Η ΣΚΕΠΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Από τον Νώντα Κούκα

Ο υποπροσδιορισμός

Το σύμπαν γεννήθηκε από μια μεγάλη έκρηξη ή υπήρχε ανέκαθεν; Το σύμπαν διαστέλλεται, συστέλλεται ή περιστρέφεται;

Δυστυχώς όσα τεκμήρια και να βρεθούν που να ενισχύουν τη μια ή την άλλη θέση, δεν είναι τόσο ικανά ώστε να αποκλείουν τις υπόλοιπες ανταγωνιστικές απόψεις. Ίσως κάποιοι κατάλαβαν ότι πρόκειται να μιλήσουμε για τη θεωρία του υποπροσδιορισμού βάσει τεκμηρίων, που σχετίζεται περισσότερο με τον φιλόσοφο της λογικής Γ. Β. Ο. Κουάιν (W. V. O. Quine). Αυτός υποστήριξε ότι για κάθε υπόθεση (σαν τα παραπάνω ερωτήματα) τα τεκμήρια θα είναι πάντοτε συμβατά με περισσότερες από μία εξηγήσεις. Εάν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε καμία δέσμη κριτηρίων δεν μπορεί ποτέ να μας υποχρεώσει να αποδεχτούμε μία εξήγηση και να αποκλείσουμε όλες τις υπόλοιπες. Μπορεί να έχουμε καλούς λόγους να επιλέξουμε μια από τις θεωρίες, αλλά αυτοί οι λόγοι δεν είναι τόσο επαρκείς, ώστε να την αναδείξουν ως τη μία και μοναδική συμβατή με τα κριτήρια.

Ο Κουάιν, κοντολογίς, δεν αρνείται το δικαίωμά μας να επικαλούμαστε κάποιους καλούς λόγους προκειμένου να επιλέξουμε κάποιες θεωρίες σε σχέση με κάποιες άλλες. Απλά, διευκρινίζει τον ρόλο των τεκμηρίων στην εξήγηση. Η εμπειριοκρατική φιλοσοφία (ο εμπειρισμός), που υποστηρίζει πως η γνώση εκπορεύεται από την εμπειρία, έχει την τάση να λειτουργεί με βάση την υπόθεση πως η αλήθεια, κατά κάποιον τρόπο, απλώς πηγάζει από τα τεκμήρια της παρατήρησης και της εμπειρίας. Ουσιαστικά ο Κουάιν δείχνει με ευθυκρισία και παρρησία ότι η σχέση ανάμεσα στη γνώση και στα τεκμήρια δεν είναι τόσο άμεση και προφανής.

Πράγματι η άκαμπτη και άκριτη σύνδεση της αλήθειας με τα επιμέρους τεκμήρια υποδεικνύει πως μπορεί κάλλιστα να δογματίζουμε – και μάλιστα δίχως να το καταλαβαίνουμε τις περισσότερες φορές. Κατά τον Κουάιν τα τεκμήρια εντάσσονται στο σύστημα των πεποιθήσεών μας σαν ένα οδοντωτό παζλ και, μολονότι είναι φυσικό να υποθέτουμε πως μονάχα ένα κομμάτι του οδοντωτού σχήματος θα ταίριαζε σε μια-προς μία θέση, η αλήθεια είναι πως το οδοντωτό αυτό σχήμα μπορεί να συναρμολογηθεί με οποιονδήποτε διαφορετικό τρόπο, στους οποίους κάθε κομμάτι θα ταίριαζε σε όλες τις θέσεις.

Συνείδηση και υποπροσδιορισμός

Παίρνουμε λοιπόν το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι της συνήθους, κατ’ ευφημισμόν, «συνείδησης». Υπό το φως όλων των καθημερινών τεκμηρίων που αντλούμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας, για την τεράστια πλειονότητα των ανθρώπων δεν τίθεται καν ζήτημα ύπαρξης της συνείδησής τους. Εάν τώρα έρθω και ισχυριστώ – συνεπικουρούμενος έστω από επιστημονικά κριτήρια – πως η συνείδηση είναι προϊόν μιας μεγάλης θεωρίας της πλάνης, τι νομίζετε ότι θα συμβεί; Πιθανότατα θα απορρίψετε την πεποίθησή μου προς χάρη της δικής σας, που αναμφισβήτητα πιστεύετε ακράδαντα. Σε περίπτωση μάλιστα που εγώ επιμείνω, τότε μπορεί και να με αντιμετωπίσετε ποικιλοτρόπως: από ανόητο γραφικό έως κάποιον περίεργο με πονηρές ίσως βλέψεις (παραδείγματος χάρη, θέλω να σας αποπλανήσω, θέλω να καταστρέψω την κοινή λογική ή, ακόμη-ακόμη, ίσως θέλω να αποπροσανατολίζω τον κόσμο από τα πραγματικά του προβλήματα!…).

Έτσι, στην καλύτερη περίπτωση, επιστρατεύει ο καθένας το δικό του αληθοφανές «τεκμήριο» για να με αντιμετωπίσει. Ακόμη κι αν τριάντα επιστημονικές μελέτες εμφανιστούν προς υποστήριξη της πεποίθησής μου, σπάνια θα υπάρχουν κάποια τεκμήρια ισχυρότερα από τα δικά του. Άλλωστε έτσι εξηγείται και η περίεργη αποδοχή, όσο και αντοχή, των θεωριών συνωμοσίας. Μπορούν και αυτές να ταιριάξουν στα τεκμήρια, αρκεί κανείς να «μαγειρέψει» ορισμένα στοιχεία. Συμπέρασμα: μπορεί κανείς πάντα να δημιουργεί τεκμήρια βουστροφηδόν, έτσι ώστε να ταιριάζουν σε θεωρίες με ποικίλους τρόπους• και από την άλλη, να βρει τρόπους να «καταπιεί» αντι-τεκμήρια και να παραμένει συνεπής σε ό,τι υποστηρίζει.

Υπάρχει ένα χρυσό κεντρικό νόημα στη θεωρία του υποπροσδιορισμού: ναι μεν μπορεί μια θεωρία να ταιριάζει στα τεκμήρια, ωστόσο δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι αυτή είναι και σωστή. «Το ταίριασμα με τα τεκμήρια» δεν μπορεί να αποτελεί επαρκές κριτήριο προσδιορισμού της αλήθειας μιας θεωρίας, εφόσον δύο ή περισσότερες ασύμβατες μεταξύ τους θεωρίες μπορούν ανέκαθεν να ταιριάξουν στα κριτήρια. Συνεπώς χρειάζεται μια πιο λεπτή κατανόηση του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιούμε τεκμήρια για να υποστηρίξουμε ή να ασκήσουμε κριτική στις πεποιθήσεις μας.

Το σκεπτικό φιλοσοφικό ρεύμα και το πρόβλημα του κριτηρίου

Η σκεπτική σχολή – που τόσο πολύ τρέμουν οι απανταχού και πάσης φύσης φορμαλιστές της σκέψης – συναιρείται και συμπυκνώνεται στο «πρόβλημα του κριτηρίου» που είναι ένα πολύ γόνιμο και αξιόλογο φιλοσοφικό εργαλείο, αν χρησιμοποιηθεί επιδέξια. Το πρόβλημα έχει ως εξής: υπάρχουν κριτήρια με τα οποία μπορούμε αναμφίβολα να διακρίνουμε τη γνώση από το λάθος; Απ’ ό,τι φαίνεται, η σκεπτική ενδελέχεια έχει αποδυναμώσει κάθε υποψηφιότητα για διατύπωση ενός τέτοιου κριτηρίου. Ένας τρόπος σύλληψης αυτού του προβλήματος έχει τη μορφή παλίνδρομου συλλογισμού: εάν κάτι εξυπηρετεί ως υπόδειγμα γνώσης, πρέπει να μπορούμε να δικαιολογούμε τη χρήση του ως υποδείγματος. Δεν δικαιούμαστε να χρησιμοποιούμε το ίδιο το πρότυπο για να το δικαιολογήσουμε, μια και κάτι τέτοιο θα έπασχε από κυκλικότητα. Συνεπώς, χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό ανεξάρτητο υπόδειγμα, για να δικαιολογήσουμε το πρώτο. Όμως εκείνο το δεύτερο υπόδειγμα θα απαιτούσε και το ίδιο ένα διαφορετικό ανεξάρτητο υπόδειγμα και ούτω καθ’ εξής, ad infinitum (αναγωγή στο άπειρο).

Αν η λογική παρουσιάζεται ως υπόδειγμα, τι δικαιολογεί τη λογική; Εάν η αντιληπτική παρατήρηση παρουσιάζεται ως υπόδειγμα, τι δικαιολογεί την αντίληψη; Για κάθε ισχυρισμό γνώσης, ο σκεπτικός βάζει το ερώτημα: «Ποια είναι η βάση αυτού του ισχυρισμού;». Η επιχειρηματολογία που προέταξαν παλαιότερα οι φιλόσοφοι στον σκεπτικισμό ήταν πως αυτός θέτει τόσο υψηλές προδιαγραφές γνώσης, ώστε δεν μπορούν να εκπληρωθούν ποτέ. Ο Α. Τ. Έιερ (A. J. Ayer) έγραφε στο Πρόβλημα της Γνώσης (1956): «Όχι πως η επιχειρηματολογία του σκεπτικιστή πάσχει από παραλογισμό• ως συνήθως, η λογική του είναι άψογη. Αλλά η νίκη του είναι κενή. Μας αποστερεί τη βεβαιότητα, απλώς και μόνο για να διασφαλίσει, μέσω του τρόπου που την ορίζει, ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί». Αυτό που λέει ο Έιερ είναι ότι οι σκεπτικιστές υπερισχύουν μόνο εφόσον οι οπτιμιστές στοχαστές αποδεχτούν τους κανόνες τους. Διότι, υποτίθεται, δεν πρόκειται για την περίπτωση στην οποία οι δεύτεροι θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την απαίτηση των πρώτων, ούτε και αν ακόμη κατέβαλλαν μεγαλύτερη προσπάθεια σκέψης ή αν γίνονταν ευφυέστεροι. Ο σκεπτικισμός, στην πιο ριζοσπαστική έστω εκδοχή του, αιτείται κάτι που δεν μπορεί να επιτευχθεί. Είναι όμως έτσι πράγματι;

Το κρυφό αίτημα της σκεπτικής σχολής

Θα λέγαμε πως δεν είναι έτσι. Ο σκεπτικισμός κατά βάση συνιστά ένα βαθοπυρηνικό ανθρωπολογικό ζήτημα – παρότι κάποιες διατυπώσεις του μπορεί εν πρώτοις να φαντάζουν ανόητες ή υπερβολικές. Οι σκεπτικοί ουσιαστικά θεωρούν ότι υπάρχει ένα είδος σοφίας ή εκτίμησης ή αναγνώρισης που απορρέει από την ανθρώπινη πεπερασμένη συνείδηση και τον εύθραυστο χαρακτήρα της ανθρώπινης γνώσης, που όμως κανονικά δεν είναι αυτή καθεαυτή «γνώση». Παράλληλα, οι σκεπτικοί έθεσαν εαυτούς απέναντι στον διανοητικό ζουρλομανδύα της ανθρώπινης αλαζονείας. Πρόσφεραν ένα είδος θεραπείας για ποικίλα παθολογικά συμπτώματα διαφόρων φιλοσοφικών ή επιστημονικών δογμάτων, που προκύπτουν από παραστρατημένες γνωστικές απόπειρες να κατανοηθεί η σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο, με τον εαυτό του και με τους άλλους αποκλειστικά ως γνωσιακά αντικείμενα (καθαρό δογματικό δίπολο υποκειμένου-αντικειμένου). Έτσι, οδηγήθηκαν σε πιο μετριοπαθείς προτάσεις προς τους ανθρώπους: κατανόηση και εκτίμηση του τι σημαίνει να είσαι απλός άνθρωπος, με μια κοινή συνείδηση και μια ήρεμη ζωή, ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους.

Πίσω όμως από όλη αυτή τη μετριοπάθεια διακρίνεται πια καθαρά το επιτακτικό αίτημα της σκεπτικής σχολής: γνώση (να) είναι η αλλαγή της «συνείδησης» σε γνήσια κοινωνική συνείδηση, κοντολογίς σε Σκεπτική Συνείδηση. Διότι μόνο τότε θα μπορέσει να αλλάξει η (κοινή) λογική και η αντίληψη που θέλουν τον σημερινό άνθρωπο ως σύγχρονο Προμηθέα δεσμώτη στον διανοητικό, κοινωνικό και οικονομικό ζουρλομανδύα.

Εμπρός λοιπόν: όπου γνήσια κοινωνική συνείδηση, τώρα πια, Σκεπτική Συνείδηση.

Burn your house down.

30/10/2015

Advertisements

Posted on Οκτώβριος 30, 2015, in ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ. Bookmark the permalink. 1 σχόλιο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: