ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ ΣΤΟ «ΤΕΛΟΣ» ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Από τον Νώντα Κούκα

 

Το «τέλος» της Ιστορίας, η Επανάσταση και η Επιστήμη

 

Αυτά τα τρία, αθροιζόμενα/πολλαπλασιαζόμενα παραπέμπουν κατευθείαν στην Έννοια της Επαναστατικής Φυσικής (της «τρομακτικής φυσικής»), η οποία είχε αυτούσια προεξαγγελθεί ήδη από το 1796 στο αποκαλούμενο «παλαιότερο πρόγραμμα συστήματος του γερμανικού ιδεαλισμού. Πρόκειται για ένα σύντομο κείμενο, γραμμένο στις δύο πλευρές ενός φύλλου χαρτιού, που χρονολογείται (πιθανόν) από το καλοκαίρι του 1796. Η φιλολογική μελέτη έχει αποφανθεί πως το κείμενο γράφτηκε από το χέρι του νεαρού Χέγκελ, παρότι οι ιδέες που εκφράζονται απεικονίζουν περισσότερο εκείνες του νεαρού Σέλινγκ και, σε μικρότερη έκταση, εκείνες του μεγάλου γερμανού ποιητή Γιόχαν Κριστόφ Φρίντριχ Χέλντερλιν (Johann Christoph Friedrich Hӧlderlin). Ιδού τι γράφει στο εδάφιο που μας ενδιαφέρει (μπροστινή όψη):

Συνεπώς, εάν η φιλοσοφία παρέχει τις ιδέες και η εμπειρία τα δεδομένα, μπορούμε εντέλει να επιτύχουμε τη μεγάλη φυσική που αναμένω από μελλοντικές εποχές. Η τωρινή φυσική μας δεν φαίνεται ότι θα μπορούσε να ικανοποιήσει ένα δημιουργικό πνεύμα όπως είναι το δικό μας, ή το οποίο θα όφειλε να είναι όπως το δικό μας. 

Ήδη λοιπόν η υπέρβαση του τέλους της Ιστορίας είχε συνδεθεί, από το 1797, με την επανάσταση της φυσικής∙ μιας φυσικής όμως που θα εξήρε ανυπερθέτως το «Πνεύμα» – την ίδια δηλαδή την Κοσμική-Κοινωνική Συνείδηση. Αλλά το κόκκινο νήμα, που συνδέει το ξεπέρασμα της (προϊ-) ιστορίας με τη Φυσική (της Συνείδησης) κάπου κόπηκε με την ολοκληρωτική επικράτηση του (ιδεαλιστικού) θετικισμού σε όλα τα επιστημονικά πεδία. Η (μεταφυσική) ιδεολογία του «κοινού νου» και της «κοινής λογικής» επικυριάρχησε ακόμη και πάνω στα όποια εναπομείναντα ψήγματα της φιλοσοφικής σκέψης∙ αποτέλεσμα: η ίδια η Φιλοσοφία να μετασχηματιστεί σε ένα ανέξοδο «γλωσσικό παιχνίδι» της γλωσσανάλυσης.

Σε τούτο το ζοφερό τοπίο, της υφέρπουσας αντι-επιστημονικής σκέψης, εμφανίζεται η διάνοια του Αϊνστάιν και αρχίζει να ψηλαφεί το κομμένο νήμα της φυσικής. Η θεωρία της σχετικότητας είναι η αρχή του τέλους για τον θετικισμό. Αμέσως μετά η Κβαντική σαρώνει τα πάντα. Όλοι οι μεγάλοι «καταραμένοι» φυσικοί – Μαγιοράνα, Ντιράκ, Πάουλι, Μπορ, Μπομ κ.ά. – έχουν κάτι να ξηλώσουν από το μονολιθικό οικοδόμημα που πέρναγε για φυσική. Παράλληλα, με την «τρομακτική φυσική», ο Γκέντελ βάζει την ταφόπλακα στον θετικισμό-επιστημονισμό, δείχνοντας πως η ανθρώπινη διαίσθηση μπορεί άλλοτε να ταυτίζεται με τη (βαθιά) Αλήθεια (π.χ. η διαίσθησή μας για τα μαθηματικά), και άλλοτε μπορεί να είναι μια επίμονη ψευδαίσθηση (π.χ. ο διαισθητικός χρόνος). Επιπλέον, οι περιβόητες «θεωρίες του χάους» συνδέονται στενά με το «μέγα μυστήριο» του δεύτερου νόμου της θερμοδυναμικής. Εκείνης της περίεργης ποιοτικής ποσότηταςποσοτικής ποιότητας), που ακούει στο όνομα Εντροπία και αποτελεί ίσως τον βασικότερο νόμο του Σύμπαντος.

Όλοι μας λοιπόν, ειδήμονες και μη, βιώνουμε το τέλος της Ιστορίας ως τέλος της Φυσικής. Πρόκειται για ένα παρατεταμένο τέλος, που δυστυχώς προξενεί τεράστια ζημιά στην εξέλιξη της συνείδησης σε πνεύμα. Ολάκερο αυτό το κομφούζιο από «θεωρίες», υποθέσεις και εικοτολογίες που, τάχα, προσπαθούν να ερμηνεύσουν την κβαντική θεωρία (και τη φύση γενικότερα), κόντρα και στο «ξυράφι» του Όκαμ και στην «οικονομία» του Λάιμπνιτς, αρκεί για να καταδειχθεί το τέλμα και το αδιέξοδο.

 

Τίποτε τελικά δεν είναι ό,τι φαίνεται       

  

Εκείνο που, διαισθητικά τουλάχιστον, γνωρίζουμε καλά είναι πως το Σύμπαν «κρύβει» «περισσότερη» (δηλαδή ποιοτικότερη) πληροφορία από εκείνη που προβάλλει. Για αυτό και παρατηρείται πάντοτε ένα έλλειμμα στην ερμηνεία του. Αν θέλουμε να εννοήσουμε τη βαθιά δομή του σύμπαντος, ας θυμηθούμε πώς το είχε θέσει ο Ντιράκ: «Το αντίθετο μιας ορθής δήλωσης είναι μια εσφαλμένη δήλωση. Όμως, το αντίθετο μιας βαθιάς αλήθειας μπορεί κάλλιστα να είναι μια άλλη βαθιά αλήθεια». Δυστυχώς, όπως έχουμε γράψει, η ιδεολογία της κοινής λογικής, μαζί με το θετικιστικό πνεύμα που ταλαιπώρησε και εγκλώβισε τον ίδιο τον δυτικό πολιτισμό (ιδίως στη βιομηχανική του εκδοχή), δεν άφησαν να τεθούν τα σωστά ερωτήματα. Διότι, όταν μπαίνουν τα σωστά ερωτήματα, δίνονται και σωστές απαντήσεις. Ενώ, τελείως αντίθετα, στα λανθασμένα ερωτήματα δίνονται λανθασμένες απαντήσεις.

Ολάκερη η θεωρία της γνώσης του δυτικού πολιτισμού – από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη (φιλοσοφία του Είναι), συνεχίζοντας με τον Καρτέσιο και την πρώτη επιστημολογία του (φιλοσοφία του Νοείν – Σκέπτομαι άρα υπάρχω), και καταλήγοντας στη γλωσσολογική καμπή του Βιτγκενστάιν του Κύκλου της Βιέννης και των υπόλοιπων θετικιστών της γλώσσας (φιλοσοφία της γλώσσας-γλωσσανάλυση) – στηρίχθηκε στο δίπολο Υποκείμενο-Αντικείμενο. Ουσιαστικά, τόσο η γνωσιολογία όσο και η επιστημολογία, προβάλλουν τη γνώση που προσκτάται ένα υποκείμενο ως εξωτερικός-αμέτοχος παρατηρητής, εν μέσω μιας λογικής κατασκευής που έχει δημιουργήσει – και την έχει ονομάσει «Φύση».

Με φόντο λοιπόν τον εν λόγω καμβά της Λογικής Κατασκευής, έπλεξε και τη θεωρία περί την αλήθεια – για το πώς δηλαδή γνωρίζουμε τον κόσμο. Σύμφωνα με αυτήν οι τρόποι πρόσκτησης της γνώσης είναι οι εξής: ιδεαλισμός (αντικειμενικός/υποκειμενικός), ρεαλισμός (αφελής/κριτικός), φαινομενισμός (καντιανή διδασκαλία) και φαινομενολογία (που όμως είναι μέθοδος). Από τις παραπάνω γνωσιολογικές σχολές, μόνο η φαινομενολογία θέτει το ζήτημα της συνείδησης, και πώς αυτή σημασιοδοτεί το αντικείμενο της γνώσης. Με αυτόν τον τρόπο, η έρευνα μετατοπίζεται από τη μηχανιστική έρευνα του υποκειμένου επί του αντικειμένου, στην ίδια τη συνείδηση του υποκειμένου και στην έρευνά της. Και το τονίζουμε: ο Γκέντελ είχε καταλάβει την αξία της φαινομενολογικής μεθόδου, που προέκυπτε από την ασύμμετρη – ξαφνική – σχέση της με το υπόλοιπο γνωσιολογικό-οντολογικό ρεύμα της δυτικής φιλοσοφίας.

Καταρχήν, τόσο ο Γκέντελ όσο και ο Φρέγκε (πρωτύτερα) θεωρούσαν πως για να αποκτήσει κανείς γνώση των πρώτων εννοιών, δεν αρκεί να κατανοήσει τις σχέσεις τους με άλλες πρώτες έννοιες, αλλά πρέπει να καταλάβει τις ίδιες με τη βοήθεια της λεγόμενης «διαίσθησης». Ας εκληφθεί, παρακαλώ, η διαίσθηση ως κβαντική κατάρρευση στο νου. Ο Γκέντελ έλεγε πως ιδανικά η μεταφυσική πρέπει να παριστάνεται από μια μικρή ομάδα πρώτων αξιωμάτων. (σ.σ.: Να διευκρινίσουμε βέβαια πως ο – τεχνικός – όρος μεταφυσική στη φιλοσοφία παραπέμπει στην εξέταση του όλου.) Αυτό βέβαια δεν συνεπάγεται κατά κανέναν τρόπο πως ο Γκέντελ θεωρούσε ότι το σημαντικό περιεχόμενο των πρώτων εννοιών μπορεί να δειχτεί μέσα από τις ακριβείς αξιωματικές τους σχέσεις με άλλες έννοιες. Κάτι τέτοιο θα ταίριαζε σε έναν (τίμιο) θετικιστή και όχι στον Γκέντελ που ήταν ρεαλιστής. Για παράδειγμα, αυτή η περιγραφή ταιριάζει στους «έμμεσους ορισμούς» που υιοθέτησε ο Χίλμπερτ, ο οποίος θεωρούσε πως οι σημασίες των «πρώτων εννοιών» σε ένα αξιωματικό σύστημα περιγράφονται ικανοποιητικά από τις σχέσεις τους με άλλες έννοιες. Στη γεωμετρία, για παράδειγμα, μια γραμμή ορίζεται από τη σχέση της με σημεία και επίπεδα. Τουναντίον, ο Γκέντελ (όπως και ο Φρέγκε) απέρριπτε – όπως είπαμε – ρητά τούτη την αρχή∙ και πρότεινε την κατανόηση των ιδίων των πρώτων εννοιών με τη βοήθεια της λεγόμενης «διαίσθησης».

Όπως έχουμε γράψει και αλλού, ο Γκέντελ ήταν τόσο εξοικειωμένος με τις ιδέες του Καντ, ώστε ναι μεν απέρριπτε την «κριτική» του κατά μεγάλο μέρος, όχι όμως στο σύνολό της. Μάλιστα, αν κανείς μελετήσει το πολυσέλιδο προσχέδιο του κειμένου του για τον Αϊνστάιν, με τίτλο «Μερικές παρατηρήσεις για τη σχέση της γενικής σχετικότητας με την καντιανή φιλοσοφία», θα διαπιστώσει πως ο Γκέντελ είχε κατανοήσει σε βάθος τον Καντ και πως ήταν ακριβώς χάρη σε αυτό που κατόρθωσε να καταστήσει ολοφάνερη την εξόφθαλμη, αλλά απαρατήρητη μέχρι τότε, σχέση του καντιανού ιδεαλισμού με τη σχετικότητα του Αϊνστάιν. Στο εν λόγω δοκίμιο, γίνεται ξεκάθαρο ότι ο Γκέντελ παραδεχόταν ορισμένα στοιχεία της καντιανής φιλοσοφίας, απέρριπτε συστηματικά τον βασικό της άξονα που, εξομοιώνοντας τη γνώση με τον γνώστη αντί με το γνωστό, έδινε ένα χαρακτήρα υποκειμενισμού (και άρα, ψυχολογισμού) στη φιλοσοφία του Καντ.

Ο Γκέντελ εξάλλου ήξερε να χειρίζεται άψογα το σωστό «υλικό» των πρώτων εννοιών, που συγκροτούν τα αξιώματα της (μετά-)φυσικής. Για παράδειγμα, ο χρόνος σε σχέση με το είναι, ήταν για τον Γκέντελ μια από τις βασικότερες έννοιες. Και ακριβώς έκανε τη μεγάλη διαφορά και τον εξύψωσε σε φιλόσοφο από απλό φυσικό ή μαθηματικό της λογικής. Έτσι λοιπόν κατάλαβε γρήγορα πως η φυσική δεν μας βοηθάει να βρούμε τα βασικά γνωρίσματα της σκέψης μας για τον χρόνο, αφού, όπως υποστήριζε, συνδυάζει έννοιες δίχως να τις αναλύει. Ο μόνος τρόπος ήταν να αναπαραστήσουμε την αρχική φύση της σκέψης μας, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο. Στο σημείο αυτό, ο Γκέντελ δεν αποτάθηκε για βοήθεια στον Αϊνστάιν, αλλά προσανατολίστηκε προς τον Χούσερλ και τη φαινομενολογία, αναγνωρίζοντας ωστόσο πως το πρόβλημα του χρόνου είναι σημαντικό και δυσεπίλυτο.

Είκοσι πέντε χρόνια πάλευε ο Χούσερλ με αυτό το πρόβλημα: την έννοια του χρόνου. Ανάλογη ήταν και η εικόνα των μαθηματικών: «Ο τρόπος – έλεγε – που σχηματίζουμε μαθηματικά αντικείμενα από αυτό που μας δίνεται – το πρόβλημα της «σύστασης» – χρήζει φαινομενολογικής ανάλυσης. Όμως η σύσταση του χρόνου και των μαθηματικών αντικειμένων, είναι δύσκολη υπόθεση». Αφού οι βασικές έννοιες είναι «πρωτόγονες» (έτσι λέγονται στην «τεχνολογία» της φιλοσοφίας, και με την έννοια ότι είναι πρωτογενείς, πρώτες, όχι παλαιές ούτε υπανάπτυκτες) και το νόημά τους δεν εξαντλείται στις σχέσεις τους με άλλες έννοιες, πώς μπορούμε να μάθουμε κάτι για αυτές; Οι φιλόσοφοι είναι εραστές της ανάλυσης και για τούτο δυσπιστούν σοβαρά όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι μια έννοια είναι «πρωτόγονο». Έτσι, ο Γκέντελ υποστήριζε πως αυτό που χρειάζεται είναι «μια νοηματική διασάφηση που δεν ισοδυναμεί με ορισμό». Οι πλατωνιστές ομοϊδεάτες του, ο Πλάτων και ο Φρέγκε, δεν είχαν και πολλά να πουν για το πώς επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο.

Όμως ο Χούσερλ – ο οποίος εξαρχής σχεδόν διαφωνούσε με τον Φρέγκε αναφορικά με τις βάσεις της αριθμητικής – εργάστηκε σκληρά πάνω στο συγκεκριμένο πρόβλημα: οπότε, ο Γκέντελ καταπιάστηκε με την ανακάλυψη όλων όσα είχε βρει ο πρώτος. Ο Χούσερλ λοιπόν ονόμαζε αυτόν τον καινούριο τρόπο «φαινομενολογία». Ενώ  ο Γκέντελ τον περιέγραφε ως μια μέθοδο που μας επιτρέπει να «εστιάζουμε καλύτερα στις έννοιες που μας ενδιαφέρουν, κατευθύνοντας την προσοχή μας στο πώς δρούμε εμείς στη χρήση αυτών των εννοιών». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, έλεγε ο Γκέντελ, οδηγούμαστε σε «μια νέα συνειδητότητα που μας επιτρέπει να περιγράφουμε αναλυτικά τις βασικές έννοιες που χρησιμοποιούμε όταν σκεφτόμαστε».

Δεν είναι καθόλου εύκολο να καταλάβει κανείς σε τι ακριβώς συνίσταται η φαινομενολογική μέθοδος. Ο Γκέντελ πάλεψε χρόνια να διεισδύσει στο προστατευτικό κουκούλι που περιέβαλλε την πυκνή γραφή του Χούσερλ. Πάντως, το σίγουρο είναι ένα: ούτε ο Χούσερλ ούτε ο Γκέντελ πίστευαν πως η φαινομενολογία περιορίζεται στο να παρακολουθεί τη ροή της συνείδησης ή να χαζεύει το «περαστικό θέαμα». Αυτή η μέθοδος παραπέμπει σε έναν εμπειριστή σαν τον Χιουμ, όχι σε έναν ρεαλιστή σαν τον Χούσερλ. Ο Γκέντελ αντιμετώπιζε τη φαινομενολογία ως μια προσπάθεια να αποκαταστήσουμε την αρχική χρήση των βασικών ιδεών και αντί να επικεντρωνόμαστε στους τρόπους χρήσης ή συνδυασμού των εννοιών, όπως κάνουμε στη φυσική ή στην καθημερινή ζωή, να ξαναβρούμε αυτό που εννοούσαμε αρχικά με τις πιο βασικές μας σκέψεις.

Πρόκειται για μια επίπονη και επίμονη διαδικασία που προϋποθέτει τον προσανατολισμό της σκέψης μας στην κατεύθυνση του αναστοχασμού. Έχοντας ως δεδομένο ότι ο Γκέντελ και ο Χούσερλ (στη δεύτερη περίοδό του) ασπάζονταν τον εννοιολογικό ρεαλισμό, ο αναστοχασμός αναφέρεται στην κατανόηση του πώς αντιλαμβανόμαστε πραγματικές, αντικειμενικές έννοιες. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο καταργείται αυτομάτως ο υποκειμενισμός-ψυχολογισμός. Από την άλλη, αυτό που ο Γκέντελ θεώρησε σημαντικό στον Χούσερλ ήταν η στροφή του προς το σκεπτόμενο υποκείμενο, την πηγή της νόησης∙ και τούτο, όχι ως εναλλακτική λύση στον αντικειμενισμό, αλλά ως μια άλλη θεώρηση για το πώς μας δίνεται αυτό που αποκαλούμε αντικειμενικό. Τοιουτοτρόπως, καταργείται επίσης αυτομάτως και ο λογικισμός. Να λοιπόν, πώς η φαινομενολογική μέθοδος παρεμβάλλεται σαν μια «εναλλακτική» σφήνα (άρδην όμως διαφορετική) ανάμεσα στους δύο σκοπέλους της ανθρώπινης γνώσης: τον λογικισμό/αντικειμενισμό (επιστημονισμό) και τον υποκειμενισμό/ψυχολογισμό (θετικισμό). Κατά τον Γκέντελ, και η φαινομενολογία «όπως την εννοεί ο Καντ, αποφεύγει τόσο τα απίθανα άλματα του ιδεαλισμού προς μια νέα μεταφυσική όσο και τη θετικιστική απόρριψη κάθε μεταφυσικής».

 

Φαντάζομαι, άρα είμαι πραγματικός

 

Αν θέλουμε να ορίσουμε άμεσα και αβίαστα το τι είναι η Φυσική, τότε θα κάνουμε την εξής περιγραφή: φυσική ονομάζουμε την τραγική επιστήμη. Και κατόπιν, αν θέλουμε να ορίσουμε ποιος είναι ο γνήσιος φυσικός επιστήμονας, τότε θα πούμε: γνήσιος φυσικός επιστήμονας είναι ο τραγικός και όχι ο ματαιόδοξος επιστήμονας. Τέλος, περιγράφοντας όσο καλύτερα μπορούμε το στοιχείο εκείνο που διακρίνει τον αληθινό από τον αληθοφανή φυσικό επιστήμονα, τότε θα γράψουμε πως ο αληθινός φυσικός παράγει επιστημονική τραγωδία, ενώ ο αληθοφανής το πολύ που μπορεί να παραγάγει είναι δραματικό ρομάντζο.

Στον κόσμο της ύλης, όπου εμείς ζούμε, οι κοινωνικές αναπαραστάσεις που μας κυβερνούν είναι οι ρόλοι που είναι έτοιμοι να μας υποδεχτούν από τη μήτρα ως τον τάφο. Εδώ λοιπόν ισχύει ο σιδερένιος νόμος της κοινωνικής προκατάληψης. Ευκολότερα διασπάται το άτομο παρά το στερεότυπο. Κάθε τι, υπό καντιανούς όρους, είναι δοσμένο a priori και συνεπώς προβλεπτό. Αλλά και το απρόβλεπτο, a posteriori κατά βάση, είναι a priori συνθετικό και άρα προβλεπτό και αυτό. Οι συνέπειες αυτής της καθαρόαιμης γραμμικότητας, της κατ’ ευφημισμό εξέλιξης, είναι δύο «αρχές» που συνιστούν ταμπού ανέγγιχτο: 1) η ντετερμινιστική αρχή αιτίου-αποτελέσματος και 2) η αρχή των δυαδικών αντιθέσεων.

Οι δύο αυτές «αρχές»-ταμπού, μαζί με τη φαινόμενη κίνησή τους, συνιστούν χονδρικά ό,τι ονομάζουμε «χρόνο»-πραγματικό χρόνο. Με αυτό τον τύπο χρόνου μετράμε τον πολιτισμό και τις κοινωνίες που τον «αναλαμβάνουν». Ολόκληρη αυτή τη δομή την ονομάζουμε συνοπτικά «Ιστορία». Επομένως, μια λακωνική περιγραφή της ιστορίας θα μπορούσε να είναι η εξής: ο μετασχηματισμός του φαντασιακού σε οργανωμένες κοινωνικές αναπαραστάσεις επί τη βάσει ενός συγκεκριμένου βέλους του χρόνου. Και το ερώτημα είναι: πόθεν προκύπτει το φαντασιακό; Και η απάντηση είναι μία και μοναδική: από τη Φαντασία – από το φανταστικό. Λοιπόν: Φαντασία/Ελευθερία, φανταστικό/ελευθεριακό, πραγματικό/ κατάργηση της ελευθερίας (κοινωνική οργάνωση-ιεραρχία). Ή, αλλιώς: αόρατο-ημιορατό-ορατό∙ ή από τη φαντασία στην «πραγματικότητα», έτσι όπως την αποκωδικοποιεί η χρονομηχανή του εγκεφάλου – όπως έχουμε ξαναγράψει.

 

8/4/2016

 

Advertisements

Posted on Απρίλιος 8, 2016, in ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ - ΘΕΩΡΙΑ, Uncategorized. Bookmark the permalink. 1 σχόλιο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: