ΕΠΙΓΕΙΕΣ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ

Από τον Νώντα Κούκα

Το Ψυχολογικό Μάτριξ

Ερώτηση πρώτη:  Υπάρχει το καφέ χρώμα;

Απάντηση:   Ανάλογα πώς το <βλέπει> κανείς. Πράγματι, καφέ χρώμα δεν υπάρχει στην εξωτερική πραγματικότητα — στη <φύση>. Ως καφέ, αντιλαμβανόμαστε εμείς — τα ανθρώπινα όντα — το αμυδρό πορτοκαλί χρώμα μπροστά από ένα σκοτεινό φόντο (ψυχολογικό μάτριξ γαρ).

Ερώτηση δεύτερη:  Τι είναι, αλήθεια, μια πέτρα;

Απάντηση:  Ανάλογα ποιος τη βλέπει. Ενα ανθρώπινο υλικό-ψυχολογικό πλάσμα αντιλαμβάνεται την πέτρα σαν ένα συμπαγές στερεό αντικείμενο. Ολως αντιθέτως, μια καθαρή εξωγήινη διάνοια θα αντιλαμβανόταν ότι: όλος ο χώρος που καταλαμβάνει μια πέτρα, εκτός από ένα τετράκις εκατομμυριοστό του όγκου της, είναι κενός, διάστικτος από σωματίδια που εκτελούν διαρκώς αλλοπρόσαλλες ταλαντώσεις.

Ολα τα καθημερινά συμπαγή και στέρεα αντικείμενα που βρίσκονται γύρω μας, αποτελούνται από άτομα. Για να έχουμε μια εικόνα, καθένα από τα άτομα αυτά, μαζί με τον πυρήνα τους, μοιάζει με ένα ολυμπιακό στάδιο, στο κέντρο του οποίου είναι τοποθετημένο ένα μπιζέλι (ολόκληρο το στάδιο είναι, στην αναλογία μας, ο περιρρέων χώρος του ατομικού πυρήνα, και το μπιζέλι, ο ίδιος ο πυρήνας). Σημειωτέον, όλα τα άτομα έχουν περίπου το ίδιο μέγεθος και μπορείτε να φανταστείτε τον τεράστιο αριθμό των ατόμων που συνθέτουν ξεχωριστά το κάθε αντικείμενο…

Θέατρο Σκιών σε Τρεις Διαστάσεις 

Αλλά ο σκηνοθετικός κολοφώνας που δραματοποιείται από το ψυχολογικό μάτριξ του ανθρώπινου εγκεφάλου, είναι το τρισδιάστατο καθημερινό θέατρο σκιών, όπου όλοι μας — ομολογουμένως — συμμετέχουμε οικειοθελώς. Πρόκειται για την απόδοση μιας εικόνας τρισδιάστατης σκηνής, όπου γεγονότα διαδραματίζονται στον χρόνο — παρότι το έργο του Αϊνστάιν αποκαλύπτει πως η αλλαγή είναι μια ψευδαίσθηση και πως ο χρόνος είναι απλώς η τέταρτη διάσταση ενός αμετάβλητου χρόνου. Ενας χωρόχρονος που απλώς υπάρχει, που δεν δημιουργείται και ούτε καταστρέφεται ποτέ και που κωδικοποιεί την κοσμική ιστορία μας ως πληροφοριακό περιεχόμενο, όπως μια αποθηκευμένη ταινία σε ένα DVD.

Τι <βλέπουμε> λοιπόν; απέραντους άδειους χώρους, που εμείς οι ίδιοι — οι αισθήσεις μας — γεμίζουν (πύκνωμα αισθήσεων); Κατασκευάζουμε χρώματα, αντιλαμβανόμαστε ήχους και οσμές σε συγκεκριμένες συχνότητες, ενώ παραλείπουμε άλλες; Και το κυριότερο, συναινούμε μαζικά σε μια κοινωνική παραίσθηση θεάτρου σκιών σε τρεις διαστάσεις — όπου όλοι μας έχουμε ρόλο και ηθοποιού και θεατή, συγχρόνως — αγνοώντας ολωσδιόλου την πιο γνήσια παρουσία του τετραδιάστατου χωροχρονικού συνεχούς;

Εν τέλει, μιλάμε για τις ψευδαισθήσεις, τις παραισθήσεις και τις παραλείψεις που τρέφουν το μάτριξ του εγκεφάλου μας, προκειμένου να είμαστε αυτό που είμαστε (για όσο καιρό αποφασίσαμε να είμαστε): μεσαίες ενδεχομενικές υπάρξεις ήπιας προσομοίωσης, ενός χωροχρονικού μέλλοντος που είναι ήδη παρελθόν, κοινή συναινέσει (δυτυχώς)  

22 / 06 / 2017

 

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΦΑΙΝΟΜΕΝΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ

Από τον Νώντα Κούκα

Η Λεοντόκαρδος Αστρονομία

Οι αστρονόμοι  είναι πια πεπεισμένοι  για τις οπτικές πλάνες που καταγράφει τόσο η φωτογραφική τους πλάκα όσο και οι εικόνες του υπολογιστή τους. Και γνωρίζουν — από πρώτο χέρι, βέβαια — ότι η επιστήμη τους, η αστρονομία, είναι η γενναιόψυχη εκείνη παρατηρησιακή έρευνα, που διεισδύει από το καταρχάς σφάλμα της οπτικής φαινόμενης πληροφορίας, στην περισσότερη — στην πιο γνήσια — πληροφορία που μπορεί να ελλοχεύει στο εσωτερικό της. Γι’ αυτό μπορούμε να ισχυριστούμε αβίαστα ότι η αστρονομία,όχι μόνο αποκαθιστά, αλλά και πληροφορεί πως υπάρχει περισσότερη — δηλαδή, ποιοτικότερη — πληροφορία στην οπτική πληροφορία.

Πράγματι, όταν κοιτάζουμε ένα άστρο (ή ένα γαλαξία) σε μια αστρονομική φωτογραφία, δεν το βλέπουμε όπως είναι τώρα, αλλά όπως ήταν όταν το εγκατέλειψε το φως που σήμερα εισέρχεται στην κάμερα (ενδεχομένως, σήμερα να μην υπάρχει πια). Ομως, δεν είναι μόνο αυτό… Μέσα στην εν λόγω ψευδαίσθηση κρύβεται μία ακόμη ψευδαίσθηση: Ας πάρουμε τον γαλαξία  της Ανδρομέδας που βρίσκεται σε απόσταση περίπου δύο εκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη. Βλέπουμε λοιπόν τον γαλαξία όπως ήταν πριν από δύο εκατομμύρια χρόνια και όχι όπως είναι σήμερα. Ωστόσο, ούτε και με αυτή τη διατύπωση είμαστε εντελώς σωστοί, διότι ένας γαλαξίας όπως της Ανδρομέδας έχει διάμετρο περίπου εκατό χιλιάδων ετών φωτός. Συνεπώς, τα δύο άκρα του δεν βρίσκονται στην ίδια απόσταση από εμάς.

Ανάλογα με τον προσανατολισμό του γαλαξία ως προς την ευθεία προς την οποία τον παρατηρούμε, ορισμένα τμήματά του μπορούν κάλλιστα να βρίσκονται πενήντα χιλιάδες έτη φωτός πιο μακριά μας από ό,τι άλλα τμήματα, οπότε δεν τα παρατηρούμε την ίδια εποχή: βλέπουμε το πλησιέστερο τμήμα όπως ήταν πενήντα χιλιάδες έτη φωτός αργότερα από ό,τι το πιο απομακρυσμένο. Κοντολογίς, εκείνο που παρατηρούμε είναι ένα μίγμα διαφορετικών τμημάτων του γαλαξία, όπως φαίνονται σε διαφορετικές εποχές.

Τελικά τι βλέπουμε όταν <βλέπουμε>; Η κοσμολογία, όπως παλαιότερα και η ίδια η φιλοσοφία, οφείλει να είναι πολύ-πολύ προσεκτική και συνετή με τη γλωσσική διατύπωση αποκριτικών προτάσεων, οι περισσότερες από τις οποίες κάνουν κατ’ επίφαση λόγο για πράγματα και την ουσιαστική τους φύση με τη χρήση του υλικού (ψυχολογικού) τρόπου. 

 Το Δύσκολο Πρόβλημα: Η Ψυχολογία

Η Ψευδής Προκείμενη

Η πρόταση <Βλέπω σημαίνει πιστεύω> είναι, κατά βάση, ένα συμπιεσμένο λογικό επιχείρημα modus ponens (τρόπος κατάφασης), που έχει την εξής μορφή:

Εάν P, τότε Q                                  Εάν βλέπω, τότε πιστεύω

P                       ή                                Βλέπω

Αρα, Q                                            Αρα, πιστεύω

Καθώς φαίνεται, ο παραπάνω τύπος είναι έγκυρος και δεν έχει κανένα πρόβλημα. Αντιθέτως, το ελάττωμα που καθιστά εσφαλμένη αυτήν την επιχειρηματολογία έγκειται στο περιεχόμενο της πρώτης προκείμενης <Εάν βλέπω, τότε πιστεύω>, η οποία είναι απλά ψευδής. Και θα εξηγήσουμε το γιατί.

Η πρόταση, Βλέπω (κάτι), είναι περιγραφική — περιγράφει δηλαδή μια αντικειμενική κατάσταση της οπτικής (αισθητηριακής) μου αντίληψης. Ενώ, αντίθετα, η πρόταση, Πιστεύω (σε κάτι), είναι ουσιαστικά ηθική πρόταση — αφορά δηλαδή σε έκφραση αισθήματος. Πρόκειται για μια ηθική κρίση. Και βέβαια, από ηθικές κρίσεις/προτάσεις δεν περνά κανείς σε προτάσεις για πράγματα. Την ίδια άποψη είχε και ο εμπειριστής φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ (D. Hume), όταν διατύπωνε ότι το <θα έπρεπε> δεν μπορείς να το εκταμιεύεις με λογικό συμπερασμό από το <είναι>. Επομένως, είναι σαν να λέμε πως από πραγματικά γεγονότα δεν οδηγείται κανείς σε συμπεράσματα για την ηθική συμπεριφορά (και το αντίστροφο).

Οι υλικές ψευδο-προτάσεις

Αλλά και από τη σκοπιά της γλωσσοανάλυσης, η φράση, Βλέπω σημαίνει πιστεύω, συνιστά μια ψευδο-φράση η οποία, αν ακολουθήσουμε την ταξινόμηση του βιενέζου λογικο-θετικιστή φιλόσοφου Ρούντολφ Κάρναπ (R. Carnap), ανήκει στον υλικό (περιεχοντικό) τρόπο λόγου. Ο Κάρναπ κάνει διάκριση ανάμεσα σε τυπικό τρόπο λόγου και σε υλικό/περιεχοντικό. Για παράδειγμα, η έκφραση, Βλέπω σημαίνει παρατηρώ, δεν έχει κανένα πρόβλημα: είναι φανερά εμπειρική, πρόκειται για μια <πραγματική φράση αντικειμένου> (μια περιγραφή αντικειμενικής διαδικαστικής κατάστασης) —  περιγραφή δηλαδή ενός εξωγλωσσικού αντικειμένου/κατάστασης.

Τώρα, η έκφραση, Η λέξη <βλέπω> σημαίνει μια λέξη<πίστης>, είναι μια φράση για λέξη (μια <συντακτική φράση>), η οποία επίσης δεν έχει πρόβλημα. Ομως, η φράση, Βλέπω σημαίνει πιστεύω, έχει πρόβλημα διότι είναι αμφίλογη: μοιάζει με την πρώτη στη μορφή και με τη δεύτερη στο περιεχόμενο. Είναι μια ψευδο-πρόταση αντικειμένου/κατάστασης και, επειδή είναι πραγματικά συντακτική, πρέπει να μεταφραστεί στη δεύτερη.

Ο Κάρναπ λοιπόν κάνει διάκριση ανάμεσα σε τυπικό τρόπο λόγου και σε υλικό (περιεχοντικό) τρόπο — οι συντακτικές φράσεις ανήκουν στον τυπικό, ενώ οι ψευδο-προτάσεις αντικειμένων στον υλικό τρόπο. Οπότε, κάθε πρόταση με νόημα είναι είτε πραγματική φράση αντικειμένου, που ανήκει σε μια από τις φυσικές επιστήμες, είτε συντακτική φράση, που ανήκει στη λογική και τα μαθηματικά.

Η Πρόγνωση

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε το εξής: η σύναψη και η συρραφή πολλών ή, τουλάχιστον, ικανών (επαρκών) υλικών ψευδο-προτάσεων συγκροτούν τη <σφαίρα> της ψυχολογίας, κριτήριο αναφοράς της οποίας αναδεικνύεται ο καθαρός υποκειμενικός ιδεαλισμός του <τώρα> και του <εγώ>. Συνεπώς, η απάντηση του Κάρναπ στην αμφιθυμία του Αϊνστάιν για τον εξοβελισμό του τώρα, από την ίδια του τη θεωρία, είναι άκρως εμπνευσμένη: μόνο μια κατάλληλη ψυχολογική θεωρία θα μπορούσε, κατά βάση, να ερμηνεύει την αδήριτη κοινωνιολογία (λέγε με ιδεολογία) που παράγουν παγκόσμιες ψευδοπροτάσεις του τύπου <Βλέπω σημαίνει πιστεύω ή Πιστεύω ό,τι βλέπω>

Παρεμπιπτόντως, ο λογικός θετικισμός, μολονότι <θετικισμός>, παρήγαγε μια καλώς εννοούμενη φιλοσοφική μεταφυσική. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να θεωρείται ότι έχει τελευτήσει οριστικά. Μάλλον ανεστάλη,  λόγω συγκεκριμένων ιστορικών περιορισμών, και θα επανέλθει δριμύτερος.

20 / 06 / 2017

Το Δύσκολο Πρόβλημα: Ψυχολογία

Από τον Νώντα Κούκα

Η ψευδής προκείμενη 

Η πρόταση <Βλέπω σημαίνει πιστεύω> είναι, κατά βάση, ένα συμπιεσμένο λογικό επιχείρημα modus ponens (τρόπος κατάφασης), που έχει την εξής μορφή:

Εάν P, τότε Q                                  Εάν βλέπω, τότε πιστεύω

P                       ή                                Βλέπω

Αρα, Q                                            Αρα, πιστεύω

Καθώς φαίνεται, ο παραπάνω τύπος είναι έγκυρος και δεν έχει κανένα πρόβλημα. Αντιθέτως, το ελάττωμα που καθιστά εσφαλμένη αυτήν την επιχειρηματολογία έγκειται στο περιεχόμενο της πρώτης προκείμενης <Εάν βλέπω, τότε πιστεύω>, η οποία είναι απλά ψευδής. Και θα εξηγήσουμε το γιατί.

Η πρόταση, Βλέπω (κάτι), είναι περιγραφική — περιγράφει δηλαδή μια αντικειμενική κατάσταση της οπτικής (αισθητηριακής) μου αντίληψης. Ενώ, αντίθετα, η πρόταση, Πιστεύω (σε κάτι), είναι ουσιαστικά ηθική πρόταση — αφορά δηλαδή σε έκφραση αισθήματος. Πρόκειται για μια ηθική κρίση. Και βέβαια, από ηθικές κρίσεις/προτάσεις δεν περνά κανείς σε προτάσεις για πράγματα. Την ίδια άποψη είχε και ο εμπειριστής φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ (D. Hume), όταν διατύπωνε ότι το <θα έπρεπε> δεν μπορείς να το εκταμιεύεις με λογικό συμπερασμό από το <είναι>. Επομένως, είναι σαν να λέμε πως από πραγματικά γεγονότα δεν οδηγείται κανείς σε συμπεράσματα για την ηθική συμπεριφορά (και το αντίστροφο).

Οι υλικές ψευδο-προτάσεις

Αλλά και από τη σκοπιά της γλωσσοανάλυσης, η φράση, Βλέπω σημαίνει πιστεύω, συνιστά μια ψευδο-φράση η οποία, αν ακολουθήσουμε την ταξινόμηση του βιενέζου λογικο-θετικιστή φιλόσοφου Ρούντολφ Κάρναπ (R. Carnap), ανήκει στον υλικό (περιεχοντικό) τρόπο λόγου. Ο Κάρναπ κάνει διάκριση ανάμεσα σε τυπικό τρόπο λόγου και σε υλικό/περιεχοντικό. Για παράδειγμα, η έκφραση, Βλέπω σημαίνει παρατηρώ, δεν έχει κανένα πρόβλημα: είναι φανερά εμπειρική, πρόκειται για μια <πραγματική φράση αντικειμένου> (μια περιγραφή αντικειμενικής διαδικαστικής κατάστασης) —  περιγραφή δηλαδή ενός εξωγλωσσικού αντικειμένου/κατάστασης.

Τώρα, η έκφραση, Η λέξη <βλέπω> σημαίνει μια λέξη<πίστης>, είναι μια φράση για λέξη (μια <συντακτική φράση>), η οποία επίσης δεν έχει πρόβλημα. Ομως, η φράση, Βλέπω σημαίνει πιστεύω, έχει πρόβλημα διότι είναι αμφίλογη: μοιάζει με την πρώτη στη μορφή και με τη δεύτερη στο περιεχόμενο. Είναι μια ψευδο-πρόταση αντικειμένου/κατάστασης και, επειδή είναι πραγματικά συντακτική, πρέπει να μεταφραστεί στη δεύτερη.

Ο Κάρναπ λοιπόν κάνει διάκριση ανάμεσα σε τυπικό τρόπο λόγου και σε υλικό (περιεχοντικό) τρόπο — οι συντακτικές φράσεις ανήκουν στον τυπικό, ενώ οι ψευδο-προτάσεις αντικειμένων στον υλικό τρόπο. Οπότε, κάθε πρόταση με νόημα είναι είτε πραγματική φράση αντικειμένου, που ανήκει σε μια από τις φυσικές επιστήμες, είτε συντακτική φράση, που ανήκει στη λογική και τα μαθηματικά.

Η Πρόγνωση

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε το εξής: η σύναψη και η συρραφή πολλών ή, τουλάχιστον, ικανών (επαρκών) υλικών ψευδο-προτάσεων συγκροτούν τη <σφαίρα> της ψυχολογίας, κριτήριο αναφοράς της οποίας αναδεικνύεται ο καθαρός υποκειμενικός ιδεαλισμός του <τώρα> και του <εγώ>. Συνεπώς, η απάντηση του Κάρναπ στην αμφιθυμία του Αϊνστάιν για τον εξοβελισμό του τώρα, από την ίδια του τη θεωρία, είναι άκρως εμπνευσμένη: μόνο μια κατάλληλη ψυχολογική θεωρία θα μπορούσε, κατά βάση, να ερμηνεύει την αδήριτη κοινωνιολογία (λέγε με ιδεολογία) που παράγουν παγκόσμιες ψευδοπροτάσεις του τύπου <Βλέπω σημαίνει πιστεύω ή Πιστεύω ό,τι βλέπω>

Παρεμπιπτόντως, ο λογικός θετικισμός, μολονότι <θετικισμός>, παρήγαγε μια καλώς εννοούμενη φιλοσοφική μεταφυσική. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να θεωρείται ότι έχει τελευτήσει οριστικά. Μάλλον ανεστάλη,  λόγω συγκεκριμένων ιστορικών περιορισμών, και θα επανέλθει δριμύτερος.

18 / 06 / 2017

 

 

 

ΟΥΡΑΝΙΕΣ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ

Από τον Νώντα Κούκα

Αόρατα και εξωτικά αντικείμενα στον Ουρανό…

Ολοι μας έχουμε ακούσει για παράξενα διαστημικά αντικείμενα — όπως μαύρες τρύπες, πάλζαρ, κβάζαρ, κ.ά. — που βρίσκονται σε αστρονομικές αποστάσεις από τη Γη και διαθέτουν εξωτικές ιδιότητες – μία εκ των οποίων, ίσως και η πιο ενδιαφέρουσα, είναι ότι αποτελούν πηγή οπτικών <ψευδαισθήσεων>.

Ιδιαίτερα, οι μαύρες τρύπες  έχουν γίνει θρυλικό λαϊκό ανάγνωσμα, γι’ αυτό καλό είναι να τις δούμε λίγο πιο τεχνικά. Ειρήσθω εν παρόδω, προκύπτουν από τις εξισώσεις της Σχετικής Θεωρίας του Αϊνστάιν, ο οποίος – ας σημειωθεί – τις απαρνήθηκε και αυτές, όπως και μερικά άλλα από τα <παιδιά> του.

Λοιπόν, στα μαθηματικά, ένα αντικείμενο είναι <μαύρη τρύπα>, όταν η ακτίνα του ισούται με την ακτίνα Schwarzschild — την οποία παίρνουμε από την απλή σχέση 2GM / c2, όπου G είναι η νευτώνεια σταθερά της βαρύτητας και c η ταχύτητα του φωτός (στον τύπο, το c υψώνεται στο τετράγωνο). Με απλά λόγια, η εν λόγω ακτίνα συνιστά έναν φραγμό, ένα όριο, πέρα από το οποίο καμία πληροφορία δεν επιστρέφει. Και ένεκα αυτού του φραγμού, κανείς εξωτερικός παρατηρητής – όπως εμείς – δεν θα δει ποτέ το αντικείμενο να φτάνει σε αυτήν την κατάσταση.

Που ακυρώνουν τις γλωσσικές συμβάσεις στη Γη

Για να μη μακρηγορούμε, αυτό που μας ενδιαφέρει στο παρόν σημείωμα είναι το εξής: η μαύρη τρύπα αντιπροσωπεύει (εκεί, στον ουρανό) την κατάλυση (εδώ, στη γη) της συμβατικής <αλήθειας>: <βλέπω, άρα πιστεύω> (και, συνακόλουθα, <πιστεύω ό,τι βλέπω>). Και τούτο, διότι μια μαύρη τρύπα είναι αόρατη. Δηλαδή, δεν γίνεται ορατή, επειδή το φως που έρχεται από αυτή έχει υποστεί μετατόπιση προς το ερυθρό φάσμα του φωτός και έχει χάσει την περισσότερη από την ενέργειά του. Μπορεί όμως να ανιχνευθεί μέσω των βαρυτικών επιδράσεών της.

Στο ορατό σύμπαν αυτό που ισχύει δεν είναι βλέπω σημαίνει πιστεύω, αλλά βλέπω σημαίνει απλά παρατηρώ. Πιο συγκεκριμένα, οι αστρονόμοι παρατηρούν ενδελεχώς με τα τηλεσκόπιά τους τμήματα του ουράνιου θόλου: από τις κινήσεις των πλανητών, τον λαμπρό ήλιο και τα άστρα που τρεμοφέγγουν, μέχρι τους εντυπωσιακούς υπερκαινοφανείς, τους πάλζαρ που λειτουργούν σαν ρολόγια και τις ισχυρές πηγές ενέργειας στα ημιαστρικά αντικείμενα που ονομάζονται  κβάζαρ.

Από την άλλη, οι αστροφυσικοί καταπιάνονται να εξηγήσουν όλα όσα παρατηρούν οι αστρονόμοι: ο νόμος της βαρύτητας, το φαινόμενο της θερμοπυρηνικής σύντηξης, η δράση της ηλεκτρομαγνητικής δύναμης στις υψηλές ενέργειες, η συμπεριφορά της μαύρης τρύπας, και ούτω καθεξής. Ολα ετούτα αποτελούν τις αποκρίσεις των φυσικών στις παρατηρήσεις των αστρονόμων.

Από τις θεωρίες που αναπτύσσονται, προκύπτουν νέες προβλέψεις, στις οποίες στηρίζεται ο αστρονόμος και συνεχίζει τις αναζητήσεις του στο σύμπαν. Ο αέναος αυτός κύκλος, θεωρίας — παρατήρησης — θεωρίας… κοκ, μπορεί να αναχθεί και να κωδικευθεί στη διαχρονική — αλλά, προσοχή, και διακριτή —  σύμπραξη επιστήμης τεχνολογίας. Αρα, ο συνδετικός κρίκος ή, μάλλον, το κόκκινο νήμα που γνέθει τον καμβά θεωρίας — παρατήρησης, πάνω στον οποίο συνυφαίνεται η διακριτή σχέση επιστήμης — θεωρίας είναι το δόγμα που διατυπώνεται γλωσσικά με την πρόταση:<βλέπω σημαίνει πιστεύω>. Οι αστρονόμοι δηλαδή είναι υποχρεωμένοι να πιστέψουν ό,τι βλέπουν τα τηλεσκόπιά τους;

Οχι βέβαια, κι αυτό η κοσμολογία το γνωρίζει πια πολύ καλά… Η μαγευτική οθόνη του ορατού σύμπαντος βρίθει ψευδαισθητικών αντικατοπτρισμών — άρα, η πρόταση βλέπω σημαίνει πιστεύω, που ουσιαστικά σuνιστά μια  ψευδή επιχειρηματολογία τύπου modus ponens (τρόπος επιβεβαίωσης), καθίσταται άκυρη τόσο στο επιστημονικό όσο και στο λογικό/γλωσσοααναλυτικό πεδίο. Αλλά η αιτιολόγηση του ψεύδους, και στα δύο πεδία, στο επόμενο σημείωμα.

15 / 06 / 2017

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

Από τον Νώντα Κούκα

Πίσω από τη ράμπα του κόσμου

Ας δείξουμε με ένα πείραμα τι εννοούμε με τον όρο <χρονομηχανή του εγκεφάλου>: ένα πράσινο φως και ένα κόκκινο φως είναι τοποθετημένα το ένα κοντά στο άλλο. Το πράσινο φως ανάβει και στη συνέχεια ανάβει το κόκκινο. Τι γίνεται αντιληπτό στο χρονικό δάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στο άναμμα του πράσινου και του κόκκινου φωτός;

Τα υποκείμενα του πειράματος συνήθως αναφέρουν πως βλέπουν το χρώμα μιας κινούμενης κουκκίδας να αλλάζει στο μέσον της διαδρομής από πράσινο σε κόκκινο. Πώς μπορούμε να συμπληρώνουμε την κουκκίδα στις ενδιάμεσες θέσεις και χρόνους (πάνω στη διαδρομή από την πρώτη μέχρι τη δεύτερη λάμψη) προτού εκδηλωθεί η δεύτερη λάμψη;

Ας απαντήσουμε εικοτολογικά: με έναν πιθανό μηχανισμό που διαθέτει ο εγκέφαλος — ένα χώρο επεξεργασίας τοποθετημένο πριν από τη συνείδηση. Ισως να υπάρχει μια χρονική καθυστέρηση, — όπως συχνά συμβαίνει στις εκπομπές της <ζωντανής> τηλεόρασης, αλλά και στις εκπομπές των ραδιοφωνικών σταθμών — , η οποία παρέχει χρόνο στον έγκέφαλο για να λογοκρίνει τα ερεθίσματα πριν φτάσουν στη συνείδηση.

Στον χώρο επεξεργασίας τα ενδιάμεσα στάδια συμπληρώνονται έπειτα από τη λήψη του κόκκινου φωτός και ο εγκέφαλος τα επανεισάγει σε αντιληπτό χρόνο, όπως ένας σκηνοθέτης μοντάρει νέες σκηνές σε μια βιντεοταινία. Τη στιγμή κατά την οποία το ολοκληρωμένο κομμάτι φτάνει στη συνείδηση, διαθέτει ήδη την ψευδαισθητική παρεμβολή του.

Αλλα πειράματα με τον χρόνο περιλαμβάνουν εναλλασσόμενα αναβοσβησίματα από φώτα περιπολικών, που μπορεί να φαίνεται σαν να προχωρούν μπρος και πίσω. Επιπλέον, το ένα φως φαίνεται να κινείται προς το άλλο, κλάσμα του δευτερολέπτου πριν το άλλο ανάψει. Προφανώς, ο εγκέφαλος δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον και να γνωρίζει πως το άλλο φως πρόκειται να ανάψει πριν αυτό συμβεί. Ολα αυτά τα βιώματα δημιουργούνται έπειτα από το γεγονός…

Ελεύθερη η βούληση;

Υπάρχουν επίσης πειράματα που συνδέονται με την ελεύθερη βούληση. Για παράδειγμα, από το υποκείμενο ενός πειράματος, του οποίου τα εγκεφαλικά κύματα καταγράφονται, ζητείται να κάμψει τον καρπό του οποτεδήποτε το θελήσει. Το υποκείμενο παρατηρεί ένα ρολόι που κινείται γρήγορα και αναφέρει την ακριβή στιγμή της υποκειμενικής του πρόθεσης να λυγίσει τον καρπό. Το ηλεκτρόδιο αποκρίνεται 300 χιλιοστά του δευτερολέπτου πριν η απόφαση εκτελεστεί. (Αυτό σημαίνει ότι μπορείτε να γνωρίζετε την πρόθεση ενός ατόμου πριν τη συνειδητοποιήσει το ίδιο το άτομο!) Η αίσθηση της ελεύθερης βούλησης που δημιουργείται στη μνήμη λαμβάνει χώρα ύστερα από το γεγονός, σαν ένας βολικός τρόπος καταφυγής της απόφασης…

Εν τέλει, σχετικά με τα μυστήρια του σύμπαντος, του χρόνου και της συνείδησης: δεν είναι πάντα ό,τι φαίνεται, ή πάντα είναι κάτι περισσότερο από ό,τι φαίνεται; 

13 / 06 / 2017

 

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ-το πισωγύρισμα (ii)

Από τον Νώντα Κούκα

Η ευαγής δικτατορία

Για να θεωρηθεί  επιτυχημένη, μια επιστημονική θεωρία οφείλει να εξηγεί τις παρατηρήσεις μας. Και η πιο στοιχειώδης παρατήρησή μας είναι πως ο κόσμος είναι οργανωμένος επί τη βάσει της ροής του χρόνου. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για το έτερο, μέγα ζήτημα της <συνείδησης>. Κανένας δεν μπορεί να μας βγάλει από το μυαλό ότι έχουμε <συνείδηση>.

Επομένως, δεν είναι διόλου παράξενη η απαίτησή μας από την επιστήμη: να διηγείται μια ιστορία που να ενσωματώνει και να εξηγεί, πως ό,τι παρατηρούμε στη φύση πρέπει να περιλαμβάνει και το γεγονός ότι βιώνουμε τον κόσμο, όχι μόνο σαν μια ροή στιγμών, αλλά και σαν ένα συνεχές ρεύμα συνειδητών εμπειριών.

Ιδού, λοιπόν, η ευαγής δικτατορία του σώζειν τα φαινόμενα και του explanandum (της εξήγησης), η οποία δεν περιποιεί πάντα τιμή ούτε στη φιλοσοφική σκέψη ούτε στην επιστηνομική δραστηριότητα.

Η χρονομηχανή του εγκεφάλου

Υπάρχουν δύο <αντικείμενα> που αρνούνται να καλουπωθούν  στη δικτατορία της κοινής λογικής και του μέσου νοός: το σύμπαν – που είναι πιο παράξενο απ’ ό,τι φανταζόμαστε, και ο χρόνος και η συνείδηση-που αποτελεί την παράδοξη δομή αυτού του συγκεκριμένου σύμπαντος. Συνημμένες αυτές οι δύο  ατίθασες δομές,  σχηματίζουν μια ακόμη πιο απόκοσμη δομή: σύμπαν — χρόνος — συνείδηση ως χρονομηχανή του εγκεφάλου  που προχρονολογεί τις αντιλήψεις μας.

Πράγματι, πολυάριθμα ψυχολογικά πειράματα έδειξαν πως οι εκούσιες κινήσεις μας δεν εκκινούν από τον συνειδητό νου μας. Και ότι ο εγκέφαλος όντως φαίνεται να διαθέτει μια μηχανή χρόνου για την προχρονολόγηση των αντιλήψεων. Ο εγκέφαλος προβάλλει νοητικά γεγονότα προς τα πίσω στον χρόνο με παράξενους τρόπους. Ειδικότερα, σοβαροί χρονοψυχολόγοι χρησιμοποιούν όρους που παραπέμπουν στη φυσική, όπως <ορίζοντας ταυτοχρονισμού>, όταν αναφέρονται στη χρονομηχανή του εγκεφάλου.

Για παράδειγμα, από τη στιγμή που θα σε αγγίξω, ο εγκέφαλός σου χρειάζεται μισό δευτερόλεπτο για να καταγράψει το αισθητήριο σήμα εξαιτίας του αγγίγματος. Ελα όμως που δεν αντιλαμβάνεσαι την επαφή έπειτα από μισό δευτερόλεπτο-την αντιλαμβάνεσαι ακριβώς με το άγγιγμα. Κοντολογίς, ο εγκέφαλός σου το γνώριζε τη στιγμή που έφτασε το αισθητήριο σήμα, και απλώς προσάρμοσε τον χρόνο υπολογισμού της άφιξης – δημιούργησε δηλαδή ο εγκέφαλός σου την ψευδαίσθηση του ταυτοχρονισμού. 

Να, λοιπόν, η προχρονολόγηση ως αναγκαία διαδικασία του εγκεφάλου. Για να αντιληφθούμε, με τη σωστή σειρά, διεγέρσεις που προέρχονται από τον εξωτερικό κόσμο, μετατοπίζουμε την αντίληψή μας προς τα πίσω στον χρόνο μέχρι εκείνη τη στιγμή, κατά την οποία η διέγερση συνέβη πραγματικά. Πρόκειται για μια μηχανή του χρόνου που διαθέτει ο εγκέφαλος. Επίσης, μια εμπειρία που βιώνεται αυτήν ακριβώς τη στιγμή μπορεί να ακυρωθεί αργότερα.

Εν κατακλείδι, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον ταυτοχρονισμό στην καθαρή φυσική, το ίδιο πρόβλημα υπάρχει επίσης με τον προσδιορισμό του ταυτοχρονισμού και στον εγκέφαλο.

Ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα; απλά, ότι δεν μπορούμε πια να κάνουμε αφελή επιστήμη-και ιδίως όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε το Μάτριξ… 

11 / 06 / 2017

 

 

ΚΑΙ ΠΑΛΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ — το πισωγύρισμα (i)

Από τον Νώντα Κούκα

Η Νοσταλγία του Αϊνστάιν

Ο Βιενέζος φιλόσοφος Ρούντολφ Κάρναπ (εξέχουσα φυσιογνωμία του <λογικού θετικισμού>), στη Διανοητική Αυτοβιογραφία του, παραθέτει μια συζήτηση που είχε κάποτε με τον Αϊνστάιν. Συγκεκριμένα, ο δεύτερος είχε εξομολογηθεί στον πρώτο, ότι τον απασχολούσε σοβαρά το ζήτημα του Τώρα — μια εμπειρία τόσο ιδιαίτερη για τον άνθρωπο η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να εμφανιστεί μέσα στη φυσική. Ετσι, το έλλειμμα αυτό στα μάτια του Αϊνστάιν φάνταζε σαν επώδυνη και αναπόφευκτη παραίτηση.

Ο Κάρναπ τού αντέτεινε πως ό,τι συμβαίνει αντικειμενικά το περιγράφει η επιστήμη: Από τη μια μεριά, τη χρονική ακολουθία των γεγονότων την περιγράφει η φυσική. Ενώ, από την άλλη, τις ιδιόμορφες εμπειρίες των ανθρώπων στον χρόνο — συμπεριλαμβανομένης της διαφορετικής στάσης τους απέναντι στο παρελθόν , το παρόν και το μέλλον — τις περιγράφει και τις εξηγεί, κατά βάση, η ψυχολογία.

Πάντως, όπως ομολογεί και ο ίδιος ο Κάρναπ, η απάντησή του δεν έπεισε τον Αϊνστάιν, ο οποίος είπε ότι οι επιστημονικές περιγραφές αδυνατούν να ικανοποιήσουν τις ανθρώπινες ανάγκες — και ότι το Τώρα κρύβει κάτι ουσιαστικό που βρίσκεται ακριβώς έξω από την επικράτεια της επιστήμης.

Η δικτατορία επί της επιστήμης

Ως γνωστόν, η Σχετική Θεωρία αποτελεί το διαμάντι της Φυσικής, διότι συνυφαίνει και συνθέτει μοναδικά τη φιλοσοφική- και-φυσική ερμηνεία του <ορατού σύμπαντος>. Συνεχώς επιβεβαιώνεται με νέα παρατηρησιακά δεδομένα, ενώ η ατράνταχτη απόδειξή της, τα βαρυτικά κύματα, είναι (περίπου) γεγονός.

Ομως, το μονολιθικό σύμπαν των θεωριών της σχετικότητας του Αϊνστάιν απέβη το καθοριστικό βήμα — το τελειωτικό χτύπημα, θα λέγαμε — για τον εξοστρακισμό του χρόνου από τη φυσική. Είναι αλήθεια πως ο μεγαλοφυής φυσικός αρκετές φορές φοβήθηκε την ίδια του τη μεγαλοφυϊα: αμφισβήτησε τη διαστολή του σύμπαντος — — μολονότι προέκυπτε από τις δικές του εξισώσεις — και επινόησε την κοσμολογική σταθερά, προκειμένου να <σώσει τα (ιδεολογικά) φαινόμενα>. Επειτα την απέσυρε, δηλώνοντας ότι ήταν η <μεγαλύτερη γκάφα> του, παρότι σήμερα φαίνεται να ισχύει (έστω, υπό λίγο διαφορετική έννοια).

Επίσης, είναι γνωστή η αποστροφή του Αϊνστάιν για την κβαντική φυσική, θεωρώντας ότι <ο Θεός δεν παίζει ζάρια>, παράλληλα όμως έδειχνε να την παίρνει πολύ σοβαρά ( ας μην ξεχνάμε πως υπήρξε ένας από τους βασικούς συντελεστές της). Και να που τώρα δεν ήθελε να πει το στερνό αντίο στη διαισθητική ροή του χρόνου. Αραγε, όλα αυτά τα πισωγυρίσματα συντελούνται λόγω της ασφυκτικής δικτατορίας που ασκεί, ακόμη και στα πιο φωτισμένα μυαλά, η περιβόητη αρχή του <σώζειν τα φαινόμενα> και του <explanandum>;

Κοντολογίς, μήπως η εν λόγω <περιώνυμη> αρχή δεν είναι παρά μια προκατάληψη, ένα στερεότυπο, που επιβάλλει ψυχαναγκαστικά η κοινή λογική, προκειμένου να διατηρεί την ακατάλυτη ψευδαίσθηση του <μέσου νοός>, δηλαδή της γλώσσας του φαίνεσθαι και του γίνεσθαι;

Μάλλον, κάπως έτσι φαίνεται να είναι, γι’ αυτό και θα επανέλθουμε

09 / 06 / 2017

ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΣΟΦΙΑΣ

Από τον Νώντα Κούκα

Γλωσσικά δεσμά

Το γενικό φαινόμενο της (ανθρώπινης) γλώσσας εκδηλώνεται — εντός του τρισδιάστατου χώρου — με τρεις βαθμούς ελευθερίας, δηλαδή με τρεις συντεταγμένες: Εγώ- Εδώ- Τώρα. Ομως, το χωροχρονικό συνεχές της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας καταργεί και το εγώ (δεν υπάρχει προνομιακός παρατηρητής) και το τώρα (δεν υφίσταται ποτέ το παγκόσμιο τώρα / σχετικότητα ταυτοχρονισμού) αλλά και το εδώ ,βεβαίως, αφού το εδώ και το τώρα συνάπτονται αναγκαστικά στον χωρόχρονο σαν απλά συστήματα αναφοράς.

Παράλληλα, η κβαντική θεωρία προσβάλλει ευθέως και αποδομεί τον ακρογωνιαίο λίθο της τυπικής λογικής της γλώσσας — τον <νόμο του αποκλειόμενου τρίτου>. Αρα, θρυμματίζει–εμμέσως πλην σαφώς– τον ίδιο τον νόμο της ταυτότητας, που αποτελεί την <ψυχή> της ανθρώπινης φυσικής γλώσσας.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, βρισκόμαστε ενώπιον μιας δυϊκότητας: έχουμε δύο θεωρίες (κβαντική και σχετικότητα), που– φαινομενικά, τουλάχιστον– παρουσιάζονται σαν τελείως διαφορετικές οι οποίες, ωστόσο, περιγράφουν πανομοιότυπα ένα φυσικό-γλωσσικό γεγονός: την τέλεια αδυναμία τους να αναπαραστήσουν, έστω, τόσο τον κόσμο του μικρού όσο και τον κόσμο του πολύ μεγάλου.

Ισως, για τον λόγο αυτό οι παραδοσιακές γεωμετρικές περιγραφές — που βέβαια δεν παύουν να είναι γλώσσες τριών συντεταγμένων — αποτυγχάνουν τόσο οικτρά και στην περιοχή του μικροσκοπικού και στην περιοχή των υψηλών ενεργειών.

Συνοψίζοντας, αντιμετωπίζουμε ένα σοβαρότατο επιστημολογικό πρόβλημα γλωσσικής ανεπάρκειας το οποίο ευθύνεται, κατά πάσα πιθανότητα, για δύο τουλάχιστον υπέρτερα ελλείμματα: τη μη θεμελίωση των μαθηματικών και την αδυναμία σύνδεσης της κβαντικής μηχανικής με τη γενική θεωρία της σχετικότητας.

Και δεν είναι ό,τι καλύτερο να ψυχολογικοποιείτα (δηλαδή να εξωραϊζεται) ολοένα και περισσότερο η παγκόσμια ψευδαίσθηση του σύγχρονου τεχνολογικού επιστημονισμού, λόγω αυτού ακριβώς του σοβαρότατου ελλείμματος (φιλο-)σοφίας.

06 / ο6 / 2017

Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

 Και η αιώνια εκκρεμότητα της ιστορίας

 

Από τον Νώντα Κούκα

Μη – Λήψη – Επιλογής

Στο ορατό σύμπαν, όπου δεσπόζει η <ανόητη> πληροφορία (: ούτε αληθές ούτε ψευδές), ασφαλώς κυριαρχεί – ως εκ τούτου – η παντοτινή εκκρεμότητα. Αυτό σημαίνει ότι: φαίνεται να μην αρχίζει τίποτε- και να μην τελειώνει τίποτε. Την αέναη τούτη εκκρεμότητα έχουμε μάθει να την αποκαλούμε <αιωνιότητα>. Αρα, η αιωνιότητα μπορεί να οριστεί ισοδύναμα ως μη-λήψη-επιλογής. Δηλαδή πάντα  εκκρεμεί η σωστή επιλογή του κατάλληλου συνειδησιακού q-bit, που θα στρέψει οριστικά το ορατό σύμπαν της <ανοησίας> προς το αόρατο σύμπαν της αλήθειας.

Αβίαστα λοιπόν συνάγεται πως ό,τι ονομάζουμε <ιστορία> δεν είναι παρά η αφήγηση αυτής της παραμόνιμης εκκρεμότητας. Κοντολογίς  η ιστορία αποτελεί το ενδιαίτημα, όπου στεγάζεται η διήγηση της αιώνιας ανοησίας που διέπει (προς το παρόν, ελπίζουμε;) το ορατό συμμετοχικό σύμπαν. Αίφνης, μία απολύτως εύστοχη επιλογή θα μπορούσε να διακόψει την παροχέτευση του <όχι> (δηλαδή, του ψεύδους και της ανοησίας) και να ξεχυνόταν σαν χείμαρρος το <ναι> της αλήθειας και του νοήματος.

Κάτι τέτοιο αυτομάτως θα σταματούσε την αυθαίρετη διήγηση του ιστορικού ψεύδους και θα επέτρεπε την αν-ιστορική αναγέννηση του όντως όντος και την επανεκκίνηση μίας υπερ-ιστορικής ανθρωπότητα

04 / 06 / 2017

Το Χωροχρονικό Μάτριξ

Από τον Νώντα Κούκα

Η Τοπολογία

Ας κάνουμε μια διανοητική άσκηση. Φανταζόμαστε έναν κβαντικό υπερυπολογιστή να λαμβάνει δέσμες κβαντωμένων πληροφοριών από το μέλλον, να τις επεξεργάζεται, να τις αναλύει στο παρόν και να τις μετατρέπει σε «πραγματικό» παρελθόν. Ο εν λόγω q(uantum) bit υπολογιστής δεν κατατρύχεται από την (ψυχολογική) αβεβαιότητα «είτε το ένα είτε το άλλο». Πραγματώνει και υλοποιεί και το ένα και άλλο, όπως και κάθε γεγονός που πλαισιώνει και τα δύο.

Ουσιαστικά, η κεντρική πληροφορία που λαμβάνει ο κβαντικός υπολογιστής μας από τον «ανώνυμο» πληροφοριοδότη του είναι: «υλοποίησε διακριτά και οικονομικά το μέλλον σε παρελθόν».

Η εντολή «διακριτά και οικονομικά» μεταφράζεται από τον υπερυπολογιστή μας ως συνεχής/ αναλογική/ άπειρη ροή. Γιατί; Διότι καθετί που είναι διακριτό και μη διακριτό μαζί (είπαμε ότι ή το ένα ή το άλλο είναι κάτι άγνωστο για αυτόν) αλλά και οικονομικό και μη οικονομικό μαζί, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ίδια η έναρξη του βέλους του χρόνου, μια κατεύθυνση (διάνυσμα) προκειμένου το μέλλον της πληροφορίας να μετατρέπεται σε παρελθοντικό τετελεσμένο μέλλοντα της ανάμνησής της. Ισοδύναμα, από όλη αυτή τη διαδικασία προικοδοτείται μια γραμμική βάση δεδομένων μνήμης όπου τα πράγματα γίνονται τέτοια, δηλαδή ορατά και απτά, επειδή η (μελλοντική) πληροφορία συμπαγοποιείται ως (παρελθοντική – προβολική) μνήμη.

Μια πολύ συμπιεσμένη μαθηματική πληροφορία όταν εισαχθεί σε έναν τέτοιο υπολογιστή μπορεί να παραγάγει ένα «άπειρο» πλήθος δεδομένων κατά την έξοδό της. Το πρόβλημα τώρα που ανακύπτει στο παραπάνω νοητικό πείραμα, είναι η διεύθυνση στο «βέλος» του χρόνου. Εκ των ιδίων πραγμάτων, ο υπολογιστής κείται αναγκαστικά επάνω σε μια ελαχιστοτική επιφάνεια. Δηλαδή, τοπολογικά μιλώντας, είναι πάνω σε μια επιφάνεια το εμβαδόν της οποίας είναι «τοπικά ελαχιστοποιημένο» και δεν μπορεί να μειωθεί αντικαθιστώντας μικρά τμήματα με οποιαδήποτε άλλη γειτονική επιφάνεια στον ίδιο τον περιβάλλοντα χώρο (υποβάθρου). Επομένως, η πληροφορία που μπορεί να επεξεργαστεί ο υπολογιστής μας είναι αναγκαστικά χρονοειδής αφού διαθέτει μια κάποια έστω ελάχιστη επιφάνεια και άρα ενέργεια χαμηλότερη από αυτήν της καθαρής πληροφορίας. Η οποία, όπως συνάγεται, είναι χωροειδής και τρέχει σε φανταστικό χρόνο, βρίσκεται δηλαδή παντού ταυτόχρονα.

Αφού λοιπόν το σχήμα ελάχιστου εμβαδού αντιστοιχεί στην κατάσταση με τη χαμηλότερη ενέργεια, διαθέτει προφανώς μηδενική επιφανειακή τάση. Ισοδύναμα, μπορούμε να πούμε πως η μέση καμπυλότητά της είναι μηδέν. Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα πως ο υπερυπολογιστής μας δεν μπορεί να διαχειριστεί την άπειρη ενέργεια της καθαρής πληροφορίας στο πλαίσιο του φανταστικού διανυσματικού χρόνου της. Διότι, όπως γράψαμε, μόνο χρονοειδή πληροφορία χαμηλότερης ενέργειας μπορεί να διαχειριστεί και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπερβεί το φράγμα του φωτός. Υπάρχει λύση σε αυτό;

Η Καμπυλότητα

Ναι, υπάρχει λύση αν η ελαχιστοτική επιφάνεια του υπερυπολογιστή μας μετασχηματιστεί σε κλειστό βρόχο χωροχρονικής σύνθεσης. Έτσι, χώρος και χρόνος συμπλέκονται άρρηkτα από τη μια, ενώ από την άλλη επιτυγχάνεται η αρχή της ολονομίας μέσω της οποίας μπορεί τώρα πια να αλλάξει η φορά του φανταστικού βέλους του χρόνου και να δείχνει πια από το παρελθόν προς το μέλλον. Η έννοια της ολονομίας είναι βασική στη διαφορική γεωμετρία. Σχετίζεται με την καμπυλότητα και αφορά στη μετακίνηση διανυσμάτων κατά ένα παράλληλο τρόπο πάνω σε ένα κλειστό βρόχο. Η ολονομία μιας επιφάνειας (ή μιας πολλαπλότητας), σε αδρές γραμμές, αποτελεί μέτρο του βαθμού στον οποίο μετασχηματίζονται τα εφαπτόμενα διανύσματα καθώς διαγράφουν βρόχο πάνω στην επιφάνεια.

Ας μας συγχωρεθούν αυτές οι τεχνικές λεπτομέρειες αλλά είναι βασικές. Ιδού ένα παράδειγμα: ας πούμε πως στέκεστε στον βόρειο πόλο και κρατάτε στο χέρι σας ένα ακόντιο εφαπτόμενο στην επιφάνεια της Γης. Αρχικά περπατάτε κατευθείαν προς τον ισημερινό, ακολουθώντας την κατεύθυνση στην οποία είναι προσανατολισμένο το ακόντιο διατηρώντας συνεχώς σταθερό τον προσανατολισμό του όπως εσείς τον αντιλαμβάνεστε καθώς προχωράτε. Όταν φτάσετε στον ισημερινό το ακόντιο θα κοιτάζει προς τα κάτω. Τώρα, αρχίστε να περπατάτε πάνω στον ισημερινό μέχρι να φτάσετε στο μέσον της περιφέρεια της Γης, αλλά μην ξεχνάτε να κρατάτε το ακόντιο σταθερά προς τα κάτω σε όλη τη διαδρομή. Ύστερα ξεκινήστε πάλι προς τον βόρειο πόλο διατηρώντας πάντα σταθερό τον προσανατολισμό του ακοντίου. Όταν φτάσετε στον βόρειο πόλο το ακόντιό σας θα έχει στραφεί κατά 180 μοίρες παρά την άοκνη προσπάθειά σας να διατηρήσετε σταθερό τον προσανατολισμό του.

Η ολονομία λοιπόν μας πληροφορεί για το τι συμβαίνει σε ένα εφαπτόμενο διάνυσμα καθώς το μετατοπίζουμε παράλληλα – δηλαδή διατηρούμε σταθερό τον προσανατολισμό του καθώς το μετακινούμε κατά μήκος μιας διαδρομής η οποία μπορεί να είναι καμπύλη ή συνεστραμμένη.

Στην περίπτωση λοιπόν του υπολογιστή τη μας αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο το διάνυσμα του χρόνου άλλαξε τη φορά του κατά 180 μοίρες: παγιώνει τον καμπύλο στρεβλωμένο χωρόχρονο σε «ορατό» σύμπαν. Έτσι χαμηλώνει την ενεργειακή στάθμη της καθαρής Πληροφορίας σε επίπεδα τέτοια που να μπορεί ορατοποιείται η α-όρατη πληροφορία σε γεωμετρικές σχηματομορφές. Έκτοτε όμως, η φορά του βέλους του χρόνου είναι ψευδαισθησιακά μονοσήμαντη, στραμμένη από το παρελθόν προς το μέλλον, ενώ συγχρόνως, ο βρόχος καθώς κλείνει θέτει το ορατό σύμπαν σε μια μελαγχολική, μέχρι απόγνωσης θα λέγαμε, καραντίνα. Είμαστε πια καταδικασμένοι να ζήσουμε μόνοι μας μέσα σε μια εικονική πραγματικότητα, όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον δεν είναι παρά μια επίμονη ψευδαίσθηση, όπως είπε και ο Αινστάιν.

Η Διαστατικότητα

Τώρα, όμως, όλα τα παραπάνω — σε ισοδύναμο κώδικα  — υποστηρίζουν το εξής ενδιάμεσο ενδεχόμενο: πιθανόν να ζούμε σε μια ήπια, αναλογική προσομοίωση που εκτελείται σε έναν κβαντικό υπολογιστή, ο οποίος όμως — λόγω του ότι η κβαντική θεωρία πεδίου (δηλαδή, η ενοποίηση ηλεκτρομαγνητισμού και κβαντικής θεωρίας) είναι μαθηματικά ισοδύναμη με εκείνη ενός χωρικά κατανεμημένου κβαντικού υπολογιστή — δεν αποτελεί ανθρώπινο κατασκεύασμα.

Συνεπώς, να πρόκειτα άραγε για υπερκόσμιο εξω-χωροχρονικό πείραμα; Πάντως, άν όντως έτσι είναι, τότε οφείλουμε να αλλάξουμε την ίδια μας τη γλώσσα — από μη-ισομορφική (γλώσσα του <φαίνεσθαι/γίγνεσθαι>) σε ισομορφική του <είναι> — προκειμένου να αντικαταστήσουμε την έννοια <σύμβαμα/συμβάν> με την έννοια <στρέβλωμα> που δεν δηλώνει αντικείμενο, αλλά μάλλον αποδίδει όλόκληρη την ιστορία ενός στοιχειώδους σωματιδίου της ύλης.

Τελικά, αλλάζοντας διάσταση η φυσική γλώσσα, δεν αποκλείεται να αποκαλυφθεί και το μυστικό της κβαντικής θεωρίας της βαρύτητας

1 / 06 / 2017