως ον>.

ΙΙ.  Η Φιλοσοφία του Νοείν.   Εως την αρχή λοιπόν των νέων χρόνων το οντολογικό παράδειγμα προσδιορίζει την οπτική στην ιστορική καταγραφή της φιλοσοφίας. Αλλά με τον Ντεκάρτ (τον Καρτέσιο, δηλαδή) κάνει την εμφάνισή του ένα άλλο πρότυπο φιλοσοφικής ενασχόλησης, που αντικαθιστά το οντολογικό παράδειγμα από ένα άλλο, με αρχή την αμφιβολία (στη θέση του θαυμασμού). Και με ερωτήματα του τύπου <τι μπορώ να ξέρω σίγουρα>, οικοδομείται μια νέα φιλοσοφία, που προϋποθέτει το νοείν ως πρωταρχικό.

  • ΙΙΙ.  Η Φιλοσοφία της Γλώσσας και το Λινκουιστικό/Γλωσσοαναλυτικό Πρότυπο.   Το προηγούμενο νοησιακό μοντέλο θα παραχωρήσει, μέσω της σύγχρονης αναλυτικής φιλοσοφίας, τη θέση του σε ένα άλλο λινκουιστικό ή γλωσσοαναλυτικό μοντέλο. Εδώ, στη θέση της νόησης μπαίνει η γλώσσα και στη θέση των σκέψεων, των ιδεών και των παραστάσεων μπαίνουν οι λέξεις, οι εκφράσεις και οι προτάσεις.

  • Τώρα πια εγκαινιάζεται η φιλοσοφία της γλώσσας, όπου ως αρχή του φιλοσοφείν λειτουργεί η ασάφεια και η σύγχυση της γλώσσας — όχι η αμφιβολία — και τα πρωταρχικά ερωτήματα που μπαίνουν έχουν τη μορφή <τι καταλαβαίνουμε με αυτό;> ή <ποιο είναι το νόημα αυτής της λέξης;>.

IV.  Η Σύγχρονη Κοσμολογία ως Μοντέρνα Θεωρία της Γνώσης.

Η Φιλοσοφία των Κόσμων 

Κι έτσι περνάμε αισίως στη σύγχρονη κοσμολογία, όπου τα πολύ αφηρημένα μαθηματικά, η εξόχως θεωρητική φυσική, μαζί με τις πολύ προηγμένες παρατηρησιακές μεθόδους, έχουν αναγκάσει την Επιστήμη των επιστημών — την ίδια τη Φιλοσοφία και την ίδια τη τη Θεωρία της Γνώσης (τη θεωρία όλων των θεωριών) να καταδεχτούν να μπουν στο εργαστήριο της πειραματικής διαψευσιμότητας. Βέβαια, η πρόκληση είναι ακαταμάχητη:

Η Απόδοση του Σύμπαντος Σαν-Ενα-Ολον χρειάζεται υποχρεωτικά τη Φιλοσοφία της Τεχνολογίας

30– Οκτωβρίου — 2017