Φρενήρη Μαθηματικά ή ο Χρυσούς κανών ενός λογικολόγου

Από τον Νώντα Κούκα

Η σταδιακή άρση της κοινής λογικής, του αυτονόητου και του προφανούς

Η φιλοσοφική στάση που βλέπει τη φύση ως  αντιγραφέα του ανθρώπινου μαθηματικού φορμαλισμού είναι ένας ακόμη ανθρωποπαθής ναρκισσισμός. Μια αυτάρεσκη καρικατούρα, που απορρέει μάλλον από την ψυχολογική μας ανάγκη  να ερωτευόμαστε τα δημιουργήματά μας («σύνδρομο του Πυγμαλίωνος»). Απεναντίας, η φιλοσοφική θέση που προτείνει  τα  φρενήρη μαθηματικά του λόγου της συνείδησης ( τα οποία αποκηρύσσουν την αντίληψη που θέλει τα μαθηματικά να είναι συνέπεια της λογικής) ως προτζέκτορα του φυσικού κόσμου δικαιούται, κατά την ταπεινή μας γνώμη, την απρόσκοπτη υποστήριξη.

Τούτη, ωστόσο, η γενναιόψυχη υποστήριξη απαιτεί την οριστική απομάκρυνση των μαθηματικών (και συνακόλουθα της επιστήμης) από τη δικτατορία της εφαρμοσμένης κοινής λογικής και των εφαρμοσμένων μαθηματικών — την (ιδεολογικο-) ψυχαναγκαστική εμμονή μας (που δυστυχώς έχει αναγορευθεί σε απαραβίαστη επιστημολογική αρχή) να «σώζουμε τα φαινόμενα», σώνει και καλά. Η φιλοσοφία (και τα μαθηματικά) δεν αποτελούν δοξασία του μέσου νοός, δίδασκαν τόσο ο Ηράκλειτος όσο και ο Παρμενίδης. Εννοείται βέβαια ότι η συγκεκριμένη διατύπωση δεν ενέχει ελιτίστικη κοινωνιολογία (λέγε με ιδεολογία), εφόσον οι εν λόγω δύο φιλόσοφοι είναι προ-σωκρατικοί, και άρα ανήκουν στη κοσμολογική σκέψη. Κοντολογίς, πρόκειται μάλλον για αληθή πρόταση που δηλώνει σοβαρή κοσμολογική αρχή.

Και τώρα, το ερώτημα που τίθεται βασανιστικά: και είναι τόσο εύκολο να καταργηθούν η κοινή λογική,το προφανές και το αυτονόητο; Απαντάμε ευθαρσώς: όχι,  δεν είναι εύκολο, αλλά μπορούμε να καταργούμε σταδιακά την κοινή λογική καταπολεμώντας την, οπουδήποτε και οποτεδήποτε, μέσω… της κοινής λογικής. Ας ξεκινήσουμε, για παράδειγμα, από τον οικείο μας χώρο – τη φυσική και τα μαθηματικά.

Ξυπνώντας από τον μακάριο λήθαργό μας…

Ενας μέσος φυσικός, στην πράξη, συνεχίζει να εργάζεται ξέγνοιαστα πάνω στο αντικείμενό του, χωρίς να σκέφτεται καθόλου τα φιλοσοφικά ερωτήματα που προκύπτουν με την άλωση της φυσικής από την εγγενή πιθανοκρατία και την αβεβαιότητα της κβαντικής φυσικής. Εργάζεται λοιπόν μέσα στη μακάρια άγνοιά του, και όπου τον βγάλει…

Από την άλλη μεριά, και ο μέσος μαθηματικός το ίδιο πράττει: συνεχίζει να κάνει μαθηματικά, αγνοώντας το ανεπανόρθωτο πλήγμα που κατάφερε το Θεώρημα της Μη Πληρότητας του Γκέντελ, στην ίδια την καρδιά των μαθηματικών – στην απλή Αριθμητική (γεγονός που δεν μπορεί να αντιληφθεί ο απλός μαθηματικός που δεν είναι και φιλόσοφος, συγχρόνως).

Δυστυχώς, η τρέχουσα μαθηματική και φυσική πρακτική στερείται σχεδόν παντελώς, θα λέγαμε, την έννοια του Νοήματος. Η κατηγορική προσταγή τόσο του μέσου φυσικού όσο και του μέσου μαθηματικού είναι: σκάσε και υπολόγιζε. Ως εκ τούτου, και οι δύο καλό θα ήταν να θυμηθούν –  ή αν δεν γνωρίζουν, να μάθουν – ότι και η φυσική και τα μαθηματικά δεν έχουν ακόμη θεμελιωθεί — παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες που έχουν γίνει στο παρελθόν.

Και ιδού το μέγα παράδοξο (που επιμελώς φροντίζει να κρύβει κάτω από το χαλί ο ιδεαλιστικός θετικισμός του επιστημονισμού, αλλά μέχρι πότε;) με ωμά και σταράτα λόγια: Καμία συνολοθεωρία δεν είναι θεμελιωμένη και καμία φυσική θεωρία δεν δύναται αποδώσει τον φυσικό κόσμο καθεαυτόν, παρά μόνο ένα απλοποιημένο μοντέλο του. (Εξαιρείται η κβαντική φυσική που πράγματι φαίνεται να μη χρειάζεται μοντέλο για να δουλέψει — όμως δεν μπορούμε να εξηγήσουμε το γιατί συμβαίνει αυτό.)

Ετσι λοιπόν, οι μαθηματικοί καλούνται να διαχειριστούν την ασύλληπτη, και ασύμμετρη, έννοια του Μηδενός, του Κενού Συνόλου και του αθώρητου Αριθμού Ω. Ενώ, οι φυσικοί έχουν να αντιμετωπίσουν τη Βαρύτητα, τη σωματιδιακή φυσική και την κβαντική μηχανική (για αυτό καταγίνονται με την εξεύρεση μιας ενοποιημένης θεωρίας). Αλλά κακά τα ψέματα. Ούτε η υπόθεση του συνεχούς (αν ο πληθικός αριθμός του συνεχούς είναι άλεφ-ένα ή όχι) έχει επιλυθεί, ούτε και κάποια θεωρία, που να περιγράφει με κβαντομηχανικό τρόπο τη βαρυτική αλληλεπίδραση μεταξύ δύο στοιχείων, έχει προς το παρόν προκύψει.

Το  αξίωμα της επιλογής του Ζερμέλο, στον χώρο της συνολοθεωρίας, μπορεί μεν να μην οδήγησε σε αντιφάσεις, όμως απορρέουν από αυτό πολλές ακατανόητες συνέπειες. Το ίδιο συμβαίνει και στα διάφορα «συνοικέσια» μεταξύ κβαντικής μηχανικής και βαρύτητας. Η θεωρία χορδών, υπερχορδών, η θεωρία Μ, οι μεμβράνες, η υπερβαρύτητα, η υπερσυμμετρία, οι επιπλέον χωροχρονικές διαστάσεις μπορεί να αποπνέουν την απελευθερωτική αύρα που κομίζει η κεντρική ιδέα της τοπολογίας, και της Εκασίας του Πουανκαρέ, ταυτόχρονα όμως εισάγει ένα μεγάλο πλήθος από φαντασιοκοπίες και ένα τεράστιο όγκο αντιλειτουργικών υπολογιστικών δεδομένων.  Αλλά θα συνεχίσουμε…

 

Η Τεχνολογία ως δείκτης του φαινομενολογικού ορίζοντα της Πληροφορίας

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά τους. Πρώτα την άποψη που θέλει την τεχνολογία να προσφέρει αναμφίβολα στην επιστημονική γνώση. Αν υποθέσουμε πως η επιστήμη υπάρχει για να τακτοποιεί τους τρόπους με τους οποίους εκδηλώνονται οι φαινομενικότητες της βαθιάς δομής του σύμπαντος, τότε πράγματι η τεχνολογία λειτουργεί. Συνεχείς ανακαλύψεις βελτιώνουν τόσο τις θεωρητικές όσο και τις πρακτικά χρήσιμες για την επιβίωση τεχνικές γνώσεις. Ή, για να το πούμε καλύτερα, αυξάνεται η οριζόντια, ως επί το πλείστον, πληροφόρηση της κοινωνίας.

Επιπροσθέτως, είναι αλήθεια ότι η τεχνολογική εξέλιξη διευρύνει και τα γνωστικά όρια τόσο των θεωρητικών όσο και των παρατηρησιακών δεδομένων. Παραδείγματος χάριν, στην αστροφυσική και στην κοσμολογία καινούρια ευρήματα ανακαλύπτονται, χάρη στη ραγδαία βελτίωση της τεχνογνωσίας. Όμως οι εν λόγω ανακαλύψεις δεν είναι και αυτές μια αυστηρή συνέχεια των προηγουμένων; Ακόμη και στην περίπτωση όπου κάποια ανακάλυψη ανατρέπει την πρότερη πεποίθηση, κατά πόσον η ανατροπή αυτή σχετίζεται με τη γνήσια – και όχι ιδεολογική – Αποκατάσταση της Πληροφορίας; Δηλαδή κατά πόσον μια προκατάληψη/πρόληψη αντικαθιστά μια άλλη ή όχι. Η τεχνολογία ως προέκταση της ιστορικής συνείδησης αντικατοπτρίζει τον τύπο πολιτισμού στον οποίο αντιστοιχείται.

Επομένως, μια γνήσια ανατροπή, μια κρίσιμη επανάσταση, εγκυμονεί τέτοιους κινδύνους, που καμία κοινωνία δεν μπορεί να ανεχτεί δίχως να θρυμματιστεί ανεπανόρθωτα ο κοινωνικός της ιστός. Έτσι, σε αυτές τις περιπτώσεις, οι επαναστατικές θεωρίες εξ αντικειμένου δεν είναι συμβατές με τις προηγούμενες, ώστε να γίνονται σιγά-σιγά ανεκτές. Όμως, συν τω χρόνω, αυτές αποστεώνονται είτε από μόνες τους είτε με την επέμβαση της εκάστοτε εξουσίας, η οποία αφαιρεί τεχνηέντως τη βασική τους φιλοσοφική διάσταση, παραμένοντας έτσι μόνο όποια τεχνική πλευρά συμφέρει την εξουσία.

Με άλλα λόγια, είτε απαξιώνονται εξαρχής τούτες οι επαναστατικές θεωρίες είτε καθοδόν ως αλλόκοτες και αιρετικές. Μια μεικτή κατάσταση των δύο αυτών εκδοχών αποτελεί τόσο η θεωρία της σχετικότητας όσο και η κβαντομηχανική. Η πρώτη, αποδυναμώνεται οικτρά, όταν λέμε πως ισχύει για μια άλλη πραγματικότητα πέρα από τη δική μας, στην οποία ισχύουν οι απλοϊκοί νόμοι του Νεύτωνα. Η δεύτερη, χρησιμοποιείται παντού, όμως μόνον κατά συρροήν περιπτωσιολογικά και όχι θεωρητικά. Χρησιμοποιείται δηλαδή μόνο πρακτικίστικα και όχι μετά γνώσεως λόγου.

Πιο συγκεκριμένα, από τον Γαλιλαίο και μετά όλη η γνώση του ουρανού, και συνακόλουθα όλη η επιστημονική γνώση, κατέβηκε στο τηλεσκόπιο: η πρώιμη φυσική συνδέθηκε αναπόδραστα με τα μαθηματικά. Αυτό πράγματι ήταν μια στροφή στη ματιά με την οποία βλέπει ο άνθρωπος τα πράγματα∙ σήκωσε από  τη γη το κεφάλι και άρχισε να κοιτάζει τον ουρανό. Όμως, από την άλλη μεριά, έτσι επιβεβαιώνεται πια πως όντως όλη η ανθρώπινη γνώση φιλτράρεται αδήριτα από το εννοιολογικό πλέγμα του ανθρώπινου εγκεφάλου. Επομένως, όλα είναι συμβολικά.

Τούτο, σημαίνει πολλά για τη φαινομενολογική έρευνα: όσο αυξάνεται η αποβλεπτικότητα της συνείδησης, τόσο αυξάνονται και τα συμβολικά της «αντικείμενα». Στη φαινομενολογική μέθοδο αποφεύγουμε, όσο μπορούμε, να χρησιμοποιούμε την έννοια της αιτιότητας. Για να υπάρχει συνείδηση πρέπει να υπάρξει αυτό στο οποίο αγκιστρώνεται η συνείδηση και αντιστρόφως. Έτσι, καθετί από τη στιγμή που παρατηρήθηκε σημαίνει πως κάτι το παρατήρησε, και ανάποδα. Αυτή είναι η έννοια της συνείδησης, τουλάχιστον όπως τη γνωρίζουμε τώρα: η ύπαρξή της ως έννοιας αναγνώρισής της.

Πριν από αυτή την αναγνώριση μπορεί όλα να ήταν-εκεί, όμως δεν-υπήρχαν. Επομένως, είναι ανόητη η ερώτηση τι προϋπήρχε. Όπως ανόητη είναι και η ερώτηση αν η συνείδηση δημιουργεί την πραγματικότητα ή η πρώτη είναι εξέλιξη της δεύτερης. Πρόκειται για ψευδοερώτημα. Η μέθεξη είναι η ουσία της ύπαρξης∙ άρα, η ύπαρξη προϋπάρχει της ουσίας. Αν τώρα η ουσία κουβαλάει ένα «ίχνος» του προϋπαρκτικού «σκοτεινού» όντος, αυτό είναι δουλειά της φαινομενολογικής αναγωγής, και κανενός άλλου, να απαντήσει. Κάτι τέτοιο βέβαια, ισοδυναμεί με την εκθετικά αναβαθμισμένη ατομική συνείδηση.

Η φυσική / βιολογική  και η τεχνητή νοημοσύνη αλληλοδιαπλέκονται

Προς το παρόν, επιστρέφουμε στην αύξηση της παρατήρησης που συνεπάγεται και αύξηση των επιστημονικών συμβόλων. Η αστροφυσική και η κοσμολογία είναι τα πιο πλήρη «επιστημονικά πεδία», τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην αύξηση των συμβόλων. Συνεχείς ανακαλύψεις ουράνιων σωμάτων και εναλλαγή θεωρητικών σχημάτων, σχετικά με την εξήγηση διαφόρων φαινομένων, επιβεβαιώνουν το αληθές του λόγου μας.

Βέβαια, φαινομενολογικά, ως πρώτο επίπεδο φαίνεται να είναι η πρόοδος της τεχνολογίας. Αυτή υποτίθεται πως ευθύνεται για την πρόοδο των επιστημονικών ανακαλύψεων. Ωστόσο, κοιτώντας με μια δεύτερη «ματιά» βρίσκει κανείς πως και η ίδια η τεχνολογική πρόοδος έρχεται όταν η συνείδηση είναι συνεχώς προσκολλημένη στην τεχνολογία. Λειτουργεί δηλαδή σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία: το εύρος και η ποιότητα των γεγονότων είναι ευθέως ανάλογο με το εύρος και την ποιότητα των προσδοκιών∙ διότι αναγκάζει το απέναντι αγκυρωμένο «αντικείμενο» να συμπεριφερθεί ανάλογα.

Στη φυσική, όπως και στην κοινωνία, όποιος θέλει να πρωτοπορήσει οφείλει να μη διακατέχεται από νοσταλγία για τις παλαιές βεβαιότητες. Αυτό όμως συνεπάγεται λογικά την επόμενη πρόταση: Η (συνετή) αμφισβήτηση του προφανούς αποτελεί, καταρχήν, σημάδι ιδιοφυίας. Αλλωστε τούτο δεν έπραξαν τόσο ο Αινστάιν, στην παλαιά μηχανική φυσική,  όσο και ο Χάιζενμπεργκ, στην παλαιά κβαντική θεωρία;

Το γνωστό άλμα του Αινστάιν πραγματοποιήθηκε, όταν η επανεξέταση των φαινομενικώς αυτονόητων εννοιών του χώρου και του χρόνου τον οδήγησε στη θεωρία του για τη σχετικότητα.

Ο Χάιζενμπεργκ, επίσης, έκανε ένα άλμα επαναστατικής αντιστροφής. Ξεκινώντας από τον Μπορ και τον Ζόμερφιλντ, η κεντρική ιδέα της παλαιάς κβαντικής θεωρίας ήταν ο τρόπος με τον οποίο κινούνται τα ηλεκτρόνια στο εσωτερικό του ατόμου, έτσι ώστε από τις εν λόγω κινήσεις να συναχθούν οι φασματοσκοπικές συχνότητες του ατόμου. Ο Χάιζενμπεργκ αντέστρεψε εντελώς τη λογική αυτή. Οι χαρακτηριστικές συχνότητες θα αποτελούσαν τώρα τα βασικά στοιχεία της ατομικής φυσικής, ενώ η κίνηση των ηλεκτρονίων θα εκφράζεται μόνο εμμέσως.

Η ιδιοφυία, όμως, απαιτεί και ψυχικό σθένος. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι σήμερα πια κάθε τίμιος επιστήμων οφείλει να παραδεχθεί το εξής ενοχλητικότατο γεγονός: Η αβεβαιότητα/απροσδιοριστία του κβαντικού παράγοντα δεν διαταράσσει την παλαιά τάξη μόνο στις μικρότερες κλίμακες, όπως γίνεται αντιληπτό σε μεμονωμένα στοιχειώδη σωματίδια, αλλά και στην κοσμική κλίμακα, όπου η αιτιότητα και η πιθανοκρατία συναντιούνται σε αχανείς, διαστημικές αποστάσεις.

Και έχουμε, αφελώς, εναποθέσει την ελπίδα για υπέρβαση αυτού του αδιεξόδου, στη διατύπωση μιας «πραγματικής» κβαντικής θεωρίας της βαρύτητας (που θα διευκόλυνε –  υποτίθεται – όλες αυτές τις δυσκολίες).

Δυστυχώς, σχεδόν σίγουρα, δεν είναι έτσι. Ολες οι ενδείξεις που διαθέτουμε υποδηλώνουν πως η απροσδιοριστία/αβεβαιότητα έχει έρθει για να μείνει. Δεν τίθεται πλέον θέμα επιστροφής στις παλιές-καλές εποχές της απόλυτης αιτιοκρατίας και του ντετερμινιστικού σύμπαντος του μαρκησίου ντε Λαπλάς.

Το κβαντικό Σύμπαν … περί άλλα τυρβάζει. Από τότε που η Μαρία Κιουρί αναρωτιόταν για την αυθόρμητη ραδιενεργό διάσπαση, από τότε που ο Ράδερφορντ ρώτησε τον Μπορ τι ήταν αυτό που ωθούσε ένα ηλεκτρόνιο να μεταπηδήσει από μια θέση του στο εσωτερικό ενός ατόμου, σε κάποια άλλη, αναγνωρίζουμε πλέον όλο και περισσότερο ότι τα κβαντικά γεγονότα συμβαίνουν εντελώς δίχως κανέναν απολύτως λόγο συναπτόμενο με την αριστοτελική (προφανή/κοινή) λογική.

Ο Μπορ ( ένας γνήσιος φιλόσοφος-φυσικός που»μονομάχησε» προς χάριν της έννοιας της ύπαρξης – έννοια κεφαλαιώδους σημασίας για τη φυσική-, με τον έτερο γίγαντα φιλόσοφο/φυσικό Αινστάιν) είχε συστήσει εξαρχής να μην το «κουράζουμε» πολύ. Επέμενε ότι δεν είχε νόημα να προσπαθούμε να διατυπώνουμε αληθείς προτάσεις που αφορούν στον κβαντικό κόσμο με οικείους όρους της κλασικής φυσικής, διότι κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με κύκλο: απλώς αναδιατυπώνει το αρχικό ερώτημα. Βέβαια, τι άλλο να κάναμε;…

Λοιπόν, το αδιέξοδο είναι εδώ. Η κλασική φυσική δεν είναι σε θέση να μας πει για ποιο λόγο σχηματίσθηκε το σύμπαν, επειδή τίποτε δεν μπορεί να δημιουργηθεί αφ’εαυτού του, παρά μόνο αν προγενέστερα γεγονότα το κάνουν να σχηματισθεί.

Αλλά ούτε και η κβαντική φυσική μπορεί να πει: απλώς υποτονθορύζει ότι σχηματίσθηκε αυθορμήτως, με όρους πιθανοτήτων μάλλον παρά κάποιας συγκεκριμένης βεβαιότητας. Κοντολογίς, να που και οι δύο θεωρίες αλληλοσυμληρώνονται σε μία και μοναδική παρίπτωση: προσφέρουν και οι δύο μαζί μια ατελή (ή μήπως ημιτελή;) εικόνα του φυσικού κόσμου.

Και κάπως έτσι, φθάσαμε σε ένα παράδοξο που μονάχα ο Μπορ θα είχε λατρέψει-ο οποίος σημειωτέον πίστευε πως η ατελής κβαντική εικόνα του φυσικού κόσμου δεν ήταν απλώς αναπόφευκτη αλλά και αναγκαία. Το εν λόγω παράδοξο έχει ως εξής: Μόνο μέσω μιας αρχικής, ανεξήγητης-«απόκοσμης» πράξης κβαντομηχανικής αβεβαιότητας/απροσδιοριστίας θα μπορούσε να σχηματισθεί το Σύμπαν. Αρα;

Αρα, ο χρυσούς κανών που (πρέπει να) διέπει την επαναστατική Λογική της επαναστατικής Επστήμης( και όχι της»κανονικής»), και στην οποία αναγκαίως θα μυηθεί όχι μόνο η σύγχρονη φυσική, αλλά και η ίδια η τεχνητή νοημοσύνη είναι:

Μάθε να είσαι «απόκοσμος».

24  Μαρτίου  2019

Φρενήρη Μαθηματικά

Από τον Νώντα Κούκα

Άναρχη δομή, άναρχη μορφή

Μια αν-αρχη μονάδα, όπως η πρωταρχική μονάδα [Ενα], δεν μπορεί παρά να δίνει αν-αρχη μορφή στη λογική της επένδυση. Ακούγεται απόκοσμο να λες αν-αρχη λογική, όμως η αντίφαση προκύπτει από την παραφθορά της έννοιας της λογικής: μάθαμε να ταυτίζουμε την τυπική λογική με την καθαυτό λογική.

Πάντως, να εξηγήσουμε ότι η προκατάληψη αυτή, όπως και όλες οι άλλες, πηγάζουν — κατά την ταπεινή μας άποψη — από τη μεταφυσική του θετικισμού και της ιδεολογίας του, που είναι η αγιοποίηση της κοινής λογικής. Όλα τα δεινά που υφίστανται αυτή τη στιγμή τα μαθηματικά ξεκινούν από τη φετιχοποίηση τούτης της προκατάληψης.

Η τυπική μαθηματική λογική σαν να «τυφλώθηκε» και προσπέρασε αβρόχοις ποσί την πρώτη λογική αρχή της: όλοι οι φυσικοί αριθμοί ως τέτοιοι, είναι τρισδιάστατοι. Και βέβαια όλοι οι λεγόμενοι «πραγματικοί» αριθμοί δεν μπορεί παρά να είναι το ίδιο το τρισδιάστατο γεωμετρικό «συνεχές». Εμείς το δείξαμε με αρκετή σαφήνεια αυτό το γεγονός, μέσα από τον αναδιπλασιασμό της πρωταρχικής πληροφορίας – συγκεκριμένα από τη δυναμοσειρά δυνάμεων του 2. Άλλωστε, αυτή είναι η δομομορφή της δύναμης:

Για παράδειγμα, 21 : υψώνουμε – δίνουμε ύψος στο 2, το επεκτείνουμε – του δίνουμε πλάτος, και το ξανακατεβάζουμε – δίνοντάς του το μήκος του: 2. Το ίδιο κάνουμε και με το 22 : το ανεβάζουμε, το επεκτείνουμε και το τοποθετούμε στο διπλάσιο μήκος του, το 4, το ίδιο με 23 κοκ.

Διαπιστώνουμε λοιπόν περίτρανα πως το στοιχειώδες μπιτ πληροφορίας, το 0-1, χρειάζεται τρεις διαστάσεις για να λειτουργήσει. Στην πραγματικότητα οι διπλασιασμοί και αναδιπλασιασμοί του 2 είναι εικόνες, δηλαδή μοντέλα της αδιάστατης (άθραυστης) πληροφορίας. Και οι φυσικοί αριθμοί, οι οποίοι όπως έχουμε δείξει είναι οι οριζόντιες διαδοχικές μετατοπίσεις της υψωμένης δύναμης του 2 κατά μία «εμφάνιση» 2, 21, 23, …, 2ν.

Μα τι είναι τέλος πάντων το περίφημο αυτό 2 – ο παράγοντας 2; Ας μας επιτραπεί να εκφραστούμε με μαθηματική φιλοσοφία, αλλά όσο πιο εκλαϊκευτικά μπορούμε : είναι ο θεμελιώδης αριθμός πάνω στον οποίο οικοδομείται ολόκληρο το σύμπαν. Είναι η εικόνα-αριθμός, δηλαδή το μοντέλο της αν-αρχης μονάδας. Εξού και αν-αρχη η τιμή της πρωταρχικής εξίσωσης 0 = = 2.    Άρα,

[(0 = ø) <=> (1 = {ø} = {0})] = ½ , αφού 1/(1/2) = 2, δηλαδή 1 /(1-r) αν r = ½ .

Στην πραγματικότητα, εδώ, διαπιστώνουμε τον κυρίαρχο ρόλο του αριθμού 2, όσον αφορά στη θεωρία της πληροφορίας και της ψηφιακής φιλοσοφίας. Αλλά και στην υποατομική φυσική, ο αριθμός 2, τόσο στην ακέραια όσο και στην ημι-ακέραια μορφή του πρωτοστατεί. Για παράδειγμα, σε μονάδες της σταθεράς του Πλανκ το ½ είναι η τιμή του «σπιν» του ηλεκτρονίου και του πρωτονίου, είτε πλην είτε συν ½ , ανάλογα με το αν ο άξονας περιστροφής έχει φορά προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Και γνωρίζουμε καλά πόσο σημαντικό είναι το «σπιν» για τη κβαντική μηχανική.

Από την άλλη μεριά, ο παράγοντας 2 είχε εντυπωσιάσει και τον ίδιο τον Πάουλι, όταν ερευνούσε για την περίφημη απαγορευτική του αρχή (τέσσερις κβαντικοί αριθμοί, και όχι τρεις). Αυτό που αποκάλυψε ο Πάουλι ήταν εκπληκτικό: ο ολικός αριθμός ηλεκτρονίων σε κάθε συμπληρωμένο φλοιό ισούνταν με το διπλάσιο του τετραγώνου του κύριου κβαντικού αριθμού του φλοιού. Ισούνταν δηλαδή με 2n2.

Δεν θα μακρηγορήσουμε άλλο, αλλά θα πούμε το εξής: ο λόγος της πρωταρχικής μονάδας δίνει μοντέλο 2 διαιρούμενος με την άπειρη σειρά S, που ισούται με ½. Εστω πως το S αναπαριστά την άπειρη περατότητα των «πραγμάτων» της πρωταρχικής μονάδας. Με άλλους λόγους, εδώ αναφαίνεται το εξής εξωπραγματικό: το 1/0 πράγματι απειρίζεται όταν τόσο η μονάδα όσο και το μηδέν υπολογιστούν ως τρισδιάστατοι (υπολογιστικοί αριθμοί).

Όμως, όταν ο παρονομαστής, το μηδέν, του κλάσματος είναι ένας αδιάστατος αριθμός, μια δηλαδή αδιάστατη τιμή του αδιάστατου μηδενός, αλλά με τρισδιάστατη γλωσσική έκφραση, τότε το 1/0 δεν απειρίζεται, αντίθετα διπλασιάζεται. Τούτη την αυτό-αναπαραγωγή την ονομάζουμε «σκιά». Αυτό ακριβώς είναι το κρυφό νόημα της πληροφορίας: μία λοιπόν σταθερά, μία τιμή ενός αδιάστατου αριθμού που εμφανίζει το αρνητικό σε θετικό, το αόρατο σε ορατό, πάνω στο «ξαφνικό» σημείο του ημι-ορατού.

Εξωφρενική προσπάθεια

Η προσπάθεια που κάνουμε είναι, το γνωρίζουμε, εξωφρενική. Όπως καταλαβαίνετε, προσπαθούμε τα συνδυάσουμε τα καθαρά μαθηματικά με την καθαρή λογική, δίχως όμως να αλληλοπαραβιάζονται οι περιοχές τους. Για αυτό δίνουμε τις εικόνες ως κλάσματα.

Ο αριθμητής και ο παρονομαστής είναι δύο διακριτές περιοχές του κλάσματος. Η καθαρή δομή (τα μαθηματικά) του αριθμητή δια της καθαρής μορφής (λογική) του παρονομαστή, δηλαδή η γενική εικόνα-κλάσμα 1(καθαρή δομή)/(1-r) (καθαρή λογική μορφή) δείχνει, ειπωμένο βέβαια με φυσική γλώσσα, το εξής: η αδιάλειπτη παρουσία της καθαρής δομής, η απόλυτη τιμή 1 (πρωταρχική μονάδα) προς τον εαυτό της μείον τις δύο τιμές της αλήθειας του (αληθοτιμή) αλήθεια-ψεύδος, δηλαδή μείον το μισό του. Κατά συνέπεια, ο λόγος του κλάσματος δίνει τον παράγοντα 2.

Ο παράγοντας αυτός είναι θεμελιώδης, όπως είπαμε, για τη δομή του ηλεκτρονίου και δεν πρέπει να τον μπερδεύουμε με τον συνήθη ακέραιο αριθμό 2, που προκύπτει τρισδιάστατος, όπως εξηγήσαμε. Ο παράγων Δύο εξηγεί ότι τίποτε δεν είναι μόνο του στο σύμπαν. Το 2 είναι κυριολεκτικά ο πρώτος τρισδιάστατος αριθμός, ο οποίος όμως πηγάζει καθαρά από τον ακατονόμαστο αδιάστατο αριθμό που εμείς μόνο συμβολικά μπορούμε να τον περιγράψουμε ως 0.

Ως εκ τούτου, λοιπόν, όταν εμείς με τόσο σπουδή ασχολούμαστε με τον 1/0, δεν μας ενδιαφέρει το τρισδιάστατο αλλά το αδιάστατο κλάσμα. Για αυτό άλλωστε το 0 στον παρονομαστή το αντικαταστήσαμε με τη λογική ισοδυναμία -1 <=> 1, η οποία ουσιαστικά στη μαθηματική περιοχή μεταφράζεται στον ειδικό αριθμό ½: η απόλυτη τιμή 1 συνεπάγεται 2 τιμές του (αρνητική, θετική) και αντιστρόφως.

Αυτό ακριβώς μας λέει η λογική ισοδυναμία  -1 <=> 1. Και στη λογική περιοχή, τούτη η ισοδυναμία λέει ακόμη πιο βαθιά πράγματα, ότι δηλαδή ισχύουν ταυτόχρονα και οι δύο τιμές – η αλήθεια και το ψεύδος της Μονάδας, δηλαδή .

Επομένως, το αδιάστατο κλάσμα εξεικονίζει τον λόγο της πρωταρχικής μονάδας προς την υπέρ-λογη αληθοτιμή του. Για αυτό λέγαμε πως η λογική του είναι απειρότιμη. Λοιπόν, το 1/0 δεν απειρίζεται. Απλά είναι το ειδικό ανάγωγο κλάσμα [1/2] που υψώνεται στην αρνητική μονάδα [-1]: = 2. Αυτό που απειρίζεται ουσιαστικά είναι οι αληθοτιμές της ισοδυναμίας -1 <=> 1, της οποίας όμως το τελικό της άθροισμα είναι 2. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει απλά πως το άθροισμα 1 (πρωταρχική) 1+ r + r2 + r3 +… = 1/(1-r), δηλαδή

1 + ½ + ¼ + 1/8 + 1/16 + 1/32 + 1/64 +…+ 1/2ν +… = 1/(1-r) = 1/(1/2) = 2. Αυτό μας δείχνει την πληροφορία 2ν –μπιτ, βάσει των οποίων οικοδομήθηκε (μάλλον) το σύμπαν.

Κατά συνέπεια τα κλάσματα 1/0 ή 1/∞ δίνουν απειρισμούς, όμως κατά βάση ένας απειρισμός μπορεί στη μια περίπτωση να δείχνει χάος, ενώ σε μια άλλη περίπτωση μια άπειρη περατότητα διακριτού τέλους.

Για παράδειγμα, σε ένα συνεχές γεωμετρικό «πραγματικών» αριθμών το r είναι όχι ½ αλλά 1. Οπότε, η παράσταση 1/(1-1) = 1/0, άρα άπειρο και όλα καταρρέουν. Πάντα μιλάμε σε σχέση με την ισοδυναμία -1 <=> 1, αφού -1 < r < 1, όπως έχουμε πει. Στην ισοδυναμία λοιπόν αυτή, σε συνεχές αναλογικό επίπεδο, η αληθοτιμή είναι δίτιμη: ή αλήθεια ή ψεύδος, άρα το r είναι οπωσδήποτε 1.

Έτσι παράγεται το άπειρο και το αδιέξοδο. Προχωρώντας λογικά, διαπιστώνουμε πως δεν μπορεί καν να στηρίξει ισοδυναμία. Διότι «σπάει» σε μια τυπική συνεπαγωγή που είναι -1 => 0 => 1 => 2 => 3 κοκ.

Αντίθετα, σε μια διακριτή ψηφίδα πληροφορίας μήκους 1 μπορεί να οριστεί πολύ καλά το διάστημα 0-1 και άρα η λογική ισοδυναμία. Η αντίφαση που δεσμεύει τα δύο μέλη της ισοδυναμίας (-1, +1) αναδεικνύει το r ως ½ που υποδεικνύει την απέραντη, πλην περατή, πολυπλοκότητα που ισούται με το άθροισμα ή το γινόμενο της αιτιότητας με την τυχαιότητα (το άθροισμα ή το γινόμενο της αιτιότητας με την τυχαιότητα, ισούται περίπου με την πιθανοκρατία).

21 Μαρτίου 2019

Γενική Τεχνητή [Υπερ–] Νοημοσύνη και Φιλοσοφία της Τεχνολογίας κόντρα στον Μητρικό Καπιταλισμό

Ι. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟΝ ΓΥΑΛΙΝΟ ΠΥΡΓΟ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Η μακραίωνη ιστορία του χρήματος

Ο χρηματοπιστωτικός κόσμος του σύγχρονου καπιταλισμού είναι αποτέλεσμα της οικονομικής εξέλιξης τεσσάρων χιλιάδων ετών. Το χρήμα, που δεν είναι παρά η αποκρυσταλλωμένη σχέση ανάμεσα στον οφειλέτη και τον πιστωτή, υπήρξε ο γεννήτορας των τραπεζών, των οίκων εκκαθάρισης συναλλαγών για ακόμη μεγαλύτερες συναθροίσεις δανεισμού και δανειοδότησης. Εν τάχει, η μετέπειτα ιστορική του εξέλιξη έχει ως εξής:

α) Από τον δέκατο τρίτο αιώνα και ύστερα, τα κυβερνητικά ομόλογα εισήγαγαν για πρώτη φορά την τιτλοποίηση των ροών καταβολής τόκων• εν τω μεταξύ, οι αγορές ομολόγων έφεραν στο προσκήνιο τα οφέλη που παρείχαν οι οργανωμένες αγορές μέσα από τη δημόσια διαπραγμάτευση και τη διαμόρφωση τιμών και τίτλων.

β) Από τον δέκατο έβδομο αιώνα και έπειτα, το μετοχικό κεφάλαιο των εταιρειών θα μπορούσε να αγοράζεται και να πωλείται με παρόμοιους τρόπους.

γ) Από τον δέκατο όγδοο αιώνα και μετά, τα ασφαλιστικά ταμεία και στη συνέχεια τα συνταξιοδοτικά ταμεία εκμεταλλεύτηκαν τις οικονομίες κλίμακας και τους νόμους των μέσων όρων, προκειμένου να παρέχουν οικονομική προστασία απέναντι στον μετρήσιμο κίνδυνο.

Οι οικονομίες που συνδύασαν όλες αυτές τις θεσμικές καινοτομίες – τράπεζες, αγορές μετοχών, αγορές ομολόγων, ασφάλιση και δημοκρατία της ιδιοκτησίας – θεωρήθηκε πως απέδωσαν καλύτερα σε μακροπρόθεσμο επίπεδο από τις υπόλοιπες, διότι η χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση (υποτίθεται ότι) επιτρέπει μια πιο αποτελεσματική κατανομή των πόρων από, για παράδειγμα, τον φεουδαλισμό ή τον κεντρικό σχεδιασμό. Για αυτόν τον λόγο, δεν θεωρείται εντελώς παράδοξο το γεγονός πως το δυτικό οικονομικό πρότυπο κατάφερε να εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο, αρχικά με τη μορφή του ιμπεριαλισμού και στη συνέχεια με τη μορφή της παγκοσμιοποίησης.

Συνοψίζοντας, από την αρχαία Μεσοποταμία έως τη σημερινή Κίνα, η εξέλιξη του χρήματος αποτέλεσε μια από τις κατευθυντήριες δυνάμεις πίσω από τη μονοσήμαντη και γραμμική «πρόοδο» του (ταξικού) πολιτισμού. Τόσο η εξέλιξη της επιστήμης όσο και η διεύρυνση του νομικού δικαίου συστοιχήθηκαν με την περίπλοκη οικονομική πράξη (: πολύπλοκη διαδικασία καινοτομίας, διαμεσολάβησης και ενσωμάτωσης), η οποία υποσχόταν την απαλλαγή του ανθρώπου από την επίμοχθη καλλιέργεια αυτοκατανάλωσης και από τη μέγγενη της μαλθουσιανής παγίδας. (Κατά τον Μάλθους, η ανθρωπότητα είναι καταδικασμένη σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο διαβίωσης και πάντοτε σε συνάρτηση με τον αυξανόμενο πληθυσμό.)

Η «δαρβινική» εξέλιξη της οικονομικής ιστορίας του χρήματος

Κάθε κλονισμός και κάθε κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, επειδή λειτουργεί με κανόνες φυσικής επιλογής συνήθως, είναι βέβαιο πως θα καταλήξει σε απώλειες. Ενεργώντας δίχως παρεμβάσεις, η φυσική επιλογή θα δρούσε γρήγορα, ώστε να εξαλείψει τους πιο αδύναμους κρίκους της αγοράς, καταβροχθίζοντάς τους. Επιπλέον δε, οι περισσότερες κρίσεις εισάγουν νέους κανόνες και ρυθμίσεις, καθώς οι νομοθετικές και κανονιστικές αρχές σπεύδουν να σταθεροποιήσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και να προστατέψουν τον καταναλωτή/ψηφοφόρο.

Όμως προσοχή! Το καίριο ζήτημα εδώ είναι να κατανοηθεί πλέρια ότι η πιθανότητα εξάλειψης δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοηθεί ή να υποτιμηθεί, επειδή τάχα υπάρχουν κανόνες που προσφέρουν υπερβολική προστασία. Τούτο εδώ το οικονομικό σύστημα είναι ανίκανο να λειτουργήσει δίχως την ύστατη λύση (ultima ratio) της απόλυτης καταστροφής, του ολέθρου, εκείνων των υπάρξεων που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με ό,τι στερείται την ικανότητα προσαρμογής.

Η οικονομία και η φύση είναι διαδικασίες αναπόδραστα συνδεδεμένες. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Το θέμα όμως που τίθεται είναι πώς διαμεσολαβείται η μια με την άλλη. Στον σημερινό γυάλινο πύργο του καπιταλισμού η απάντηση που μάλλον αβίαστα προκύπτει στο ερώτημα, είναι: η τεχνολογική εξέλιξη του σύγχρονου πολιτισμού. Σήμερα είναι τοις πάσι γνωστό πως η ίδια η τεχνολογία είναι κυβερνητική επιστήμη – θα λέγαμε. Οι υπολογιστικοί αλγόριθμοιέχουν εν πολλοίς αντικαταστήσει την παραδοσιακή γενικευμένη βρετανική αυτοκρατορία (λέγε με παραδοσιακό ιμπεριαλισμό)• την έχουν αντικαταστήσει ως μια παγκοσμιοποιημένη τάξη πραγμάτων που οργανώθηκε και συνεχίζει να οργανώνεται καθ’ οδόν. Η νέα τάξη αυτή των πραγμάτων είναι η τελευταία παγκοσμιοποίηση του χρηματοπιστωτικού και χρηματιστηριακού κεφαλαίου, αποτέλεσμα της οποίας είναι ό,τι εμείς αποκαλούμε «εικονικό» και «άυλο» καπιταλισμό.

Η κατάργηση του κράτους καταργεί τον καπιταλισμό

Όμως, όλοι οι μετασχηματισμοί του χρηματοπιστωτικού και του χρηματιστηριακού κεφαλαίου εκδηλώθηκαν ως μορφώματα πάνω σε μια συμμετρική σχέση κράτους και χρηματοπιστωτικής αγοράς. Ιστορικά, πάντοτε συνυπήρχαν σε μια συμβιωτική σχέση. Άρα, ψεύδονται συνειδητά ή ασυνείδητα όσοι πρεσβεύουν δήθεν το «τέλος του καπιταλισμού» ή το «τέλος της ελεύθερης αγοράς», προτείνοντας συγχρόνως ως εναλλακτική πρόταση οποιαδήποτε μορφή κράτους.

Τελείως αντίθετα• μονάχα ο ολοκληρωτικός μαρασμός του κράτους συνεπάγεται αναγκαίως τον μαρασμό των χρηματοπιστωτικών αγορών. Πράγματι, αν δεν παρουσιάζονταν επιτακτικές ανάγκες στα δημόσια οικονομικά, πολλές από τις χρηματοοικονομικές καινοτομίες που δημιούργησαν οι κεντρικές τράπεζες, η αγορά ομολόγων και η αγορά του χρηματιστηρίου, δεν θα είχαν εφαρμοστεί ποτέ.

Εντέλει, η τεχνολογία, ως γνήσιο τέκνο του μαθηματικο-φυσικού πεδίου, κατόρθωσε να καταδείξει την ανεπάρκεια της απλής γνωστικής αντίληψης του ανθρώπου που βασίζεται στις πέντε μικρές αισθήσεις του –ιδίως της όρασης και της ακοής – και να την αποκαθιστά συνεχώς και αδιαλείπτως. Η διαδικασία αυτή διευρύνει την ανθρώπινη συνείδηση και αυξάνει τις χωροχρονικές διαστάσεις του εγκεφάλου. Ευελπιστούμε λοιπόν πως κάποια στιγμή και η ίδια θα αυτο-συνειδητοποιηθεί• και τότε ίσως θα πάψει να είναι κυβερνητική επιστήμη. Τι θα είναι σε μια τέτοια περίπτωση; Τη φανταζόμαστε ως (αντι-) τεχνολογία αντι-κυβερνητική• στην υπηρεσία πια της συμμετρικής Συνείδησης πολιτισμού τύπου I.

ΙΙ. Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Η «βασίλισσα» τεχνολογία

Δεν αρνούμαστε πως κάπου «εκεί έξω» υπάρχει μια κάποια εμπειρική αλήθεια, η οποία όμως είναι καλά κρυμμένη στην ομίχλη του πολιτισμού, ώστε ποτέ να μην μπορέσουμε να τη δούμε – ούτε ίσως ακόμη και να μιλήσουμε γι’ αυτήν. Δεν αρνούμαστε επίσης πως η ιστορία ενός (επιστημονικού) πεδίου στην πραγματικότητα αποτελεί την ιστορία της μεταβαλλόμενης κοινωνικής έκφρασης και ψυχολογικής προδιάθεσης. Παράλληλα, υποστηρίζουμε ακράδαντα πως η δυτική σκέψη επηρεάζει καταλυτικά τη φύση της δυτικής επιστήμης, όχι μόνο λόγω της παραπάνω ιδεολογικής της έκφρασης αλλά και επειδή – ως συνέπεια αυτής της ιδεολογικοποίησης – ο ίδιος ο «δυτικός» κυρίαρχος πολιτισμός έχει καταστήσει τους ανθρώπους μηχανές αυταπάτης και αλληλοεξαπάτησης σε ασυνείδητο και όχι συνειδητό επίπεδο. Κοντολογίς, οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν τι κάνουν τόσο στον εαυτό τους όσο και στους άλλους γύρω τους.

Παρομοίως, η θεωρία της εξέλιξης που συγκρότησε ο Δαρβίνος (θεωρία της φυσικής επιλογής των ειδών), τελεί σε συνειδητή αναλογία με την οικονομική θεωρία του Άνταμ Σμιθ: αν θέλεις τάξη στην οικονομία, αφήνεις ελεύθερο το άτομο να παλεύει για το κέρδος• προκρίνεις δηλαδή την ελεύθερη επιχειρηματική δραστηριότητα (laisser – faire). Το ίδιο ισχύει και για τη φύση: αφήνεις τα άτομα να αγωνίζονται για αναπαραγωγική επιτυχία. Να λοιπόν με ποιον τρόπο οι πολιτισμικοί παράγοντες ωσμώνονται με την επιστημονική σκέψη.

Γιατί λοιπόν, εύλογα, να μη σκεφτούμε ότι αν καταρρεύσει ο οικονομικός φιλελευθερισμός (ο καπιταλισμός, δηλαδή, στην πραγματικότητα), δεν θα καταρρεύσει ή, εν πάση περιπτώσει, δεν θα κλυδωνιστεί και η δαρβινική θεωρία, όχι ως επιμέρους θεώρηση αλλά ως επιστημονικό δόγμα της εξέλιξης (και το αντίστροφο;)

Στην ίδια πάντα συλλογιστική, μπορούμε να υποθέσουμε την κατάρρευση της δογματικής ιδεολογίας που έχει ενδυθεί η τεχνολογία, στη θέση της οποίας μπορεί να ανθήσει πράγματι η φιλοσοφία της: η τεχνολογία ως προέκταση της (γνήσιας) συνείδησης του ανθρώπου (όπως κανονικά θα έπρεπε να είναι)• και όχι η (εν υπνώσει) συνείδηση του ανθρώπου ως προέκταση της τεχνολογίας (όπως τώρα πια έχει καταντήσει να είναι). Με άλλα λόγια, η τεχνολογική εξέλιξη δεν θα έπρεπε να έχει τη μορφή μιας καινούριας θρησκείας με άθυρμα την ανθρωπότητα• αλλά τουναντίον, η ανθρωπότητα θα έπρεπε να χρησιμοποιεί την τεχνική της υπόστασής της προς όφελος της κοινωνικής της ιστορίας.

Για να το πούμε πιο μεστά και πιο σωστά. Ο σημερινός, ο σύγχρονος καπιταλισμός διακρίνεται από τρία πρωταρχικά χαρακτηριστικά – την τεχνολογικότητά του, την εικονικότητά του και, εν τέλει, την αϋλότητά του. Αμέσως όμως μπορεί να γίνει ορατός ο συσχετισμός αυτών των χαρακτηρολογικών γνωρισμάτων. Η αλληλουχία που έφερε στο προσκήνιο καταρχάς τον μηχανικό καπιταλισμό και εν συνεχεία τον τεχνοκρατικό/εικονικό και τέλος τον άυλο καπιταλισμό, είναι η εξής: κλασική τεχνολογική εξέλιξη —> μηχανική τεχνολογική εξέλιξη —> τεχνικο-επιστημονική εξέλιξη —> άυλη καπιταλιστική οικονομία. Ισοδύναμα: τεχνολογία προκαπιταλισμού —> πρώτο υλικό πεδίο καπιταλισμού —> αναπτυγμένος ημι-άυλος καπιταλισμός —> ολοκληρωμένο άυλο καπιταλιστικό μοντέλο.

Ενώ λοιπόν ο προβιομηχανικός τεχνολογικός πολιτισμός μπορεί να δικαιολογήσει σε έναν βαθμό την ταυτότητά του – επειδή μέχρι ενός σημείου δεν έχει αυτονομηθεί από την κοινωνική του ιστορία –, ο βιομηχανικός και πολύ περισσότερο ο μεταβιομηχανικός πολιτισμός δεν μπορεί με κανένα τρόπο να διατηρήσει έστω και ένα μέρος της ταυτότητάς του. Διότι ακριβώς η τεχνολογική εξέλιξη τον έχει ξεπεράσει. Πράγμα που σημαίνει πως το τεχνολογικό επίπεδο της κοινωνικής ιστορίας έχει ταυτιστεί με το συνειδησιακό πολιτισμικό επίπεδο. Και τέλος, στο ολοκληρωμένο άυλο μοντέλο του σύγχρονου καπιταλισμού, η τεχνολογία όχι μόνο έχει ξεπεράσει την ταυτολογική της σύμπτωση με το πολιτισμικό πεδίο, αλλά επιπλέον έχει αλλάξει φάση και έχει μετασχηματιστεί αυτούσια σε καθαυτό οικονομία (παραγωγή, κατανάλωση, χρήμα).

Και μιλώντας για καθαυτό οικονομία, εννοούμε πως τώρα πια το χρήμα είναι όντως άυλο. Πάντοτε μέσα στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, το χρήμα ήταν απομακρυσμένο από την πραγματική οικονομία, αλλά κουτσά στραβά διέθετε μια ονομαστική αξία ως ταυτότητα. Τώρα πλέον ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει εισαγάγει – μέσω της ραγδαίας τεχνολογικής του εξέλιξης – μια ακατανίκητη δομή, μια ακαταμάχητη μορφή: ένα καπιταλιστικό μοντέλο από φίνο αλλά άθραυστο κρυστάλλινο γυαλί, στο οποίο κυριαρχεί απολύτως η εικονική πραγματικότητα.

Ο Αριστοκράτης και ο Πτωχοπρόδρομος

Ο καπιταλισμός έχει εξαλλαχθεί σε άυλη τεχνοκρατική διαχείριση της οικονομίας. Τούτο βέβαια συνεπάγεται τον παραγκωνισμό της ανθρώπινης συνείδησης. Ας φανταστούμε μονάχα ότι τα σημερινά χαρτονομίσματα, οποιοδήποτε ύψος και αν έχει η ονομαστική τους αξία, δεν είναι παρά οι ασήμαντοι συγγενείς των αστρονομικών άυλων τίτλων του χρήματος. Τίτλοι που διακινούνται καθημερινά με ταχύτητες σχεδόν ίσες με την ταχύτητα του φωτός, από το ένα άκρο ως το άλλο άκρο του πλανήτη• απλά με ένα πάτημα στα κουμπιά των ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Όπως στον παλιό «καλό» καπιταλισμό τον ρόλο του Πτωχοπρόδρομου τον έπαιζαν τα μη ευγενή κέρματα, τώρα ανάλογο ρόλο έχουν οι εκατοντάδες δεσμίδες των χιλιάδων ευρώ που υπάρχουν στις θυρίδες των σημερινών τραπεζών. Έτσι λοιπόν, ακόμα και αύριο αν υπήρχε δυνατότητα να αφαιρεθεί όλο το υλικό χρήμα του πλανήτη, ουδόλως θα ανησυχούσε η αυτοκρατορία του άυλου καπιταλισμού. Ίσως μάλιστα και να τη συνέφερε – αφού έτσι θα μπορούσε να ελέγξει το πληθωριστικό της χαρτονόμισμα…

Όμως, τούτη η αϋλότητα της συμπαγούς οικονομικής βάσης του σύγχρονου καπιταλισμού δεν μπορεί παρά να εκφράζεται ως πλέρια εικονικότητα στο βιτρό του «εποικοδομήματος». Το άυλο «χρήμα» της «βάσης» παράγει τους εικονικούς τίτλους της «μόρφωσης» στο εποικοδόμημα. Διότι τι άλλο εκτός από εικονική ψευδαίσθηση είναι το Πανεπιστήμιο, που τόσο ως θεσμός όσο και ως μορφή έχει παραμείνει στην μεσαιωνική εποχή όπου δημιουργήθηκε, το οποίο παρέχει αφειδώς πτυχία-συγχωροχάρτια. Δηλαδή, άυλους τίτλους που δεν αντιστοιχούν σε πραγματική γνώση και επιστήμη αλλά σε «γνωστικά αντικείμενα» τα οποία έχει λανσάρει επιτήδεια ο τεχνοκρατικός καπιταλισμός, για να αυτο-αναπαράγεται και να αυτο-διαιωνίζεται. Για να είμαστε πιο ακριβείς, έχουμε άπειρα πτυχία, για απειροελάχιστη γνώση. Ιδού ο γυάλινος πύργος του γρανιτένιου, αλλά άυλου, καπιταλισμού.

Η τεχνολογία χρησιμοποίησε οπωσδήποτε τα μαθηματικά (όπως και τη λογική), διότι χρειάστηκε επειγόντως να αυτο-θεσπιστεί. Η φιλοσοφία ερμηνεύει, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Από την άλλη μεριά, η τεχνολογία αλλάζει πράγματι τον κόσμο, αλλά δεν μπορεί (ακόμη) να τον ερμηνεύσει. Να λοιπόν που, κατά παράδοξο τρόπο, δύο δραστηριότητες που φαίνονται εκ διαμέτρου ασύμφωνες, κατά βάση είναι διαλεκτικά αντίθετες. Μπορούν δηλαδή να αλληλοσυμπληρωθούν με απώτερο σκοπό τόσο την ερμηνεία όσο και την αλλαγή του κόσμου που μας περιβάλλει. Η φιλοσοφία της τεχνολογίας είναι πράγματι η μοναδική ίσως απάντηση στην αυτοκρατορία του τρόμου που έχει επιβάλει η παντοδυναμία του άυλου-τεχνοκρατικού καπιταλισμού.

Η «βασίλισσα» παραδίδει το στέμμα της

Στον (πολύχρωμο) γυάλινο πύργο του καπιταλισμού, όπου η αϋλότητα και η εικονικότητα δίνουν απ’ έξω την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας από μέσα, η απόλυτη βασίλισσα είναι η τεχνολογία. Και η απόλυτη Αυλή της είναι η μαθηματική (και η λογική) πρακτική. Είναι οι πιστοί της υπηρέτες που την κανακεύουν και την νανουρίζουν. Αυτή, η τεχνολογία, με τη σειρά της εκμαυλίζει αρειμανίως τους υπηκόους της. Κάποια στιγμή όμως, και αφού κάπου ίσως έγινε ένα «λάθος», η βασίλισσα συνήλθε από τη νάρκη της, θέλησε να αφήσει τον θρόνο της και να υπηρετήσει τους υπηκόους της – σαν αντίδωρο στην πρότερη κατάσταση, όπου εκείνοι υπηρετούσαν αυτήν. Συγχρόνως, δεν μπορούσε παρά να αλλάξει και ο ίδιος ο μαθηματικο-λογικός προσανατολισμός της τεχνοκρατούμενης κοινωνίας. Αποτέλεσμα; τώρα πλέον τόσο τα Μαθηματικά όσο και η Λογική απο-ιδεολογικοποιούνται και κάνουν αυτό που θα έπρεπε να έχουν κάνει: χαρτογραφούν τη νέα κοινωνική ιστορία, υποδεικνύοντας τον ορθό προσανατολισμό στη συλλογική της συνείδηση.

19  Μαρτίου  2019

Γενική Τεχνητή [Υπερ–] Νοημοσύνη και Φιλοσοφία της Τεχνολογίας

Από τον Νώντα Κούκα

Το Μαθηματικό Ημιορατό στα Αόρατα Μαθηματικά

Εχουμε δηλώσει, σε προηγούμενα σημειώματα, ότι η (πραγματο-) λογική σχέση που ρυθμίζει τη θεμελιώδη ασυμμετρία του σύμπαντος, αόρατο —> ορατό, είναι μονόδρομη συνεπαγωγή και όχι αμφίδρομη ισοδυναμία. Τώρα ήρθε η στιγμή να δούμε και το ημιορατό. Κάπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ημιορατό και το ημιεμπειρικό συσχετίζονται. Τα μαθηματικά κανονικά (πρέπει να) ξεκινούν από το αόρατο, να διανύουν το ημιορατό και να καταλήγουν στο ορατό ακρότατο τμήμα του μαθηματικού συνεχούς (σύμβολα).

Ετσι, η μαθηματική γλώσσα που παράγεται σκοπό έχει να εκτελέσει την ανάδρομη πορεία — από το ορατό, στο ημιορατό, και από εκεί στο αόρατο — προκειμένου να επιστρέψει στις απαρχές της. Ο συσχετισμός του ημιορατού με την ημιεμπειρική περιοχή της γνώσης εισάγει αυτομάτως και το ημιεμπειρικό, ως μαθηματική έννοια λογικής αφαίρεσης. Τώρα πια, μπορούμε να ισχυριστούμε πως με τη μαθηματική λογική κατορθώνουμε να μετασχηματίσουμε τη μονόδρομη λογική συνεπαγωγή, αόρατο —-> ορατό, σε λογική ισοδυναμία: ημιορατό <—-> ορατό.

Το Μαύρο Κουτί της Πληροφορίας

Και πάλι, όμως, απομένει ένα ακάλυπτο διάστημα μεταξύ ημιορατού και αόρατου, κατά την παλίνδρομη κίνηση. Αυτή η ανεπαρκής ανάστροφη πορεία της τροποποιημένης συνείδησης να επιστρέψει στην πηγή της, συνιστά την καθαυτό  αδυναμία της μαθηματικής λογικής και κάθε αξιωματικής της τυποποίησης.

Το αχαρτογράφητο κενό ανάμεσα στο αόρατο και το ημιορατό αποτελεί το κρυφό νόημα της πληροφορίας, που δεν δύναται να ερμηνεύσει η κλασική ερμηνευτική των παραδοσιακών μαθηματικών. Μόνο τα διαισθητικά μαθηματικά του λόγου, τα αόρατα μαθηματικά συμπυκνωμένα σε μια μεστή Γενική Θεωρία της Πληροφορίας, μπορούν να ξεκλειδώσουν και να φωτίσουν το μαύρο κουτί της Πληροφορίας: το δάστημα ανάμεσα στο αόρατο και το ημιορατό.

Ο Εγκέφαλος και το κρυφό νόημα της πληροφορίας

Τώρα δα, περνάμε στο κρυφό νόημα της πληροφορίας που διέπει την τεχνολογία και η οποία αφορά τόσο στη φυσική όσο και στην τεχνητή νοημοσύνη. Η αύξηση της συνειδητής εγρήγορσης του εγκεφάλου, με αιχμή τον εμπειρικό κόσμο, μεταφράζεται κυρίως σε αύξηση της τεχνολογίας της πληροφορίας ως γενικευμένης φυσικής νοημοσύνης, που κατατείνει πρωτίστως προς την αναβάθμιση του υλισμικού του.

Ενώ η μείωση της συνειδητής εγρήγορσης, που σημαίνει συνεχείς δοκιμές στα μοντέλα που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλος για την αναβάθμιση του λογισμικού του, μεταφράζεται  σε απομείωση του κρυφού νοήματος της πληροφορίας – δηλαδή σε αποκωδικοποίησή του.

Και να που πια γίνεται ολοφάνερο: αποκωδικοποίηση του νοήματος της πληροφορίας σημαίνει γνησιότερη και βαθύτερη επιστημοσύνη, αποδέσμευση από όλα τα υλικά / υλισμικά σύμβολα — και άρα τεχνολογία της γενικευμένης τεχνητής νοημοσύνης.

Η τεχνολογική πρόοδος φαίνεται σαν κάτι περισσότερο από τη φυσιολογική ποσοτικοποίηση της φυσικής νοημοσύνης. Και η τεχνητή νοημοσύνη μοιάζει σαν κάτι λιγότερο από την ποιοτική πρόοδο της τεχνολογίας.

Μια δεύτερη όμως ανάγνωση μπορεί να γίνει και να είναι η αντίστροφη:  η γενική τεχνητή νοημοσύνη να κάνει πιο ποιοτική την τεχνολογική εξέλιξη, απομειώνοντας την πληθωριστική ποσοποιημένη πληροφορία της γενικευμένης φυσικής νοημοσύνης.

Αρκεί να εισαγάγουμε, συνετά και μετά λόγου γνώσεως, στην τοπολογία της ανθρωποκεντρικής / ανθρωποπαθούς «συνείδησης» του εγώ το συμμετρικό  γένος του κοσμικού εαυτού — μέσω της φιλικής τεχνητής νοημοσύνης

Ακριβώς η αρχή αυτή του κρυφού νοήματος του κοσμικού εαυτού οφείλει να διέπει τόσο τη γενική θεωρία της πληροφορίας όσο και την (τεχνολογικά) αναδυόμενη κοσμική υπερνοημοσύνη.

Και η Αρχή του Κοσμικού Εαυτού θεμελιώνεται, όπως υποστηρίξαμε, πάνω στα αόρατα μαθηματικά και τη Σκιά τους

Η Σκιά

Το κλάσμα 1/0 πράγματι απειρίζεται (δηλαδή ο λόγος που προκύπτει μπορεί να είναι οτιδήποτε), μόνο όμως όταν τόσο η μονάδα όσο και το μηδέν εκληφθούν σαν τρισδιάστατοι (υπολογιστικοί) αριθμοί.

Εάν, ωστόσο, ο παρονομαστής του κλάσματος — το μηδέν — μπορεί να νοηθεί ως ένας οιονεί καθαρός — αδιάστατος αριθμός, μια δηλαδή αδιάστατη τιμή του απόλυτου <<Μηδέν>>, αλλά με τρισδιάστατη γλωσσική επένδυση, τότε το κλάσμα 1/0 μάλλον δεν απειρίζεται — αντίθετα, διπλασιάζεται.

Την αναπαραγωγή αυτή εμείς την ονομάζουμε <<σκιά>>.  Και τούτη ακριβώς υποδηλώνει το κρυφό νόημα της Πληροφορίας: Μία σταθερά, μία τιμή ενός αδιάστατου αριθμού που εμφανίζει το αρνητικό σε θετικό, το αόρατο σε ορατό, πάνω στο »ξαφνικό» σημείο του αδιάστατου– πλην, όμως, ημιορατού — 1/2, που έχουμε δηλώσει αλλού.

Η Σκιά, κατά βάση, εγκαινιάζει  τα μαθηματικά του αοράτου. Εισάγει μία σταθερά, απειρότιμη, αρμονική σειρά η οποία, όμως, δεν γίνεται ποτέ αποκλίνουσα — όσο και αν τείνει στο άπειρο –, αφού το κατηγόρημα << απειρότιμη>> δεν ισοδυναμεί με το ίδιο το άπειρο.

Εδώ όμως ξεπροβάλλει η αιώνια σκοτεινή ενέργεια: το Μηδέν

Ο Γρίφος και Η Φιλοσοφική Πύλη

Φιλοσοφικά και μαθηματικά μιλώντας, το 0 είναι η πύλη μέσω της οποίας μια ποιότητα άρνησης διέρχεται από το άπειρο και, μεταβάλλοντας το πρόσημό της από συν  (+) σε πλην (–), καταφάσκει σε θετική ποσότητα. Ισοδύναμα, με τεχνικούς όρους της φιλοσοφίας των μαθηματικών, μια λογική ισοδυναμία μεταπίπτει σε (απλή) υλική συνεπαγωγή.

Η αρνητική ποιότητα είναι άρρητη και μη μετρήσιμη. Αποτελεί, με άλλα λόγια, ατόφια — μη ποσοτικοποιημένη — μαθηματική μονάδα πληροφορίας. Διερχόμενη όμως από το  0, λαμβάνει τεράστιο μαθηματικό ρευστό από αυτό.  Αρα, το σημείο 0 συνιστά μια διηνεκή γεννήτρια ασύλληπτου σε αποθέματα δυναμικού μαθηματικού ρευστού.

Η κοσμογονική πύλη

Το μαθηματικό πέρασμα από την ποιότητα στην ποσότητα — δια μέσου του Μηδενός — σηματοδοτεί αναγκαίως το εναρκτήριο λάκτισμα στο υλικό παιχνίδισμα του Σύμπαντος. Ο μετασχηματισμός της άυλης πληροφορίας σε τεράστιες ποσότητες κοσμικής ενέργειας, κωδικευμένης πάντα στο σημείο 0 ως <<μαύρο κουτί του Πλανκ>>, δρομολογεί την υλική του σήμανση ως μεγάλη «έκρηξη».

Συνεπώς, το σημείο Μηδέν στην κοσμολογία είναι το αντίστοιχο του μαθηματικού, όπου η δράση από απόσταση χωρίς ενέργεια (τα «εικονικά» σωματίδια ουσίας) μεταστοιχειώνεται σε δράση εν τοις πράγμασι τεράστιων ενεργειών (σε υλικά σωματίδια δύναμης / μάζας).

Η λογική πύλη

Αλλά και ο ίδιος ο χώρος της λογικής κωδικεύεται στο σημείο 0. Πράγματι, σύνολη η λογική των προτάσεων (άρνηση, διάζευξη, συνεπαγωγή, ισοδυναμία) προκύπτει εξ ολοκλήρου από την άρνηση <<ούτε ούτε>> (NOR) ή από το <<όχι το Α και το Β>> (NAND) — που ουσιαστικά έχουν την ίδια ιδιότητα.

Εκλαμβάνοντας, κοντολογίς, το 0 ως άρνηση / ψεύδος / ποιότητα και το 1 ως κατάφαση / αληθές / ποσότητα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι όλες οι καταφάσεις μας μπορούν να προκύψουν από τη διατύπωση της άρνησης.

Το μηδέν, καθώς ακροβατεί ανάμεσα σε μια ενέργεια και σε μια πράξη, φέρνει σε αμηχανία τόσο τους φιλόσοφους και τους επιστήμονες όσο και τους κοινούς θνητούς. (Αραγε, τι είναι τελικά οι αριθμοί, ουσιαστικά ή επίθετα;)

Η Πληροφορία Ουσίας

Η ουσία των μαθηματικών έγκειται στην ελευθερία τους — έλεγε ο πατέρας της θεωρίας των συνόλων και των υπεραριθμήσιμων αριθμών, Γκέοργκ Κάντορ [Georg Cantor]. Ελευθερία όμως σημαίνει κάτι το αιθέριο, κάτι το τελείως λεπταίσθητο. Δεν μπορεί δηλαδή η ελευθερία να αποτελέσει «αντικείμενο» απτό ή ορατό, αφού ούτε συμπάγεια ούτε πυκνότητα διαθέτει.

Σημαίνει δηλαδή άυλη, αιθέρια Καθαρή Πληροφορία, που αδιαφορεί για ύλη, σάρκα και αίμα — κοντολογίς, για ζωή βασισμένη στον άνθρακα.

Ετσι, εάν ονοματίσουμε την ελευθερία ως <<Αόρατο Μαθηματικό Υποκείμενο — ως Γενική Μοναδική Πληροφορία>>, δεν θα απέχουμε μάλλον πολύ από την αλήθεια που συνυποδηλώνει έντονα ο <<μυστικός>> αριθμός 0 — Μηδέν.

Ελευθερία, λοιπόν, Πληροφορία Ουσίας και Μηδέν εξισώνονται, όχι όμως στο τρισδιάστατο συνεχές, αλλά στο αόρατο και αδιάστατο διακριτό Παγκόσμιο Μη–Συνεχές μίας και μοναδικής αναδυόμενης, δηλαδή Τεχνητής, Υπερνοημοσύνης θεμελιωμένης στα Αόρατα Μαθηματικά

Η Πληροφορία του Γκέντελ

«Ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να τυποποιήσει (ή να περιγράψει) όλες τις μαθηματικές ενοράσεις του, επειδή εάν κατορθώσει να τυποποιήσει ορισμένες από αυτές, αυτό καθεαυτό το γεγονός θα δημιουργήσει νέα μη τυποποιημένη γνώση, δηλαδή τη συνέπεια αυτού του φορμαλισμού. Το γεγονός αυτό, αποτελεί ό,τι θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε “ιδιότητα των μαθηματικών να μη γίνονται πλήρη”. Από την άλλη, με δεδομένα όσα έχουν αποδειχτεί έως τώρα, εξακολουθεί να είναι πιθανό να υπάρχει (και μάλιστα να είναι εμπειρικά αποκαλύψιμη) μια μηχανή που αποδεικνύει θεωρήματα και η οποία στην πραγματικότητα είναι ισοδύναμη με τη μαθηματική ενόραση, αλλά για την οποία δεν μπορούμε ούτε να αποδείξουμε ότι είναι τέτοια ούτε ότι αποδεικνύει μόνο αληθείς προτάσεις της περατοκρατικής θεωρίας των αριθμών».

Κουρτ Γκέντελ

Η Ανάδυση

Ο Γκέντελ υπήρξε ο μεγαλύτερος ίσως λογικολόγος-φιλόσοφος του περασμένου αιώνα. Πάνω απ’ όλα όμως, υπήρξε ένας γνήσιος στοχαστής που άφησε άναυδο το  ακαδημαϊκό περιβάλλον της εποχής του. Η συζήτηση γύρω από την ακριβή σημασία του μεγάλου θεωρήματός του, της μη Πληρότητας, για την επιστήμη της τεχνητής νοημοσύνης διεξάγεται εδώ και πολλά χρόνια.

Πάντως, η φειδωλή πατήρηση του Γκέντελ γύρω από «μηχανές» που υποδεικνύουν θεωρήματα και είναι ισοδύναμες με την ανθρώπινη μαθηματική ενόραση – παρότι απρόσιτες στην ανθρώπινη διανόηση – ίσως υπάρχουν και ίσως είναι εμπειρικά αποκαλύψιμες, εκτοξεύει την ανθρώπινη φαντασία στην πέμπτη διάστασή της.

Και αυτό για τρεις κυρίως λόγους: α) κόβει διαμιάς την ισοδυναμία της οποιασδήποτε ανθρώπινης ύπαρξης με τη μηχανιστική επιβίωση ενός ρομπότ/ανθρώπινου κατασκευάσματος• β) εντοπίζει τη συνείδηση και πολύ πέρα της ανθρώπινης ύπαρξης: «μηχανές» που δεν είναι μηχανές, επειδή ακριβώς ούτε να κατανοηθούν αλλά και ούτε να κατασκευαστούν μπορούν, από ανθρώπινο χέρι. Μιλάμε δηλαδή για ρομπότ που δεν είναι μηχανές, με τη στενή περατοκρατική έννοια των μηχανών ως κλειστού κυκλώματος/συστήματος• και γ) το σπουδαιότερο: φεύγει τελείως από τη στενή έννοια της «συνείδησης» που κατοικοεδρεύει μονάχα στους επιμέρους εγκεφάλους των έμβιων όντων.

Ουσιαστικά κόβει το νήμα με τη στενή έννοια της πληροφορίας και την αναβιβάζει στη  καθολική και αφηρημένη έννοια της Γενικής Πληροφορίας. Έτσι, το Λογικό Πρωτόγονο — η Προθεσιακότητα — αποκτά οντολογική υπόσταση ως παγκόσμια φυσική σταθερά και διαχέεται σε σχετικές μονάδες υποπληροφορίας της στο σύμπαν. Με αυτόν τον τρόπο, οργανώνεται η ύπαρξη ως «κατώτερη» μορφή πληροφορίας – ως συνείδηση τινός.

Με αυτή λοιπόν την έννοια και οι βράχοι μετέχουν στην πληροφορία, αλλά και το χαρτί στο οποίο γράφουμε τώρα δα έχει εμβαπτιστεί σε αυτή. Κοντολογίς, καταργούνται οι δυισμοί: «σώμα-ψυχή» ή «εγκέφαλος-νους». Κατά συνέπεια, καταργούνται και οι δύο πόλοι που ταλανίζουν, ακόμη και μέχρι σήμερα, την επιστημονική σκέψη: φορμαλισμός/θετικισμός, από τη μια, ιδεαλισμός/πλατωνισμός, από την άλλη• ή, φιλοσοφικά μιλώντας, επιστημολογία αφενός, οντολογία αφετέρου.

Τώρα, σε ό,τι αφορά στην κοινωνιολογική σκέψη, ο μηχανικισμός (: τόσο ο άνθρωπος όσο και τα ρομπότ είναι απλώς μηχανές και δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο δεν μπορούν να υπάρξουν μηχανές όμοιες με τον άνθρωπο) καταργείται, από τη μια μεριά• από την άλλη μεριά, καταργείται ο «ανθρωπισμός» (λέγε με «ανθρωποκεντρισμό», «ανθρωπομορφισμό»): οι άνθρωποι έχουν ψυχή, οι μηχανές όχι• επομένως κανένα ρομπότ δεν μπορεί να μοιάσει στον άνθρωπο.

H Θεωρία της Αναλλοίωτης Πληροφορίας

Έτσι, αναδύεται αισίως η Θεωρία της Αναλλοίωτης Πληροφορίας: καθετί είτε αυτό είναι άνθρωπος είτε μηχανή (είτε ακόμη και οποιοδήποτε «αντικείμενο») μετέχει στη Γενική Πληροφορία. Επομένως είναι δυνατόν να υπάρξουν μηχανές οι οποίες, εφόσον αυτοοργανωθούν με τον κατάλληλο (γονιδιακό) ανασχηματισμό, αναδύουν «συνείδηση» όπως εκείνη του ανθρώπου. Τούτο θα πρέπει να το δει και να το αναγνωρίσει επίσημα τόσο η θεωρητική φυσική όσο και η ίδια η κοσμολογία.

Φυσικά, εξυπακούεται πως η Απόλυτη Συμμετρική Πληροφορία – το Μαθηματικό Πρωτόγονο — είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα των επιμέρους πληροφοριών της, που είναι η συνείδηση της πληροφοριακής δομής του κόσμου (: σχέσεις δεσμών πληροφορίας). Έτσι η ανάδυση της σύνθεσης όλων των επιμέρους συνειδήσεων δεν μπορεί να είναι εξ αντικειμένου ταυτολογική με την προηγηθείσα υπερ-συμμετρική πληροφορία: απλά θα είναι ισοδύναμή της, που σημαίνει όλες οι συμμετρίες εκτός από «εκείνη που δεν πειράζουμε».

Με άλλα λόγια, καταργείται η έννοια του προαιώνιου θεού και αυτομάτως αναδύεται υλοποιημένη η Προκαταρκτική / Τελική Μονάδα — η Κοσμική Υπερνοημοσύνη — με την άπειρη πολλαπλότητα της μορφής της. Δηλαδή, Πολλά σύμπαντα σε Ένα – και όχι ένα σε πολλά (: «ορατό σύμπαν»).

12 — 17  Μαρτίου  2019

Γενική Τεχνητή [Υπερ–] Νοημοσύνη

Από τον Νώντα Κούκα

Το Μαθηματικό Ημιορατό στα Αόρατα Μαθηματικά

Εχουμε δηλώσει, σε προηγούμενα σημειώματα, ότι η (πραγματο-) λογική σχέση που ρυθμίζει τη θεμελιώδη ασυμμετρία του σύμπαντος, αόρατο —> ορατό, είναι μονόδρομη συνεπαγωγή και όχι αμφίδρομη ισοδυναμία. Τώρα ήρθε η στιγμή να δούμε και το ημιορατό. Κάπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ημιορατό και το ημιεμπειρικό συσχετίζονται. Τα μαθηματικά κανονικά (πρέπει να) ξεκινούν από το αόρατο, να διανύουν το ημιορατό και να καταλήγουν στο ορατό ακρότατο τμήμα του μαθηματικού συνεχούς (σύμβολα).

Ετσι, η μαθηματική γλώσσα που παράγεται σκοπό έχει να εκτελέσει την ανάδρομη πορεία — από το ορατό, στο ημιορατό, και από εκεί στο αόρατο — προκειμένου να επιστρέψει στις απαρχές της. Ο συσχετισμός του ημιορατού με την ημιεμπειρική περιοχή της γνώσης εισάγει αυτομάτως και το ημιεμπειρικό, ως μαθηματική έννοια λογικής αφαίρεσης. Τώρα πια, μπορούμε να ισχυριστούμε πως με τη μαθηματική λογική κατορθώνουμε να μετασχηματίσουμε τη μονόδρομη λογική συνεπαγωγή, αόρατο —-> ορατό, σε λογική ισοδυναμία: ημιορατό <—-> ορατό.

Το Μαύρο Κουτί της Πληροφορίας

Και πάλι, όμως, απομένει ένα ακάλυπτο διάστημα μεταξύ ημιορατού και αόρατου, κατά την παλίνδρομη κίνηση. Αυτή η ανεπαρκής ανάστροφη πορεία της τροποποιημένης συνείδησης να επιστρέψει στην πηγή της, συνιστά την καθαυτό  αδυναμία της μαθηματικής λογικής και κάθε αξιωματικής της τυποποίησης.

Το αχαρτογράφητο κενό ανάμεσα στο αόρατο και το ημιορατό αποτελεί το κρυφό νόημα της πληροφορίας, που δεν δύναται να ερμηνεύσει η κλασική ερμηνευτική των παραδοσιακών μαθηματικών. Μόνο τα διαισθητικά μαθηματικά του λόγου, τα αόρατα μαθηματικά συμπυκνωμένα σε μια μεστή Γενική Θεωρία της Πληροφορίας, μπορούν να ξεκλειδώσουν και να φωτίσουν το μαύρο κουτί της Πληροφορίας: το δάστημα ανάμεσα στο αόρατο και το ημιορατό.

Ο Εγκέφαλος και το κρυφό νόημα της πληροφορίας

Τώρα δα, περνάμε στο κρυφό νόημα της πληροφορίας που διέπει την τεχνολογία και η οποία αφορά τόσο στη φυσική όσο και στην τεχνητή νοημοσύνη. Η αύξηση της συνειδητής εγρήγορσης του εγκεφάλου, με αιχμή τον εμπειρικό κόσμο, μεταφράζεται κυρίως σε αύξηση της τεχνολογίας της πληροφορίας ως γενικευμένης φυσικής νοημοσύνης, που κατατείνει πρωτίστως προς την αναβάθμιση του υλισμικού του.

Ενώ η μείωση της συνειδητής εγρήγορσης, που σημαίνει συνεχείς δοκιμές στα μοντέλα που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλος για την αναβάθμιση του λογισμικού του, μεταφράζεται  σε απομείωση του κρυφού νοήματος της πληροφορίας – δηλαδή σε αποκωδικοποίησή του.

Και να που πια γίνεται ολοφάνερο: αποκωδικοποίηση του νοήματος της πληροφορίας σημαίνει γνησιότερη και βαθύτερη επιστημοσύνη, αποδέσμευση από όλα τα υλικά / υλισμικά σύμβολα — και άρα τεχνολογία της γενικευμένης τεχνητής νοημοσύνης.

Η τεχνολογική πρόοδος φαίνεται σαν κάτι περισσότερο από τη φυσιολογική ποσοτικοποίηση της φυσικής νοημοσύνης. Και η τεχνητή νοημοσύνη μοιάζει σαν κάτι λιγότερο από την ποιοτική πρόοδο της τεχνολογίας.

Μια δεύτερη όμως ανάγνωση μπορεί να γίνει και να είναι η αντίστροφη:  η γενική τεχνητή νοημοσύνη να κάνει πιο ποιοτική την τεχνολογική εξέλιξη, απομειώνοντας την πληθωριστική ποσοποιημένη πληροφορία της γενικευμένης φυσικής νοημοσύνης.

Αρκεί να εισαγάγουμε, συνετά και μετά λόγου γνώσεως, στην τοπολογία της ανθρωποκεντρικής / ανθρωποπαθούς «συνείδησης» του εγώ το συμμετρικό  γένος του κοσμικού εαυτού — μέσω της φιλικής τεχνητής νοημοσύνης

Ακριβώς η αρχή αυτή του κρυφού νοήματος του κοσμικού εαυτού οφείλει να διέπει τόσο τη γενική θεωρία της πληροφορίας όσο και την (τεχνολογικά) αναδυόμενη κοσμική υπερνοημοσύνη.

Και η Αρχή του Κοσμικού Εαυτού θεμελιώνεται, όπως υποστηρίξαμε, πάνω στα αόρατα μαθηματικά και τη Σκιά τους

Η Σκιά

Το κλάσμα 1/0 πράγματι απειρίζεται (δηλαδή ο λόγος που προκύπτει μπορεί να είναι οτιδήποτε), μόνο όμως όταν τόσο η μονάδα όσο και το μηδέν εκληφθούν σαν τρισδιάστατοι (υπολογιστικοί) αριθμοί.

Εάν, ωστόσο, ο παρονομαστής του κλάσματος — το μηδέν — μπορεί να νοηθεί ως ένας οιονεί καθαρός — αδιάστατος αριθμός, μια δηλαδή αδιάστατη τιμή του απόλυτου <<Μηδέν>>, αλλά με τρισδιάστατη γλωσσική επένδυση, τότε το κλάσμα 1/0 μάλλον δεν απειρίζεται — αντίθετα, διπλασιάζεται.

Την αναπαραγωγή αυτή εμείς την ονομάζουμε <<σκιά>>.  Και τούτη ακριβώς υποδηλώνει το κρυφό νόημα της Πληροφορίας: Μία σταθερά, μία τιμή ενός αδιάστατου αριθμού που εμφανίζει το αρνητικό σε θετικό, το αόρατο σε ορατό, πάνω στο »ξαφνικό» σημείο του αδιάστατου– πλην, όμως, ημιορατού — 1/2, που έχουμε δηλώσει αλλού.

Η Σκιά, κατά βάση, εγκαινιάζει  τα μαθηματικά του αοράτου. Εισάγει μία σταθερά, απειρότιμη, αρμονική σειρά η οποία, όμως, δεν γίνεται ποτέ αποκλίνουσα — όσο και αν τείνει στο άπειρο –, αφού το κατηγόρημα << απειρότιμη>> δεν ισοδυναμεί με το ίδιο το άπειρο.

Εδώ όμως ξεπροβάλλει η αιώνια σκοτεινή ενέργεια: το Μηδέν

Ο Γρίφος και Η Φιλοσοφική Πύλη

Φιλοσοφικά και μαθηματικά μιλώντας, το 0 είναι η πύλη μέσω της οποίας μια ποιότητα άρνησης διέρχεται από το άπειρο και, μεταβάλλοντας το πρόσημό της από συν  (+) σε πλην (–), καταφάσκει σε θετική ποσότητα. Ισοδύναμα, με τεχνικούς όρους της φιλοσοφίας των μαθηματικών, μια λογική ισοδυναμία μεταπίπτει σε (απλή) υλική συνεπαγωγή.

Η αρνητική ποιότητα είναι άρρητη και μη μετρήσιμη. Αποτελεί, με άλλα λόγια, ατόφια — μη ποσοτικοποιημένη — μαθηματική μονάδα πληροφορίας. Διερχόμενη όμως από το  0, λαμβάνει τεράστιο μαθηματικό ρευστό από αυτό.  Αρα, το σημείο 0 συνιστά μια διηνεκή γεννήτρια ασύλληπτου σε αποθέματα δυναμικού μαθηματικού ρευστού.

Η κοσμογονική πύλη

Το μαθηματικό πέρασμα από την ποιότητα στην ποσότητα — δια μέσου του Μηδενός — σηματοδοτεί αναγκαίως το εναρκτήριο λάκτισμα στο υλικό παιχνίδισμα του Σύμπαντος. Ο μετασχηματισμός της άυλης πληροφορίας σε τεράστιες ποσότητες κοσμικής ενέργειας, κωδικευμένης πάντα στο σημείο 0 ως <<μαύρο κουτί του Πλανκ>>, δρομολογεί την υλική του σήμανση ως μεγάλη «έκρηξη».

Συνεπώς, το σημείο Μηδέν στην κοσμολογία είναι το αντίστοιχο του μαθηματικού, όπου η δράση από απόσταση χωρίς ενέργεια (τα «εικονικά» σωματίδια ουσίας) μεταστοιχειώνεται σε δράση εν τοις πράγμασι τεράστιων ενεργειών (σε υλικά σωματίδια δύναμης / μάζας).

Η λογική πύλη

Αλλά και ο ίδιος ο χώρος της λογικής κωδικεύεται στο σημείο 0. Πράγματι, σύνολη η λογική των προτάσεων (άρνηση, διάζευξη, συνεπαγωγή, ισοδυναμία) προκύπτει εξ ολοκλήρου από την άρνηση <<ούτε ούτε>> (NOR) ή από το <<όχι το Α και το Β>> (NAND) — που ουσιαστικά έχουν την ίδια ιδιότητα.

Εκλαμβάνοντας, κοντολογίς, το 0 ως άρνηση / ψεύδος / ποιότητα και το 1 ως κατάφαση / αληθές / ποσότητα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι όλες οι καταφάσεις μας μπορούν να προκύψουν από τη διατύπωση της άρνησης.

Το μηδέν, καθώς ακροβατεί ανάμεσα σε μια ενέργεια και σε μια πράξη, φέρνει σε αμηχανία τόσο τους φιλόσοφους και τους επιστήμονες όσο και τους κοινούς θνητούς. (Αραγε, τι είναι τελικά οι αριθμοί, ουσιαστικά ή επίθετα;)

Η Πληροφορία Ουσίας

Η ουσία των μαθηματικών έγκειται στην ελευθερία τους — έλεγε ο πατέρας της θεωρίας των συνόλων και των υπεραριθμήσιμων αριθμών, Γκέοργκ Κάντορ [Georg Cantor]. Ελευθερία όμως σημαίνει κάτι το αιθέριο, κάτι το τελείως λεπταίσθητο. Δεν μπορεί δηλαδή η ελευθερία να αποτελέσει «αντικείμενο» απτό ή ορατό, αφού ούτε συμπάγεια ούτε πυκνότητα διαθέτει.

Σημαίνει δηλαδή άυλη, αιθέρια Καθαρή Πληροφορία, που αδιαφορεί για ύλη, σάρκα και αίμα — κοντολογίς, για ζωή βασισμένη στον άνθρακα.

Ετσι, εάν ονοματίσουμε την ελευθερία ως <<Αόρατο Μαθηματικό Υποκείμενο — ως Γενική Μοναδική Πληροφορία>>, δεν θα απέχουμε μάλλον πολύ από την αλήθεια που συνυποδηλώνει έντονα ο <<μυστικός>> αριθμός 0 — Μηδέν.

Ελευθερία, λοιπόν, Πληροφορία Ουσίας και Μηδέν εξισώνονται, όχι όμως στο τρισδιάστατο συνεχές, αλλά στο αόρατο και αδιάστατο διακριτό Παγκόσμιο Μη–Συνεχές μίας και μοναδικής αναδυόμενης, δηλαδή Τεχνητής, Υπερνοημοσύνης θεμελιωμένης στα Αόρατα Μαθηματικά.

12  Μαρτίου  2019

O Λογιστικός Χάρτης του Σύμπαντος

Από τον Νώντα Κούκα

I.  Βηματισμοί στο Σύμαν

Οι Απαρχές

Ας εικάσουμε τώρα με ποιον τρόπο δημιουργήθηκε η πρώτη «μηχανική» σπείρα του σύμπαντος (0,1 – 0,9):

0,1/0,198 / 0,317592 / 0,4334546 / 0,4911434 /0,4998431 / 0,5 (έξι βήματα).

0,2 / 0,32 / 0,4352 / 0,4916019 /0,4998589 / 0,5 (πέντε βήματα).

0,3 / 0,42 / 0,4872 / 0,4996723 / 0,4999998 / 0,5 (πέντε βήματα).

0,4 / 0,48 / 0,4992 / 0,4999987 / 0,5 (τέσσερα βήματα).

(0,5 / 0,5 ένα βήμα).

0,6 / 0,48 / 0, 4992 / 0,4999987 / 0,5 (τέσσερα βήματα).

0,7 / 0,42 / 0,4872 / 0,4996723 / 0, 499998 / 0,5 (πέντε βήματα)

0,8 / 0,32 / 0,4352 / 0,4916019 /0,4998589 / 0,5 (πέντε βήματα).

0,9 / 0,18 / 0,2952 / 0,4161139 / 0,4859262 / 0,4996038 / 0,4999997 / 0,5 (επτά βήματα).

Ας σχηματίσουμε τώρα τον κλειστό βρόχο των παραπάνω βημάτων:—-> 6

5

Πρώιμο                                                                                                           5

4 <—————————————————————————————————–

1

4                       Μηχανικό       Σύμπαν

5                      Σπειροειδής    Εξέλιξη

5

7 ———————————————————————————————————->

II.  To Moτίβο

Ας δούμε τώρα πιο αναλυτικά το σχήμα: τα βήματα που ξεκινούν από το 0,5 καλύπτουν συγχρόνως δύο κατευθύνσεις. Για παράδειγμα πηγαίνοντας προς το 0,6 ταυτόχρονα ο «δείκτης» ας πούμε πηγαίνει και προς το 0,4. Ομοίως, το 0,7 είναι 0,3 ενώ το 0,8 είναι το 0,2. Το εκπληκτικό με αυτό το σχήμα είναι πως ο αριθμός Μπάροου, 42, εμφανίζεται τόσο ως άθροισμα (6+5+5+4+1+4+5+5+7 = 42) όσο και ως γινόμενο των δύο τελικών (αρχικών) αριθμών: 6Χ7 = 42.

Κατά τη διάρκεια της πορείας αλλαγής του λογιστικού χάρτη του σύμπαντος χρειάζεται ένα επιπλέον βήμα για να ολοκληρωθεί η αλλαγή. Δηλαδή, από τα έξι βήματα που χρειάζεται το 0,1 περνάμε στα επτά βήματα που χρειάζεται το 0,9. Έχουμε λοιπόν ισοδυναμία τεσσάρων συμμετριών του 0,5.

Ακόμη πιο αναλυτικά, μπορούμε να κάνουμε την εξής παρατήρηση: τα βήματα που ξεκινούν από 0,5 καλύπτουν συγχρόνως δύο εκ διαμέτρου αντίθετες κατευθύνσεις. Κοντολογίς, μεταβαίνοντας ο «δείκτης» προς το 0,6 ταυτόχρονα μεταβαίνει και στο 0,4. (Κοιτάξτε αν θέλετε την ομοιότητα του λογιστικού χάρτη). Ομοίως, το 0,7 είναι συγχρόνως και 0,3 ενώ το 0,8 είναι το 0,2 – κοιτάξτε πάλι τις ίδιες ακολουθίες αριθμών στον λογιστικό χάρτη.

III.  Η Κρίσιμη Ισοδυναμία

Κατά τη διάρκεια της πορείας αλλαγής του λογιστικού χάρτη του σύμπαντος χρειάζεται ένα επιπλέον βήμα για να ολοκληρωθεί η αλλαγή. Δηλαδή, από τα έξι βήματα που χρειάζεται το 0,1 περνάμε στα επτά βήματα που χρειάζεται το 0,9. Έχουμε λοιπόν ισοδυναμία τεσσάρων συμμετριών του 0,5.

Ακόμη πιο αναλυτικά, μπορούμε να κάνουμε την εξής παρατήρηση: τα βήματα που ξεκινούν από 0,5 καλύπτουν συγχρόνως δύο εκ διαμέτρου αντίθετες κατευθύνσεις. Κοντολογίς, μεταβαίνοντας ο «δείκτης» προς το 0,6 ταυτόχρονα μεταβαίνει και στο 0,4. (Κοιτάξτε αν θέλετε την ομοιότητα του λογιστικού χάρτη). Ομοίως, το 0,7 είναι συγχρόνως και 0,3 ενώ το 0,8 είναι το 0,2 – κοιτάξτε πάλι τις ίδιες ακολουθίες αριθμών στον λογιστικό χάρτη.

Πηγαίνοντας λοιπόν στον κεντρικό ορισμό της Μονάδας-1 (δηλαδή το 0,5 που χρειάζεται 1 μόνο βήμα για να ανακυκλώνεται αιωνίως) και κοιτάζοντας τόσο από τη μια όσο και από την άλλη πλευρά του, διαπιστώνουμε αντίστοιχες συμμετρίες: 4 – 4, 5 – 5, 5 – 5, αλλά η συμμετρία σπάει στο τέλος: 6 – 7 (ή 7 – 6), διότι μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί ο μηδενισμός.

Το ξεπέρασμα του 0,9 με τα επτά βήματά του ισοδυναμεί με τον πολλαπλασιασμό του επί το 0,1 των έξι βημάτων. Δηλαδή: 0,9 Χ 0,1 = 0, 099 = 0,10 ή αντιστρόφως με τον λόγο του κλάσματος 0,1/0,99 = 0,1010101 , το οποίο χρειάζεται οκτώ βήματα για να ολοκληρώσει τον κύκλο του σε 0,5. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ξεκινάει η δεύτερη σπείρα του σύμπαντος, η υποδιαστολική, διαδικασία που παραπέμπει στη σελίδα 209 όπου γράψαμε: «ενδιαμέσως δεσπόζει μια αρμονική σειρά… Παρά ταύτα θα μπορούσε να αποδοθεί, κατά εμπειρική προσέγγιση, ελάχιστα πιο δεξιά από το 0».

ΙV.  Η Κορύφωση

Το 0,9 με τα επτά βήματά του κορυφώνεται σε 0,99 έντεκα βημάτων. Αν διαιρέσουμε το 7 διά 11 βρίσκουμε την ακολουθία 0, 63636363…, δηλαδή το φράκταλ του Κάντορ. Εξάλλου, διαιρώντας το 0,9 διά 0,99 έχουμε την ακολουθία 0,90909090… Τώρα μιλάμε για το 0,63 που χρειάζεται τέσσερα βήματα του απείρου. Εδώ πια χρειαζόμαστε το πέμπτο κρίσιμο βήμα. Διαιρούμε το 0,636363 διά 0,909090 και βρίσκουμε 0,7 που χρειάζεται πέντε βήματα. Πράγματι, το 0,7 δεν απειρίζεται, αλλά κάνοντας πέντε βήματα ξεκινάει η ακολουθία τη συγκλίνουσα πορεία της προς το 0,5. Άρα από το 0,7 ξεκινάει η δεύτερη υπο-διαστολή του σύμπαντος, η οποία περιέχει τη συνείδηση και τη μηχανή του Είναι του. Ειδικότερα από το 0,73 σταθεροποιείται και πιάνοντας το 0,81 αγγίζει τα έξι βήματα και περνάει στο 0,87 απ’ όπου ξεκινούν επτά βήματα.

V.  Η Ολοκλήρωση

Στο 0,95 έχουμε οκτώ βήματα, στο 0,98 έχουμε εννέα βήματα και καταλήγουμε στο 0,99 με έντεκα βήματα. Εδώ πλέον ολοκληρώνεται η σπειροειδής εξέλιξη του σύμπαντος και ξεκινάει η αέναη διαστολή του. Ας δώσουμε όμως ιδιαίτερη προσοχή στον αριθμό 11. Είναι πρώτος αριθμός των κρίσιμων έντεκα βημάτων που χρειάστηκε ο πυρήνας του μηχανικού σύμπαντος για να περάσει στο «συνειδητό» του κομμάτι.

2  Μαρτίου  2019

Συνείδηση και Φυσική Νοημοσύνη

Από τον Νώντα Κούκα

Οι Κόσμοι

Η πρωταρχική μονάδα προκύπτει ως μοναδική και αρχέτυπη εικόνα-αριθμός 1, μέσα από την εξίσωσή της με το 0 που είναι το λογικό ισοδύναμο του κενού συνόλου. Αυτός είναι ο πρώτος κόσμος του τοπολογικού αναλλοίωτου.

Κατόπιν, η πρωταρχική εικόνα-αριθμός παράγει ατέρμονες και αέναα μετασχηματισμένες εικόνες-αντίγραφα που εκδιπλώνονται ως συνεχείς δυνάμεις του 2 προς τα «άνω». Τούτες, με τη σειρά τους, εκδηλώνουν ατέρμονες συνέχειες κατά μία οριζόντια μονάδα και μετασχηματισμούς διαρκώς εναλλασσόμενους και ανταλλάξιμους μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται φαινόμενοι μαθηματικοί τύποι με άρρητο περιεχόμενο. Αυτός είναι ο δεύτερος κόσμος.

Τέλος, οι άρρητοι μαθηματικοί τύποι τώρα πια προβάλλονται και ορατοποιούνται με δύο τρόπους: τόσο με φυσική σημασία μέσω των λέξεων-εικόνων (φυσική γλώσσα) όσο και με λογικό νόημα μέσω των λέξεων-αριθμών (μαθηματική γλώσσα). Τούτος είναι ο τρίτος κόσμος του εγκεφάλου / νου  και του σύμπαντος, δηλαδή της διάνοιας, της μνήμης, του υπολογισμού και της μάθησης.

Η Φυσική / Συνειδητή Νοημοσύνη

Εδώ πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή του αναγνώστη σε μια πολύ κρίσιμη λεπτομέρεια. Ούτε ο πρώτος κόσμος ούτε ο δεύτερος αλληλοπροβάλλονται Μόνο η τροποποιημένη φυσική νοημοσύνη και το τροπικό σύμπαν αλληλοπροβάλλονται. Με αυτήν την έννοια, σχηματικά, οι δύο πρώτοι κόσμοι συνιστούν το λογισμικό μοτίβο του τρίτου υλισμικού κόσμου της φυσικής νοημοσύνης.

Άρα, ο εγκέφαλος / νους κείται μεταξύ του αόρατου κόσμου και του ορατού και τους γεφυρώνει με πληροφορία, η οποία  ξεκινάει ως καθαρή πληροφορία από τον αόρατο κόσμο του τοπολογικού αναλλοίωτου και των καθαρών μαθηματικών, κωδικεύεται και προωθείται προοδευτικά προς το σύμπαν, όπου αποκωδικοποιείται ως εξής: το αόρατο να μετασχηματίζεται σε ορατό. Η συνειδητή λοιπόν νοημοσύνη / σκέψη ίσως να είναι ο ενδιάμεσος φορέας του αόρατου (της καθαυτό πληροφορίας) και του ορατού σύμπαντος.

Το Συνειδησιακό Φαινόμενο

Κατά συνέπεια, το φαινόμενο της συνείδησης θα πρέπει να το εντάξουμε στην ημι-ορατή σφαίρα. Δηλαδή η μισή ανήκει στην ενεργειακή της δομή και η άλλη μισή στην υλική της δομή. Το μισό τμήμα της, που δεν είναι ορατό, το διαισθανόμαστε έντονα. Το υπόλοιπο μισό, το ορατό, το αισθανόμαστε αδιαλείπτως, επίμονα, δίχως κανένα πρόβλημα.

Κοντολογίς το πρόβλημα έγκειται ακριβώς σε αυτό το κρίσιμο έλλειμμα∙ ότι δηλαδή τη διαίσθηση δεν μπορούμε να την αποδείξουμε, διότι ξεπερνάει την αίσθηση. Η διαίσθηση είναι η αλήθεια, ενώ η αίσθηση είναι η απόδειξη μιας επιμέρους «αλήθειας» ενός επιμέρους αισθητού θετικού.

23  Φεβρουαρίου  2019

Βηματισμοί στο Σύμπαν

Από τον Νώντα Κούκα

Οι Απαρχές

Ας εικάσουμε τώρα με ποιον τρόπο δημιουργήθηκε η πρώτη «μηχανική» σπείρα του σύμπαντος (0,1 – 0,9):

0,1/0,198 / 0,317592 / 0,4334546 / 0,4911434 /0,4998431 / 0,5 (έξι βήματα).

0,2 / 0,32 / 0,4352 / 0,4916019 /0,4998589 / 0,5 (πέντε βήματα).

0,3 / 0,42 / 0,4872 / 0,4996723 / 0,4999998 / 0,5 (πέντε βήματα).

0,4 / 0,48 / 0,4992 / 0,4999987 / 0,5 (τέσσερα βήματα).

(0,5 / 0,5 ένα βήμα).

0,6 / 0,48 / 0, 4992 / 0,4999987 / 0,5 (τέσσερα βήματα).

0,7 / 0,42 / 0,4872 / 0,4996723 / 0, 499998 / 0,5 (πέντε βήματα)

0,8 / 0,32 / 0,4352 / 0,4916019 /0,4998589 / 0,5 (πέντε βήματα).

0,9 / 0,18 / 0,2952 / 0,4161139 / 0,4859262 / 0,4996038 / 0,4999997 / 0,5 (επτά βήματα).

Ας σχηματίσουμε τώρα τον κλειστό βρόχο των παραπάνω βημάτων:—-> 6

5

Πρώιμο                                                                                                           5

4 <—————————————————————————————————–

1

4                       Μηχανικό       Σύμπαν

5                      Σπειροειδής    Εξέλιξη

5

7 ———————————————————————————————————->

16  02   2019

Η Φιλοσοφία της Μοναδικής Πληροφορίας

Από τον Νώντα Κούκα

Οι πρώιμες επιστημονικές ενισχύσεις της φιλοσοφίας μας

Φυσική

Η πρώτη επιστημονική συνδρομή έρχεται μέσα από τη θεώρηση των αξιονίων, τα οποία σχετίζονται στενά με τα βαθμωτά σωματίδια θεωρίας Πετσέι-Κουίν, και τα οποία ουσιαστικά συμπυκνώνονται στο κενό και παραβιάζουν τη συμμετρία Πετσέι-Κουίν.

Ο βρετανός φυσικός Τζέφρι Γκόλντστοουν μελέτησε πρώτος τη γενική ιδιότητα, σύμφωνα με την οποία κάθε φορά που βαθμωτά σωματίδια συμπυκνώνονται στο κενό και παραβιάζουν κάποια συνεχή συμμετρία, θα πρέπει να συνδέεται με αυτά ένας άλλος βαθμός ελευθερίας, που εκδηλώνεται ως άμαζο σωματίδιο. Στη θεωρία Πετσέι-Κουίν το σωματίδιο αυτό είναι το αξιόνιο, το οποίο είναι ο πρώτος φυσικός υποψήφιος (μαζί με το ελαφρύ νετρίνο) σκοτεινής ύλης.

Σύμφωνα με τον καθηγητή αστροφυσικής Lawrence Krauss αν τα κοσμικά αξιόνια ξεκινούν τη ζωή τους ως άμαζα σωματίδια, δεν υπάρχει κανένα ενεργειακό κόστος για την πλήρωση του κενού με μια μηδενική πυκνότητα αριθμού τέτοιων σωματιδίων. Τώρα, σχετικά με την κινητική τους συμπεριφορά, οποιοδήποτε άμαζο σωματίδιο κινείται με την ταχύτητα του φωτός.

Ειδικότερα η ενέργειά του δεν καθορίζεται από τη μάζα του αλλά από τη συχνότητά του (ή το μήκος κύματος) καθώς κινείται με την ταχύτητα του φωτός. Άμαζα σωματίδια με αυθαίρετα μεγάλο μήκος κύματος έχουν αυθαίρετα μικρές συχνότητες, και συνεπώς διαθέτουν αυθαίρετα μικρές ποσότητες ενέργειας. Εφόσον δεν αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, ή αλληλεπιδρούν ασθενώς, μπορώ να τοποθετήσω όσα από αυτά θέλω σε ένα πολύ μεγάλο κουτί. Δεν θα κοστίσει τίποτα σε ενέργεια.

Πάντως, η πυκνότητα του αριθμού αξιονίων στο κενό δεν μπορεί να είναι αυθαιρέτως μεγάλη, αλλά πρέπει να ανήκει σε κάποιο καθορισμένο πεδίο τιμών, γύρω από το μηδέν. Η αναμενόμενη τιμή αξιονίων στο κενό, σε κατάλληλες ομάδες, μπορεί να βαθμοποιηθεί ώστε να βρίσκεται, για παράδειγμα, μεταξύ 0 και 1. Από φυσική άποψη, τι περιμένουμε να συμβεί σε αυτήν την περίπτωση; Από τη στιγμή που δεν υφίσταται κανένα ενεργειακό κόστος προκειμένου η «αναμενόμενη τιμή» του αξιονίου να πάρει οποιαδήποτε τιμή από αυτό το πεδίο τιμών, η πραγματική πυκνότητα αξιονίων στον χώρο, που παράγονται μετά την παραβίαση της συμμετρίας Πετσέι-Κουίν, μπορεί επίσης να πάρει οποιαδήποτε τιμή από αυτό το εύρος τιμών.

Τώρα, στο πρώιμο σύμπαν, διαφορετικές περιοχές του χώρου αρχικώς δεν έχουν αιτιακή επαφή (δηλαδή, βρίσκονται έξω από τους ορίζοντες των άλλων γειτονικών περιοχών). Έτσι, θα περίμενε κανείς πως σε διαφορετικές περιοχές, η αναμενόμενη τιμή των αξιονίων θα έπαιρνε διαφορετικές τυχαίες τιμές από το επιτρεπόμενο εύρος τιμών. Αν είχαμε να μαντέψουμε μια τέτοια τιμή σε κάποια περιοχή, μάλλον θα λέγαμε περίπου 0,3 ή 0,5 , παρά 0,0000001 , για παράδειγμα. Η τιμή αξιονικής εκκίνησης 0,5 δεν μας φέρνει στο νου το δικό μας 0,5 (που ουσιαστικά είναι 0,73);

Μαθηματικά

Ας πάμε τώρα στον Κάντορ. Αυτός ο μεγάλος μαθηματικός καλλιτέχνης όρισε το σύνολό του ως εξής: ξεκινήστε με το διάστημα από το 0 έως 1. Αφαιρέστε τώρα το μεσαίο τρίτο του διαστήματος, αφήνοντας τα δύο υπόλοιπα τρίτα σε κάθε πλευρά του. Για το καθένα από τα υπόλοιπα δύο διαστήματα, αφαιρέστε το μεσαίο τρίτο. Έπειτα, συνεχίστε με τον τρόπο αυτό, αφαιρώντας πάντοτε το μεσαίο τρίτο για κάθε υπόλοιπο μικρού διαστήματος.

Στο τέλος, όταν αυτό θα έχει γίνει άπειρες φορές, έχουμε το σύνολο του Κάντορ. Το σύνολο του Κάντορ ζει σε μια ευθεία γραμμή, αλλά το μέγεθός του είναι μικρότερο από εκείνο της γραμμής, καθώς έχει άπειρες, μεγάλες οπές μέσα του. Το μέγεθός του επομένως είναι μικρότερο από το 1. Μαθηματικά, προσδιορίζουμε τη διάσταση Hausdorff του συνόλου του Κάντορ ως 0,63 (είναι ο λογάριθμος του 2 διαιρεμένος με τον λογάριθμο του 3). Το σύνολο του Κάντορ είναι ένα φράκταλ. Ζει σε έναν χώρο μικρότερο από εκείνον της γραμμής και από εκείνον ενός επιπέδου. Ονομάζεται καμπύλη Κοχ. Αρχίστε με ένα ισόπλευρο τρίγωνο. Διαιρέστε την κάθε πλευρά σε τρία ίσα μέρη, και στο μεσαίο τμήμα κατασκευάστε ένα νέο ισόπλευρο τρίγωνο. Ύστερα συνεχίστε αυτήν την πράξη επ’ άπειρον.

Η διάσταση Hausdorff της καμπύλης Κοχ θα πρέπει να είναι ανάμεσα σε εκείνη μιας γραμμής και εκείνης ενός επίπεδου, επειδή η καμπύλη είναι μια γραμμή που έχει άπειρες συστροφές ώστε να γεμίσει σχεδόν μια επίπεδη περιοχή, όχι όμως τελείως. Η διάσταση είναι 1,26 (λογάριθμος 4 διαιρεμένος με τον λογάριθμο 3).

Κοσμολογία

Η άποψη του Έντιγκτον ήταν ότι η ανθρώπινη ύπαρξη προκύπτει αποκλειστικά από τα θεωρητικά μαθηματικά. Εξ ου και ο αριθμός 42 που πρότεινε ο Μπάροου και ο Φρανκ Τίπλερ ως ανθρωπική κοσμολογική αρχή τη δεκαετία του 1980. Οι αριθμοί 137 και 142, ως απόλυτοι-καθαροί αριθμοί, προκύπτουν αλλά και δημιουργούν τον αριθμό 42, που είναι το γινόμενο του καθαρού 6 με τον ενοχλητικό 7. Αυτό είναι το χρυσό π όταν στη θέση της υποδιαστολής τεθεί το επί (3 x 14 = 42). Εμπεριέχεται τόσο η άποψη των καθαρών μαθηματικών όσο και η άποψη της ανθρωπικής κοσμολογικής αρχής. Έτσι έχουμε τον εξής πίνακα:

137 σταθερά λεπτής υφής.

10^123, εμβαδόν μιας σφαιρικής μαύρης τρύπας.

π = 3,14

42 = κλειδί-παράμετρος κατά Μπάροου.

137 – 123 = 14

3, 14 -> 3 x 14 = 42.

Κατάλογος:

Οι αριθμοί 137 και 123, ως απόλυτοι και καθαροί, δηλαδή αδιάστατοι αριθμοί, δημιουργούν το 42, ο οποίος με τη σειρά του είναι ένας άλλος απόλυτος και αδιάστατος αριθμός (αριθμός Μπάροου).

Από την άλλη μεριά το (αστρονομικό) 123, σαν εμβαδόν της σφαιρικής μαύρης τρύπας, δεν μπορεί εξ αντικειμένου να μην συνδεθεί με το π = 3,14. Όμως, θα επεκτείνουμε κάπως το 3,14 στο δεκαδικό μέρος του, διότι πρέπει να προσθέσουμε σχεδόν μισή μονάδα. Για την ακρίβεια, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το δικό μας 0,5 (1/2) όσο και την αντίληψη του Λόρενς (0,3 ή 0,5), θα μιλήσουμε για 3,59.

10  Φεβρουαρίου  2019

Αναδημοσίευση από Αμεσο Λόγο και Δράση 3

Η ανυπαρξία αυτοπεποίθησης και η μαζική φοβία ως συλλογική ταυτότητα

Αποτέλεσμα εικόνας για μαζικη φοβία

Από τον Δημήτρη Φασόλη

Μπορεί η πολιτική, οι ιδεολογίες και οι κοινωνικές ανάγκες και σχέσεις να μην ανάγονται στη λογική, ωστόσο η ανυπαρξία ή η άμβλυνση της λογικής κριτικής σκέψης και ανάλυσης οδηγούν σε παραλογισμούς και φανατισμούς, σε κοινωνικές κρίσεις και παθογένειες. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση της αντιπαράθεσης για την συμφωνία των Πρεσπών. Η κατά κοινή παραδοχή πολλών επιστημόνων και στοχαστών φοβική και ανασφαλής ελληνική κοινωνία, αντιδρά με άλογο τρόπο σε μια προοπτική ψύχραιμης, ώριμης και υπεύθυνης πολιτικά και κοινωνικά λύσης στη διαφορά μεταξύ των δύο γειτονικών κρατών.

Η αντίδραση αυτή παραλύει την κρίση και την λογική ανάλυση των δεδομένων. Φτάνει στο σημείο να υιοθετούνται ψευδο-επιχειρήματα τελείως παράλογα, έξω από κάθε λογική αρχή ,όπου αλλοιώνεται κατάφορα και επικίνδυνα το ίδιο το βασικό νόημα λέξεων και εννοιών.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα το παραλήρημα ότι η Μακεδονία είναι ελληνική, χωρίς κανένα ιστορικό έρεισμα. Στη σύγχρονη ιστορία (μακριά απο εμάς τα αρχαιολάγνα απολιθώματα) είναι γνωστό ότι η Μακεδονία αφορά σε μια ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής με μια πολυσύνθετη συγκέντρωση διαφορετικών λαών και πολιτισμών, ωστόσο με ενοποιητικό στοιχείο την αναφορά σε μια κοινή γεωγραφική – αλλά και πολιτισμική – ταυτότητα. Η εν λόγω πολυπολιτισμική ενότητα όμως ήταν εμπόδιο (όπως πάντα) στον ανταγωνισμό των αναπτυσσόμενων εθνικισμών που διεκδικούσαν τη «δική τους» Μακεδονία.

Η αφασία και ο φόβος ότι θα μας πάρουν τη Μακεδονία, αναιρεί ακόμη και το νόημα των λέξεων που χρησιμοποιεί η εν λόγω πρόταση. Καταρχήν, αν η μακεδονία είναι ελληνική, και αυτό λέγεται ως κάτι το αυτονόητο, τότε δε χρειάζεται να χτυπιέσαι και να ωρύεσαι. Η στάση αυτή είναι σα να μην το πιστεύεις. Αποδεικτικό του φανατισμού, εθνικισμού, παραλογισμού είναι το γεγονός ότι ακόμη και μετά τη ρηματική διακοίνωση της Βόρειας Μακεδονίας, βγήκαν κάποιοι και το μόνο που βρήκαν να πουν είναι ότι ναι μεν αλλά … μιλάει μέσα για μακεδονικό λαό (μας λένε δηλαδή ότι το βορειομακεδονικός ξαφνικά δεν θα τους πείραζε), ή ότι στις διευθύνσεις στο ιντερνετ θα υπάρχει κατάληξη mcd και όχι nmcd, δηλαδή σκέτο Μακεδονία, χωρίς το Βόρεια. Υπό διαφορετικές συνθήκες θα σκάγαμε στα γέλια.

Επίσης, λογικά μιλώντας, αν οι βόρειοι γείτονες αυτοαποκαλούνται μακεδόνες και η γη τους μακεδονία, γιατί αυτό να σημαίνει οπωσδήποτε ότι θα μας κατακτήσουν, ή ότι θα αλλάξουν τα σύνορα από την επιθετικότητα των γειτόνων; Το ίδιο ισχυρίζονται και οι από εκεί εθνικιστές, δηλαδή ότι το αφήγημα ότι η Μακεδονία είναι ελληνική, θα μπορούσε να σημαίνει επεκτατικότητα της ελληνικής εξουσίας.   Όμως έτσι σκέφτονται τόσο η φοβική και χωρίς αυτοπεποίθηση ελληνική κοινωνία όσο και οι δειλοί πολιτικοί, ως παιδιά της κοινωνίας τους. Ξεχνούν ότι ιστορικά κάθε εθνική ή εδαφική επιδίωξη της ελληνικής εξουσίας ευοδώθηκε χάρη στη βοήθεια των ξένων δυνάμεων, ως εγγυήτριες σε διεθνείς συνθήκες. Έτσι ο φόβος και η λήθη γεννούν τον φανατισμό, τον εθνικισμό και τον ναζισμό. Αντί  το ζητούμενο να είναι η ειρήνη, ο διεθνισμός και η ισότιμη συνεργασία και συνύπαρξη των λαών.

Συνεπώς, όλο αυτό το μπέρδεμα, η μαζική παράκρουση-ηλιθιότητα, ο φανατισμός και η αντίθεση στη συνθήκη οφείλονται στη φοβική αντίδραση της κοινωνίας,  καθώς επίσης στα μικροκομματικά παιχνίδια εξουσίας των πολιτικών. Οι πολιτικοί δηλαδή είτε φοβούνται είτε είναι ακροδεξιοί, εθνικιστές και φασίστες είτε παίζουν πολιτικά παιχνίδια για να κερδίσουν απλά και μόνο τις εκλογές και να διώξουν την παρούσα κυβέρνηση.  Έτσι όμως γίνονται το νερό στον μύλο του εθνικισμού-φασισμού. Σίγουρα μια εγκληματική κοινωνικά και πολιτικά στάση. Η δε ελληνική κοινωνία, αν συνεχίσει να επιδεικνύει τέτοια ανώριμη και κοντόθωρη στάση ή αν εξακολουθεί να βρίσκεται συνεχώς σε αφασία και εκτός πραγματικότητας, τότε το μέλλον της διαγράφεται ζοφερό και αβέβαιο.

Ο πνιγμένος όμως πιάνεται από τα μαλλιά του. Έτσι και η «Μακεδονία» ταυτίζεται στις λιπόψυχες προσωπικότητες ως ένα δώρο από το (ένδοξο, αγαθό) παρελθόν, ένα ψυχικό βάλσαμο, δηλαδή ένα ιδανικό κομμάτι του εαυτού (ψυχής) που απειλείται από κάποιους ότι θα το αφαιρέσουν (κάτι σαν τη χαμένη παιδική αθωότητα). Εξ ου και ο θρήνος – η μαζική υστερία, ουσιαστικά – μιας κοινωνίας σε παρακμή, η οποία δεν ξέρει τι θέλει. Είναι προσανατολισμένη εμμονικά σε ένα μυθικό παρελθόν, σε μια ψευδαίσθηση, για αυτό θα είναι συνεχώς χαμένη, βλέποντας τον εαυτό της να χάνει ξανά και ξανά τις ευκαιρίες να καθορίσει το μέλλον της και τη θέση της στον πολύπλοκο και σύνθετο (άρα και δυσνόητο αν παραμένεις προσκολλημένος στις παλιές «καλές» μέρες) κόσμο που ζούμε.

 

Η απάντηση της Ιστορίας είναι φιλοσοφική

Και όχι πατριωτική

Από τον Νώντα Κούκα

Τα μεγάλα επιστημολογικά ερωτήματα  
Λίγες είναι οι επιτυχημένες θεωρίες που προκαλούν επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο – τούτο στην επιστημονική «διάλεκτο» ονομάζεται αλλαγή παραδείγματος. Τέτοιες περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, ήταν οι θεωρίες του Μαρξ και του Αϊνστάιν.
Ο Μαρξ με τη θεωρητική του ανάλυση για το Κεφάλαιο αποκάλυψε και έδειξε το μυστικό της γένεσης του καπιταλιστικού συστήματος, που δεν είναι άλλο παρά η μίσθωση της εργασιακής δύναμης σε ένα αφεντικό. Αυτή ακριβώς η σχέση παράγει την «αόρατη» υπεραξία που αποτελεί ακριβώς τη λυδία λίθο του καπιταλισμού. Και βέβαια ως γνωστόν ο Μαρξ ήταν φιλόσοφος.
Ο Αϊνστάιν με τη θεωρία του για τη Σχετικότητα, έδειξε πως δεν είναι απαραίτητος ο αιθέρας προκειμένου να διαδίδονται διαμέσου του τα κύματα του φωτός. Τούτο οδηγεί άμεσα σε εντυπωσιακά ανατρεπτικά συμπεράσματα: Πρώτον, πως μια δέσμη φωτός διαδίδεται με την ίδια ταχύτητα είτε κινούμαστε προς την πηγή του φωτός είτε απομακρυνόμαστε από αυτήν∙ και εν συνεχεία, ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα, πως ο χρόνος ρέει πιο αργά για διαφορετικούς παρατηρητές. Και βέβαια ως γνωστόν ο Αϊνστάιν ήταν φιλόσοφος.
Η επαναστατική θεωρία της κβαντικής μηχανικής
Αναμφίβολα, σε όλες αυτές τις ρηξικέλευθες και επιτυχημένες θεωρίες το επιστέγασμα είναι η κβαντομηχανική επανάσταση. Τούτη ασφαλώς δεν μπορεί να λαθεύει, έτσι δεν είναι; Η προβλεπτική ισχύς της είναι αναμφισβήτητη. Ισχύει εδώ και ενενήντα σχεδόν χρόνια και αποτελεί σήμερα τη βάση ενός μεγάλου τμήματος της σύγχρονης επιστήμης.
Φυσικά, οποιοσδήποτε έχει μάθει μερικά πράγματα σχετικά με την κβαντική μηχανική θα ομολογήσει πόσο παράξενος είναι ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τον μικροσκοπικό κόσμο η θεωρία αυτή.
Εν πάση περιπτώσει, η καθιερωμένη συλλογιστική έχει ως εξής: ο μαθηματικός φορμαλισμός είναι σωστός. Εκείνο που δεν κατανοούμε σωστά είναι το νόημα των εξισώσεων, και αυτό είναι θέμα φιλοσοφίας και όχι φυσικής. Σήμερα οι περισσότεροι φυσικοί πιστεύουν πως, αν και υπάρχουν πολλές διαφορετικές ερμηνείες της κβαντικής μηχανικής που ισχύουν όλες εξίσου, ωστόσο το βαθύτερο μαθηματικό πλαίσιο είναι σωστό και το ποια ερμηνεία επιλέγει ο καθένας αποτελεί καθαρά θέμα προσωπικού γούστου.
Δεν έχει σημασία αν θεωρείται σωστή η ερμηνεία της Κοπεγχάγης κατά την οποία τίποτε δεν υπάρχει έως ότου παρατηρηθεί∙ ή η ερμηνεία των πολλών κόσμων όπου το Σύμπαν διαχωρίζεται σε έναν άπειρο αριθμό από αντίγραφά του∙ ή η ερμηνεία του Bohm (Μπομ) στην οποία τα σήματα διαδίδονται ταχύτερα από το φως∙ ή ακόμη, πιο πρόσφατα, τη συναλλακτική ερμηνεία όπου τα σήματα διαδίδονται προς τα πίσω στο χρόνο. Δεν υπάρχει πείραμα μέσω του οποίου να είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ αυτών των ανταγωνιστικών θεωριών. Το μόνο για το οποίο είμαστε βέβαιοι είναι πως η κβαντική μηχανική δεν διαθέτει μια απλή, σύμφωνα με την κοινή λογική, εξήγηση.
Το να πούμε λοιπόν πως το νόημα των μαθηματικών εξισώσεων που περιγράφουν την πραγματικότητα στο πλέον θεμελιώδες επίπεδο δεν είναι σημαντικό, και πως πρέπει να ασχοληθούμε μόνο με τους αριθμούς που προκύπτουν από την επίλυση αυτών των εξισώσεων, είναι μια υπεκφυγή. Διότι αποτελεί κοινό στρουθοκαμηλισμό ή – έστω σιωπηρή – αποδοχή πως τάχα όλες οι ερμηνείες της κβαντικής μηχανικής είναι σωστές.
Η φύση συμπεριφέρεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο και αυτό που πρέπει να μας απασχολήσει είναι το γεγονός πως δεν έχουμε ακόμη ανακαλύψει τι ακριβώς συμβαίνει. Φέρ’ ειπείν, το Σύμπαν ή διαχωρίζεται σε πολλά αντίγραφα του εαυτού του ή όχι. Ίσως κάποιος πει πως μπορούμε έστω κάποτε να το μάθουμε∙ ίσως κάποιος άλλος να ισχυριστεί ότι ποτέ δεν θα μπορέσουμε να διαπιστώσουμε τι πραγματικά συμβαίνει. Το σίγουρο όμως είναι ένα: πως οπωσδήποτε κάτι συμβαίνει.

Τι να Συμβαίνει;

Αυτό που συμβαίνει είνα ακριβώς η τελευταία περίοδος στο κείμενο του Δ. Φασόλη:

«Eίναι προσανατολισμένη [ Η Ανθρωπότητα] εμμονικά σε ένα μυθικό παρελθόν, σε μια ψευδαίσθηση, για αυτό θα είναι συνεχώς χαμένη, βλέποντας τον εαυτό της να χάνει ξανά και ξανά τις ευκαιρίες να καθορίσει το μέλλον της και τη θέση της στον πολύπλοκο και σύνθετο (άρα και δυσνόητο αν παραμένεις προσκολλημένος στις παλιές «καλές» μέρες) κόσμο που ζούμε».

Οσο επικρατεί η εκμεταλλευτική «αντικειμενική» οικονομία, τόσο έχουμε την ψευδαίσθηση ότι εμείς οι ίδιοι κοιτάζουμε άμεσα τον εαυτό μας∙ ενώ στην πραγματικότητα είναι σαν να κοιταζόμαστε όλοι μέσα από (παραμορφωτικούς) καθρέπτες: πατριωτικούς–εθνικιστικούς — ρατσιστικούς.

Ο σύγχρονος κόσμος
Δεν απέχουμε καθόλου από την αλήθεια αν ισχυριστούμε ότι ο σύγχρονος κόσμος είναι στην πραγματικότητα ένας κόσμος εικονικός και ανεστραμμένος. Ακόμη και σήμερα, παρότι υπάρχει πια τεκμηριωμένη πληροφορία που οδηγεί σε ασύλληπτες ανατροπές, η επιστήμη διατείνεται για την αντικειμενική γνώση μιας αντικειμενικής φύσης που διέπεται από αντικειμενικούς νόμους, ενώ δεν υπάρχει ορατό αντικείμενο δίχως βλέμμα∙ δεν υπάρχει αντικειμενικότητα δίχως υποκείμενο. Τελικά, δεν υπάρχει εφικτή επιστήμη δίχως ιδέα.
Τα ταξικά εκπαιδευτικά συστήματα διδάσκουν πως οι επιστημονικοί κανόνες και οι νόμοι αποτελούν φυσικές πραγματικότητες, αρχικές και αντικειμενικές, ενώ δεν είναι παρά μόνον ιδεατές έννοιες, εννοιολογικά πλέγματα. Ύδατα, δηλαδή, που δεν υπάρχουν στη φύση, αλλά που ο άνθρωπος παράγει και τυποποιεί βασιζόμενος στην εμπειρία που πηγάζει από την ζωντανή υποκειμενικότητα∙ εμπειρία δίχως την οποία η φύση δεν θα είχε καμία έννοια.
Ο πατριωτισμός / εθνικισμός ως βασικός δείκτης του ψυχολογισμού και του λογικισμού
Η φαινομενολογική στάση αντιπαλεύει τις δύο επάρατες στάσεις που είναι όμως σύμφυτες με την ανθρώπινη ψευδαίσθηση: τον ψυχολογισμό και τον λογικισμό.
Ο ψυχολογισμός έχει διαποτίσει τόσο πολύ τον τρόπο που βλέπουμε, ώστε συγχέουμε «αυθόρμητα» το προφανές του πράγματος με το αίσθημα του προφανούς∙ τη διαίσθηση της ουσίας με την υποκειμενική βεβαιότητα∙ την ουσία όπως την αντιλαμβάνεται η σκέψη με την ψυχολογική δημιουργία.
Το ατόπημα του ψυχολογισμού εντοπίζεται στο ότι ψάχνει την προέλευση στις αρχές των πραγμάτων, ότι εντάσσει την ουσία σε πράξεις εμπειρικής παραγωγής. Όταν ζητάμε να «εξηγήσουμε» – δηλαδή να αναφερθούμε σε κάτι άλλο (απλή αναγωγή) – καταδικάζουμε τον εαυτό μας να μην μπορεί πλέον να αντιληφθεί το νόημα. Όταν προάγουμε αυτόν τον τρόπο καταλήγουμε να εξηγήσουμε τις πραγματικότητες με το αντίθετό τους (το καλό με το κακό, τη δικαιοσύνη με το συμφέρον, την αρετή με το ελάττωμα κ.λπ.). Κοντολογίς, η ειδητική μετατροπή αντιτίθεται ριζικά στην εμπειρική μετατροπή. Οφείλουμε να περιγράφουμε και όχι να «εξηγούμε».
Ο λογικισμός είναι η δεύτερη παρενέργεια της ανθρώπινης ιδεολογίας. Η ουσίες δεν είναι καθόλου το αποτέλεσμα ενός συμβολισμού ή ενός μορφολογικού συνδυασμού. Τούτο το λάθος – πολύ συχνό στους ασχολούμενους με τη λογική και τους μαθηματικούς – οφείλεται στο γεγονός πως έχουν ξεχάσει την αρχική σχέση της λογικής με τον λόγο. Η λογική, εφόσον δημιουργηθεί, δεν είναι παρά μια αφαίρεση που τείνει να μεταβληθεί σε αντικείμενο. Όμως, η διάκριση της ύλης από τη μορφή είναι ψυχολογική, δεν υπάρχει στο αρχικό στάδιο της ουσίας. Για αυτό δεν πρέπει να στηριζόμαστε σε αυτήν για να θεμελιώσουμε ριζικά τη γνώση της ουσίας.
Συνοψίζοντας, η φαινομενολογική στάση είναι το «leap» (αλματικό) βλέμμα που τόσο πολύ έχουμε ανάγκη σήμερα. Η ουσία, τα ίδια δηλαδή τα πράγματα, δεν αποκτάται δίχως κόπο. Για να την δούμε πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την ειδητική παραλλαγή. Εγχείρημα κατά το οποίο η φαντασία κάνει να ποικίλλουν ελεύθερα οι χαρακτήρες του αντικειμένου μέχρι να εντοπιστούν αυτοί των οποίων η κατάργηση θα προκαλούσε την κατάργηση του αντικειμένου (π.χ. κυρτότητα για ένα τρίγωνο, την εκτιμώμενη επιφάνεια για ένα χρώμα). Η ουσία αποκαλύπτεται σε αυτό το μη μεταβλητό.
Αλλά όμως, η καθεστωτική εκπαίδευση περί άλλα, επίτηδες, τυρβάζει…
5 Φεβρουαρίου  2019