Η Αφαιρετική Αρχή

Από τον Νώντα Κούκα

Το Μαθηματικό Υποκείμενο

Η Φανταστική / Θαμιστική Πληροφορία συγκροτεί μαθηματικό υποκείμενο διότι συνιστά την Αφαιρετική Αρχή όλων των αφαιρετικών μεθόδων, οι οποίες αποτελούν την κεντρική ιδέα τόσο των επιστημολογικών θεωριών όσο και των επιστημονικών πειραμάτων.

Πιο συγκεκριμένα, οι αφαιρετικές μέθοδοι επίστανται κάθε μαθηματικο –λογικού, φυσιο–λογικού και βιοψυχο–λογικού σημείου, τα οποία συνάπτουν αιτιώδεις (ή μη) σχέσεις μεταξύ τους ως δομομορφικά–λειτουργικά, συνελόντι ειπείν, κομβικά στοιχεία του λεγόμενου χωροχρονικού συνεχούς.

Για παράδειγμα, στη Λογική, οι αφαιρετικές μέθοδοι του Frege [Φρέγκε] αποσκοπούσαν στη δημιουργία δυσπρόσιτων καινούριων εννοιών από προσιτές οικείες έννοιες του γνωστικού μας εξοπλισμού. Ετσι, από τις διαισθητικά εύκολες έννοιες των γραμμών και της παραλληλίας παρήγαγε την πιο δύσκολη έννοια της διεύθυνσης — την περίφημη ισοδυναμία (D = ).

Το ίδιο έκανε και με την έννοια του φυσικού αριθμού: την εσήγαγε ως μία πολύ σημαντική ισοδυναμία (Ν = ), αναφερόμενος σε μια ιδέα του Hume [Χιουμ], ότι μία 1 — 1 (και επί) αντιστοιχία παίζει σημαντικό ρόλο στον προσδιορισμό της ταυτότητας του αριθμού. Για αυτό και η (Ν = ) καλείται και (HP) — <<αρχή του Χιουμ>> ( Hume’s Principle).

Το νευροεπιστημονικό παράδειγμα     

Αλλά και στον χώρο της νευροεπιστήμης εφαρμόζεται απαρεγκλίτως η αφαιρετική μέθοδος και το αξίωμα της γραμμικότητας: το κρίσιμο πρόβλημα στη νευρο — απεικόνιση εντοπίζεται στην ανάγκη να διαθέτουμε ένα έργο ελέγχου που να είναι παρόμοιο σε κάθε σημείο εκτός από ένα, το οποίο είναι το πειραματικό έργο.

Με άλλα λόγια, πρέπει να δημιουργηθεί μια γραμμή βάσης — ένας συντακτικός κανόνας (της γλώσσας) του πειράματος: το έργο του ελέγχου πρέπει να εμπλέκει όλες τις υπο –διεργασίες του πειραματικού έργου εκτός από μία και μόνο μία — αυτή που θέλουμε να απομονώσουμε. 

Αντίστοιχα, στην εννοιογραφία του Φρέγκε, ο συντακτικός κανόνας της ισοδυναμίας (D = ) είναι: << η διεύθυνση της ευθείας α ταυτίζεται με τη διεύθυνση της ευθείας β αν και μόνο αν οι ευθείες α και β είναι παράλληλες>>. Ενώ, στην ισοδυναμία (N = ), ο συντακτικός κανόνας είναι: << ο αριθμός της έννοιας F ταυτίζεται με τον αριθμό της έννοιας G αν και μόνο αν οι έννοιες F και G βρίσκονται σε μία 1–1 (και επί) αντιστοιχία μεταξύ τους>>.

Επιστρέφοντας στη νευρο–απεικόνιση, από τον εντοπισμό μιας εγκεφαλικής (και άρα πιο οικείας, ως υλικής) περιοχής θέλουμε να αναχθούμε στην αντίστοιχη γνωστική διεργασία — και άρα σε μια λιγότερο (σαν άυλη που είναι) οικεία μας περιοχή. Ιδού η ισχυρή ανάλογη (μαθηματικολογική) ισοδυναμία της αφαιρετικής φρεγκενιανής μεθόδου στο νευροεπιστημονικό πεδίο. Επιτυγχάνουμε, δηλαδή, μία προσέγγιση σε μία έννοια πιο αφηρημένη (και άρα δυσπρόσιτη) — την έννοια μιας «τάδε» γνωστικής διεργασίας — βασιζόμενοι απλώς στις πιο οικείες μας (και εντοπίσιμες) έννοιες της του (κρανιο–) εγκεφαλικού χάρτη. Οπως ακριβώς κάνουμε και στις ισοδυναμίες (D = / N=).

Φτάσαμε αισίως στο ρεζουμέ της συζήτησης. Είναι ακριβώς το λόγια του Φρέγκε: << Αν κατανείμουμε το περιεχόμενο διαφορετικά από τον αρχικό τρόπο, τότε παίρνουμε μια καινούρια έννοια>>. 

Ουσιαστικά, μιλάμε για την Ανακατανομή της Πληροφορίας, δηλαδή αλλαγή φάσης:  Από την ποσοτική πληροφόρηση στην ποιοτική πληροφορία και από εκεί στη φανταστική / θαμιστική πληροφορία. Θα επανέλθουμε.

Τετάρτη, 10  Οκτωβρίου 2018

Η Έννοια της Φανταστικής / Θαμιστικής Πληροφορίας

Από τον Νώντα Κούκα

Η σύγχρονη φυσική

Η σύγχρονη θεωρητική φυσική, αν μη τι άλλο, μας παρέχει ένα πολύτιμο κεκτημένο: δείχνει πως στο σύμπαν ό,τι δεν απαγορεύεται μπορεί να συμβεί. H θεωρία της σχετικότητας και η κβαντομηχανική σάρωσαν τις παλιές αντιλήψεις περί χώρου και χρόνου. Η συμπαγής ύλη της κλασικής φυσικής, που είχε επιβάλει τη διαίρεση του κόσμου σε δομικές μονάδες, παραχώρησε τη θέση της στην αντίληψη της θέας του κόσμου ως φανταστικών προτύπων ενέργειας.

Και βέβαια, τα φανταστικά αυτά πρότυπα ενέργειας προηγούνται του οικείου μας κόσμου ως εξής: O Χάιζεμπεργκ υπέθεσε ότι τα ηλεκτρόνια δεν υφίστανται συνεχώς και αδιαλείπτως, αλλά υπάρχουν μόνο όταν κάποιος τα παρατηρεί ή, ισοδύναμα, όταν αλληλεπιδρούν με κάτι άλλο. Με υπολογίσιμη πιθανότητα, υλοποιούνται σε κάποιο μέρος, όταν συγκρουστούν με κάτι.

Συνεπώς, αφού η μοναδική δυνατότητα ύπαρξής τους είναι τα << κβαντικά άλματα>> που εκτελούν, από μια επιτρεπόμενη τροχιά σε κάποια άλλη, τότε η μοναδική κατάσταση μέσα στην οποία ένα ηλεκτρόνιο μπορεί να γίνει πραγματικό, δεν είναι παρά ένα σύνολο αλμάτων από τη μια αλληλεπίδραση στην επόμενη. Οταν παραμένει ανενόχλητο, δεν εντοπίζεται σε συγκεκριμένη θέση — σαν να μην υπάρχει πουθενά…

Μιλάμε δηλαδή για μια a priori, φανταστική και θαμιστική, δηλαδή, πληροφορία εκτός χωροχρόνου, που χρειάζεται αλληλοσυσχέτιση και αλληλεπίδραση, προκειμένου να υλοποιηθεί μέσα στον χωρόχρονο.

Βιολογία και νευροεπιστήμη

Παράλληλα, οι σύγχρονες και συντονισμένες έρευνες τόσο στη βιολογία όσο και στις νευροεπιστήμες, παρέχουν σοβαρότατες ενδείξεις ότι κάτι <<περίεργο>> συμβαίνει: ο νεόδμητος εγκέφαλος του εμβρύου — από τα πρωταρχικά ήδη στάδια της διάπλασής του — γνωρίζει περίπου σε ποια κοινωνία θα ζήσει. Μιλάμε δηλαδή για προχαρτογραφημένο σχέδιο του εγκεφάλου ή, ισοδύναμα, για μια φανταστική πληροφορία, κατανεμημένη a priori ως φαντασιακό στον εμβρυικό εγκέφαλο.

Με άλλα λόγια, έχουμε κι εδώ την αντίστοιχη έννοια της φανταστικής και θαμιστικής πληροφορίας: εκ των προτέρων πληροφορία, που χρειάζεται όμως τη συχνή επανάληψη (αλληλοσυσχέτιση / εμπλοκή / αλληλεπίδραση), προκειμένου να υλοποιηθεί και να εγκαταβιώσει στον καμπύλο / κλειστό χωρόχρονο.

Προς την υπερ–ρεαλιστική μαθηματική γνωσιοθεωρία

Εν τέλει, όπως φαίνεται, η έννοια της φανταστικής / θαμιστικής πληροφορίας συγκροτεί καθαρή μαθηματική γνώση, που υπερβαίνει προς τα άνω κάθε (φαινομενολογικά) ιδεατό αλλά και κάθε νοητικό (mental) μαθηματικό αντικείμενο. Αρα, δεν συνιστά αντικείμενο αλλά υποκείμενο μαθηματικής γνώσης.

Η γνωσιολογική πρόκληση του οντολογικού status των μαθηματικών (αντικειμένων) ταλαιπώρησε , και εξακολουθεί να ταλανίζει, την επιστημονική λογική και κατ’ επέκταση τη θεωρητική φυσική — και όχι μόνο. Καιρός είναι να διευρύνουμε τον ορίζοντα της μαθηματικής γνωσιολογίας. Ας προσπαθήσουμε…

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2018

Ο Κρίσιμος Μετασχηματισμός

Από τον Νώντα Κούκα

Ο Έσχατος Ορίζοντας

Ανατρέχοντας στην πηγή του χρόνου, ο αστροφυσικός θα βρεθεί απέναντι σε δύο ανυπέρβλητα εμπόδια. Από τη μια, η σφαίρα αιτιότητας περιορίζεται αφού, απλούστατα, όσο πλησιάζουμε στον χρόνο μηδέν (σε γραμμική κλίμακα, δηλαδή στον χρόνο μείον άπειρο σε λογαριθμική κλίμακα), τόσο πιο σύντομη γίνεται η περίοδος διάδοσης των σημάτων.

Από την άλλη, εμφανίζεται παράλληλα ένα άλλο φαινόμενο: όπως ορίζει η κβαντομηχανική, η θέση ενός αντικειμένου δεν είναι επακριβώς καθορισμένη — κατέχει αυτό που αποκαλούμε μια <<σφαίρα απροσδιοριστίας>>. Πρόκειται για τον τομέα, εντός του οποίου έχουμε πολλές πιθανότητες να το εντοπίσουμε ξανά.

Ελάτε, όμως τώρα, που συμβαίνει η σφαίρα αιτιότητας να είναι — πριν από τον χρόνο 10 υψωμένο στη μείον σαράντα τρία του δευτερολέπτου — μικρότερη από τη σφαίρα απροσδιοριστίας θέσεως. Πιο συγκεκριμένα, τούτο σημαίνει ότι ένα δείγμα ύλης μπορεί να ξαναβρεθεί μέσα σε έναν χώρο με τον οποίο τού είναι αδύνατο να επικοινωνήσει… Στο σημείο αυτό η γνώση συναντά την εσχατιά του ύστατου ορίζοντά της!

Η Ιδέα της Γενικής Πληροφορίας

Το εν λόγω δραματικό χάσμα της σύγχρονης φυσικής ευθύνεται, αφενός, για την αποτυχία της θεμελίωσης μιας ολοκληρωμένης θεωρίας που να ενσωματώνει, ταυτόχρονα, τη γενικευμένη θεωρία της σχετικότητας του Einstein και την κβαντομηχανική. Και αφετέρου, είναι υπεύθυνο για το δόγμα του <<Big Bang>> του σύμπαντος: ο αστροφυσικός, για να κρύψει την άγνοιά του, αποφασίζει αυθαίρετα ότι τη στιγμή 10 στη μείον σαράντα τρία το σύμπαν <<γεννιέται>>…

Είναι όμως πράγματι έτσι; Υπάρχει ποτέ περίπτωση, ένα δείγμα ύλης να βρεθεί εκτός επικοινωνίας και, άρα, εκτός σύμπαντος, ακόμη και άν η σφαίρα αιτιότητας μηδενιστεί; Μάλλον όχι, διότι τόσο η <<αρχή>> του Mach όσο και ο περίφημος <<κβαντικός εναγκαλισμός>> διδάσκουν ότι ολόκληρο το σύμπαν είναι μυστηριωδώς παρόν σε κάθε μέρος και σε κάθε χρονική στιγμή του κόσμου.

Ετσι πια, μπορούμε να απομακρυνθούμε με ασφάλεια τόσο πολύ από παραδοσιακές αντιλήψεις της ύλης, του χώρου και του χρόνου, ώστε να δηλώνουμε αβίαστα ότι υπάρχουν, αδρομερώς, δύο (τουλάχιστον) <<επίπεδα>> επικοινωνίας μεταξύ των (υλικών) πραγμάτων: ένα (πιο) φαινομενολογικό — εκείνο της παραδοσιακής αιτιότητας εντός του χωροχρονικού πλαισίου — και ένα (πιο) οντολογικό / βαθυδομικό, που δεν προϋποθέτει άσκηση δύναμης από το ένα σώμα πάνω στο άλλο ούτε ανταλλαγή ενέργειας. (Αρα, ένα καθαρό ρεαλιστικό μαθηματικό πεδίο εκτός χωροχρόνου, που υπερβαίνει οποιαδήποτε αιτιακή θεωρία.) 

Το πρώτο επίπεδο αφηγείται την έγχρονη και ποσοτικοποιημένη (παρα-) πληροφορία του <<ορατού>> σύμπαντος. Το δεύτερο επίπεδο είναι βαθύτερο και πολύ πιο ουσιαστικό. Υπαινίσσεται τη μη-έγχρονη και ακαριαία Πληροφορία. Μια πληροφορία που δεν ποσοτικοποιείται και αναφέρεται σε έναν <<φανταστικό>> άχρονο χρόνο. Και βέβαια, το πρώτο επίπεδο αναδύεται από το δεύτερο.

Σε ισοδύναμη, πιο συμβατική, γλώσσα: πρόκειται μάλλον για μια ενυπάρχουσα και πανταχού παρούσα πληροφοριακή επίδραση, που δεν επιτρέπει σε κανένα δείγμα ύλης τη μη-Μέθεξη. Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι η <<θεωρία των πάντων>> δεν συνιστά παρά μια στενότερη, μια πιο ειδική έννοια, μέσα στη Γενική Θεωρία της Πληροφορίας.

Ακόμη πιο απλά, μόνο στο πλαίσιο της Φιλοσοφίας της Πληροφορίας, δηλαδή μόνο η μεταθεώρηση της έννοιας της πληροφορίας και η μετάταξή της στην απόλυτη <<Ιδέα>> της ουσίας της θα καταστήσει εφικτή την περιπόθητη κβαντική θεωρία βαρύτητας.

Η κατανόηση της ποσοτικής πληροφορίας

Στην πραγματικότητα, αυτό που μπορεί να κάνει μια πολύ εξελιγμένη τεχνογνωσία είναι να προσθέτει άλλη μία (ψευδο–) διάσταση, ως ρεύμα χρόνου, στην τρισδιάστατη (ψευδαισθητική) »πραγματικότητα». Να το γράψουμε και αλλιώς: δίπλα στις έννοιες μήκος–πλάτος–ύψος προσθέτει και την έννοια της αναδρομής τους: τον χρόνο, δηλαδή τη μετάταξή τους σε ένα ανώτερο επίπεδο — σαν ένα κάθετο πλην (–), ας πούμε, δίπλα στα συν (+).

Με άλλα λόγια, ανάγει την (στατική) τρισδιάστατη χωρική »πραγματικότητα» σε τετραδιάστατη (φαινομενικά ρέουσα) χωροχρονική »πραγματικότητα». Αυτή ακριβώς η αναγωγή αποτελεί την πρότυπη διαδικαστική αρχή μιας μαθηματικής μήτρας (ενός μάτριξ).

Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο δημιουργείται η έννοια της ποσοτικής πληροφορίας. Χωρίς, δηλαδή, την καταλυτική παρέμβαση ενός ανώτερου (τεχνολογικού) φαντασιακού δεν θα είχαμε »μάτριξ», αναδρομή δηλαδή του λεγόμενου »τρισδιάστατου συνεχούς» και, συνεπώς, δεν θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε την πληροφορία ως δυσκολία της μετάδοσης ενός μηνύματος — ή μέρος αυτού — από ένα σημείο του χωροχρόνου σε ένα άλλο σημείο αυτού.

Συνεπώς, θερμοδυναμική και  χρόνος συνεργούν από κοινού στην κατασκευή της ποσοτικοποιημένης πληροφορίας, σε ένα μονοσήμαντο θερμοδυναμικό βέλος του χρόνου.

Η αϋλότητα της καθαυτό πληροφορίας

Ομως πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητό το εξής: η τέταρτη αυτή διάσταση μπορεί, κατά βάση, να μετράται με τη διάδοση της πληροφορίας και, υπ’ αυτή την έννοια, είναι αντιληπτό φαινόμενο — και άρα »υλικό».  Ωστόσο, στην ουσία του, αυτό καθεαυτό ως γεγονός είναι άυλο. Ακόμη καλύτερα, μπορούμε να δηλώσουμε ότι η θεωρία της πληροφορίας κάνει ακριβώς τούτο: αντικαθιστά την ύλη με το αρνητικό της.

Υπό το πρίσμα αυτής της μεταφάσης, η πληροφορία κατατείνει σε αρνητικό κριτήριο της ύλης — από την ποσότητα στην ποιότητα. Και όσο γνησιότερη/ υψηλότερη είναι η πληροφορία τόσο χαμηλότερη είναι η εντροπία (δηλαδή, η αβεβαιότητα και η αταξία). Το ένα — το μοναδικό — μήνυμα συνιστά την ελάχιστη πληροφορία και τη μέγιστη εντροπία. Τα πλείστα μηνύματα αποτελούν τη μέγιστη πληροφορία και την ελάχιστη εντροπία.

Τελικά, η ίδια η πληροφορία, αυτή καθεαυτή, »σαρκώνει»– ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της — την αρνητική εντροπία, δηλαδή την απόλυτη συμμετρία και, ως εκ τούτου την ίδια την έννοια της τοπολογίας τής καθαυτό (μαθηματικής) πληροφορίας ως Πέμπτης Διάστασης.

Η ευκολία της παρα–πληροφορίας

Συνήθως, ταυτίζουμε την καθαυτό πληροφορία με το περιεχόμενό της, το μήνυμά της — δηλαδή, με την εντροπία της. Κοντολογίς, συγχέουμε την οντολογία της πληροφορίας με τη φαινομενολογία της πληροφόρησής της.

Ας δώσουμε ένα απλό παράδειγμα: έστω ότι ρωτάμε κάποιον, στις 8 μ.μ., ¨τι ώρα είναι;¨.  Αυτός, φυσικά, μας απαντάει: ¨είναι οχτώ η ώρα¨. Τώρα, είμαστε σίγουροι ότι αποσπάσαμε μια πληροφορία από έναν άλλον άνθρωπο — επιτέλους, γνωρίσαμε αυτό που αγνοούσαμε (: Έκπληξη).

Επιπλέον, η απάντηση που πήραμε, εμφανίσθηκε (γλωσσικοποιήθηκε) μέσω μιας αυστηρά διατεταγμένης υλο–ενεργειακής αλληλουχίας σημείων / συμβόλων, που κωδικεύουν νόημα επί τη βάσει συγκεκριμένων μοτίβων. Αυτό σημαίνει πορεία από την τάξη προς την αταξία, (: Eντροπία) — και άρα, εν τέλει βέλος του χρόνου: μη επαναληψιμότητα της συγκεκριμένης ¨πληροφορίας¨.

Η Δυσκολία της Πληροφορίας

Αλλά το θέμα ακριβώς είναι ότι η συγκεκριμένη ¨πληροφορία¨ δεν μπορεί να χαθεί, να εξαφανισθεί, ως θα όφειλε, εάν πράγματι υπάκουε απλά και μόνο  στην ψευδαισθητική ροή του χρόνου — στο μη αντιστρέψιμο ¨βέλος του χρόνου¨. (Θα μπορούσαμε, δηλαδή, να επαναφέρουμε στη μνήμη μας — όποτε χρειαζόταν — την ανάμνηση του νοήματος της συγκεκριμένης «πληροφορίας» (δηλαδή το »τι ώρα είναι; »).

Ποτέ όμως δεν θα μπορούσαμε να ξανα —  υλοποιήσουμε ακριβώς την ίδια ερώτηση και να ξανα — αποσπάσουμε την ίδια ακριβώς πληροφόρηση, να αναπαραστήσουμε δηλαδή και να ικανοποιήσουμε ξανά τις ίδιες ακριβώς συνθήκες αλήθειας της.  Και αυτό βέβαια δεν συμβαίνει — μπορώ να επαναλαμβάνω κάθε ημέρα, στις 8 μ.μ., την ίδια ερώτηση και να παίρνω την ίδια απάντηση. )

Ιδού, λοιπόν, το πρόβλημα της δυσκολίας στη μετάδοση της πληροφορίας. Πώς είναι δυνατόν κάτι να πληροφορεί κάτι άλλο ακαριαία, δηλαδή, εκτός και πέραν του βέλους του χρόνου; (Ας μη λησμονούμε τη βασική αρχή της πληροφορίας : η πληροφορία είναι αυτό που δεν γνωρίζουμε). Με άλλα λόγια, η Πληροφορία παύει να υφίσταται άμα τη ενάρξει της πληροφόρησης.

Το Δήλιον Πρόβλημα

Το μέγα μαθηματικό πρόβλημα (και ας σημειωθεί ότι αποφεύγουμε όσο μπορούμε την τεχνική γλώσσα της τρέχουσας μαθηματικο–φυσικής πρακτικής) είναι να δείξουμε — έστω με μια υποψία φορμαλισμού — το διπλό βέλος (λογική ισοδυναμία) του φανταστικού χρόνου που διέπει την Πληροφορία, σε αντιδιαστολή με το μονοσήμαντο βέλος (υλική συνεπαγωγή) του λεγόμενου <πραγματικού> χρόνου, που στοιχειώνει την πληροφόρηση. 

Ως γνωστόν, ο Γκέντελ — με τα δύο θεωρήματά του (Θεώρημα μη Πληρότητας)– έδειξε ότι: είτε ο ανθρώπινος νους υπερβαίνει κάθε αξιωματική μαθηματική τυποποίησή του, είτε υπάρχει μια ολάκερη περιοχή στο μαθηματικό βασίλειο, εντελώς ασύλληπτη από την ανθρώπινη διάνοια.

Δυστυχώς, αυτή η αντιδιαστολή, κατά την ταπεινή μας άποψη, αποτελεί και το θεμελιώδες έλλειμμα της σύγχρονης κοσμολογίας, αλλά και τον λόγο για τον οποίο το Σύμπαν παρουσιάζει μόνο τον μισό του εαυτό (βλ., π.χ., εξαφάνιση αντιύλης).

Φαίνεται σαν να έχει διακοπεί η πληροφορία ενώ, αντιθέτως, η πληροφόρηση πλατιάζει τόσο που υπερβαίνει τα εσκαμμένα…

Υπερβολική θα λέγαμε <<φαινομενολογία>>, με σχεδόν καθόλου οντολογία, επειδή — κατά πάσα πιθανότητα — αποδεχόμαστε τον ¨διαισθητικό΄¨ χρόνο σαν ¨πραγματικό¨, ενώ απορρίπτουμε τον φανταστικό χρόνο ως <μη–πραγματικό>.

Θετικιστική στρέβλωση; Iσως… Αλλά σε κάθε περίπτωση, η διεύρυνση των μαθηματικών θεμελίων συνιστά συνθήκη εκ των ων ουκ άνευ για την υπέρβαση

και τον μετασχηματισμό της υλικής συνεπαγωγής του τετραδιάστατου χωρόχρονου σε (τοπο–) λογική ισοδυναμία πέμπτης διάστασης.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου  2018

Η Φυσική στον 21ο Αιώνα (ii)

Από τον Νώντα Κούκα

Δύο αντικρουόμενα θεωρήματα

Στο θεώρημα του Μπόλτσμαν, η αύξηση της εντροπίας υποδήλωνε μη αντιστρεψιμότητα: κάθε διεργασία πηγαίνει προς τη μία κατεύθυνση και ποτέ προς την άλλη. Αυτό βέβαια αντίκειται στους νευτώνειους νόμους της μηχανικής, που δεν αναγνωρίζουν καμία εγγενή διάκριση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος.

Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα, ο προικισμένος γάλλος μαθηματικός Ανρί Πουανκαρέ απέδειξε ένα δικό του θεώρημα, το οποίο φαινόταν να αντικρούει το θεώρημα του Μπόλτσμαν: σε ένα σύνολο ατόμων αερίου, εντός ενός ορισμένου χρονικού διαστήματος, τα άτομα λαμβάνουν κάθε πιθανή κατανομή, που αντιστοιχεί σε υψηλή, χαμηλή ή και ενδιάμεση εντροπία. Κάτι τέτοιο, βέβαια, συνεπάγεται ότι η εντροπία και μπορεί (και πρέπει) τόσο να αυξάνει όσο και να μειώνεται.

Εκτοτε, η αμφιβολία και η αβεβαιότητα παραμονεύει πάντα ανοιχτή: μπορεί οι εξελικτικές διαδικασίες να έχουν — κατά το μεγαλύτερο μέρος της χρονικής διαδρομής τους– την τάση να αυξάνουν την αταξία, εν τούτοις —  σε ό,τι αφορά σε αυτή καθεαυτή την εντροπία — και μια αντίστροφη πορεία δεν είναι αδύνατη αλλά απλά «απίθανη». Με άλλα λόγια, η τυχαιοκρατία του δεύτερου νόμου της θερμοδυναμικής — η εντροπία σχεδόν πάντοτε αυξάνει — είχε πλέον εδραιωθεί.

Η Θεωρία ενώπιον του Πειράματος

Παρ’όλα αυτά η αιτιοκρατία, χάρη στην υπερεκτιμημένη στατιστική συλλογιστική, επέζησε (ή έτσι, τουλάχιστον, φάνηκε) — η φύση, στη βάση της, παρέμενε εγγενώς αιτιοκρατική. Το πρόβλημα, απλώς, ήταν το εξής: οι επιστήμονες δεν ήταν σε θέση να συγκεντρώσουν όλη την ποσότητα της πληροφορίας που απαιτείται για την εκπλήρωση του λαπλασιανού ιδανικού: διακαής επιθυμία για την απόλυτη επιστημονική γνώση, η οποία οδηγεί στην τέλεια προβλεψιμότητα.

Φυσικά, εδώ πρόκειτα για έναν οιονεί επιστημονικό αντιπερισπασμό που, όμως, σηματοδοτούσε σημαντικές ανακατατάξεις. Διότι, χωρίς έστω πλήρη επίγνωση για το τι ακριβώς συνέβαινε, οι φυσικοί είχαν αναπροσαρμόσει ανεπαίσθητα (υποσυνείδητα) τις εκτιμήσεις τους σχετικά με το νόημα μιας θεωρίας. Μέχρι τότε, οι επιστημονικές θεωρίες εκλαμβάνονταν ως σύνολα από κανόνες, που τεκμηρίωναν ένα ενιαίο σύνολο από γεγονότα. Με την είσοδο της αβεβαιότητας (και της απροσδιοριστίας), μέσω της έννοιας της εντροπίας, η παραπάνω διαπίστωση αποδυναμώθηκε ουσιαστικά.

Τώρα, η θεωρία περιείχε και στοιχεία για τα οποία οι φυσικοί ήταν βέβαιοι ότι υπήρχαν, αλλά δεν μπορούσαν να τα ανακτήσουν δια της πειραματικής οδού. Κοντολογίς, για τους θεωρητικούς — τότε — τα άτομα διέθεταν συγκεκριμένη υπόσταση, καθώς και συγκεκριμένες θέσεις και ταχύτητες. Για τον πειραματικό φυσικό, τα άτομα υπήρχαν μόνο για λόγους αναφοράς και μπορούσαν να περιγραφούν μόνο με στατιστικούς όρους.

Το γεγονός αυτό της διάστασης μεταξύ θεωρίας και πειράματος, ουσιαστικά, καταδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στην πλήρη και ορθή εικόνα του υλικού κόσμου (δηλαδή στη θεωρία) και στις πτυχώσεις του κόσμου στις οποίες, περιορισμένα, μπορούμε να έχουμε δυνατότητα πρόσβασης για άμεση παρατήρηση και αναμφισβήτητη καταμέτρηση.

Περί της Θεωρίας της Πληροφορίας

Τόσο το κλασικό νόημα της θεωρίας όσο και η καθιερωμένη πειραματική πρακτική αδυνατούν να συνθέσουν τη νέα πρόταση μιας σύγρονης κοσμολογίας. Από τα ως άνω εκτεθέντα, προκύπτει ο εξής, μάλλον αβίαστος, συμπερασμός: Η εντροπία δεν (πρέπει να) είναι απλώς ένα ποσοτικό μέγεθος της φύσης. Ισως να πρόκειται, κυριολεκτικά, για την ίδια την ποιοτική μέθοδο βάσει της οποίας «μοντελοποιήθηκε» αρχικά φανταστικά και, κατόπιν, πραγματικά το σύμπαν.

Μόνο τα μαθηματικά του λόγου, δηλαδή μόνο η καθαρή δομή της πληροφορίας μπορεί να διεκπεραιώσει και να ευοδώσει το ταξίδι στην αχαρτογράφητη περιοχή από το ημιορατό στο αόρατο. Γιατί;

Επειδή, τα μαθηματικά του λόγου εκτείνονται πέρα από τα νοητά σύνορα και της φυσικής και της μαθηματικής γλώσσας.

Χρόνοι και (Βαρυτική) Συνείδηση 

Όπως ήδη έχουμε γράψει, η σχετικοποίηση του χρόνου, στο πλαίσιο του χωροχρονικού συνεχούς, επιφέρει την απολυτοποίηση του χώρου. Η ερώτηση που ακολουθεί είναι αναγκαίως συνεπής: πώς άραγε θα φαίνεται τούτη η αντίστροφη αναλογία στα μάτια ενός παρατηρητή; Αλλά και η απάντηση που ακολουθεί μπορεί να είναι αναγκαίως συνεπής, εάν και μόνο εάν διαιρεθεί σε δύο υποαπαντήσεις: α) στα μάτια ενός εξωτερικού παρατηρητή, η εν λόγω αντίστροφη αναλογία θα φαινόταν να μοιάζει σαν διαστολή του χώρου∙ β) ενώ ένας συμμετοχικός παρατηρητής θα βίωνε αυτή τη διαστολή του χώρου μέσω της ίδιας της αύξησης της ηλικίας του. Άρα, ένας παρατηρητής με συνείδηση και αυτοσυνειδησία, από τη μια μεριά θα παρατηρούσε τη διαστολή του σύμπαντος και από την άλλη θα μετρούσε τη μείωση του ιδιοχρόνου του προς την ελαχιστοποίησή του – προς τον θάνατό του.

Οι παράλληλες αυτές διαδικασίες, εξεταζόμενες ως προς τη φαινομενολογική τους «εποπτεία», παρουσιάζονται ως συσχετιστικές: αύξηση του βαθμού αταξίας (ή αβεβαιότητας), δηλαδή αύξηση της εντροπίας τόσο ως συμπεριφορά του σύμπαντος (διαστολή) όσο και στη συμπεριφορά του βιολογικού σώματος προς τη γήρανσή του. Όμως, προβαίνοντας σε ειδητικές παραλλαγές διαπιστώνουμε άλλα πράγματα.

1) Η διαστολή του σύμπαντος, δηλαδή η αύξηση της εντροπίας του, δεν συνάδει με την αύξηση της εντροπίας του υλικού παράγοντα της ανθρώπινης ύπαρξης. Και αυτό επειδή, όπως είπαμε, η γήρανση οφείλεται σε μείωση του χωροχρόνου – και άρα της εντροπίας του υλικού σώματος, ενώ στην περίπτωση του σύμπαντος η διαστολή του οφείλεται σε αύξηση του χώρου του.

Έτσι, ποιητικά μιλώντας, ενώ στον ουρανό έχουμε αύξηση της εντροπίας, στη Γη παρατηρούμε μείωση της εντροπίας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στα έμβια όντα. Κατά συνέπεια, η αύξηση της εντροπίας στη διαστολή του κοσμικού χωροχρόνου είναι αντιστρόφως ανάλογη με την εντροπία στη γήινη κλίμακα του χωροχρόνου.

2) Αυτό έχει ως άμεση (αλλά και έμμεση) συνέπεια την ανεξάρτητη συμπεριφορά του ανθρώπινου εγκεφάλου, ο οποίος – πάντα σε γήινη κλίμακα χωροχρόνου – δεν αυξάνει σχεδόν καθόλου την εντροπία του, παρότι ολόκληρη η υλική σκευή του σώματος τείνει προς την αταξία.

Άρα, ο εγκέφαλος κατατείνει, μέσω της αύξησης της ενέργειας του υπόλοιπου βιολογικού σώματος, στην παραγωγή ολοένα και περισσότερης πληροφορίας. Να διευκρινίσουμε πως η εντροπία, δηλαδή η κατανάλωση ενέργειας, είναι και αυτή αντιστρόφως ανάλογη με την πληροφορία εντός του γήινου χωροχρόνου: ψηλότερη εντροπία, χαμηλότερη πληροφορία και αντίστροφα.

3) Φαίνεται λοιπόν πως ο εγκέφαλος ως πληροφορία μετέχει του κοσμικού χώρου, ενώ ως ενέργεια συμμετέχει στην αύξηση της εντροπίας που λαμβάνει χώρα στον γήινο χωροχρόνο. Ίσως, με αυτόν τον τρόπο, εξισορροπώντας το γήινο με το ουράνιο, ρυθμίζει καταλυτικά το φαινόμενο της ζωής.

4) Τέλος, εάν συμβαίνει έτσι, διακριβώνεται ξεκάθαρα ο συμμετοχικός ρόλος της συνείδησης (με την ευρύτερη έννοιά της) στη διαστολή του κοσμικού χώρου, η οποία όπως την αναλύσαμε δεν είναι παρά η διακύμανση του χωροχρόνου από την ψευδαίσθηση του χρόνου, δηλαδή του ορατού σύμπαντος, προς την αλήθεια του άχρονου χρόνου, δηλαδή του αόρατου σύμπαντος.

Τελικό συμπέρασμα, ο ανθρώπινος (και, ίσως, όχι μόνο) εγκέφαλος μετέχει τόσο του φανταστικού όσο και του πραγματικού χρόνου. Και, παραβιάζοντας συμμετρίες, αποκαλύπτει το χρυσό μυστικό του <<θερμού χώρου>>, δηλαδή της διαστελλόμενης Βαρύτητας:

Θερμοδυναμική και χρόνος είναι (στατιστικά) έννοιες ανταλλάξιμες μεταξύ τους, αν και μόνο αν κατανοηθεί επαρκώς η Πληροφορία ως φανταστικός χρόνος, και η Ενέργεια σαν πραγματικός χρόνος (αναγκαία και ικανή συνθήκη για την υπερσυμμετρική σχέση αρνητικής / θετικής εντροπίας).

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

Η Φυσική στον 21ο Αιώνα

Από τον Νώντα Κούκα

Η Εντροπία, και πάλι

Επιστρέφουμε, εκ νέου, στη θεμελιώδη έννοια της εντροπίας, πάνω στην οποία είναι βασισμένη όλη η ερμηνεία της φύσης σε κλασική κλίμακα. Σε μια πρώτη αδρή φάση, ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής φαίνεται να αφορά στο μέτρο της αταξίας που αναλογεί σε ένα σύστημα. Αν όμως επιθυμούμε έναν πιο αναλυτικό και ακριβή ορισμό της εντροπίας, τότε μπορούμε να διατυπώσουμε την εξής δήλωση: η εντροπία, στην πραγματικότητα, δεν υπολογίζει το ποσοστό αταξίας αλλά το ποσοστό αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει ένα σύστημα. 

Το Λίκνο

Ετσι, σε δεύτερη φάση, ήλθε ο καιρός να αναδειχθεί το μέγεθος της Μαθηματικής σπουδαιότητας της εντροπίας — του δεύτερου  <νόμου> της θερμοδυναμικής. Ουσιαστικά, η ύπαρξή της βάζει τέλος στην α–νόητη πληροφορία που δεσπόζει στο «ορατό σύμπαν», καθώς δημιουργεί τέτοια αταξία, ώστε να θέτει το τέλος της α–νοησίας μέσω της μείωσης αυτής της αταξίας αφ’ εαυτού της.

Ιδού λοιπόν το μεγαλείο της εντροπίας: η ίδια η ασύλληπτη έννοιά της δηλώνει ταυτόχρονα και την τάξη / βεβαιότητα  και την αταξία / αβεβαιότητα. Για τούτο υποστηρίζουμε ότι στο βάθος της εντροπίας, στο λίκνο της, αναπαύεται αυτή καθεαυτή η Συμληρωματική Λογική, που δεν είναι λογικής τάξης αλλά καθαρής μαθηματικής.

Η Έννοια της εντροπίας συνιστά τον βασικότερο <νόμο> του σύμπαντος και συγχρόνως τη γενικότερη αρχή του σύμπαντος κόσμου: καταδεικνύει την ανάδυση της τάξης και της βεβαιότητας από την αταξία και την αβεβαιότητα,  και το αντίστροφο.

Η μη–αυτονόητη Αρχή: (Ο βασικότερος ίσως <νόμος > του σύμπαντος δεν είναι αυτονόητος)

Ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής (η λεγόμενη εντροπία) δεν είναι καθόλου αυτονόητος, με την έννοια ότι δεν συνάγεται άμεσα από την τυπική λογική, αφού — όπως είπαμε — ανήκει στον γνήσιο μαθηματικό παράγοντα. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να κάνει μια απλή έκκληση σε μια τυπική συμβατική εκπαίδευση ενός μέσου φυσικού ή φυσικομαθηματικού. Χρειάζεται οπωσδήποτε φιλοσοφική παιδεία για να γίνει ίσως κατανοητός – σε κάποιο βαθμό. Και μάλιστα, τέτοια φιλοσοφική παιδεία που να ακυρώνει, όχι μόνο τις ατέλειες της νοθευμένης λογικότητας της φυσικής γλώσσας, αλλά και την ίδια τη νοθευμένη λογική 2ης τάξης…

Εν πάση περιπτώσει, κάποιες έννοιες – κλειδιά για τη συστηματικότερη μελέτη της εντροπίας είναι:

Πληροφορία [: Αβεβαιότητα, Εκπληξη, Δυσκολία, (Εντροπία) ],

  Συμμετρία [«σπάσιμο Συμμετρίας»],

Παραβίαση Συμμετρίας

Χρόνος [Ενέργεια-Δράση],

Νόημα [μετασχηματιζόμενο Περιεχόμενο],

Ποιότητα [Άρνηση], Ποσότητα [Κατάφαση].

<Πραγματικός χρόνος>, <Φανταστικός χρόνος> 

Αρνητική εντροπία / Πληροφορία,  Θετική εντροπία / Ενέργεια

Υπερσυμμετρία Φανταστικού / Πραγματικού χρόνου

Η Αρχή της Αβεβαιότητας του Χάιζενμπεργκ, και πάλι

Χονδρικά μιλώντας, δηλαδή, δηλώνουμε ότι: όσο υψηλότερη είναι η εν λόγω αβεβαιότητα, τόσο μεγαλύτερη είναι η εντροπία. Τώρα, από τη μια μεριά, γνωρίζουμε ήδη ότι, με κάποιον τρόπο, η εντροπία συνδέεται με την ενέργεια. Από την άλλη, όμως, ο όρος αβεβαιότητα παραπέμπει (συνειρμικά, έστω) στον κβαντικό παράγοντα — και συγκεκριμένα, στην αρχή της αβεβαιότητας του Χάιζενμπεργκ. Η εμπλοκή του κβαντικού παράγοντα, μέσω της αβεβαιότητας της εντροπίας, στη θεμελιώδη έννοια της ενέργειας, εγείρει υποψίες για την ίδια την αρχή της διατήρησής της.

Η Μυστηριώδης Ενέργεια

Η αρχή της διατήρησης της ενέργειας συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο της καθιερωμένης φυσικής. Στην κλασική μηχανική του Νεύτωνα, η διατήρηση της μάζας αναγορεύθηκε σε γενικότερο θεώρημα. Εξετάστηκε με αυστηρότητα και αξιοποιήθηκε από τον Αντουάν Λαβουαζιέ (Antoine Lavoisier, 1743 — 1794) σε πειράματα που σηματοδότησαν τις απαρχές της σύγχρονης ποσοτικής χημείας.

Κι όμως! Στον εικοστό αιώνα, η διατήρηση της μάζας παραβιάστηκε με κραυγαλέο τρόπο στη φυσική των υψηλών ενεργειών (σε έναν υψηλής ενέργειας επιταχυντή ελαφρών σωματιδίων , π.χ, από τις συγκρούσεις ενός ηλεκτρονίου και ενός ποζιτρονίου προκύπτουν κατά κανόνα σωματίδια συνολικής μάζας ίσης με χιλιάδες φορές τη συνολική μάζα των αρχικών σωματιδίων).

Μήπως, λοιπόν, η αρχή της διατήρησης της ενέργειας ακολουθήσει τη μοίρα που είχε η αρχή της διατήρησης της μάζας; Πάντως, το θεώρημα της εμπνευσμένης, μεγάλης γερμανίδας μαθηματικού Εμι Νέδερ (Emmy Noether) αναδεικνύει με ένταση την κρισιμότητα του διακυβεύματος: κατά την περίπτωση, στην οποία η διατήρηση της ενέργειας πάψει να ισχύει, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε τις βασικές έννοιες που χρησιμοποιούμε για τη διατύπωση των νόμων της φυσικής, ή τις ιδέες μας για την ομοιογένεια του χρόνου — ή και τα δύο μαζί.

Η κρίσιμη διαπίστωση που συνεπάγεται από τα ως άνω εκτεθέντα είναι η εξής: η έννοια της ενέργειας, αν και συνδέθηκε επιτυχώς — δια της σχετικής θεωρίας του Einstein — με την έννοια της μάζας, παραμένει ωστόσο αρκετά μυστηριώδης και δυσπρόσιτη — και άρα, αβέβαιη. Η κρισιμότητά της, δε, εντείνεται ακόμη περισσότερο, αν σημειώσουμε την ακόλουθη παρατήρηση: η αβεβαιότητα της ενέργειας και η αβεβαιότητα της εντροπίας δεν συνδέονται μόνο συνειρμικά με κβαντικό τρόπο, όπως υπαινιχθήκαμε αρχικά. Τουναντίον, μπορούν να συνδεθούν και με μαθηματικό τρόπο. Πώς;

Η Κρυφή (Υπερ-) Συμμετρία

Απλά, με τη σύγκριση δύο περίφημων εξισώσεων. Η κυματική εξίσωση του Ερβιν Σρέντιγκερ παρουσιάζει αυστηρές ομοιότητες με την, κατά έναν αιώνα προηγηθείσα, εξίσωση της θερμότητας του Ζοζέφ Φουριέ. (Οπως παρατήρησαν οι εν πολλοίς παρεξηγημένοι επιστήμονες Ιγκορ και Γκρίσκα Μπογκντάνοφ. ) Τούτη περιγράφει τη διάχυση της θερμότητας σε έναν χώρο, ενώ του Σρέντιγκερ — επαρκώς όμοια — αποδίδει την εξέλιξη σε ό,τι ονομάζει ο ίδιος κυματική εξέλιξη ενός κβαντικού φαινομένου. 

Ουσιαστικά, η εξίσωση της θερμότητας δεν είναι άλλη από την εξίσωση της εξέλιξης του Σρέντιγκερ, γραμμένη πλέον όχι σε πραγματικό, αλλά σε φανταστικό χρόνο. Με αυτόν τον τρόπο, εικάζουμε την κρυφή, υποκείμενη συμμετρία που διέπει και συνδέει τις έννοιες ενέργεια, εντροπία και (χωρο-) χρονικά κβάντα, με την υπέρτερη και ασύλληπτη ιδέα της Πληροφορίας. Η, αλλιώς, την υπερσυμμετρική σχέση ανάμεσα στον πραγματικό χρόνο (δηλαδή, στα πραγματικά σήματά του–και όχι στη φαινόμενη ροή του που συνιστά ψευδαίσθηση), και στον φανταστικό χρόνο που, ως τέτοιος, καταλαμβάνει συγκεκριμένη διάρκεια και δεν ανάγεται σε κανένα συγκεκριμένο μέγεθος ούτε στον χώρο ούτε στον χρόνο.

Καταδεικνύει την ανάδυση της τάξης και της βεβαιότητας από την αταξία και την αβεβαιότητα,  και το αντίστροφο — την καθαυτό δηλαδή έννοια του <χάους> ως μη γραμμικού δυναμικού συστήματος. Και, καθώς εμπλέκει εξ αντικειμένου τον ίδιο τον κβαντικό παράγοντα, παραπέμπει κατευθείαν στο φαινόμενο της <συνείδησης>.

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου

Για τη θεωρία των πάντων (ii)

Από τον Νώντα Κούκα

Ο Μύθος της λογικής προτεραιότητας

(Αποκλίνουσες λογικές και αποκλειόμενος τρίτος)

Ένα ζήτημα που απαιτεί επανεξέταση και έρευνα εκ νέου, και που ανήκει στις λεγόμενες «αποκλίνουσες λογικές», συνδέεται με τον νόμο του αποκλειόμενου τρίτου (tertium non datur): για οποιαδήποτε δήλωση Π, πρέπει να είναι αληθές είτε Π είτε μη Π (p ή όχι p). Απορρίπτοντας κανείς τον νόμο του «Π ή όχι Π», απορρίπτει πραγματικά τόσο την κλασική άρνηση όσο και τη διάζευξη ή ίσως και τα δύο μαζί. Ουσιαστικά μπορούμε να πούμε πως όποιος εγκαταλείπει τον νόμο του αποκλειόμενου τρίτου αλλάζει – όχι απλώς θέμα ομιλίας – αλλά επίπεδο πραγματικότητας. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει πως πράττοντας έτσι σφάλλει, διότι όποιος κάνει κάτι τέτοιο έχει κατά πάσα πιθανότητα τους λόγους του.

Ένα πλαίσιο στο οποίο απορρίπτονται η κλασική άρνηση και διάζευξη είναι η λογική πολλών τιμών (many-value logic) ή η ασαφής λογική (fuzzy logic). Αυτό το είδος της λογικής αναπτύχθηκε κάπως από τον Peirce τον προηγούμενο αιώνα και, ανεξάρτητα, αργότερα από τον Lukasievicz.

Ουσιαστικά πρόκειται για παρόμοια λογική με τη λογική των συναρτήσεων αλήθειας, με τη διαφορά πως δέχεται τρεις ή περισσότερες τιμές της αλήθειας, αντί για αλήθεια και ψεύδος. Το πρωταρχικό κίνητρο για τούτες τις μελέτες ήταν τα αφηρημένα μαθηματικά – η επιδίωξη της γενικότητας και της αναλογίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η λογική πολλών τιμών είναι λογική μόνο από αναλογική άποψη• στην πραγματικότητα πρόκειται για μη ερμηνευμένη θεωρία, για αφηρημένη άλγεβρα.

Κάποιες όμως φορές η τρί-τιμη λογική εκλαμβάνεται ως βελτιωμένη λογική: οι τρεις τιμές της ονομάζονται αλήθεια, ψεύδος και κάτι ενδιάμεσο. Μια κατασκευή που ονομάζεται άρνηση μεταφέρει αλήθειες σε ψεύδη, ψεύδη σε αλήθειες και ενδιάμεσα σε ενδιάμεσα. Κάτω από αυτήν την οπτική γωνία, ο νόμος του αποκλειόμενου τρίτου προφανώς δεν ισχύει.

Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε κάτι, ότι παρόλο που εκλαμβάνουμε αυτή την αποκλίνουσα λογική ως γνήσια λογική, η ορολογία «αληθής-ψευδής-άρνηση» εκταμιεύεται και μεταφέρεται σε αυτήν από τη λογική μας μόνον εξαιτίας της μερικής αναλογίας που υπάρχει. Η μη ισχύς του νόμου είναι έως τώρα μόνον εικονική (nominal).

Πάντως, σε κάθε περίπτωση, φαίνεται πως τόσο η ορθόδοξη όσο και η αποκλίνουσα λογική, ασχέτως αν η μια είναι ή όχι ομαλή εξέλιξη της άλλης, έχουν και οι δύο πρόβλημα στη θεμελιώδη παράμετρό τους – στην υπαρκτική ποσοτικοποίηση. Μια υπαρκτική ποσοτικοποίηση ισοδυναμεί με τη διάζευξη των επιβεβαιωτικών παραδειγμάτων• ή, μάλλον, θα ισοδυναμούσε με αυτήν εφόσον οι τιμές των μεταβλητών στην ποσοτικοποίηση ήταν πεπερασμένες στο πλήθος και καθεμιά τους είχε όνομα (αντίστοιχα πράγματα ισχύουν για την καθολική ποσοτικοποίηση και τη σύζευξη).

Κάθε λογική που θέλει να είναι πλήρης πρέπει να αντιμετωπίσει με ικανοποιητικό τρόπο την ποσοτικοποίηση. Η τυπική λογική ανάγει τόσο την ύπαρξη όσο και την ποσότητα σε ό,τι φαίνεται• άρα στη θεωρία «δεδομένης πραγματικότητας». Όμως τόσο η ιντουισιονιστική «αποκλίνουσα» λογική των μαθηματικών όσο και η κβαντική αποκλίνουσα λογική της φύσης, αλλάζουν τους κανόνες του νοήματος στους ίδιους τους κανόνες αυτούς καθεαυτούς της ίδιας της λογικότητας της λογικής, τόσο ως ορθόδοξης όσο και ως αποκλίνουσας, σε όλες της τις μορφές (λογική πολλών τιμών, τροπική λογική, λογική προτασιακών διαθέσεων κ.λπ).

Κοντολογίς, το ζήτημα της απόκλισης στη λογική της ποσοτικοποίησης συνάπτεται με την οντολογία, με το ερώτημα τι υπάρχει. Αυτά που υπάρχουν, σύμφωνα με μια δοθείσα θεωρία στην κοινή της μορφή, είναι όλα, και μόνον αυτά, τα αντικείμενα που λαμβάνονται ως τιμές των μεταβλητών της ποσοτικοποίησης. Αυτό δεν αμφισβητείται από κανέναν, εφόσον «(x)» και «(Ǝx)» εξηγούνται «ως κάθε αντικείμενο x τέτοιο ώστε» και «υπάρχει αντικείμενο x τέτοιο ώστε».

Συνεπώς στις αποκλίσεις της θεωρίας της ποσοτικοποίησης αποδίδουμε φιλοσοφικό ενδιαφέρον, οντολογικό ενδιαφέρον. Επηρεάζουν το τι εκλαμβάνεται ως ύπαρξη. Και με αυτήν την έννοια οι αποκλίνουσες λογικές, είτε ως ομαλή εξέλιξη είτε ως ρηξικέλευθο άλμα, της υπέρβασης του αποκλειόμενου τρίτου στην αριστοτέλεια λογική, συνιστά πράγματι ένα διαλεκτικό ανωφερές στιγμιότυπο στην ανθρώπινη «στιγμιαία» συνείδηση.

Ερμηνεύοντας τις έννοιες της ύπαρξης και της ποσότητας

Η ανάλυση της έννοιας της ύπαρξης δείχνει πως «κατάφαση της ύπαρξης δεν είναι τίποτα άλλο από άρνηση του μηδενός» (Φρέγκε). Η ύπαρξη, όπως και η ποσότητα, είναι μια ιδιότητα της έννοιας και όχι των αντικειμένων που ενέχονται στην έννοια ή ένα από τα χαρακτηριστικά της (δηλαδή τα συστατικά της μέρη)• τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την έννοια είναι ιδιότητες των πραγμάτων που εντάσσονται στην έννοια. Γι’ αυτό μπορούμε να λέμε μια ιδιότητα των αντικειμένων «έννοια» ( πρώτης βαθμίδας) και μια ιδιότητα έννοιας σαν αυτήν (π.χ. την ύπαρξη) να τη λέμε «έννοια δεύτερης βαθμίδας/τάξης».

Φαίνεται λοιπόν πως ήρθε η ώρα να βουτήξουμε στα βαθιά νερά. Όπως είπαμε, η κλασική (κοινή) λογική μας λέει πως η Π είναι είτε αληθής είτε ψευδής – τρίτος (δρόμος) δεν υπάρχει. Τώρα όμως εμείς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η «αλήθεια» και το «ψεύδος» είναι αποκυήματα της συνείδησής μας ως μιας μεγάλης θεωρίας της πλάνης (μας). Είναι «αληθοτιμές» μιας εικονικής πραγματικότητας μέσα στην οποία είμαστε εξ ορισμού εμβαπτισμένοι. Η πραγματική πραγματικότητα υπάρχει• αλλά υπάρχει λίγο πριν από τη «μέτρηση» που λαμβάνει χώρα λόγω της παρατήρησης των συνειδητών παρατηρητών. Κι εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το μεγάλο ζήτημα της ερμηνείας της ύπαρξης.

Εμείς όταν κάνουμε λόγο για την ύπαρξη ενός αντικειμένου, κατά βάση αναφερόμαστε στην έννοια της ύπαρξης και όχι στην ίδια τη φύση, αυτή καθεαυτή, του αντικειμένου. Το ίδιο συμβαίνει και με την ποσότητα: μιλάμε για την ποσοτικοποίηση ως έννοια και όχι για τα ίδια τα αντικείμενά της. Συνεπώς οι έννοιες της ύπαρξης και της ποσότητας δεν έχουν οντολογική υπόσταση• απλώς δηλώνουν την ολοκλήρωση, το κλείσιμο της παρένθεσης σε ό,τι αφορά στα νοητά αντικείμενα – και όχι στα υλικά αντικείμενα – την έννοια που τα συναιρεί ως τέτοια. Πρόκειται δηλαδή, και πάλι, για εικονική (nominal) πραγματικότητα κάποιων αντικειμένων.

Αντικείμενα που ναι μεν μπορεί να τα βλέπουμε, να τα αγγίζουμε, να τα ακούμε ή να τα γευόμαστε, ωστόσο – όπως έχουμε ξαναγράψει αλλού – λόγω των ατελών αισθητήριων οργάνων μας και της κατ’ ευφημισμό (καθημερινής) συνείδησής μας, δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι τα εν λόγω αντικείμενα αυτά καθεαυτά. Τα προσλαμβάνουμε, δηλαδή, απλά και μόνο ως <<χωροχρονικές φέτες>>.

Η Μαθηματική Αποκάλυψη

 Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, προς το παρόν θα αρκεστούμε να δηλώσουμε την ειδοποιό διαφορά μεταξύ του χώρου της λογικής και του μαθηματικού χώρου, και μάλιστα τη γνήσια συνολοθεωρία. Η εξομοιωμένη (simulation) συνολοθεωρία είναι λογική• η πραγματική συνολοθεωρία δεν είναι. Τα όρια μεταξύ τους διαδραματίζουν τεράστια σημασία και πρέπει να παραμείνουν απαραβίαστα. Δεν πρέπει ο λογικός χώρος να μπαίνει στα χωράφια του μαθηματικού χώρου και τούμπαλιν. Η (κοινή) ανθρώπινη λογική είναι καθαρά ανθρώπινη υπόθεση (ψυχο-λογία)• τα καθαρά μαθηματικά δεν είναι ανθρώπινη υπόθεση παρά μόνον η γλώσσα τους. Αυτό θα πρέπει πάντα να το θυμόμαστε… τελεία και παύλα.

Ετσι, η θεωρία των πάντων προαπαιτεί, τουλάχιστον, την άρση της επιστημικής προτεραιότητας, που θέλει την (ανθρώπινη) λογική στη βάση των πάντων. Απεναντίας, απαιτεί τη μαθηματική πρωτοκαθεδρία των ρηξικέλευθων μαθηματικών του λόγου.

Ο άνθρωπος πλέον μπορεί – έστω και μονοσήμαντα, ακόμα – χάρη στην τεχνολογική επεξεργασία της πληροφορίας, να ταξιδέψει σε αχαρτογράφητους ωκεανούς της νόησης. Επομένως, είναι ίσως έτοιμος να απαλλαγεί από τα πανάρχαια υπαρξιακά ερωτήματα – αυτά τα βαρίδια του παρελθόντος που αποτρέπουν την κατανόηση της ύπαρξης.

Αυτό θα προκύψει  μέσω της Θεωρίας της Πληροφορίας που θα αποκαλύπτει τον διανοητικό «ζουρλομανδύα» στον οποίο έχουν εγκλωβιστεί βιολογικά όντα που παράγουν μπερδεμένους, συγκεχυμένους συλλογισμούς ,  καθώς αναπαράγονται και διαιωνίζονται ως απότοκες μηχανές κάποιας εξελικτικής λοταρίας.

Μια θεωρία της πληροφορίας, που θα καταδεικνύει πως θεοί, νόμοι, ύλη, χώρος, χρόνος, σχεδιασμός, σκοπός, ορθολογισμός, παραλογισμός, νόημα και μυστήρια της φύσης – όλα αυτά – δεν είναι παρά συμπαρομαρτούντα του εν λόγω διανοητικού «ζουρλομανδύα». Μόνο τότε θα έρθουν οι γνήσιες αποκαλύψεις, τις οποίες σημειωτέον μπορεί να μην έχουμε καν ονειρευτεί…

Αποκαλύψεις που θα δείχνουν πως η φύση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ανθρώπινη λογική κατασκευή που υπαγορεύεται από τη γεωμετρία της βαρύτητας – και κατ΄επέκταση θα υποδεικνύουν τη γενική ισότητα που  διέπει τόσο την ανθρωπότητα όσο και την ίδια την συμπαν-οντότητα.

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου

Για τη Θεωρία των Πάντων

Από τον Νώντα Κούκα

προς

concentric circles

(με αφορμή την αναδημοσίευση παλαιότερου κειμένου)

Η Γενική Θεωρία της Πληροφορίας

Η Γενική Θεωρία της Πληροφορίας, ως η υπέρτερη μονιστική ενοποιητική αρχή των πάντων («θεωρία των πάντων»), οφείλει να διέπεται από τρία θεμελιώδη χαρακτηριστικά:

i) Εκπληξη – δίχως τούτο το στοιχείο, η καινούρια πρόταση μοιάζει είτε αδιάφορη είτε κάτι που ήδη ξέρουμε.

ii) Δραματικές συνέπειες– η προτεινόμενη ιδέα σχετικά με τη θεωρία της πληροφορίας οφείλει να οδηγεί άμεσα σε νέες, απροσμετρητα βαθιές συλλήψεις και υποθέσεις. Θα υποδείξει ipso facto (εκ των ιδίων πραγμάτων της) τον Δίαυλο προς την κατανόηση και την αλήθεια της (πραγματικής) Πραγματικότητας.

iii) Ασύλληπτες αποκαλύψεις – μία τέτοια θεωρία οφείλει να διατυπώνει προβλέψεις, τις οποίες ποτέ δεν θα διανοούμασταν να κάνουμε. Και όχι μόνον αυτό. Θα μπορούσε, επιπλέον, και να προτείνει νέα είδη πειραμάτων, τα οποία θα είχαν νόημα μόνον υπό το φως της νέας θεωρίας.

Ιδού όμως το πιο σημαντικό από όλα: πιθανότατα οι προβλέψεις θα πρέπει να υπερβαίνουν την επεξεργασία και τον υπολογισμό δεδομένων πειραματικού χαρακτήρα, όχι μόνο της τρέχουσας συμβατικής τεχνολογίας, αλλά και του τεχνοκρατικού φορμαλισμού,γενικότερα.

Οι εν λόγω προβλέψεις , κατά την ταπεινή μας εικασία, δεν θα χρήζουν πειραματικής επαλήθευσης , στο πνεύμα της απόδειξης του καθιερωμένου επιστημονισμού. Κατά πάσα πιθανότητα, θα χρειάζονται απλώς την επικύρωση της εξελιγμένης συνείδησης και των μαθηματικών του λόγου της – αφού γνωρίζουμε πια ότι η Αλήθεια δεν αποδεικνύετα αλλά, κατά το μάλλον ή ήττον, πληροφορεί και πληροφορείται ως κβαντισμένη διαίσθηση

Η παράδοξη αρχή της γενικής πληροφορίας

Ουσιαστικά, αυτό που λέμε είναι ότι όλη η πληροφορία που προβάλλει το σύμπαν – υπολογιστής δεν είναι εξίσου σπουδαία. Απεναντίας, υπάρχουν ελάχιστα κομμάτια της με νόημα και απειράριθμα άλλα που είναι α-νόητα.

Κατά συνέπεια, η βασική αρχή της θεωρίας της πληροφορίας έγκειται σε μία και μοναδική πληροφορία, τη γενική πληροφορία, που είναι κυριολεκτική και χωρίς θόρυβο: η πληροφορία που μπορεί να αποκωδικοποιηθεί και να ερμηνευθεί, σχετικά με το σύμπαν, είναι συνήθως άνευ σπουδαίας σημασίας, κοινότοπη και ημιτελής.

Αντίθετα, η πληροφορία που δεν ερμηνεύεται και παραμένει στον αριθμό Ω ως αρνητική εντροπία, είναι η γνήσια καθεαυτή πληροφορία.

Το Κείμενο του Σύμπαντος είναι ερμητικά κλειστό μα, συνάμα, και άναρχα ελευθεριακό. Ετσι, λοιπόν, αναμένει την πιο χειραφετημένη <θεωρία των πάντων>, τους πιο <ικανούς> αναγνώστες του, δηλαδή, για να τους αποκαλύψει το μεγάλο του μυστικό…

Εν κατακλείδι, το κεντρικό ερώτημα είναι:

Υφίσταται διασύνδεση ύλης — νού, ή όχι; Αν υφίσταται, τότε η η »Συνείδηση» επηρεάζει τον αριθμό Ω — και άρα, είναι ίσως εφικτή μια »θεωρία των πάντων».

Αν όχι, τότε μάλλον πρέπει να μετριάσουμε τις προσδοκίες μας…  (πάντως, τα πειράματα με τις γεννήτριες τυχαίων αριθμών έχουν, ίσως, να μας πουν αρκετά).

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ [Μέρος Πέμπτο]

Από concentric circles

 

Πόση προκατάληψη και πόσα στερεότυπα υποβόσκουν σε όλες αυτές τις ευφάνταστες κοσμολογίες; Και οι οποίες ωστόσο φαντάζουν και περνούν για «εξτρεμιστικές». Αλλά αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: η «ιδεολογία της κοινής λογικής», η «δικτατορία του μέσου νοός» που συνέχει και συγκροτεί κάθε παραδοσιακή νοοτροπία και διέπει, πέρα ως πέρα, την επιστήμη καθιστώντας την, πολλές φορές, έναν στείρο και φορμαλιστικό επιστημονισμό.


ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ [Μέρος Πέμπτο]

https://iamarevi.wordpress.com/  

 

Από τον Νώντα Κούκα

Κριτική των Πάντων πριν από τη «θεωρία των πάντων»

 

Είμαστε πεπεισμένοι ότι αν είχε επικρατήσει, όπως έχουμε γράψει, η φιλοσοφική φυσική του Λάιμπνιτς έναντι της μηχανι(στι)κής φυσικής του Νεύτωνα, εκτός των άλλων, αυτή τη στιγμή που μιλάμε θα είχαμε στα χέρια μας ένα εξαιρετικό κεκτημένο: μια «φυσική» της ψυχής. Κοντολογίς, θα ήμαστε στη θέση να κατανοούμε τις βασικές πληροφοριακές μονάδες που συγκροτούν τη συμμετρική συνείδηση των πάντων – και όχι την ασύμμετρη «συνειδητότητα» εκάστου τινός, όπως συμβαίνει τώρα. (Να με ποιον τρόπο, τόσο απλά, τίθεται σε υγιείς βάσεις το προοίμιο μιας θεωρίας/θεωρήματος των πάντων και όχι αυτής της γνωστής μονομανούς «Θεωρίας των Πάντων».) Ο εννοιολογικός ρεαλισμός του Λάιμπνιτς υπήρξε τόσο ολιστικός ώστε άνετα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι άγγιξε την κοσμολογία που μόλις τώρα αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε. Ειρήσθω εν παρόδω, η Μοναδολογία του Λάιμπνιτς υπαινίσσεται όχι μόνο τη συγχρονία κβαντοθεωρίας-Σχετικότητας, αλλά και το «ίχνος» – το σκοτεινό ασυνείδητο – του πολιτισμού που παράγει αυτή η συγχρονία.

Ήρθε νομίζουμε η στιγμή να βάλουμε στο τραπέζι τον «μύθο» της κβαντικής. Ο Μπορ έλεγε ότι όποιος δεν συγκλονίζεται από αυτήν, απλώς δεν την έχει καταλάβει. Είναι λοιπόν τόσο «σκοτεινή» και «αλλόκοτη» αυτή καθεαυτή η θεωρία της ή η ημέτερη ανεπαρκής αυτογνωσία μας – που μεταφράζεται όπως είπαμε σε έλλειψη της Θεωρίας της Κοινωνικής Συνείδησης – μας καθιστά σκοτεινούς και αλλόκοτους απέναντι σε μια υπέρτερη Αλήθεια που εκδηλώνεται «κβαντωμένα»; Ξέρετε, έχουν ξοδευτεί τόνοι μελάνι για την «περιγραφή» της κβαντικής εγγενούς «απροσδιοριστίας». Πρόκειται όμως περί «απροσδιοριστίας» ή καλύτερα να ομιλούμε περί του Φευγαλέου αυτού καθεαυτό; Δεκάδες ή και εκατοντάδες, για να μην πούμε χιλιάδες, επαγγελματίες και μη, ασχολούνται με την κβαντική, το σύμπαν, την κοσμολογία κλπ., αλλά από όλους αυτούς τους επίδοξους «νομπελίστες», πόσοι πραγματικά αναρωτήθηκαν τι στο καλό συμβαίνει με την «επιστημονική μεθοδολογία» που χρησιμοποιούν. Γιατί τι σόι μαθηματικά είναι αυτά που κρύβουν κάτω από το χαλί την ανεπάρκειά τους – την οποία κατέδειξε περίτρανα το Θεώρημα της Μη Πληρότητας;

Άρα, πόση προκατάληψη και πόσα στερεότυπα υποβόσκουν σε όλες αυτές τις ευφάνταστες κοσμολογίες; Και οι οποίες ωστόσο φαντάζουν και περνούν για «εξτρεμιστικές». Αλλά αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: η «ιδεολογία της κοινής λογικής», η «δικτατορία του μέσου νοός» που συνέχει και συγκροτεί κάθε παραδοσιακή νοοτροπία και διέπει, πέρα ως πέρα, την επιστήμη καθιστώντας την, πολλές φορές, έναν στείρο και φορμαλιστικό επιστημονισμό. Αποτέλεσμα; η ίδια η περιέργεια και η αναζήτηση που είναι σύμφυτα στοιχεία της φιλοσοφικής επιστήμης ξεπέφτουν τις περισσότερες φορές, σε έναν στενόμυαλο επιστημονισμό, σε μια απρόσωπη τεχνογνωσία που εξελίσσεται εντέλει σε έναν τεχνοκρατικό εργαλειακό ορθολογισμό. Ας αναφέρουμε ένα παράδειγμα για να καταλάβουμε πόσο ζημιά κάνει στην επιστήμη το στερεότυπο και η προκατάληψη της μαθημένης συμπεριφοράς και της κοινής λογικής. Οι φυσικοί όχι πολλά χρόνια πριν, τον Ιανουάριο του 1956, ανακάλυψαν την παραβίαση της κατοπτρικής συμμετρίας ή ομοτιμίας στη διάσπαση β που λαμβάνει χώρα στην ασθενή πυρηνική δύναμη (η διάσπαση β αφορά στη μετατροπή ενός νετρονίου του πυρήνα σε ένα πρωτόνιο, ένα ηλεκτρόνιο και ένα νετρίνο).

Ως εκ θαύματος, κάποιοι σοβαροί επιστήμονες πρόσεξαν κατάπληκτοι, σε πειράματα ασθενών αλληλεπιδράσεων στοιχειωδών σωματιδίων, πως παραβιάζεται, όπως είπαμε, η κατοπτρική συμμετρία. Το εκπληκτικό είναι πως τέτοια πειράματα ήταν καθημερινά σχεδόν στην ημερήσια διάταξη των επιστημόνων. Και όμως κανείς έως τότε δεν είχε προσέξει την παραβίαση της συμμετρίας που αναφέραμε. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως οι περισσότεροι επιστήμονες απλώς διεκπεραιώνουν τη ρουτίνα που τους έχει ανατεθεί. Το στερεότυπο και η προκατάληψη πράγματι περισσεύει στην καθημερινή τους δουλειά. Και ακριβώς αυτή πρέπει να είναι η κριτική του επιστημονισμού: ο επιστημονισμός έχει μάθει όλους τους ανθρώπους, τόσο τους επιστήμονες όσο και τους υπόλοιπους απλούς ανθρώπους να μη ρωτάνε πραγματικά. Μα πάνω απ’ όλα έχει κυριεύσει σχεδόν ολόκληρη την επιστημονική κοινότητα και την έχει μετασχηματίσει σε μια ψυχωτική ομάδα ανθρώπων που διακρίνονται περισσότερο για τον ψυχωτικό τους ζήλο για βράβευση και λιγότερο για τον γνήσιο φιλοσοφικό ζήλο που οφείλουν να επιδεικνύουν οι πραγματικοί ερευνητές της επιστήμης. Νομίζουμε ότι δείξαμε αρκετά ικανοποιητικά την πρώτη και εναργέστερη μορφή εξουσίας – τη σύμπλεξη κράτους-επιστήμης-μεγαλομανίας-ανάδειξης και βράβευσης.

Dig the science, mr philosopher

Αν θέλουμε να ξεκινήσουμε σοβαρά την αναζήτηση του «εαυτού» μας, οφείλουμε πάνω απ’ όλα να κάνουμε δύο αφαιρέσεις. i) Να αφαιρέσουμε αυτόν από το «εγώ» μας• ii) να αναχθούμε από τον «εαυτό» μας στον Εαυτό, με Ε κεφαλαίο. Διότι το «εγώ» ανήκει στην ατομική/εγωιστική συνειδητότητα, ενώ ο «εαυτός» έχει την τάση δυνάμει να γίνει Εαυτός εν ενεργεία στην ολιστική του πράξη – που είναι πρώτα η κοινωνική και έπειτα η κοσμική συνείδηση. Το εγωιστικό «εγώ» συνειδητοποιεί τη φοβερή και επώδυνη ύπαρξή του μονάχα στον χώρο που βρέθηκε να υπάρχει. Δεν συλλαμβάνει καθόλου ότι κείται ανάμεσα στο απέραντα μικρό και το απέραντα μεγάλο• σε κλίμακα μεταξύ κβαντικού κόσμου και Σχετικότητας. Από τη μια μεριά του λοιπόν, ας πούμε την αριστερή, έχει τον σκοτεινό, τον φευγαλέο, τον εξωτικό κόσμο των κβάντων, όπου χώρος και χρόνος ανακατεύονται αξεδιάλυτα• ενώ από την άλλη, τη δεξιά του μεριά, έχει τον θηριώδη, τον τιτάνιο μακρόκοσμο με τον χρόνο (t) που τον διέπει. Τι πρέπει λοιπόν να πράξει το «εγώ» εν τοιαύτη περιπτώσει;

Πάνω απ’ όλα πρέπει να προσαρμοστεί για να αντεπεξέλθει στην υπέρτερη αυτή αντίφαση που το συγκλονίζει. Εσωτερικεύει τον μικρόκοσμο ή, καλύτερα, εμβαπτίζεται σε αυτόν, αναγορεύοντάς τον έτσι σε ασυνείδητο υπερεγώ. Συγχρόνως, επεκτείνεται ως συνείδηση στον μακρόκοσμο, υιοθετώντας ένα ελάχιστο κομμάτι (τρισδιάστατο/ τετραδιάστατο) από αυτόν. Τι σόι «ον» όμως μπορεί να είναι αυτό που ζει μια ψευδαίσθηση ανάμεσα στο απέραντα μικρό και φευγαλέο και στο απέραντα μεγάλο και σταθερό; Απλά, δεν πρόκειται για οντολογική υπόσταση αλλά για φαινομενολογική ύπαρξη. Μέχρις ότου καταφέρει να υπερβεί τη σχιζοειδή κατάσταση μέσα στην οποία βρέθηκε να επιβιώνει, οι ψυχολογικές του συγκρούσεις θα είναι εφιαλτικές και ασύγγνωστες. Η κοινή λογική θα βρίσκεται σε διαρκή και ανειρήνευτη πάλη με το ένστικτο. Θα επιδιώκει διάφορους παρανοϊκούς «νόμους» αμφιβόλου ηθικισμού που θα βαφτίζει «Ηθική».

Όπως ξαναείπαμε, η αυταπάτη και η εξαπάτηση κατέχουν κεντρική θέση στην ψυχολογία των απλών φαινομενολογικών υπάρξεων και οι κοινωνίες που συγκροτούν βασίζονται πάνω στην ηθική της ενοχής και της διαστρέβλωσης. Φυσικά, τα μακιαβελικά πρωτεύοντα θηλαστικά, που ακούν στον όνομα άνθρωπος, δεν μπορούν παρά να λειτουργούν και εξιλεωτικά. Έτσι παράγουν τα διάφορα πολιτισμικά και πολιτιστικά μνημεία, το σύνολο των οποίων αποκαλείται «πολιτισμός», με πρωτεργάτες βέβαια ανθρώπους διαισθητικούς που ξεπέρασαν το εγώ τους τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό πεδίο.

Το ζητούμενο είναι πώς αυτή η φαινομενολογική πρωτόγονη ύπαρξη θα μπορούσε να αναχθεί σε οντολογική διάσταση και να είναι – όχι απλώς να συμβαίνει. Η απάντηση είναι εύκολη και εύλογη θεωρητικά, όμως σχεδόν αδιανόητη πρακτικά: η κατάργηση όλων των μορφών της εξουσίας και της «ηθικής» της. Για αυτό πρώτα απ’ όλα απευθυνόμαστε και πάλι στην εξουσία της αγαστής συνεργασίας κρατικοδίαιτης επιστήμης-μονομανών επιστημόνων για βραβεύσεις. Όμως προσοχή! Δεν είμαστε ηθικολόγοι και δεν θέλουμε να κάνουμε καμιά ηθικολογία. Αν θέλουν η βάση της επιτυχίας τους να είναι η απάτη, τότε ας είναι έτσι. Άλλωστε, όλοι οι κανόνες και τα καθηκοντολόγια, όλοι οι πίνακες με τα «απαγορεύεται», τις περισσότερες φορές φτιάχνονται από τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους που δεν προτίθενται να τους ακολουθήσουν. Άρα, δεν δημιουργούν τίποτε άλλο παρά καινούριες απαγορεύσεις, που ουσιαστικά ξανακαλούν τους ανθρώπους στην εκ νέου αθέτησή τους. Και ακριβώς αυτό είναι το διαχρονικό παιχνίδι της ηδονής της εξουσίας, μέσω του οποίου κατορθώνει αυτή να επιβάλλεται εσαεί: η ηδονή που αισθάνεται ο καθένας μας να απαγορεύει τάχα μου τα «απαγορεύεται». Να θέτει δηλαδή ψυχαναγκαστικά τη νευρωτική αντιεξουσία απέναντι στην Εξουσία – όπως κάνει το μικρό παιδί με τους γονείς του.

Πέρα λοιπόν από κάθε ηθικολογία θέτουμε την εξουσιαστική μεγαλομανία του επιστημονισμού προ των ευθυνών του. Η ανάδυση της σύγχρονης επιστήμης κατέστησε αδύνατη τη χρήση ιδιωτικής τεκμηρίωσης. Κατά συνέπεια, αυτό που κάνει ο σύγχρονος «παντογνώστης» διανοητής είναι να δημιουργήσει ένα «θεωρητικό πλαίσιο» εργασίας που να είναι τόσο δύσκολο, ώστε μόνο αυτός και η επίλεκτη ομάδα συνεργατών του (υπό τη δική του καθοδήγηση) να μπορεί να την καταλάβει. Η «θεωρία» έτσι καθίσταται ιερό κείμενο το οποίο πρέπει να αποκαλυφθεί, να ερμηνευτεί στους επόμενους αιώνες. Από τη στιγμή που τα πάντα μπορούν να ερμηνευτούν από τη θεωρία (πρόκειται για τη συνολική γνώση συμπιεσμένη στην πιο στοιχειώδη μορφή της), ο δημιουργός της ήδη γνωρίζει κάθε ανακάλυψη που πρόκειται να γίνει στο μέλλον και έτσι δεν θα έχει την παραμικρή δυσκολία στο να πει, μόλις γίνει κάποια καινούρια και απροσδιόριστη ανακάλυψη: «περιέχεται στη θεωρία». Όσοι διαφωνούν θα αντιμετωπιστούν με βίαιο τρόπο.

Έτσι λοιπόν η ψύχωση και όχι η νεύρωση αποτελεί το κλειδί για την ηθική συνείδησή μας.

Για την αναδημοσίευση: concentric circles

The Wall

Atom Heart Mother