Ο ΜΑΡΞ ΜΕ ΜΑΤΙΑ ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΑΝΟΙΚΤΑ

Από τον Νώντα Κούκα

Πρόλογος

Στην προ Χριστού εποχή της η φιλοσοφία, μπορούμε να πούμε, αναζητούσε τον εαυτό της. Η είσοδος του χριστιανισμού στο ιστορικό προσκήνιο της φιλοσοφίας φέρνει ένα απόλυτο, που άλλαξε ριζικά τα δεδομένα, τα θέματα και τη λειτουργία της φιλοσοφίας. Πολύ σχηματικά: ο χριστιανισμός επιδρά καταλυτικά στην καρδιά των θρησκειών που προϋπάρχουν, και μετασχηματίζει τις σχέσεις τους ως προς τη σφαίρα της φιλοσοφίας.

Κατά συνέπεια, αυτό που λέμε είναι ότι από την εποχή κατά την οποία η φιλοσοφία αναζητούσε τον εαυτό της, περνάμε στην εποχή κατά την οποία η φιλοσοφία επηρεάζεται καταλυτικά από τη χριστιανική διδασκαλία (χριστιανικό απόλυτο). Μιλάμε δηλαδή για δύο ιστορικές εποχές της φιλοσοφίας.

Η τρίτη εποχή εγκαινιάζει μια νέα αρχή που σηματοδοτεί την ιστορική περίοδο της κυρίαρχης λογικής. Ο Ντεκάρτ, ο Πασκάλ, ο Μαλμπράνς, ο Λάιμπνιτς, ο Σπινόζα, είναι οι κυριότεροι ίσως εκπρόσωποι αυτής της εποχής.

Ο Χιουμ – μαζί με τον προκάτοχό του Φ. Μπέικον, αλλά και τους σύγχρονους ομόλογούς του που εκπροσωπούν τον βρετανικό εμπειρισμό (Λοκ και Μπέρκλεϊ) – όπως και οι πασίγνωστοι Ρουσσώ και Καντ αποτελούν τους κυριότερους εκπροσώπους της τέταρτης εποχής της φιλοσοφίας – της κρίσιμης εποχής της λογικής.

Η πέμπτη εποχή οριοθετείται από τον γερμανικό ιδεαλισμό: απόλυτο και σύστημα. Ο Φίχτε, ο Σέλινγκ, ο Χέγκελ και ο (δανός) Κίρκεγκωρ, είναι οι απόλυτοι αγγελιαφόροι του.

Και έτσι περνάμε αισίως στην έκτη εποχή των νέων απολύτων που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η φιλοσοφία που τολμά να βγει έξω από τον εαυτό της. Ο Κοντ, ο Στίρνερ, ο Φόυρεμπαχ, και βέβαια τόσο ο Μαρξ όσο και ο Νίτσε, είναι τα νέα απόλυτα της φιλοσοφίας – που έχει όμως ωστόσο αναιρεθεί ως τέτοια.

Ο «κομμουνισμός» και η Αναρχία ως διαλεκτική της διαλεκτικής

Η αναγγελία του Μαρξ, ότι δεν κομίζει μια ακόμη φιλοσοφία αλλά έναν καινούριο τρόπο να φιλοσοφεί κανείς, δεν έτυχε της απαραίτητης προσοχής, με αποτέλεσμα την παρετυμολόγηση της ίδιας της σκέψης του. Διότι στην πραγματικότητα αναγγέλλει ευθαρσώς πως η θεωρία του (σημειωτέον, τον όρο «θεωρία» βάζει πρώτος ο Μαρξ – πριν από αυτόν δεν υφίσταται θεωρία αλλά θεώρηση) δεν είναι κυρίως ειπείν φιλοσοφία ούτε σύστημα (κλειστό) – όπως το ήθελε ο Χέγκελ – αλλά τρόπος («μέθοδος») να μπει στα ενδότερα της φιλοσοφίας της φύσης που – κατά τον Χέγκελ – είναι «η επιστήμη της ιδέας μέσα στην αλλοίωσή της» (Εγκυκλοπαίδεια, παρ. 17). Συνεπώς, ο Μαρξ «δηλώνει» «φαινομενολόγος», που «αντιστρέφει» διαλεκτικά τη φιλοσοφία της φύσης ως «αλλοιωμένη επιστήμη της ιδέας» και τη μετατρέπει σε Φυσική (της φιλοσοφίας) ως γνήσια επιστήμη της ύλης – όμως προσοχή, της ύλης ως «φιλοσοφικής κατηγορίας» (Λένιν) και όχι της εκχυδαϊσμένης και χοντροκομμένης ύλης, την οποία πρεσβεύουν οι «φιλισταίοι» όλων των εποχών.

Έτσι, πρώτα απ’ όλα, ο Μαρξ σπάει το απόλυτο σύστημα του Χέγκελ, όχι όμως φαινομεναλιστικά (καντιανά) αλλά διαλεκτικά ( -«υλιστικά»), διατηρώντας, από την άλλη μεριά, την ανάλυση και το σύστημα της «προκαθορισμένης αρμονίας» του Λάιμπνιτς. Ας μην ξεχνάμε πως ο Λάιμπνιτς θεμελιώνει τις έννοιες του συστήματος και της δομής. Η κίνησή του αυτή προοικονομεί και τη διαλεκτική (κοσμο-) θεωρία του. Και είναι κοσμοθεωρία όχι γιατί είναι δογματική και αυστηρά αυτό-αναφορικώς νοούμενη συνεπής, αλλά επειδή, τηρουμένων των αναλογιών, παρουσιάζει την αν-αρχική α-συνέπεια του Λάιμπνιτς στον βασικό πυρήνα της. Πράγματι, τόσο ο Λάιμπνιτς (αν και διαπρύσιος κήρυκας της «αρχής της ταυτότητας») όσο και ο Μαρξ, καταργούν στη σκέψη τους τον βασικό νόμο της δισθενούς λογικής «ναι/όχι». Δηλαδή, μια πρόταση είτε είναι αληθής είτε ψευδής – τρίτος δρόμος δεν υπάρχει. Αντίθετα, και ο Λάιμπνιτς και ο Μαρξ, από άλλους δρόμους φυσικά, δείχνουν πως υπάρχει και τρίτος δρόμος.

Εν πάση περιπτώσει, η σκέψη του Μαρξ διατρέχει τη νοητή γνωσιολογική αλυσίδα της λογικής στα τρία ιστορικά της στάδια: κυρίαρχη-κρίσιμη-απόλυτη• και καταλήγει στη φιλοσοφία έξω από τον εαυτό της, ως τρόπο θέασης της φύσης ως χώρου και της ιστορίας ως χρόνου. Άρα, η σκέψη του Μαρξ παγιώνει το πρόβλημα της συνείδησης και προοιμιάζεται τη φαινομενολογία και τον ερμηνευτικό δομισμό.

Το ταξικό ασυνείδητο του πολιτισμού

Αυτό που δείξαμε ως τώρα είναι ο αναρχικός πυρήνας του (ανοικτού) συστήματος στο μαρξιανό θεωρητικό οικοδόμημα. Πρόκειται για μια διαλεκτική όχι μηχανιστικής αντιστροφής στη χεγκελιανή διαλεκτική• τουναντίον πρόκειται για μια διαλεκτική της διαλεκτικής της που την υπερβαίνει κριτικά, βάζοντας στον πυρήνα της τη μη-αποδειξιμότητα της συνέπειάς της. Πρόκειται δηλαδή για ένα ανοικτό σύστημα σκέψης που προϋποθέτει την εξής αρχή: για να είναι συνεπές ένα σύστημα πρέπει να είναι α-συνεπές. Ισοδύναμα: κανένα τυπικό κλειστό σύστημα δεν είναι συνεπές. Δηλαδή κανένα τυπικό κλειστό συνεπές σύστημα δεν μπορεί να αποδείξει τη συνέπειά του. Μονάχα ένα ανοικτό, δηλαδή α-συνεπές, σύστημα μπορεί να αποδείξει τη συνέπειά του. Σας θυμίζει τίποτε αυτό; Καλά μαντέψατε, το Θεώρημα της Μη-Πληρότητας του Γκέντελ. Η διαλεκτική λοιπόν του Μαρξ βασίζεται ακριβώς σε αυτήν την εσωτερική θεμελίωση της αντίφασης (που βέβαια είναι και λογικά ανταγωνιστική): Συνεπές <—> μη-Συνεπές / [Άρση] —> Απόλυτη Αλήθεια («Συνθήκη/ Κατάσταση»).

Το πρόβλημα είναι πως ο Χέγκελ έχει πράγματι συσχετιστεί, από παρεξήγηση, με το πιο γνωστό ίσως πρότυπο της διαλεκτικής: Θέση <—> Αντίθεση / [Άρση] —> Σύνθεση. Όντως ο Χέγκελ αντιλαμβανόταν την ιστορία ως διαδικασία που τη χαρακτηρίζει η αντίθεση των αρνητικών σημασιών, όπως επίσης και οι εξυψωμένες στιγμές προόδου, αλλά ποτέ δεν τυποποίησε τη διαδικασία υπό όρους θέσεων και αντιθέσεων. Έτσι, αυτό που μπορούμε να πούμε για τον Χέγκελ, είναι ότι έστω ακόμη και αν οι όροι «Θέση-Αντίθεση» τον αντιπροσωπεύουν, ο όρος «Σύνθεση» είναι τελείως παραπλανητικός. Στην πραγματικότητα, διακρίνουμε δύο «συνθέσεις» στη θέση της «Σύνθεσης». Μια μερικώς ανωφερή υπερβατική κίνηση: «Άρση» (Aufhebung), η οποία διαμορφώνει (ίσως) μια κατάσταση που είναι η κυριολεκτικά «εξυψωμένη» (Aufgehoben).

Και τώρα, η κρίσιμη παρατήρηση: εάν η άρση, που είναι δυναμική διαδικασία, μετατραπεί σε κυριολεκτικά εξυψωμένη, που είναι κατάσταση πλέον, αυτό εξαρτάται από το αν η θέση με την αντίθεση είναι όντως αντιφατική ή απλά αντιθετική. Ισοδύναμα: αν η αντίθεση είναι «εσωτερική» ή «εξωτερική». Στην πρώτη περίπτωση έχουμε ανταγωνισμό και η υπέρβαση είναι αναγκαία, δηλαδή εξυψωμένη άρση. Στη δεύτερη έχουμε αναγωγισμό, δηλαδή ενδεχομενικότητα «έξωθεν», επομένως η άρση εκδηλώνεται ως εξής: μπορεί να γίνει κατάσταση, μπορεί και όχι.

Μπορούμε να γράψουμε τα ίδια, κάνοντας λογική αυτή τη φορά, δηλώνοντας πως η εσωτερική αυστηρή και ανταγωνιστική αντίφαση είναι λογικής τάξης – πρόκειται δηλαδή για μια ολοκληρωτική αφαίρεση. Ενώ η εξωτερική, ενδεχομενική, αντίφαση είναι αντίθεση εμπειριοκρατικής τάξης. Η πρώτη τάξη, η καθαρά λογική, οδηγεί στο απόλυτο του σκληρού ντετερμινισμού. Η δεύτερη οδηγεί στην ενδεχομενικότητα του «τυχαίου» και της «συγκυρίας».

Ο Χέγκελ είναι ο απόλυτος (αντικειμενικός) ιδεαλιστής. Για αυτό προτείνει την άτεγκτη συνέπεια της ανταγωνιστικής αντίφασης (της απόλυτης λογικής). Αν όμως τολμήσουμε να αναγνωρίσουμε και να διαλεκτικοποιήσουμε την αναμέτρηση ανάμεσα στη λογική αντίφαση και την ενδεχομενική αντίφαση, τότε τι θα πούμε; Ποια μπορεί να είναι η άρση τους; Σίγουρα η σύγκρουση συνεπές – όχι συνεπές, μερικώς εξυψωμένη, είναι η α-συνέπεια (δηλαδή ο «κομμουνισμός» ως διαδικασία)• και κυριολεκτικώς εξυψωμένη είναι η αν-αρχία ως κατάσταση. Η αναρχία ως τελείως εξυψωμένη άρση δεν μπορεί να είναι παρά η άναρχη ελευθεριακή μονάδα που υπερβαίνει τόσο την έννοια της αρχής όσο βέβαια και την έννοια του τέλους. Πρόκειται λοιπόν για ένα απόλυτα ανοικτό/κλειστό σύστημα όσο και αν αυτό ακούγεται ως αντίφαση στους όρους του.

Κάτι τέτοιο μάλλον σηματοδοτεί και ο όρος «διαλεκτικός υλισμός» του Μαρξ και του Ένγκελς, παρότι ο όρος αυτός δεν είναι καθόλου δικό τους δημιούργημα. Γεννήθηκε από τον ρώσο μαρξιστή Γκεόργκι Πλεχάνοφ. Όπως, ειρήσθω εν παρόδω, ο μεγάλος ποιητής φον Σίλερ ήταν εκείνος που ανέπτυξε το πρότυπο του καθιερωμένου διαλεκτικού σχήματος θέση/αντίθεση/σύνθεση, και ακολούθως, ένας σημαντικός φιλόσοφος, ο Φίχτε το επεξεργάστηκε με τόλμη. Πάντως ο Ένγκελς – και όχι ο Μαρξ – ήταν αυτός που χαρακτήριζε τόσο τη δική του σκέψη όσο και του Μαρξ ως «υλιστική διαλεκτική» και την αντιπαρέθετε στην «ιδεαλιστική διαλεκτική» των εγελιανών.

Ο ίδιος ο Μαρξ όχι μόνο δεν τυποποίησε τον ζωντανό πυρήνα της σκέψης του, όχι μόνο άφησε το θεωρητικό του έργο ερμητικά ανοικτό, αλλά και από πάνω αναποδογύρισε και περιέστρεψε τον λογικό πυρήνα της χεγκελιανής διαλεκτικής. Άρα, δεν μπορούμε πια να μιλάμε για ορθολογισμό ή όχι της ιστορικής διαδικασίας. Η θεμελιώδης και ανυποχώρητη στάση του Μαρξ απέναντι στην κατανόηση του πραγματικού, υπερβαίνει και κάθε ορθολογική και κάθε εμπειρική, αλλά και κάθε σύγχρονη στρουκτουραλιστική κατασκευή της γνώσης. Υπερβαίνει ακόμη και την ίδια τη φιλοσοφία της φιλοσοφίας, ως αλλοτριωμένη γλώσσα. Μονάχα ως θεωρητικό της υποψίας μπορούμε να τον αναγνώσουμε (όπως και τον ίδιο τον Φρόυντ) και ως Αναρχικό θεωρητικό και πρακτικό σφόδρα πολέμιο της Ιδεολογίας, που η δουλειά της είναι να συσκοτίζει την ανθρώπινη συνείδηση. Εντέλει, ο Μαρξ εγκαινιάζει το νέο παράδοξο: μια νέα φιλοσοφία που δεν προσποιείται τη φιλοσοφία και κάνει τη φιλοσοφία ανέφικτη.

ΥΓ: Το ίδιο όμως δεν κάνει και η ψυχανάλυση; Είναι μια νέα «ψυχολογία» που δεν προσποιείται την ψυχολογία και που κάνει την ψυχολογία ανέφικτη. Άλλωστε, περνώντας σε μια αναλογία, θεωρούμε πως η οικονομική υποδομή στη μαρξιανή κοσμοθεωρία λειτουργεί όπως σχεδόν το φροϋδικό ασυνείδητο, το οποίο προσδιορίζει το περιεχόμενο του συνειδητού μας και, μάλιστα, δίχως καν να το αντιλαμβανόμαστε. Έτσι λοιπόν, από το σημείο αυτό και έπειτα, μπορεί να ξεκινήσει η Αναρχία (δίχως «αναρχισμό»).

7/11/2014

Advertisements

Posted on Νοέμβριος 7, 2014, in Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΡΧΙΑΣ and tagged . Bookmark the permalink. 5 Σχόλια.

  1. θα έλεγα πως ενστικτωδώς αντιλαμβάνομαι το παραπάνω παρά με βάση μια λογική επεξεργασία-γιατί μου λείπουν τα εργαλεία κατανόησης ακόμα. τι μορφή θα είχε ένα σχέδιο απόκτησης των απαραίτητων εργαλείων κατά τη γνώμη σας;

  2. Σε πρώτη φάση, να ρίχνατε (ίσως) μια ματιά στα κείμενα της φιλοσοφίας της οικονομίας Ι και ΙΙ; Οπωσδήποτε, πάντως, το σχόλιό σας ειναι εύστοχο και το ερώτημά σας άκρως (προ-)οικονομικό. Τα λέμε πάλι…

    Νώντας Κούκας

  3. Είναι κάτι που με απασχολεί, σχηματικά, στο πίσω μέρος του μυαλού μου, γιατί καταλαβαίνω πως οι αποσπασματικές αναζητήσεις όσον αφορά αυτά τα θέματα δεν μπορούν να είναι πολύ αποδοτικές. Βέβαια, το ενδιαφέρον δεν είναι ακαδημαϊκό αλλά άκρως υλικό και πραγματικό θα έλεγα. Σε κάθε περίπτωση, χαίρομαι γιατί όσα διάβασα στο μπλογκ σας ταιριάζουν με τις δικές μου αναζητήσεις. Θα τα διαβάσω οπωσδήποτε.
    (ο παραπάνω με αναγκαστικά άλλο όνομα-facebook new policy κάτι…)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: