Η Κοινωνική Φιλοσοφία στις μέρες μας

Από τον Νώντα Κούκα

Ο Λόγος και η Ιδέα του στην κοινή εμπειρία (i)

Η φαντασία και ο υποκειμενικός αναστοχασμός – γενικά δηλαδή μιλώντας, η ψυχολογία – κατατέμνουν το Όλον (τον Λόγο) σε στιγμιοτυπικά κομμάτια «πραγματικότητας». Έτσι λοιπόν δημιουργείται ο «κόσμος» και η περατότητά του. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο βρίσκονται ατάκτως ερριμμένα τα πράγματά του. Δηλαδή, τα αντικείμενα και τα «υποκείμενα». Κατά συνέπεια, τόσο τα αντικείμενα όσο και τα «υποκείμενα» δεν είναι παρά η διαίρεση του κόσμου σε άπειρα περατή εμπειρία. Κοντολογίς, εκεί όπου τελειώνει το υποκείμενο αρχίζει το αντικείμενο, και αντίστροφα∙ εκεί όπου τελειώνει το αντικείμενο αρχίζει το υποκείμενο.

Ο φαύλος αυτός δυϊσμός ταυτίζεται με ό,τι καλείται εμπειρία και επιβίωση (όχι Ζωή). Η εν λόγω εμπειρική «πραγματικότητα» συλλαμβάνεται μόνον a posteriori, δηλαδή εκ των υστέρων, και δεν έχει καμία, μα καμία, σχέση με τον a priori, δηλαδή εκ των προτέρων, Λόγο. Τούτος δεν επιτελεί καμία γνωστική λειτουργία και επομένως, αφού στερείται φαντασία και υποκειμενικό αναστοχασμό, δεν διαθέτει καμία αυτογνωσία. Διαθέτει όμως καθαρή (οντολογικά μιλώντας) απειρία.

Η απειρία του Λόγου και η καθαρή (με την έννοια της καθαρής αφαίρεσης), άπειρη έννοια της περατότητας (εμπειρισμός-ψυχολογισμός) μπορεί τυπικά να ταυτίζονται, όμως διαφέρουν ριζικά στο οντολογικό πεδίο. Διότι η άπειρη έννοια της περατότητας, κάθε περιεχόμενο και πλήρωση που δίνει και πρέπει να προσδώσει στον εαυτό της, οφείλει να είναι ένα οντολογικό μηδενικό. Εξ ου λοιπόν και η διαφορά οντολογίας και επιστημολογίας ή φιλοσοφίας και επιστημονισμού.

Όπως προείπαμε, τον ίδιο τον Λόγο, δηλαδή την ενότητα και καθολικότητα όλων των πραγμάτων, τη μη περατότητα και άρα μη-«αντικειμενικότητα» (με την έννοια της εμπειρίας), δεν μπορούμε να τον συλλάβουμε αυτόν καθεαυτόν. Μπορούμε όμως να κάνουμε λόγο για την Ιδέα του. Όμως, προσοχή! Νομιμοποιούμαστε να μιλήσουμε για την Ιδέα του Λόγου μόνο αν τη θεωρήσουμε με την αντίθετη σημασία της τόσο σε σχέση με τη φαντασία όσο και σε σχέση με τον υποκειμενικό αναστοχασμό.

Από την Ιδέα του Λόγου στην κοινή λογική της εμπειρίας

Με αυτόν τον τρόπο παρεμβαίνει η Ιδέα του Λόγου και «συμβιβάζει» την κατάσταση. Από τη μια όμως, αυτή γνωρίζει την άπειρη οντολογικότητα του Λόγου (και άρα γνωρίζει τη μη ύπαρξη της εμπειρίας, της άπειρης δηλαδή περατότητας)∙ από την άλλη όμως, αναγκάζεται και να την αναγνωρίζει μέσω της φαντασίας και του υποκειμενικού αναστοχασμού – δηλαδή της ψυχολογίας. Έτσι λοιπόν προκύπτει ένας καθαυτό παραλογισμός (προσοχή όμως όχι με την ψυχολογίστικη ή ψυχιατρική έννοια του όρου). Να λοιπόν πώς παράγεται η λεγόμενη «κοινή λογική», ως ψευδαίσθηση του λεγόμενου «κοινού νου».

Η κοινή λογική λοιπόν φαντάζει από τη σκοπιά της Ιδέας του Λόγου σαν ένας καθαρός παραλογισμός. Όσο δε για τον ίδιο τον Λόγο (και όχι την Ιδέα του) η κοινή λογική ταυτίζεται με την ίδια την οντολογική αφαίρεση της (εμπειρικής) πραγματικότητας. Και έτσι όλα τα (υλικά) αντικείμενα δεν είναι παρά κατοπτρικές αντικαταστάσεις, περατές και αποσπασματικές, της απειρίας του Λόγου. Εν κατακλείδι, τούτη η κατάσταση δεν είναι παρά αυτή που προσλαμβάνουν οι πέντε «μικρές» αισθήσεις μας ως εμπειρική πραγματικότητα.

Η ανθρώπινη κοινότητα εξελίχτηκε μέσω ενός «ατυχήματος» σε ανθρώπινες κοινωνίες. Το «ατύχημα» αυτό ήταν η κατάλυση του Λόγου σε Φαντασιακό, Συμβολικό και Πραγματικό, όπως έχουμε γράψει αλλού στη Φιλοσοφία της Οικονομίας. Το τελευταίο, το Πραγματικό δηλαδή, ως Τάξη-Order, οργάνωσε βασικά τη φαντασία και τον υποκειμενικό αναστοχασμό προς την ψυχο-ιδεολογική τάξη των πραγμάτων. Η κίνηση αυτή κούρδισε και τον ιστορικό χρόνο της ανθρώπινης υπόστασης. Αλλά σε αυτό θα επανέλθουμε σε επόμενο σημείωμα.

Επιμύθιο

Η ταξική ιστορία και ο συνακόλουθος πολιτισμός της συνιστά ένα συμβεβηκός της επιβίωσης και όχι την ουσία της ίδιας της Ζωής (Leben). Τούτη θα φανερωθεί μόλις λήξει το ιστορικό ατύχημα και όταν πια θα έχει ξεκινήσει η περιπέτεια της ιστορίας του Λόγου. Μιλάμε βέβαια για την αταξική οικουμενικότητα.

Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για τη Δύση: Ελευθερία-Οικουμενικότητα ή αιχμάλωτη ανθρωπότητα.

Η επιστήμη της λογικής και η διαλεκτική λογική (ii)

Κριτική στον δυαδισμό – η άρνηση, η αντίφαση και η αντίθεση

Ξανάρχεται στο φως, στους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε, η συστηματική διαλεκτική που εισήγαγε ο Χέγκελ (Hegel) στο έργο του Επιστήμη της Λογικής. Πρόκειται για το δυσκολότερο ίσως έργο στην ιστορία της φιλοσοφικο-λογικής σκέψης.

Το πρώτο μέρος του σημειώματος αυτού θα ασχοληθεί με πέντε (5) «σκοτεινά» σημεία που αφορούν: από τη μια, τον άξονα πάνω στον οποίο κινείται η κριτική του δυαδισμού και, από την άλλη, τον άξονα πάνω στον οποίο κινείται η άρνηση και η αρνητικότητα. Δύο άξονες που, μαζί με τον άξονα της οικουμενικότητας, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της διαλεκτικής λογικής (και κατ’ επέκταση του διαλεκτικού υλισμού).

Στα εν λόγω πέντε πολύ δύσκολα σημεία της διδαχής του Χέγκελ, δυστυχώς, δεν δόθηκε η πρέπουσα προσοχή με αποτέλεσμα τόσο την παρερμηνεία όσο και την υπερερμηνεία τους.

  • Σημείο πρώτο

Δεν δόθηκε αρκετή προσοχή στο γεγονός ότι ο Χέγκελ παρουσιάζει τη λογική του σαν ένα κριτικό πρωταρχικό όργανο. Πάνω απ’ όλα κάνει κριτική στην άποψη της κοινής λογικής πως το υλικό της γνώσης κυριαρχεί αφ’ εαυτού και δι’ εαυτό με το σχήμα ενός εντελούς κόσμου πέρα από τη «Σκέψη». Πως υπάρχει σαν κάτι αφ’ εαυτού εντελούς και πλήρους, κάτι το οποίο, στο βαθμό που αφορά στην πραγματικότητα, θα μπορούσε τελείως να υπάρξει δίχως τη σκέψη. Αυτό συνεπάγεται κάτι πολύ περισσότερο από μια επιστημολογική κριτική.

Γιατί, ένας τέτοιος δυαδισμός – σκέπτεται ο Χέγκελ – ισοδυναμεί με συμβιβασμό με έναν κόσμο έτσι όπως είναι, και με μια παραίτηση της σκέψης από το υψηλό καθήκον της να εναρμονίσει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων με την αλήθεια. Η διάσταση της σκέψης από το ον, υπονοεί ότι η σκέψη υποχώρησε μπροστά στην επέλαση της «κοινής λογικής». Αν λοιπόν θέλουμε να φτάσουμε στην αλήθεια, πρέπει να σαρώσουμε την επίδραση της κοινής λογικής και μαζί με αυτήν τις κατηγορίες της παραδοσιακής λογικής, οι οποίες άλλωστε αποτελούν τις φιλοσοφικές κατηγορίες της κοινής λογικής που κατηγοριοποιεί και διαιωνίζει μια ψευδή πραγματικότητα.

  • Σημείο δεύτερο

Το έργο της αποδυνάμωσης της κοινής λογικής αναλαμβάνει η διαλεκτική λογική. Και πάλι, δεν δόθηκε η δέουσα προσοχή στην «αρνητικότητα», που όχι απλώς χαρακτηρίζει τη διαλεκτική λογική, αλλά κυριολεκτικά τη δομεί. Άλλο πράγμα είναι απλά χαρακτηρίζω κάτι, και τελείως διαφορετικό πράγμα είναι δομώ κάτι. Η άρνηση λοιπόν συνιστά την ποιότητα της διαλεκτικής λογικής. Και το πρώτο βήμα προς την αληθινή έννοια της λογικής είναι βήμα «άρνησης». Η άρνηση υποστασιοποιεί τη γνήσια διαλεκτική μέθοδο.

  • Σημείο τρίτο

Το τρίτο σημείο, το οποίο παρερμηνεύτηκε αρκετά, αφορά στη γενικότερη χρήση του «αρνητικού» στη διαλεκτική λογική. Σε όλες τις χρήσεις λοιπόν, το «αρνητικό» έχει διττή αναφορά: πρώτον, τονίζει την άρνηση των σταθερών και στατικών κατηγοριών της κοινής λογικής. Δεύτερον, υπογραμμίζει τον αρνητικό και, συνεπώς, αν-αληθή χαρακτήρα του κόσμου που ορίζουν αυτές οι κατηγορίες. Η άρνηση εκδηλώνεται σε αυτή καθεαυτή τη λειτουργία της πραγματικότητας, έτσι ώστε τίποτε απ’ ό,τι υπάρχει δεν είναι αληθινό στη δεδομένη του μορφή. Κάθε επιμέρους πράγμα πρέπει να αναπτύξει νέες καταστάσεις και μορφές, αν πρόκειται να εκπληρώσει τις λανθάνουσες δυνατότητές του.

  • Σημείο τέταρτο

Η ύπαρξη των πραγμάτων είναι βασικά αρνητική. Τα πάντα υπάρχουν ξέχωρα από την αλήθεια τους. Ενώ η πραγματική κίνησή τους, οδηγημένη από τις λανθάνουσες δυνατότητές τους, συνιστά την ανέλιξή τους προς αυτήν την αλήθεια. Η φορά της ανέλιξης, ωστόσο, είναι άμεση και ευθύγραμμη. Η άρνηση που περιέχει το κάθε πράγμα καθορίζει το ίδιο του το ον. Η υλική πλευρά της αλήθειας ενός πράγματος έγκειται σε αυτό που το πράγμα δεν είναι. Σε αυτό που απωθεί και αποκλείει το αντίθετό του. Λέει ο Χέγκελ στην Επιστήμη της Λογικής: «Το ένα και μοναδικό πράγμα για να εξασφαλιστεί η επιστημονική πρόοδος…είναι η γνώση της λογικής έννοιας ότι, η Άρνηση αποτελεί τόσο Κατάφαση όσο και Άρνηση ή ότι, το αφ’ εαυτού αντιφατικό δεν διαλύεται στην αναίρεση, στο αφηρημένο Τίποτε, αλλά το μόνο που κάνει ουσιαστικά είναι να αναλύεται στην άρνηση του ιδιαίτερου περιεχομένου του…».

  • Σημείο πέμπτο

Η αντίφαση – ή η συγκεκριμένη μορφή της την οποία εξετάζουμε, η αντίθεση δηλαδή – δεν εντοπίζει την πραγματική ταυτότητα του πράγματος, αλλά παράγει την ταυτότητα αυτή με τη μορφή ενός εξελικτικού προτσές κατά τη διάρκεια του οποίου αναπτύσσονται οι λανθάνουσες δυνατότητες των πραγμάτων. Ο νόμος της ταυτότητας που διέπει την παραδοσιακή λογική συνεπάγεται λογικά τον αποκαλούμενο νόμο της αντίθεσης. Α ισούται με Α μόνο ώς τον βαθμό που έρχεται σε αντίθεση με το μη-Α. Ή η ταυτότητα του Α προκύπτει από, και περιέχει την, αντίθεση. Ο Χέγκελ υποστηρίζει ότι το Α δεν έρχεται σε αντίθεση με ένα εξωτερικό μη-Α, αλλά με ένα μη-Α που ανήκει σε αυτή καθεαυτή την ταυτότητα του Α. Διαφορετικά να το γράψουμε, το Α είναι αφ’ εαυτού αντιφατικό.

Το δεύτερο μέρος αυτού του σημειώματος θα ασχοληθεί με τον επίσης κεντρικό άξονα της διαλεκτικής λογικής, που αφορά στο οικουμενικό.

Η επιστήμη της λογικής και η διαλεκτική λογική (iii)

Η Ιδέα του Οικουμενικού

Στο δεύτερο μέρος του σημειώματος θα προσπαθήσουμε να αποκαταστήσουμε έξι (6) σημεία της συστηματικής διαλεκτικής λογικής σχετικά με την ιδέα του οικουμενικού. Ελπίζουμε έτσι πως θα καταδειχθεί πόσο άρρηκτα συνδεδεμένη είναι η ανατρεπτική σκέψη με το οικουμενικό. Κάθε συλλογιστική που νοθεύει την οικουμενική ανατρεπτική σκέψη με επιμέρους ιδεολογίες (τοπικού, εθνικού, φυλετικού ή οποιουδήποτε άλλου ιδεολογήματος), είναι εκ των προτέρων αντεπαναστατική.

Σημείο πρώτο

Κάθε πράγμα, λόγω της αρνητικότητας που είναι στη φύση του, συνδέεται με το αντίθετό του. Για να είναι αυτό που πραγματικά είναι, πρέπει να γίνει ό,τι δεν είναι. Όταν λέμε λοιπόν ότι το καθετί έρχεται σε αντίθεση με τον εαυτό του, τούτο σημαίνει πως η ουσία του έρχεται σε αντίθεση με τη δεδομένη του κατάσταση ύπαρξης. Η ίδια του η φύση, που σε τελευταία ανάλυση αποτελεί την ουσία του, το εξωθεί να «υπερβεί» την κατάσταση ύπαρξης στην οποία βρίσκεται, και να περάσει σε μια άλλη.

Κρίσιμο σημείο: Και όχι μόνο απλά να υπερβεί και να μεταβεί σε άλλη κατάσταση της ύπαρξής του. Αλλά θα πρέπει επιπλέον να υπερβεί και τα όρια της ιδιομορφίας του, και να τοποθετηθεί σε σχέση αντικειμενική με άλλα πράγματα.

Το ανθρώπινο ον για παράδειγμα, ανακαλύπτει την ατομική του ταυτότητα μόνο σε εκείνες τις σχέσεις που στην πραγματικότητα είναι η άρνηση της απομονωμένης ατομικότητάς του – με το να γίνει μέλος μιας ομάδας ή μιας κοινωνικής τάξης, της οποίας η οργάνωση, οι θεσμοί και οι αξίες καθορίζουν αυτή καθεαυτή την ατομικότητά του. Η αλήθεια του ατόμου υπερβαίνει την ιδιομορφία του, και ανακαλύπτει ένα σύνολο αντικρουόμενων σχέσεων μέσα στις οποίες η ατομικότητά του ολοκληρώνεται. Να λοιπόν, που για μια ακόμη φορά οδηγούμαστε στο οικουμενικό που συστήνει την πραγματική μορφή αλήθειας.

Σημείο δεύτερο

Η λογική μορφή του οικουμενικού είναι η ιδέα. Ο Χέγκελ λέει πως η αλήθεια και η ουσία των πραγμάτων ζει μέσα στην ιδέα τους. Η ιδέα είναι η έννοια που εκφράζει την ουσία τους, έτσι όπως διακρίνεται από την ποικιλία της φαινομενικής τους ύπαρξης. Και εδώ, δεν δόθηκε η βαρύτητα που θα έπρεπε, αφού δεν τονίστηκε όπως θα έπρεπε το εξής: πως ακόμη και η εκλαϊκευτική φυσική γλώσσα γνωρίζει τη σχέση μεταξύ της αλήθειας των πραγμάτων και της ιδέας τους. Λέμε ότι γνωρίζουμε και κατέχουμε την αλήθεια των πραγμάτων μέσα από τις ιδέες που έχουμε για τα πράγματα αυτά.

Σημείο τρίτο

Εδώ, τουλάχιστον υποτιμάται η συνέπεια της παραπάνω άποψης. Ενώ ο ίδιος ο Χέγκελ λέει, «όταν εννοούμε να μιλάμε για πράγματα, αποκαλούμε ιδέα τους τη φύση ή την ουσία των πραγμάτων αυτών», ταυτόχρονα υποστηρίζουμε πως η ιδέα «υπάρχει μόνο για τη σκέψη». Διότι υπάρχει ο ισχυρισμός, η ιδέα είναι οικουμενική, ενώ ό,τι υπάρχει είναι κάτι επιμέρους. Έτσι, η ιδέα είναι «απλώς μια ιδέα και η αλήθεια της απλώς μια σκέψη».

Ο Χέγκελ, σε αντίθεση με την άποψη αυτή, δείχνει πως το οικουμενικό όχι μόνο υπάρχει, αλλά και αποτελεί μία ακόμη πιο πραγματική αλήθεια από ό,τι το επιμέρους και ιδιόμορφο.

Σημείο τέταρτο

Υπάρχει μια τέτοια οικουμενική αλήθεια, όπως: άνθρωπος ή ζώο, και αυτή η οικουμενική αλήθεια ανάγεται πράγματι στην ύπαρξη κάθε επιμέρους ανθρώπου ή ζώου. «Κάθε ανθρώπινο ον – γράφει ο Χέγκελ – όσο και αν είναι άπειρα μοναδικό, είναι ανθρώπινο ον επειδή ανήκει στην τάξη του ανθρώπου. Κάθε ζώο είναι τέτοιο επειδή ανήκει στην τάξη του ζώου».

Οι βιολογικές και ψυχολογικές λειτουργίες του ανθρώπου, ή του ζώου, δεν είναι – κατά μια αυστηρή έννοια – δικές τους, αλλά αποτελούν βιολογικές και ψυχολογικές λειτουργίες του είδους όπου ανήκουν. Όταν ο Χέγκελ λέει ότι κάθε άτομο είναι πρωταρχικά άνθρωπος, εννοεί ότι οι μεγαλύτερες από τις δυνατότητές του, καθώς και η αληθινή του ύπαρξη, συγκεντρώνονται σε αυτό που είναι: άνθρωπος-ον. Κατ’ ανάγκη, οι πράξεις, οι αξίες και οι σκοποί κάθε επιμέρους ατόμου ή ομάδας, πρέπει να μετριούνται απέναντι σε αυτό που ο άνθρωπος μπορεί και πρέπει να είναι.

Σημείο πέμπτο

Σκόπιμα ίσως αποκρύπτεται ή συσκοτίζεται, πόσο φανερή γίνεται η συγκεκριμένη σημασία της ιδέας, όταν έρθει σε αντίθεση με τη σύγχρονη αυταρχική ιδεολογία. Στην οποία, η αλήθεια του οικουμενικού απορρίπτεται για να υποτάσσει αποτελεσματικότερα το άτομο στα επιμέρους συμφέροντα ορισμένων ομάδων που διεκδικούν για τον εαυτό τους την ιδιότητα του οικουμενικού.

Εάν το άτομο δεν ήταν τίποτα άλλο παρά άτομο, δεν θα υπήρχε εύλογη έκκληση από τις τυφλές υλικές και κοινωνικές δυνάμεις που καταβάλλουν τη ζωή του, δεν θα υπήρχε έκκληση για μιαν υψηλότερης μορφής και λογικότερη κοινωνική διάταξη. Αν δεν αποτελούσε τίποτε άλλο παρά ένα μέλος μιας ιδιαίτερης τάξης, φυλής ή έθνους, οι διεκδικήσεις του δεν θα μπορούσαν να φτάσουν μακρύτερα από την ιδιαίτερη ομάδα του. Και θα έπρεπε απλώς να αποδεχτεί τα πρότυπά της. Ωστόσο, κατά τον Χέγκελ δεν υπάρχει καθ’ ολοκληρίαν ιδιαιτερότητα που να μπορεί να νομοθετήσει για το ανθρώπινο άτομο. Το οικουμενικό, είναι αυτό που επιφυλάσσει για τον εαυτό του το ύπατο τούτο αξίωμα.

Σημείο έκτο, ως επιμύθιο

Το περιεχόμενο του οικουμενικού διατηρείται μέσα στην οικουμενικότητά του (μέσα στην ιδέα του). Αν το οικουμενικό δεν είναι μόνο μια αφαίρεση αλλά μια πραγματικότητα, τότε η ιδέα δηλώνει αυτήν την πραγματικότητα. Η διαμόρφωση της ιδέας δεν είναι και αυτή μια αυθαίρετη πράξη σκέψης, μα κάτι που παρακολουθεί αυτή καθεαυτή την κίνηση της πραγματικότητας. Και, σε τελευταία ανάλυση, η διαμόρφωση του οικουμενικού είναι μια ιστορική λειτουργία, και το οικουμενικό ένας ιστορικός παράγοντας.

Η επιστήμη της λογικής και η διαλεκτική λογική (iv)

Earth Crisis, the End

  • Η Λογική, ως επιστήμη, συνιστά το αρνητικό κριτήριο της ύλης (: ό,τι ονομάζουμε πραγματικότητα).
  • Η Διαλεκτική Λογική, ως επιστήμη, συνιστά την άρνηση του αρνητικού κριτηρίου της ύλης (: ό,τι υπάρχει ως πραγματική πραγματικότητα-κατάφαση ουσίας).
  • Κατάφαση ουσίας = Ζωή [Leben]

Έτσι λοιπόν:

  • Das Leben sein die Verbindung der Verbindung und der Nichtverbindung:

Η Ζωή είναι η Σχέση της Ενότητας και του Διαχωρισμού (της): Άρνηση-

Αντίθεση-Σύνθεση = Διαφορισμός (Ζωή=Λόγος).

  • Αλλά η Ζωή είναι Ουσία [Wesen] και όπως ξέρουμε:
  • Das Wesen muss Erscheinen:

Η Ουσία χρειάζεται την Έκδοσή (της) – τη Βαθιά Δομή της.

  • Αλλά και η Έκδοση χρειάζεται το Έκτυπό της – την (απατηλή) Φαινομενικότητά της:

Das Erscheinen (muss) Schein.

  • Η Ουσία είναι Υποκείμενο και ως τέτοιο δεν χρειάζεται να θεμελιωθεί. Η θεμελίωση συντελείται αργότερα, ipso facto, μέσα από την ίδια την εξελικτική διαδικασία. Κατά συνέπεια, ο διαχωρισμός Υποκειμένου – Αντικειμένου δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας διαφορισμός του Λόγου ως «στιγμιότυπα» της αυτογνωσίας του.

Επιμύθιο:

  • Το περιβόητο τριαδικό σχήμα: Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση αποτελεί απλά μια «λογοτεχνική αφήγηση» στον διαλεκτικό πυρήνα του χεγκελιανού έργου. Ο ποιητής Γιόχαν Κρίστοφ Φρίντριχ φον Σίλλερ (1759-1805) είναι εκείνος που ανέπτυξε το εν λόγω πρότυπο. Και ένας σημαντικός φιλόσοφος συνάδελφος του Χέγκελ, ο Γιόχαν Φίχτε (1762-1814), είναι εκείνος που το επεξεργάστηκε με τόλμη.
  • Κατά βάση, ο Χέγκελ πράγματι αντιλαμβάνεται την ιστορία ως ιστορική διαδικασία που δομείται επάνω στην αντίθεση των αρνητικών σημασιών. Από τις οποίες προκύπτουν οι ανωφερείς κινήσεις – οι εξυψωμένες στιγμές προόδου. Ποτέ όμως, δεν τυποποίησε τη διαδικασία με τους όρους «Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση».
  • Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που έχει σημασία όταν και όποτε χρησιμοποιείται το παραπάνω τριαδικό σχήμα Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση, είναι να κατανοηθεί το εξής: Η αντίθεση των αρνητικών σημασιών μπορεί να επιλύεται (ίσως) μέσα από μια ανωφερή υπερβατική κίνηση που ονομάζεται «Άρσις» [Aufhehoben]. Αυτή, με τη σειρά της, διαμορφώνει μια κατάσταση που είναι Aufgehoben, δηλαδή, κυριολεκτικά «Εξυψωμένη».
  • Ως εκ τούτου, έχουμε δύο «ανωφέρειες» (και όχι μία «σύνθεση», όπως εσφαλμένα έχει επικρατήσει) που δεν ταυτίζονται μεταξύ τους. Τούτο σημαίνει πως μια «άρσις» – aufhehoben μπορεί να μην καταλήξει αναγκαστικά σε μια άρση κυριολεκτικά εξυψωμένη – aufgehoben.
  • Μεγάλο μέρος της παρερμηνείας ή και της υπερερμηνείας του χεγκελιανού έργου οφείλεται σε αυτήν ακριβώς την αβλεψία: δηλαδή στον μη επαρκή προσδιορισμό, εάν μια άρση είναι μερικώς ή κυριολεκτικώς εξυψωμένη. Κοντολογίς η μερική άρση αποτελεί διαδικασία, ενώ η κυριολεκτική άρση συνιστά κατάσταση. Δεν πρέπει να συγχέεται η μία με την άλλη.
Advertisements

Posted on Απρίλιος 19, 2012, in ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ. Bookmark the permalink. 1 σχόλιο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: